UNCLE ACID AND THE DEADBEATS – “Mind Control” (Rise Above)

13 Ιουνίου, 2013 - 22:00

Όσο δύσκολο είναι για ένα συγκρότημα να γίνει εμπορικά επιτυχημένο, άλλο τόσο δύσκολο είναι και να αποκτήσει cult status, δηλαδή να έχει με το μέρος του ένα μικρό αλλά φανατικό πυρήνα οπαδών. O Geddy Lee αστειευόμενος έχει αναφερθεί στους RUSH ως το μεγαλύτερο cult συγκρότημα του κόσμου. Σε έναν διαφορετικό κόσμο, αυτόν του underground, οι UNCLE ACID AND THE DEADBEATS είναι (ή μήπως ήταν;) το απόλυτο cult σχήμα.

Λίγα χρόνια πριν, η μοίρα έφερε τον μυστηριώδη τύπο με ψευδώνυμο Uncle Acid και δύο άλλους τεμπελχανάδες (deadbeats) να συναντηθούν σε μια pub (και παλιό στέκι του Syd Barrett) στο Cambridge, όπου συμφώνησαν να δοκιμάσουν να ηχοφραγήσουν κάποια τραγούδια που είχε γράψει ο UA. Με ανύπαρκτο budget κυκλοφόρησαν μόνοι τους την πρώτη τους προσπάθεια (“Vol 1” το 2009) σε ελάχιστες κόπιες και χωρίς διάθεση να προωθήσουν τη μουσική τους δίνοντας live, με αποτέλεσμα να μην τους πάρει χαμπάρι κανένας.

Στην επόμενη, επίσης αυτοχρηματοδοτούμενη, δουλειά τους (“Blood Lust”), βασιζόμενοι σ’ένα concept που συνδύαζε αίματα, σφαγές, σατανικές τελετουργίες και αποκρυφισμό, συνέθεσαν εξαιρετικά τραγούδια τα οποία, εκτελεσμένα μ’ έναν μοναδικό vintage κιθαριστικό ήχο, απόρροια της χρήσης παλιού διαλυμένου εξοπλισμού και πειραγμένων fuzz πεταλακίων, και τραγουδισμένα απ’ τη μυστήρια-ψυχεδελική φωνή του UA, κατάφεραν να κάνουν αίσθηση στους αυστηρά underground κύκλους του doom/psychedelic rock. Το μυστήριο που υπήρχε γύρω από τις ταυτότητες των μουσικών που απαρτίζουν τη μπάντα και η έντονη παραφιλολογία σχετικά με τις ηχογραφήσεις του “Blood Lust” (το “studio” τους ήταν ένας παλιός αχυρώνας γνωστός και ως Slaughterhouse που όταν έβρεχε έμπαζε νερά, ενώ γράψανε τα πάντα σε κασετόφωνο), άρχισε να κινεί την περιέργεια του κόσμου γι’ αυτό το περίεργο trio, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή η μουσική να φτάσει στα αυτιά του Lee Dorrian, ο οποίος ικανοποιημένος από αυτό που άκουσε ανέλαβε να κυκλοφορήσει ξανά το “Blood Lust” (2011), με το σωστό τρόπο, μέσω της Rise Above. Μάλιστα τα περιορισμένα αντίτυπα της έκδοσης σε βινύλιο εξαφανίστηκαν σε χρόνο dt αφού ο δίσκος είχε αποκτήσει τη φήμη cult αριστουργήματος.

