MONUMENTS - "The Amanuensis" (Century Media)

31 Ιουλίου, 2014 - 08:30

Μπορεί φέτος το όνομα των SIKTH, λόγω του ντόρου που έγινε για την επανένωσή τους με αφορμή την εμφάνισή τους στο βρετανικό Download festival, να έφτασε στα ύψη κυρίως εκτός των ατόμων της djent σκηνής, ωστόσο, δε θα πρέπει να ξεχνάμε την έτερη τεράστια μπάντα που γεννήθηκε και αυτή στις απαρχές της δημιουργίας αυτού του πασίγνωστου πια παρακλαδιού της μουσικής. Ο λόγος γίνεται φυσικά για τους FELLSILENT και το αποκαλυπτικό “The hidden words” (2008), που μαζί με το “The trees are dead and dried out” των προαναφερθέντων SIKTH, έθεσαν τα θεμέλια του djent ιδιώματος. Μετά την διάλυση των FELLSILENT, οι κύριοι Acle Kahney και John Browne (αμφότεροι στις κιθάρες) χωρίζουν τα τσανάκια τους, και ο μεν σχηματίζει τους TESSERACT (ένα από τα πιο hot ονόματα της περασμένης χρονιάς) και ο δε τους MONUMENTS. Μπορεί οι MONUMENTS να μη φθάνουν τα ίδια ποσοστά αναγνωσιμότητας με αυτά που κατέχουν οι TESSERACT, ωστόσο δεν υστερούν ούτε στο ελάχιστο σε ποιότητα.

Και μιας και πιάσαμε το δίπολο των δύο αυτών συγκροτημάτων, αρκεί να αναφέρουμε ότι σε σχέση με την μελωδικότητα που αποπνέουν οι TESSERACT και στους δύο δίσκους τους, ο John Browne κρατάει σαν κύριο στοιχείο στις συνθέσεις των MONUMENTS τα πολυρυθμικά riffs, την πολυπλοκότητα της τεχνικής κατάρτισης, αντιπροσωπεύοντας ας πούμε το πιο heavy κι ορθόδοξο djent. Κάπως έτσι ξεκίνησαν οι MONUMENTS με το “Gnosis” πριν από δύο χρόνια. Σκληροπυρηνικά και αδυσώπητα. Ο δεύτερος δίσκος τους, “The amanuensis”, βρίσκει τη μπάντα αρκετά αλλαγμένη, κυρίως όμως προσαρμοσμένη στις επιταγές της εποχής, αλλά και με μια νέα προσθήκη πίσω από τα μικρόφωνα, την παλιά καραβάνα που ακούει στο όνομα Chris Barretto, ο οποίος είχε θητεύσει για αρκετά χρόνια στους PERIPHERΥ, λίγο πριν αντικατασταθεί από τον Spencer Sotelo.

Κάπως έτσι, το “The Amanuensis” στέκεται μερικά βήματα πιο μπροστά από το “Gnosis”, όχι γιατί έχει πετύχει να αναδείξει πιο πολυσύνθετες ιδέες (λίγο ακόμα και ο John Browne θα έπαιρνε διδακτορικό στα μαθηματικά), αλλά γιατί έχει καταφέρει να αφομοιώσει με τον καλύτερο τρόπο όλα τα νέα στοιχεία που έχουν εισαχθεί στην μουσική τους, χωρίς να χάνεται ούτε η ταυτότητα της μπάντας, αλλά κι ούτε η συνεκτικότητα του δίσκου. Η συμβολή του Chris Barretto, με την πληθώρα των καθαρών/μελωδικών φωνητικών, είναι καίρια, αλλά ακόμα πιο σημαντική είναι η προσπάθεια όλης της μπάντας, και δη του Browne, να ομογενοποιήσει την μελωδικότητα αυτή με το ακραίο στοιχείο, που δεν απουσιάζει σε κανένα σημείο. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι ο Barretto δεν τα καταφέρνει εξίσου καλά και στα πιο σκληρά μέρη, αφού η δυναμική της φωνής του αναδεικνύει σε πολλά σημεία την δουλειά που γίνεται στο παρασκήνιο.

