80's fuckin' metal - 1986 part 2

5 Ιουλίου, 2012 - 21:48

Μπορεί να μας πήρε παραπάνω χρόνο από τον επιτρεπόμενο, αλλά τελικά ανεβάζουμε το δεύτερο μέρος του 1986 από το μεγάλο αφιέρωμα που κάνουμε στη δεκαετία του '80, το οποίο είχαμε ξεκινήσει από το έντυπο. Το μόνο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι πολύ σύντομα θα ακολουθήσει και το πρώτο μέρος για το 1987... Καλή ανάγνωση!

motorhead - orgasmatronMOTORHEAD - Orgasmatron (GWR)

Μετά και την κυκλοφορία της συλλογής “No remorse” και την πετυχημένη περιοδεία που επακολούθησε, ήταν φανερό ότι ο Lemmy και η εκάστοτε παρέα του έμπαιναν στη δεύτερη φάση της μπάντας. Με ένα νέο line up, αποτελούμενο από το αχτύπητο κιθαριστικό δίδυμο των Campbell/Wurzel και τον εξαιρετικό Pete Gill των SAXON πίσω από τα τύμπανα, καθώς και με μεταγραφή στη νεοϊδρυθείσα GWR, που προέκυψε από τις στάχτες της χρεωκοπημένης Bronze, οι MOTORHEAD έπρεπε να αποδείξουν ότι είχαν πολύ μέλλον ακόμα μπροστά τους. Και τα κατάφεραν μια χαρά. Ο Bill Laswell, ο διάσημος παραγωγός των φίλων τους RAMONES, τους προσέδωσε ένα νέο ηχητικό, σαφώς πιο μοντέρνο αέρα, μέσα από μια κρυστάλλινη παραγωγή και τα χέρια της μπάντας λύθηκαν και έβαλαν στα όργανα φωτιά. Εδώ θα συναντήσετε τρεις από τις πιο διαχρονικές συνθέσεις των MOTORHEAD, το χιλιοδιασκευασμένο ομώνυμο, τον εναρκτήριο “Deaf forever” και το “Nothing up my sleeve”, που το τιμούν μέχρι και σήμερα αρκετά τακτικά στις συναυλίες τους. Επίσης, εδώ υπάρχει το “Built for speed” που μεταμορφώθηκε σε “On the road” για χάρη των οπαδών τους, που τους τιμούν στις ζωντανές εμφανίσεις τους. Τις υπόλοιπες τραγουδάρες ας τις ανακαλύψετε εσείς οι λίγοι, που δεν έχετε ακούσει ακόμα ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ που κυκλοφόρησε η συμμορία του Lemmy.

Γιώργος Κόης

 

Nazareth -The CatchNAZARETH – “The catch” (Vertigo)

Οι Σκωτσέζοι NAZARETH κυκλοφόρησαν αυτό το πραγματικά αδύναμο άλμπουμ με τίτλο “The Catch” το 1986. Με ήχο σαφώς επηρεασμένο από το New wave-pop κίνημα, απλά απογοητεύον, όσο και αν η τραχιά φωνή του Mc Cafferty προσπαθεί να διασώσει την κατάσταση. Η διασκευή στο "Ruby Tuesday" των ROLLING STONES είναι μια αξιόλογη προσπάθεια, όσο και το "This Month's Messiah" με τον στακάτο ρυθμό και τα «γρέζια» σε κιθάρες και φωνητικά, με τον αυθεντικό κιθαρίστα Many Charlton σε μεγάλα κέφια. Αλλιώς το άλμπουμ είναι γεμάτο με απαράδεκτα, «εμπορικά», δήθεν new wave τραγούδια σαν "Last Exit Brooklyn", "Moondance" και "You Don't Believe In Us" . Συνολικά ένα άλμπουμ από εκείνα που η εταιρία αποφασίζει, ένα καθαρόαιμο hard rock σχήμα σαν τους NAZARETH, να προσπαθήσει να ακουστεί σαν μια επιμειξία FOREIGNER και STRANGLERS. Απλά αποφύγετε το σαν πρώτη γνωριμία.

Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

Nuclear Assault - Game OverNUCLEAR ASSAULT – “Game over” (Combat)

Όταν οι ANTHRAX απέλυσαν τον Danny Lilker, εκείνος δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια αλλά προχώρησε άμεσα στη δημιουργία των NUCLEAR ASSAULT έχοντας δίπλα του τον John Connelly. Το αποτέλεσμα ήταν ιδιαιτέρως ενδιαφέρον αφού ναι μεν το σχήμα προχωρούσε σε έναν crossover ήχο παντρεύοντας το thrash με το hardcore αλλά ταυτόχρονα έθετε τις βάσεις για έναν πολύ ξεχωριστό μουσικό στίγμα που θα «κουβαλούσε» έκτοτε τη μπάντα... Τρία χρόνια αργότερα το συγκρότημα θα έβλεπε τους κόπους του να πιάνουν τόπο.

Το “Game over” όταν κυκλοφόρησε από την Combat δεν προκάλεσε και κανένα πανικό… Αυτή είναι η αλήθεια. Ο δίσκος απέκτησε μία σχετική υστεροφημία πολλά χρόνια αργότερα αφού όταν πρωτοβγήκε, δεν απασχόλησε και πολύ κόσμο. Ωστόσο, δημιουργήθηκε ένας σχετικός ντόρος στο underground και κατά τη γνώμη μου πολύ δικαιολογημένα αφού οι NUCLEAR ASSAULT είχαν τσαμπουκά, διέθεταν έμπνευση, έδειχναν κοινωνική ευαισθησία μέσω των στίχων, πρόβαλλαν μία προσωπική μουσική ταυτότητα και κατάφερναν μέσα σε 2-3 λεπτά να γράφουν μεστά και άμεσα κομμάτια. Ήταν το “Game over” ένας μεταλλικός ογκόλιθος; Όχι! Θεωρείται ο καλύτερος δίσκος των NUCLEAR ASSAULT; Όχι! Είναι όμως ένα άκρως ρηξικέλευθο και ριζοσπαστικό άλμπουμ που αποτέλεσε το πρώτο από τα τρία –κατά την προσωπική μου εκτίμηση- σπουδαία δισκογραφικά βήματα των NUCLEAR ASSAULT. Επιπλέον, περιελάμβανε την κομματάρα “Stranded in hell” και ένα εξώφυλλο που ήταν απλά φανταστικό (και που με μία μόνο ματιά, καταλαβαίνετε ποιος το έχει σχεδιάσει…).

Σάκης Νίκας

 

omen the curseOMEN - “The curse” (Metal Blade)

Η μπάντα αυτή από Los Angeles μπορεί να φτιάχτηκε στις αρχές των 80’s σε μια πόλη που το glam metal είχε αρχίσει να δημιουργείται και να γιγαντώνεται, αλλά αυτοί εδώ είχαν διαφορετικό προσανατολισμό αλλά και φυσικά διαφορετικές μουσικές επιρροές.

Μετά από δύο αριστουργήματα επικού power metal όπως είναι τα “Battle cry” και “Warning of danger”, καταθέτουν χωρίς καθυστέρηση τον τρίτο τους δίσκο “The curse”.

Οι ΜAIDEN επιρροές τους και σε αυτόν τον δίσκο είναι εμφανείς, αλλά οι ΟΜΕΝ οδηγούμενοι από έναν εξαιρετικό κιθαρίστα σαν τον Kenny Powell και μια πολύ σημαντική φωνή για τον χώρο όπως ήταν αυτή του J.D Kimball, κατάφερναν να βάζουν την προσωπική τους σφραγίδα σε κάθε σύνθεση που θα συναντήσετε σε αυτόν εδώ τον δίσκο. Τα επικά άσματα όπως τα “Teeth of the hydra”, “The curse” και “Kill on sight” δεν χρειάζονται παραπάνω από μια ακρόαση για να καταλάβει κανείς το μεγαλείο τους. Επίσης προσωπικό αγαπημένο, και κατά την γνώμη μου ένα από τα καλύτερα instrumental κομμάτια των 80’s είναι το “S.R.B”, που είναι αφιερωμένο στο διαστημικό αεροσκάφος της NASA που εξερράγη στον αέρα ένα λεπτό μετά την απογείωση του και οδήγησε στον θάνατο και τα επτά άτομα του πληρώματος. Ήταν 28 Ιανουαρίου του 1986, οι λίγο πιο μεγάλοι σε ηλικία θα το θυμούνται, είχε κάνει τρομερή αίσθηση τότε στις ειδήσεις.

