LAMB OF GOD – “Lamb of God” (Nuclear Blast Records)

4 Σεπτεμβρίου, 2020 - 09:00

Σίγουρα δεν είναι ό,τι καλύτερο να παρουσιάζεται αρκετά ετεροχρονισμένα ένα τέτοιο άλμπουμ και μάλιστα από τη μπάντα που, προσωπικά, θεωρώ ό,τι καλύτερο συνέβη στην ακραία μουσική την τελευταία 20ετία. Αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη επ’ αυτού και έστω αργά, δράττομαι της ευκαιρίας να αναλύσω τα της κυκλοφορίας αυτής.

Μίας κυκλοφορίας, η οποία είναι, τρόπον τινά, εορταστική, καθώς συμπληρώνονται και 20 χρόνια φέτος από το πρώτο άλμπουμ των LAMB OF GOD, το “New American gospel”. 8 άλμπουμ σε 20 χρόνια, δεν είναι και η καλύτερη δυνατή συγκομιδή, ωστόσο, αν κάτσουμε και σκεφτούμε το τι συνέβη τα τελευταία χρόνια στο συγκρότημα, μάλλον πρέπει να λέμε κι ευχαριστώ που μετά από όλα αυτά, είναι ακόμα μαζί μας. 5 χρόνια πέρασαν από το “VII: Sturm und drang”, το οποίο, παραδόξως, τους εισήγαγε σε σπίτια που είχαν αιώνια κλειδαμπαρωμένες τις πόρτες τους για αυτούς. Ξαφνικά, πάρα πολλοί που τους είχαν γραμμένους (μη γράψω το άλλο από «χ») «ανακάλυψαν» ότι οι LAMB OF GOD ήταν κορυφαίοι (κάλλιο αργά παρά ποτέ παιδιά, η ανάπτυξη έρχεται έστω και αργά) και ότι μπορούσαν να είναι και αρκούντως ώριμοι. Περί ωριμότητας θα γίνει λόγος και στο νέο τους άλμπουμ, το οποίο φέρει απλά τον τίτλο του συγκροτήματος, με το παράδοξο ότι δεν παίζει ο Chris Adler!

LAMB OF GOD χωρίς Chris Adler, είναι σαν να λέμε Αμερική χωρίς πολιτείες, Ελλάδα χωρίς νησιά, Άγγλος χωρίς κόκκινα μάγουλα και οποιοδήποτε παράδοξο έχουμε συνηθίσει ως πάγια θεμελιωμένο. Η μοίρα –και ένα ατύχημα- τα έφεραν έτσι, ώστε ο ηγετικός drummer να μην είναι μέλος του συγκροτήματος που στην ουσία ο ίδιος ίδρυσε. Το ακόμα πιο παράδοξο, είναι ότι ο παραγκωνισμός του μοιάζει άκομψος, ειδικά από τη στιγμή που ο κιθαρίστας και αδερφός του, Willie Adler, παραμένει κανονικά στις επάλξεις. Δεν θέλω να ξέρω και να εμβαθύνω στο τι συνέβη πραγματικά και δεν τον απολαμβάνουμε σε αυτήν την κυκλοφορία, καθώς υπάρχει και η μεγάλη στεναχώρια της απουσίας του, αλλά από την άλλη δε, θα αποδοθεί και δικαιοσύνη σε αυτόν που πήρε τη θέση του και έκανε μια ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ δουλειά, χωρίς καν να φανεί η απουσία του Chris. O Art Cruz λοιπόν, που κάθεται στο ιερό σκαμνάκι, είναι απλά ένα μικρός Δ-Ο-Λ-Ο-Φ-Ο-Ν-Ο-Σ. Θα μου πείτε «και τι περίμενες ρε, ότι δε θα έπαιρναν καλό drummer;» και θα έχετε δίκιο, αλλά όποιος από εσάς εκεί έξω περίμενε ΤΕΤΟΙΟN αντικαταστάτη και μάλιστα να ακούγεται από το πρώτο του άλμπουμ λες και ήταν χρόνια στη μπάντα, θα είναι ή πολύ ψεύτης, ή πολύ αισιόδοξος!