Μετά από αυτό το σχετικό ντόρο για το όνομα τους, οι UNCLE ACID AND THE DEADBEATS στην τρίτη τους προσπάθεια είχαν πλέον τη δυνατότητα να δουλέψουν σαφώς πιο επαγγελματικά. Συνέχισαν την συνεργασία τους με τη Rise Above και με την ασφάλεια της δισκογραφικής στέγης, είχαν την άνεση να ηχογραφήσουν όπως πρέπει και να προωθήσουν αξιοπρεπώς τη δουλειά τους. Για να φτάσει όμως να απολαμβάνει αυτά τα απολύτως λογικά προνόμοια, η μπάντα ίσως υποχρεώθηκε να ρίξει λίγο νερό στο κρασί της. Τα πρώτα ψήγματα marketing τακτικών έκαναν την εμφάνιση τους. Πχ. το ...and the deadbeats αφαιρέθηκε (τουλάχιστον απ’ το εξώφυλλο του “Mind Control”) για να μείνει το πιο πιασάρικο UNCLE ACID. Ακόμα, είχαμε cd-single/digital download κυκλοφορία του “Poison apple” λίγο καιρό προτού βγει ο δίσκος. Και τέλος, αναζητήθηκε και βρέθηκε μόνιμο τέταρτο μέλος ώστε η μπάντα να αρχίσει (επιτέλους) να δίνει τα πρώτα της live, ενώ και το υλικό του “Mind Control” προσφέρεται για κάτι τετοιο. Μπορεί κάποια πράγματα να άλλαξαν, η ουσία όμως παραμένει.

Επί της ουσίας λοιπόν, τα SABBATH-ικά riffs, ο vintage ήχος, η παράξενη φωνή, το ιδιαίτερο θέμα στους στίχους, όλα υπάρχουν και στο “Mind Control”. Ωστόσο, ο τρόπος που έχει δομηθεί το album και οι συνθέσεις αυτές καθαυτές δε φτάνουν το μεγαλείο του “Blood Lust”. Ίσως και οι ανέσεις του studio να μην τους ταιριάζουν τόσο, καθώς θεωρώ ότι στο “Slaughterhouse” είχαν πετύχει καλύτερο ήχο. Πάντως δε έλεγα ότι έχει χρησιμοποιηθεί ιδιαίτερα και ο υπολογιστής καθώς στο album ακούγονται και κάποια ψιλό φάλτσα σηκώματα ή «πράσινες» σε κάποια solos που μαρτυρούν μια αυθεντικότητα. Ο κιθάρα του UA έχει, δικαίως, τονιστεί ιδιαίτερα, αλλά τα τύμπανα παραμένουν βαβουριάρικα και θαμμένα στη παραγωγή χωρίς αυτή τη φορά να περνάει η δικαιολογία για έλλεψη βασικού εξοπλισμού κατά την ηχογράφηση. Σε γενικές γραμμές πάντως, το υλικό είναι αρκετά αξιόλογο ώστε να κάνει αίσθηση και να μεγαλώσει κι άλλο το όνομα της μπάντας.

Ξεκινώντας με την πιο doom (και ίσως καλύτερη) σύνθεση του “Mind Control”, το “Mt. Abraxas”, ρίχνουν τη διάθεση αντί να την ανεβάσουν όπως είχαν κάνει με το τσαχπίνικο riff του “Ill cut you down” (στο top 10 της δεκαετίας) στον προηγούμενο δίσκο. Δε μας χαλάει καθόλου αυτό, δείτε το σαν φόρο τιμής στο “Black Sabbath”. Eν συνεχεία η κατάσταση δείχνει κάπως διαφορετική, η μουσική έχει μαλακώσει λίγο σε σχέση με το παρελθόν ενώ και η θεματολογία των στίχων δεν προκαλεί τόσο αυτή τη φορά, με το drug-related concept για αποφάσεις μεταξύ καλού και κακού να φαντάζει κλισέ για κάποιους. To Mind crawler” και το “Poison Apple” με το χορευτικό riff, είναι από τα λίγα κομμάτια του δίσκου που «ροκάρουν», ενώ το “Desert ceremony” που ακολουθεί αποτελεί χαρακτηριστικό UNCLE ACID τραγούδι που διακρίνεται από μια νοσταλγική, μελαγχολική διάθεση τύπου “The withered hand of evil” και ένα σόλο που προκαλεί συγκίνηση. Στη συνέχεια έχουμε το τίγκα SABBATH-ικο, γρήγορο “Evil love” και δε ξέρω αν είναι τυχαίo που βρίσκεται στην ίδια θέση με αυτή του “Evil Woman” στο BLACK SABBATH.