Πίσω στο “The curse”, αυτός ήταν και ο τελευταίος δίσκος των ΟΜΕΝ με τον J.D Kimball στην μπάντα αφού το επόμενο χτύπημα των ΟΜΕΝ μετά από δύο χρόνια με το “Escape to nowhere” είχε πίσω από το μικρόφωνο έναν τραγουδιστή ονόματι Coburn Pharr και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις ανάμεσα στους οπαδούς του σχήματος, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Το “The curse” είναι ένα άλμπουμ διαμάντι του επικού heavy metal και ως τέτοιο θα πρέπει να προσεγγιστεί από όσους δε το έχουν ανακαλύψει έως τώρα.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

onslaught the forceONSLAUGHT – “The force” (Under one flag)

Μόλις είχε περάσει ένας χρόνος από το ντεμπούτο των Βρετανών ONSLAUGHT, το “Power from hell” και όλοι περιμέναμε κάτι παρόμοιο ηχητικά. Υπήρξε όμως καθολική διάψευση. Μπορεί οι επιρροές από πρώιμους SLAYER να υπάρχουν, όπως και πολύ VENOM, POSSESSED, αλλά υπάρχουν και πρώιμοι SODOM και KREATOR, γιατί όχι και DESTRUCTION και βασικά, μία μπάντα που δείχνει ότι ξέρει να παίζει και να συνθέτει πολύ καλύτερα. Τόλμησαν –βασικά ο κύριος συνθέτης του σχήματος, κιθαρίστας Nige Rockett- να γράψουν ένα δίσκο που αποτελείται από εφτά κομμάτια που με εξαίρεση το “Thrash till the death” που κλείνει το δίσκο, διαρκούν πάνω από έξι λεπτά. Και ξέρετε ποιο είναι το θέμα; Ότι δεν κουράζουν, αφού οι αλλαγές είναι συνεχείς και σου κρατάνε αμείωτο το ενδιαφέρον. Στα φωνητικά είναι πλέον ο Sy Keeler, που «το έχει» καλύτερα, ιδίως στα ψιλά και οι υπόλοιποι μουσικοί, αν και δεν διεκδικούν δάφνες ποιότητας, έχουν το επίπεδο που χρειάζεται για να στηρίξουν τη μουσική των ONSLAUGHT. Αγαπημένο τραγούδι, το “Flame of the Antichrist”, που αν το είχαν γράψει οι SLAYER, θα θεωρούνταν ήδη κλασικό. Ξεχωρίζουν ακόμα το “Fight with the beast”, το “Metal force” και το εναρκτήριο “Let there be death” (λέτε από εκεί να τους προέκυψε να διασκευάσουν και το “Let there be rock” που το γύρισαν και σε video clip, λίγα χρόνια αργότερα; Άλλη μεγάλη cult-ιά). Πρόκειται για το άλμπουμ που τους έκανε ένα cult όνομα στο χώρο του thrash, αλλά εκεί είναι που τους «ψάρεψε» η Polygram και προσπάθησε να τους κάνει METALLICA λίγα χρόνια αργότερα με το “In search of sanity” και τον Steve Grimmett στα φωνητικά…

Σάκης Φράγκος

 

ozzy - the ultimate sinOZZY OSBOURNE – “The ultimate sin” (Epic)

Η δεκαετία αυτή ήταν κάτι σαν αποκορύφωμα για τον ΟΖΖΥ. Είχε δρομολογηθεί η προσωπική του καριέρα, παρά τα ναρκωτικά και τις καταχρήσεις, ακόμα και η προσωπική του ζωή είχε ανακάμψει. Μουσικά ούτε λόγος να γίνεται. Η μια επιτυχία διαδεχόταν την άλλη και η επιλογή του Jake E. Lee είχε αποδειχθεί σωστή για την επαν-αποδοχή του από το κοινό και τον Τύπο (αν και αυτό θα ήταν το τελευταίο του άλμπουμ μαζί του). Το επόμενο συστατικό για την παγκοσμιοποίηση του Ozzman, ήταν η ανανέωση του line-up της μπάντας του και βέβαια μια εμπορική κυκλοφορία που θα τον επέβαλλε στους ραδιοφωνικούς παραγωγούς. Κι εγένετω “The ultimate sin”. Μπορεί το “Thank God for the bomb” να μην το θυμόμαστε, το “Never know why” να μην έγινε κλασικό ή το “Fool like you” να μην μας τρέλανε, ακόμα και να παραδεχτούμε ότι η παραγωγή ήταν κάπως γυαλισμένη (για την εποχή πάντοτε) αφαιρώντας κάτι από τον όγκο και την δύναμη των συνθέσεων, αλλά στο τέλος ακούγοντας ολόκληρο τον δίσκο μετά από χρόνια συνειδητοποιώ την διαχρονικότητά του. Όλα τα συστατικά που έγιναν χαρακτηριστικά της καριέρας του ΟΖΖΥ είναι σε καθένα από τα 9 (μόλις) κομμάτια. Κιθάρες που φτύνουν κεραυνούς, ρυθμοί για να χτυπιόμαστε, καυστικοί στίχοι (που πρέπει να τους διαβάσεις για να καταλάβεις τι λέει) και μελωδίες που σου καρφώνονται στο μυαλό. Κατά τ’ άλλα κλασικές κομματάρες που δεν επιδέχονται σχολιασμό. Τα “Secret loser”, “Shot in the dark”, “The ultimate sin”, “Killer of giants”, “Never”, “Lightning strikes” χωράνε ακόμα και σήμερα σε οποιαδήποτε συναυλία του. Βέβαια η περιοδεία που ακολούθησε ήταν τεράστια και με την βοήθεια των singles διατήρησε τον Βρετανού super-rock-star στην στρατόσφαιρα της εποχής. Η προσωπική του καριέρα μόλις (ξανα)έπιασε το ζενίθ.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