Το όγδοο, ομότιτλο άλμπουμ λοιπόν, ξεκινάει με έναν κορυφαίο δυναμίτη, ονόματι “Memento mori”, που δείχνει ότι η τέχνη του να δημιουργείς κόλαση σε κάθε πέρασμά σου, δεν ξεχνιέται, όσα χρόνια και αν περάσουν. Η ψαρωτική ακουστική αρχή, δεν μπορεί να προϊδεάσει για τον οχετό τεστοστερόνης που ακολουθεί και μιλάμε απλά για ένα από τα καλύτερα κομμάτια της καριέρας τους συνολικά. Το “Checkmate”, που ήταν και από τα πρώτα δείγματα του δίσκου, είναι ένα κομμάτι το οποίο είναι φτιαγμένο για να γίνει single. Το θέμα είναι ότι σκεπτόμενος singles του παρελθόντος, δεν θα κρύψω ότι τσίνησα λίγο στο άκουσμά του. Όπως τσίνησα και όταν άκουσα το “Reality bath”, το οποίο ας το θέσω κομψά, για οποιαδήποτε άλλη μπάντα του κόσμου θα ήταν εκπληκτικό κομμάτι, για τους LAMB OF GOD όμως, απλά ακούγεται σαν ένα κομμάτι που γράφτηκε σε 5 λεπτά στην τουαλέτα, κατά τη διάρκεια της… ανάγκης τους.

Ο ήχος συνολικά είναι όπως τον έχουμε συνηθίσει, τόσο ογκώδης όσο πρέπει, για να ξέρει ο ακροατής τι θα συναντήσει, με έναν Randy Blythe καλύτερο από ποτέ (καλύτερο, όχι ακρότερο, ας το τονίσουμε) και φοβερά εκφραστικό, να παίρνει το παιχνίδι πάνω του, ως μπροστάρης και να τα καταφέρνει περίφημα καθόλη τη διάρκεια του δίσκου (εύστοχα μόλις 45’). Κάνει κομμάτια όπως το “Gears”, τα οποία μπορεί κάποιος να σκεφτεί ότι είναι το «νέο» τους προσωπείο, να ακούγονται άμεσα συνδέσιμα με το παρελθόν τους, ενώ παίρνει κομμάτια σαν το “New colossal hate” από το χέρι και τα οδηγεί σε growers. Μισό λεπτό όμως. Τι πάει να πει grower από την άλλη; Μιλάμε για δίσκο LAMB OF GOD εδώ, οπότε έννοιες τύπου grower/filler/θέλει ακροάσεις (έκφραση-σίχαμα που χρησιμοποιείται συχνά για να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα κάποιες φορές)  ΔΕΝ έχουν θέση σε δίσκο LAMB OF GOD. Δίσκος LAMB OF GOD σημαίνει τιμωρία από την αρχή, ράπισμα στα αυτιά και κόμπος στην καρδιά, ευχάριστος ή δυσάρεστος, κλειστοφοβική διάθεση στους εχθρούς που τρέχουν γύρω-γύρω από το ρινγκ ξέροντας ότι δεν θα γλυτώσουν το ολοκληρωτικό νοκ-άουτ.