Kάπου εδώ η μπάντα παύει να μας δείχνει την αγάπη της για τον Iommi και την παρέα του και μετατρέπεται σε μια -βρώμικη απ’ την παραμόρφωση- εκδοχή των BEATLES τιμώντας τους μέσω των φωνητικών μελωδιών στα “Death valley blues” και “Follow the leader”. Το υπέροχο riff του “Valley of the dolls” θα μας θυμίσει το παίξιμο του Garry Jennings στο “Forest of Equilibrium” (CATHEDRAL) χωρίς ωστόσο να αγγίζει τα ίδια επίπεδα σαπίλας. Και αυτό όμως όπως και το επόμενο “Devils Work” προσθέτουν κι άλλες αργές και υποτονικές στιγμές στο δίσκο κάνοντας τες περισσότερες από όσες θα θέλαμε.

Παρόλα αυτά, θεωρώ ότι η «κοιλιά» που δημιουργείται όταν πέφτουν μαζεμένα τα πιο υποτονικά κομμάτια δεν είναι ικανή να ρίξει πολύ το βαθμό, καθώς ο δίσκος έχει πολλά να δώσει και θα είναι κρίμα για τη μπάντα να μη ακουστεί από περισσότερο κόσμο τώρα που της παρουσιάζεται η ευκαιρία. Το “Mind Control” θα ενθουσιάσει τους φίλους του ψυχεδελικού 70’s hard rock που δεν έχουν ανακαλύψει ακόμα τους UNCLE ACID. Πιθανόν όμως να φανεί κατώτερο των προσδοκιών κάποιων (λίγων) οπαδών για τους οποίους το “Blood Lust” έγινε λατρεία.

7 / 10

Κωνσταντίνος Οικονομάκος

Σχόλια

Διαβάστε επίσης

SODOM – “Genesis XIX” (SPV / Steamhammer) (ομαδική κριτική)

20 Νοεμβρίου, 2020 - 15:15 Rockhard

Οι Γερμανοί thrashers, SODOM, τέσσερα χρόνια μετά την προηγούμενη δισκογραφική τους προσπάθεια, ως τετράδα πλέον, με τον Frank Blackfire στην κιθάρα μετά από πάρα πολλά χρόνια, επιστρέφουν με το “...

[περισσότερα]

DREAM THEATER – “Distant Memories – Live in London” (Inside Out)

20 Νοεμβρίου, 2020 - 15:00 Σάκης Φράγκος

Υπάρχει πολύς κόσμος εκεί έξω που γνωρίζει πόσο βλαμμένος είμαι με τους DREAM THEATER. Από την άλλη όμως, δεν έχω διστάσει να τους κριτικάρω και μάλιστα έντονα σε σχέση με διάφορες κινήσεις τους που...

[περισσότερα]

BLACK FATE – “Ithaca” (Rockshots Records)

19 Νοεμβρίου, 2020 - 15:15 Σάκης Φράγκος

…ή αλλιώς «έτσι γ@@@ει η Λάρισα». «Τσκ τσκ», θα πείτε. «Μαζέψτε τη γλώσσα σας κύριε Φράγκο». Κι εγώ θα απαντήσω: «έχετε ακούσει το “Ithaca” των BLACK FATE; Αν όχι, έχετε το δικαίωμα να παραμείνετε...

[περισσότερα]

BLACK SABBATH – “Vol. 4 (Redux)” (Magnetic Eye Records)

19 Νοεμβρίου, 2020 - 15:15 Γιάννης Παπαευθυμίου

Η Αμερικάνικη εταιρία έχει κάνει και άλλες “αναβιώσεις” κάποιων σπουδαίων δίσκων του παρελθόντος, και πλέον στην σειρά ακολουθεί στη θρυλικό τέταρτο album των αρχιερέων του heavy metal από το...

[περισσότερα]

SOULBURN - “Noa's D'ark” (Century Media)

19 Νοεμβρίου, 2020 - 15:00 Γιάννης Σαββίδης

Η Ολλανδική σκηνή φέτος, τα πάει πραγματικά καλά, και αυτό μόνο καλό είναι. Σε μια χρονιά που το λιγότερο καλό είναι το νέο GOD DETHRONED (καλός δίσκος, μη λέμε ότι θέλουμε), το τελευταίο THANATOS...

[περισσότερα]