Dee Cooper: Ένας Αμερικανός κιθαρίστας σε δορυφορική τροχιά γύρω από τους SCORPIONS

30 Απριλίου, 2020 - 09:00

Ο Dee Cooper άφησε μόλις έναν δίσκο και λιγοστά ίχνη, στο διάβα του χρόνου. Είχε ωστόσο την τύχη να συσχετιστεί με τον αστερισμό των SCORPIONS, με αποτέλεσμα το όνομά του να «κυκλοφορεί» πότε-πότε σε ιντερνετικά φόρουμ γύρω από τη γερμανική μπάντα. Βέβαια, η άμεση διασύνδεση του Αμερικανού κιθαρίστα είναι με τον Herman Rarebell και όχι απευθείας με τους SCORPIONS. Ήταν όμως οι εξελίξεις στα εσωτερικά τους που επέτρεψαν την πρώτη του εμφάνιση στη δισκογραφία, ενώ αργότερα θα τις επηρέαζε κι εκείνος με τη σειρά του, έστω κι άθελά του.  

Είναι γνωστό στους φίλους των Σκορπιών ότι ο Klaus Meine αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα με τη φωνή του, όταν το γκρουπ ξεκίνησε να δουλεύει πάνω στον δίσκο που θα διαδεχόταν το “Animal magnetism” (1980). Μέχρι να επανέλθει, μεσολάβησαν 9 αμφίβολοι μα και ελεύθεροι από υποχρεώσεις μήνες, τους οποίους ο Herman Rarebell αξιοποίησε φτιάχνοντας το πρώτο του σόλο άλμπουμ “Nip in the bud » (1981). Για τις ανάγκες του, επιστράτευσε δύο μουσικούς που είχε γνωρίσει στα πρώτα χρόνια των SCORPIONS στην Αμερική: τον τραγουδιστή/μπασίστα George Phillips και τον κιθαρίστα Dee Cooper, ο οποίος τότε υπέγραφε ως D.H. Cooper• με αποτέλεσμα σήμερα το Discogs λ.χ. ή το Allmusic να μπερδεύονται και να μην εμφανίζουν σωστά τη δράση του στους καταλόγους τους (βλέπε σημείωση 1 στο φινάλε). 
Το “Nip in the bud” δεν ήταν πολύ καλή δουλειά ούτε και ευτύχησε στο θέμα της παραγωγής, πάντως ο Cooper διακρίθηκε, παραδίδοντας μερικά ωραία παιξίματα στην ηλεκτρική. Έτσι, όταν ο Rarebell ηχογράφησε ξανά τον δίσκο υπό τον νέο τίτλο “Herman Ze German And Friends” (1985), με τον καλό του φίλο Ric Browde στη γενική επιστασία της κονσόλας και με επιφανείς καλεσμένους στα φωνητικά (Steve Marriott, Don Dokken κ.ά.), πάρθηκε η απόφαση να μην αντικατασταθεί η κιθάρα του –όπως ας πούμε έγινε με τα μέρη του Phillips. Αλλά, ενώ το αναβαπτισμένο και ανανεωμένο άλμπουμ ακούστηκε περισσότερο, έχοντας μάλιστα και δύο video clip να παίζουν στο MTV της εποχής, ο Cooper δεν εκμεταλλεύτηκε την περαιτέρω προβολή του ονόματός του, παραμένοντας αφανής. 

Ό,τι δεν έγινε στη δεκαετία του ‘80, θα συνέβαινε τελικά στα 90s. Μέσα δηλαδή στο 1992 ο Rarebell ανέλαβε παραγωγός για τον πρώτο δίσκο του Cooper, καλώντας τον στο Μονακό (όπου έμενε από το 1987) για να γράψουν μαζί τα κομμάτια, τα οποία και θα ηχογραφούσαν τοπικά, στο στούντιο Wildchild του Πριγκιπάτου, ώστε να μη χάνεται χρόνος σε μετακινήσεις. Παράλληλα, ξεκίνησε η αναζήτηση για τους συνεργάτες που θα τους πλαισίωναν, η οποία έμελλε να έχει πολλαπλές διασυνδέσεις με το τι ερχόταν στους SCORPIONS. Πρώτα-πρώτα, τη μίξη ανέλαβε ο Ολλανδός Erwin Musper, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να δουλεύει μαζί τους όταν τα έσπασαν με τον Dieter Dierks και επρόκειτο να φτάσει μέχρι και παραγωγός τους. Δεύτερον, ο Rarebell κατέληξε σε δύο Γερμανούς session μουσικούς με γερά βιογραφικά, για το μπάσο και τα πλήκτρα: τον Ralph Rieckermann και τον Luke Herzog.  