Το “Lamb of god” λοιπόν, δεν είναι ένας τέτοιος δίσκος. Για την ακρίβεια, είναι ο λιγότερο σούπερ δίσκος τους, χωρίς καν να είναι κάτι λιγότερο από φοβερός. Ε και; Να κάνουμε έκπτωση σε αυτά που είχαμε συνηθίσει από το συγκρότημα; Εγώ τουλάχιστον, σαν αρχιφανατικός, δεν μπορώ να το κάνω. Η πρώτη λοιπόν πλευρά του δίσκου, πλην του εναρκτήριου κομματιού της, σε αφήνει λίγο ημιτελή και αν θέλετε, μέσα σε προβληματισμό, αν 5 χρόνια περίμενες να ακούσεις ΑΥΤΟ το αποτέλεσμα από αυτούς. Η δεύτερη πλευρά όμως, το πάει πολύ καλύτερα το μοτίβο. Αρχίζει με το ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ “Ressurection man”, το οποίο θαρρείς και είναι βγαλμένο από τις χρυσές μέρες των “Ashes of the wake” και ”Sacrament”, ξεκινάει με το χαρακτηριστικό σφύριγμα ενός αργού και βαρύτατου riff και εξελίσσεται σε σφυρί στο κεφάλι, μέχρι το τέλος του. Ακολουθούμενο από το πανέμορφο και υπερτσιτωμένο “Poison dream”, δημιουργούν ένα φοβερό δίδυμο, που αναπτερώνει τη διάθεση του ακροατή και μας παρουσιάζει τους LAMB OF GOD της μετά-“Wrath” περιόδου, έτσι, για να δείξει πως μπορούν με το παρόν υλικό να έχουν αναφορές και στο παρελθόν, χωρίς ωστόσο να το αναμασούν. Στο συγκεκριμένο κομμάτι, κάνει το πέρασμά του και ο Jamey Jasta των HATEBREED, σε ένα άκρως ταιριαστό beatdown σημείο, στα οποία δεν μας έχουν πολυσυνηθίσει. Υπάρχει όμως ακόμα ένας καλεσμένος στο επόμενο κομμάτι, ο οποίος δίνει και αυτός το δικό του χρώμα σε πιο πρωταγωνιστικό ρόλο σε σχέση με τον Jasta. O Chuck Billy των TESTAMENT, λάμπει στο “Routes”, το οποίο είναι από τις πιο ξεχωριστές στιγμές του δίσκου και που προσφέρει όλα όσα θες να ακούς από ένα σύγχρονο μεταλλικό κομμάτι. Ταχύτητα, τσαμπουκάς, σολάρα, τυμπανάρες, η εναλλαγή των φωνητικών των Blythe/Billy είναι ιδανική και το κομμάτι στο τέλος γίνεται από τα πλέον αγαπημένα. Αν θέλω να είμαι πλήρως ειλικρινής, θα πω ότι το “Bloodshot eyes” είναι λίγο το «αποπαίδι» της δεύτερης πλευράς, το οποίο ενώ έχει πολύ πιο ενδιαφέρον ακουστικά από τα περισσότερα κομμάτια, έχει αυτό το «νέο» πρόσωπό τους, που πάνε να κάνουν «άνοιγμα» σε μία πιο «ώριμη» προσέγγιση υλικού και που είσαι λίγο «ναι μεν, αλλά…» στο τέλος. Και ο λόγος είναι ότι όπως και να το κάνουμε ρε παιδί μου, τι πάει να πει «ώριμοι LAMB OF GOD» στην τελική; Από πότε θέλουμε να καθόμαστε να δίνουμε βάση στο αν και πόσο όμορφα παίζουν, σε σχέση με το να οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια προς τον πλησιέστερο τοίχο και ξέροντας ότι η σύγκρουση είναι εναντίον μας; Από πότε οι LAMB OF GOD γίνονται παραδεκτοί από αυτούς που τους σπάγαμε τα μούτρα όταν τους έκραζαν (και με απείρως θεϊκά άλμπουμ στο παλμαρέ τους) και ξαφνικά άλλαξαν οι ρόλοι και αυτοί βρίσκονται εκεί που ήμασταν εμείς και εμείς κάνουμε τους κολλημένους; Σε όλα τα παραπάνω, προσθέστε το τελευταίο ΕΠΟΣ, ονόματι “On the hook” και θα καταλάβετε τον εκνευρισμό μου που δεν υπάρχουν 10 ΤΕΤΟΙΑ κομμάτια στο δίσκο. Βγαλμένο καρφί από το DNA του “Set to fail”, μιλάμε απλά για κομμάτι-πολιορκητικό κριό. Ο δίσκος κλείνει ΙΔΑΝΙΚΑ και έχοντας κερδίσει τις τελικές εντυπώσεις και έχοντας διώξει μεγάλο μέρος του προβληματισμού. Ο Art Cruz παίζει παπάδες, ρίχνει και ένα κορυφαίο blast-beat (blast-beat σε δίσκο LAMB OF GOD έβαλε ο θεόθεος) και γενικώς το κομμάτι σε αφήνει επιεικώς αυνάνα. Τώρα λοιπόν, αν βγω εγώ και πω ότι έχεις ΑΥΤΟ το φονικό όπλο, που κοιμήθηκε ο Θεός για να το βρεις και μάλιστα στη θέση του αναντικατάστατου Chris Adler και μπορείς να τον αφήσεις να παίζει ΕΤΣΙ σε όλο το δίσκο και κοινώς τον ψιλοευνουχίζεις καθόλη τη διάρκειά του, αφήνοντάς τον να παίζει τα βασικά (που άλλοι δε θα μπορούσαν να σηκώσουν χέρι με ό,τι παίζει), ε κάπου σε πιάνει το γαμώτο. Και σε πιάνει γιατί αλλιώς έχεις μάθει, αλλιώς έχεις γαλουχηθεί με τη μουσική τους.