Ο οικουμενικός ήχος του djent, που παράγουν τα έγχορδα, μένει αναλλοίωτος και σε αντίθεση με δεκάδες άλλες μπάντες, όλοι οι άλλοι ήχοι που ξεπηδούν στα πιο χαλαρά μέρη του δίσκου, είναι συγχρονισμένοι πάνω του, δημιουργώντας έτσι ένα αδιαπέραστο ηχητικό παραπέτασμα, το οποίο είναι αδύνατο να υπερπηδήσεις. Κάτι άλλο που είχα καιρό να παρατηρήσω σε έναν δίσκο, είναι το γεγονός ότι όσο προχωράς μέσα του και χάνεσαι στην φιλοσοφία που δομείται γύρω σου, τόσο ευκολότερα καταλαβαίνεις τι μπορεί να κρύβεται πίσω από κάθε αλλαγή στην πορεία ενός κομματιού ή μιας φράσης. Σε αυτό βέβαια συμβάλει και το ότι η ποιότητα του “The amanuensis” δεν πέφτει σε κανένα σημείο. Και να υστερούσε δηλαδή κάπου το συνθετικό μέρος, η παραγωγή είναι τόσο προσεγμένη, που δεν αφήνει περιθώρια δυσαρέσκειας. Η δουλειά που έχει γίνει στα drums είναι μοναδική, τόσο από άποψη εκτέλεσης, με τον Mike Malyan να έχει απογειωθεί μετά από το πέρασμά του από τους THE ALGORITHM, όσο κι από άποψη ήχου, αφού κατά έναν περίεργο τρόπο έχουν σχεδόν εξισωθεί με τα υπόλοιπα όργανα.

Θυμάμαι πέρσι είχα τύψεις που βαθμολόγησα αυστηρά με εφτά το “Altered State” (διαβάστε εδώ) των TESSERACT, αλλά από τη στιγμή που μόνο κατά το ήμισυ ο δίσκος εξέπεμπε την λάμψη που εξύψωσε τη μπάντα, δε μπορούσα να κάνω τα στραβά μάτια. Φέτος, με το “The amanuensis”, δε γίνομαι πιο επιεικής βάζοντας οκτώ, μάλλον το αντίθετο, δεδομένου ότι μιλάμε για μια αψεγάδιαστη κυκλοφορία που συντηρεί ελάχιστα τα κλισέ του είδους και δε διστάζει να πειραματιστεί ακόμα και χωρίς να υπερβαίνει τα όρια που θέτει ο εν λόγω ήχος.

8/10

Νίκος Ζέρης

 

Σχόλια

Διαβάστε επίσης

DEMOLIZER - “Thrashmageddon” (Mighty Music)

24 Σεπτεμβρίου, 2020 - 09:45 Θοδωρής Κλώνης

ΟΛΕΘΡΟΣ! Και τώρα που έχω την προσοχή σας, αντί προλόγου, ένα σύντομο βιογραφικό. Οι DEMOLIZER έρχονται από τη Δανία και ουσιαστικά υφίστανται από το 2014, αρχικά ως RADTSKAFFEN. To 2018 άλλαξαν...

[περισσότερα]

UNLEASH THE ARCHERS – “Abyss” (Napalm Records)

21 Σεπτεμβρίου, 2020 - 10:15 Γιώργος Κουκουλάκης

Οι UNLEASH THE ARCHERS κατάγονται από τον Καναδά και η αλήθεια είναι πως δύσκολα βρίσκεις κακό συγκρότημα από την βορειότερη χώρα της Αμερικανικής ηπείρου. Πολλά τα παραδείγματα άλλωστε....

[περισσότερα]

PROJECT THEORY – “Blood and Loyalty” (Infinity Entertainment)

21 Σεπτεμβρίου, 2020 - 09:45 Έλενα Μιχαηλίδου

Επειδή έχω μία ιδιαίτερα ενοχλητική συνήθεια να μπαίνω συχνά στο τριπάκι να μεταφράσω λέξεις που δεν μεταφράζονται μεταξύ Αγγλικών και Ελληνικών,το “loyalty” με έχει απασχολήσει αρκετά στο παρελθόν....

[περισσότερα]

ALCATRAZZ – “Born Innocent” (Silver Lining)

18 Σεπτεμβρίου, 2020 - 09:30 Σάκης Νίκας

Υπάρχουν κάποιες αδιαπραγμάτευτες σταθερές που καθορίζουν σχεδόν εκ προοιμίου την ποιότητα μίας κυκλοφορίας. Είναι κάποια πράγματα, που σε προϊδεάζουν θετικά, προτού καν ακούσεις το δίσκο. Από την...

[περισσότερα]

HITTMAN - "Destroy All Humans" (No Remorse Records)

17 Σεπτεμβρίου, 2020 - 09:45 Δημήτρης Τσέλλος

Κάποτε, το US heavy/power/progressive/κατάλαβες ποιο εννοώ metal κυριαρχούσε στην παγκόσμια σκηνή. Οι μεγάλοι δίσκοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλον ανά τακτά χρονικά διαστήματα, τα μεγάλα συγκροτήματα...

[περισσότερα]