Καθώς ήταν η περίοδος που οι SCORPIONS είχαν διώξει τον Francis Buchholz και είχαν πονοκεφαλιάσει με την αντικατάστασή του, ο Rarebell πρότεινε λίγο αργότερα τον Rieckermann για το πόστο• και ως γνωστόν το πήρε, κρατώντας το ως το φινάλε του 2003. Αλλά δίοδο για τους Σκορπιούς βρήκε τότε και ο Luke Herzog, ο οποίος συγκαταλέγεται στους μουσικούς που έλαβαν μέρος στην ηχογράφηση του “Face the heat” (1993). Χρόνια μετά, μάλιστα, η συνεισφορά του έγινε αντικείμενο πικρής διαμάχης: το 2000 τους μήνυσε, ισχυριζόμενος ότι το νέο τους κομμάτι “Moment Of Glory” βασιζόταν σε σύνθεσή του από εκείνη την εποχή. Μάλιστα, επειδή το “Moment Of Glory” ήταν επίσημο τραγούδι της διεθνούς έκθεσης Expo 2000, αλλά και αρχή της συνεργασίας των SCORPIONS με τη θρυλική Φιλαρμονική του Βερολίνου, η υπόθεση πήρε έκταση στον γερμανικό Τύπο. Επιλύθηκε τελικά στα δικαστήρια τον Νοέμβριο του 2002, με την ετυμηγορία να βγαίνει υπέρ της μπάντας, μιας και ο Herzog δεν μπόρεσε να αποδείξει επαρκώς τα λεγόμενά του.


Ανύποπτος για όλα αυτά, ο Cooper θα έδινε το όνομά του –Dee Cooper, πλέον– ως τίτλο του πρώτου του άλμπουμ (1995), που θα κυκλοφορούσε από τη Saraya Recordings στις Η.Π.Α. και από την Event στην Ευρώπη, με διανομή από την SPV. Ήταν μια αμιγώς ορχηστρική υπόθεση 30 (και κάτι) λεπτών και 10 κομματιών, από τα οποία έξι είχαν γραφτεί συνεργατικά με τον Rarebell, ένα ήταν όλο δικό του και τα άλλα τρία διασκευές: στο "In the mood" των GLENN MILLER ORCHESTRA (1939), στο "Pick up the pieces" των AVERAGE WHITE Band (1974) και στο "Tequila" των CHAMPS (1958).

Καθυστερημένος χρονικά και προσκολλημένος στα δεδομένα του αμερικάνικου hard rock της δεκαετίας του ‘80, ο Dee Cooper φάνταζε παρωχημένος για το 1995, υπό το πρίσμα της ευρύτερης ανατροπής που είχαν ήδη φέρει στον ηλεκτρικό ήχο οι NIRVANA, οι RAGE AGAINST THE MACHINE και οι METALLICA του “Black album”. Ο νέος, εναλλακτικός πλανήτης μπορεί να κορόιδευε άδικα τη δική του εποχή των λαμπερών μακρυμάλληδων αστέρων της αρένας, ωστόσο ήταν πράγματι μια εποχή δημιουργικά κορεσμένη, με ελάχιστες πιθανότητες για άμεση επανεκκίνηση. Και ο Cooper δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο να καταθέσει, ώστε να την πετύχει.

Επιπλέον, δεν βοηθούσε η επιθυμία του για ένα φουλ ορχηστρικό άλμπουμ, του είδους που κάποτε έμπαιναν στο ράφι των δισκοπωλείων δίπλα στον Joe Satriani και στον Tony MacAlpine υπό την «guitar-virtuoso rock» ταμπέλα. Όλα βέβαια τα κομμάτια διαθέτουν τα παιξίματά τους και σε ορισμένα διακρίνονται και μερικές μελωδικές ιδέες που τραβάνε εύκολα το αυτί ("Psychic maniac", "Hard attack"). Αλλά η πλειονότητα λιμνάζει σε δεδομένες αναπτύξεις ("Forever", "High flyer"), οι οποίες κάνουν τον κόπο να ανοίξουν διόδους μόνο για επιδείξεις τεχνικής, απευθυνόμενες κατά βάση σε συναδέλφους μουσικούς.  