Ήξερες από το προηγούμενο άλμπουμ ότι κάτι έχει αλλάξει, αλλά δεν ήθελες να το δεις να έρχεται. Βασικά, για να είμαστε και πιο ακριβείς, ήξερες ότι από τη στιγμή της περιπέτειας του Randy Blythe με τη φυλάκισή του στην Τσεχία και μετά, το λιοντάρι πλέον έχει περιοριστεί σε ρόλο ύπουλου θηρευτή και όχι του αιώνιου βασιλιά της ζούγκλας που στο πέρασμα του τρέμουν και οι πιο ατρόμητοι. Και εδώ έρχεται η μεγάλη αλήθεια. Μπορώ να παρομοιάσω την κατάσταση των LAMB OF GOD με μία ατάκα του κορυφαίου Burgess Meredith, ως Micky στο τρίτο Rocky προς τον Sylvester Stallone: «Εκπολιτίστηκες και έχασες το φονικό σου ένστικτο». Αυτό ακριβώς πιστεύω ότι ισχύει. Οι άνθρωποι κοντεύουν μισό αιώνα ζωής ο καθένας τους. Και πάλι, θα πει κάποιος, παίζουν ΕΤΣΙ. Το ΕΤΣΙ όμως, το τωρινό όπως και να έχει, κάποτε ακουγόταν ΑΛΛΙΩΣ. Κάποτε, σε δίσκο LAMB OF GOD, δεν υπήρχε χώρος για ανάσα, δεν υπήρχε δόντι να μείνει στο στόμα στη θέση του, δεν υπήρχε τραγούδι που στην πρώτη ακρόαση δεν σου ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι (και στο πάνω και στο κάτω). Επίσης, δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση πριν 10-15-20 χρόνια να μας έβαζε από το μέλλον κάποιος αυτό το άλμπουμ και να μας πει «έτσι θα ακούγονται το 2020» και να μην τις έτρωγε, όχι γιατί θα έφταιγε, αλλά γιατί θα τον θεωρούσαμε ψεύτη. Τέλος, δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να βγάλουν το χειρότερό τους άλμπουμ, να ακούγονται και πάλι άκρως ανώτεροι από το συντριπτικό ποσοστό εκεί έξω, να μην ανοίγει μύτη, να παραμένει η δημοτικότητα τους στα ύψη και παρά τη χαρά της κυκλοφορίας δίσκου τους, η καρδιά να μην είναι έτοιμη να βγει από το σώμα.

Ακόμα κι έτσι, παραμένουν μπαμπάδες όλων και αιώνιος εφιάλτης σας.

 

8/10

Άγγελος Κατσούρας

Σχόλια

Διαβάστε επίσης

ARMORED SAINT - "Punching the sky" (Metal Blade) (ομαδική κριτική)

17 Οκτωβρίου, 2020 - 11:30 Rockhard

Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί ένας από τους δίσκους που σχεδόν σύσσωμη η συντακτική ομάδα του Rock Hard, περίμενε με αγωνία και δεν είναι άλλος από το “Punching the sky” των ARMORED SAINT, ιδιαίτερα μετά...

[περισσότερα]

WYTCH HAZEL - “III: Pentecost” (Bad Omen Records)

16 Οκτωβρίου, 2020 - 09:45 Δημήτρης Τσέλλος

To εντυπωσιακότερο, βάσει αποτελεσμάτων, σχήμα που ξεπρόβαλλε από τον οργασμικό χώρο του vintage rock τα τελευταία πέντε τουλάχιστον χρόνια, επιστρέφει με την τρίτη του δισκογραφική δουλειά. Η...

[περισσότερα]

IT’sALIE – “Lilith” (ROAR! Rock Of Angels Records)

15 Οκτωβρίου, 2020 - 15:00 Κώστας Τσιρανίδης

Από την όμορφη Βενετία μας έρχονται οι IT'sALIE, το ιταλικό hard rock συγκρότημα που κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του με τίτλο “ Lilith”, πριν λίγες μέρες μέσω της ROAR! Rock Οf Angels Records....

[περισσότερα]

FLYING COLORS – “Third stage: Live in London” (Music Theories Recordings)

15 Οκτωβρίου, 2020 - 14:45 Σάκης Φράγκος

Δεν αισθάνομαι άνετα με αυτό, αλλά νιώθω ότι πρέπει να το κάνω. Ξεκινώ με τα κλασικά, για όσους δεν γνωρίζουν: Οι FLYING COLORS είναι το γκρουπ με τον Mike Portnoy (τι σημαίνει που έχει παίξει;), τον...

[περισσότερα]

SATAN – “Early Rituals” (Listenable Records)

14 Οκτωβρίου, 2020 - 09:15 Θοδωρής Μηνιάτης

Οι SATAN θα είναι για πάντα ένα από τα χαρακτηριστικότερα συγκροτήματα του New Wave Of British Heavy Metal κινήματος. Από την πρώτη δισκογραφική τους παρουσία το 1983, με το all time classic “Court...

[περισσότερα]