 

piledriver - stay ugly PILEDRIVER - “Stay ugly” (Cobra Records)

Από τον Καναδά ξεκίνησε αυτή η speed/thrash μπάντα και το ντεμπούτο τους “Metal inquisition” προκάλεσε για την εποχή του(1985) λόγω της sex, Satan, evil θεματολογίας τoυ με κομμάτια σαν τα “Sodomize the dead” και “Sex with Satan”. Στην αμέσως επόμενη κυκλοφορία τους “Stay Ugly” δεν έχουν αλλάξει πολλά τόσο στον μουσικό όσο και στον στιχουργικό τους προσανατολισμό. Ήχος που φέρει επιρροές από τους πρώιμους SLAYER και τους VENOM, για το κλίμα της εποχής που κυκλοφόρησε ήταν αρκετά καλός και παραμένει αξιόλογος ακόμα και σήμερα ακούγοντας κομμάτια σαν τα “The executioner”, “The incubus”, “Metal death racer” και “The lord of abominations”.

Την παραγωγή στον δίσκο έχει κάνει ο David DeFeis (VIRGIN STEELE) λόγω του ότι την συγκεκριμένη περίοδο οι δύο μπάντες είχαν την ίδια δισκογραφική εταιρία. Μάλιστα λέγεται ότι οι συνθέσεις του δίσκου έχουν γραφτεί από τους δύο VIRGIN STEELE (DeFeis και Εdward Pursino) κάτι το οποίο για πολλά χρόνια κυκλοφορούσε απλά σαν φήμη. Ώσπου δεκατρία χρόνια αργότερα το κομμάτι “The fire god” από αυτόν εδώ τον δίσκο το “συναντήσαμε” στο “House of Atreus- Act I” των VIRGIN STEELE. Οι PILEDRIVER μετά το “Stay ugly” διέλυσαν για να επανεμφανισθούν πολλά χρόνια αργότερα σαν ΤΗΕ ΕΧΑLTED PILEDRIVER.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

Poison-Look-What-the-Cat-Dragged-InPOISON – “Look what the cat dragged in” (Enigma)