Παρά λοιπόν την κυκλοφορία του άλμπουμ στην Αμερική, το βρετανικό management και την παρουσία του Rarebell –ο οποίος ήταν ακόμα μέλος των SCORPIONS, τότε– το ντεμπούτο του Dee Cooper πέρασε εντελώς απαρατήρητο. Ο ίδιος δεν θα ξαναφαινόταν στα δισκογραφικά πράγματα, ούτε και βρίσκει κανείς περαιτέρω πληροφορίες στην υπερπληθώρα που προσφέρει σήμερα το ίντερνετ: περισσότερες πιθανότητες έχεις να μάθεις κάτι για την Καναδέζα κιμπορντίστρια Dee Cooper σερφάροντας, παρά για εκείνον. 

Καθώς όμως οι SCORPIONS άντεξαν στον χρόνο και ξεπέρασαν τα «πέτρινα» χρόνια τους κερδίζοντας και κάποια νεότερα αυτιά στον 21ο αιώνα, κουβάλησαν μαζί, σε δορυφορική τροχιά, τη μικρή ιστορία του καλού αυτού Αμερικανού κιθαρίστα. Εμποδίζοντάς την, έτσι, από το να χαθεί ολότελα στη σκόνη των δεκαετιών.

Σημειώσεις:

(1) Ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο το πιστοποιεί ο Rarebell, στη συνέντευξη που έδωσε στον Michael Toney για το βιβλίο Tales From The Stage, Volume 1: Rock 'n Roll Insiders Share Their Tales of Life In & Out of the Hard Rock and Heavy Metal Movement (Henderson, NV: Tales Publishing, 2012), σελ. 51.

Χάρης Συμβουλίδης

φωτογραφία: Kathryn Cooper

Σχόλια

Διαβάστε επίσης

Η αγαπημένη μου συναυλία (BLACK SABBATH, 25/6/2005, Rockwave Festival, Terra Vibe)

11 Ιουνίου, 2020 - 01:15 Θοδωρής Μηνιάτης

Είναι γεγονός ότι η χώρα μας έχει γίνει τα τελευταία 20 και κάτι χρόνια, μεγαλύτερος πόλος έλξης πολύ σημαντικών συναυλιακών γεγονότων και συγκροτημάτων, σε όλα τα είδη μουσικής. Η λίστα μεγάλη και...

[περισσότερα]

Η αγαπημένη μου συναυλία (VENOM – Metal Invader Athens Open Air 06/09/1997, OAKA)

5 Ιουνίου, 2020 - 01:45 Θοδωρής Κλώνης

Είπαμε, η καραντίνα έχει κάνει τον Φράγκο να παραληρεί. Κληθηκαμε λοιπόν να γράψουμε λίγα πράγματα για την αγαπημένη μας συναυλία. Όχι την καλύτερη που έχουμε δει, την αγαπημένη μας.  Αν και για...

[περισσότερα]

Συναυλίες τη δεκαετία του '80 - Μια "διαφορετική" άποψη!!!

1 Ιουνίου, 2020 - 11:00 Στέλιος Μπασμπαγιάννης

(Ο Στέλιος Μπασμπαγιάννης, γράφει ένα χιουμοριστικό κείμενο, σχετικά με το τι θα γινόταν με τις συναυλίες, αν υπήρχε κορονοϊός τη δεκαετία του ’80, στην Ελλάδα της «αλλαγής». Οποιαδήποτε...

[περισσότερα]

Η αγαπημένη μου συναυλία (KATATONIA – The Bierkeller Manchester 06/05/2003)

1 Ιουνίου, 2020 - 10:30 Γιώργος Δρογγίτης

Είμαι φανατικός οπαδός των Σουηδών από τότε που άρχισα να μπαίνω στα άδυτα του μεταλλικού ήχου. Ένα και μόνο άκουσμα του “I break” πίσω το 1997, έφτανε για να τρέξω με το πενιχρό χαρτζιλίκι μου και...

[περισσότερα]

Η αγαπημένη μου συναυλία (CULT OF LUNA / SUN OF NOTHING / NATIONAL PORNOGRAFIK, Fuzz Club, 10/01/2009)

29 Μαίου, 2020 - 03:00 Νίκος Ζέρης

Δεν ήταν η πρώτη, ίσως να μην ήταν η καλύτερη, σίγουρα όμως ήταν η συναυλία-ορόσημο που με καθόρισε όσο καμία άλλη όλα αυτά τα χρόνια. Πριν από έντεκα σχεδόν χρόνια, σε μία όχι και τόσο διαφορετική...

[περισσότερα]