Γελάστε και κοροϊδέψτε όσο θέλετε φιλαράκια μου. Οι POISON είναι τα πάντα που σιχαινόταν οι γονείς στα μέσα και τέλη της δεκαετίας αυτής. Αυτό και μόνο θα έκανε πολλούς από εμάς να τους λατρεύουμε. Ήταν αυτό που οδήγησε κάποιους στην μιζέρια της grunge, αλλά το 1986 αποτελούσαν την φαντασίωση κάθε κοριτσιού και ανάγκαζαν πολλά αρσενικά στο να ανακαλύψουν το hairspray, την μάσκαρα και το ρουζ!!! Με την θηλυπρεπή τους εμφάνιση μπορεί να μην έπειθαν όταν τραγουδούσαν “#1 bad boy” αλλά κανένας δεν τους αμφισβητούσε όταν το γυρνούσαν στο “I want action” και ομοιοκαταληκτώντας με “...tonight, satisfaction all night” ή στο “Talk dirty to me” ή επίσης στο “Play dirty”. Είναι η αποθέωση του eighties sleaze/glam και η παρέα των Bret Michaels, C.C. Deville, Rikki Rocket και Bobby Dall το έζησαν στο έπακρο. Τόσο που όταν σήμερα, 25 χρόνια μετά, παίζουν τα ίδια επί σκηνής σκέφτεσαι πώς γίνεται να μην κοκκινίζουν. Μουσικά η συνταγή ήταν απλή: πιασάρικα τραγουδάκια με καλογυαλισμένο ήχο, γλυκανάλατοι στίχοι και τόνοι από make-up. Έτσι σε μια νύχτα έπιασαν την κορυφή. Με την βοήθεια του MTV και της απίστευτης παρουσίας τους στο αμερικάνικο ραδιόφωνο. Μάλλον το πολύ σιρόπι από τους στίχους του “I won’t forget you” συνέβαλλε στο να ...κολλήσουν τα απανταχού θηλυκά! Καθόλου άσχημα για ένα ντεμπούτο που ηχογραφήθηκε σε 12 μέρες, έβγαλε 4 singles και πούλησε πάνε από 4 εκατομμύρια αντίτυπα! Για όλους που έκριναν του POISON επιφανειακά ας συμφωνήσουμε πως η μπάντα δεν είχε σκοπό την καλλιτεχνική καταξίωση, αλλά την διασκέδαση και την εμπορική επιτυχία. Ε, και; Η απλή, δίχως ενδοιασμούς, βρώμικη, απροκάλυπτη απόλαυση... είπε κανείς πως είναι άσχημη; Μόνο αν ζηλεύεις αυτούς που την έχουν!

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

 

possessed beyond the gatesPOSSESSED – “Beyond the gates” (Combat)

Είναι σαφώς πάρα πολύ δύσκολο, όταν έχεις βγάλει ένα δίσκο που ουσιαστικά έχει γεφυρώσει το thrash με το death metal (που ουσιαστικά τότε δεν υπήρχε), το “Seven churches”, ακόμα κι αν δεν έχεις συνειδητοποιήσει πόσο επιδραστικό έχει υπάρξει αυτό το άλμπουμ (και αυτό είναι κάτι που φάνηκε τα επόμενα χρόνια), είναι τρομερά δύσκολο να ετοιμάσεις τον διάδοχό του και να είναι στο ίδιο επίπεδο. Ο Jeff Becerra και η παρέα του, έφτιαξαν ένα δίσκο που ταίριαζε πιο πολύ με το κλίμα της εποχής, δηλαδή λίγο πιο πολύ να κλίνει προς το thrash κι ενώ δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν μέτριο το “Beyond the gates”, σίγουρα απείχε από τον χαρακτηρισμό «αριστούργημα». Σίγουρα έχει τραγούδια που είναι πολύ αξιόλογα, όπως “Tribulation”, το “Phantasm” ή το “Séance”, αλλά συνολικά δεν φτάνει το “Seven churches” κι όλα αυτά σε μία χρονιά που κυκλοφόρησαν κλασικότατοι δίσκοι του είδους αυτού. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το EP “The eyes of horror” το συγκρότημα διαλύθηκε. Στο συγκρότημα έπαιζε κιθάρα ο Larry LaLonde που αργότερα τον είδαμε στους BLIND ILLUSION και τους PRIMUS, αλλά δεν μπορώ να πω ότι διακρίνουμε τόσα πολλά στοιχεία που τον καθιέρωσαν σαν cult κιθαρίστα. Trivia: Ο Jeff Becerra είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό καρότσι, καθώς μετά από συμπλοκή, δέχτηκε σφαίρα στην σπονδυλική στήλη. Παρόλα αυτά, περιοδεύει με τους POSSESSED τα τελευταία χρόνια και μάλιστα καταφέρνει και αποδίδει τα μέγιστα…

Σάκης Φράγκος

 

Q5-WhenTheMirrorCracksQ5 – “When the mirror cracks” (Music For Nations)

Πάω στοίχημα πως αν ρωτήσετε την πλειοψηφία των θιασωτών του heavy/power για τα US 80’s να σας ονομάσουν τρεις από τους κορυφαίους μελωδικούς metal δίσκους που έχουν στην κατοχή τους από εκείνη την περίοδο, τότε το “Steel the light” των Q5 από το Seattle θα κατατάσσεται με άνεση στις προτιμήσεις τους… Ίσως ένα από τα άλμπουμ που έτυχαν καθολικής αποδοχής και πάντα θα μνημονεύεται ως ένα από τα αρτιότερα δείγματα ενός υβριδίου που ήθελε να πατήσει σε δύο διαφορετικούς κόσμους… Και το έπραξε επιτυχώς… Κάτι σαν το “Future world” των PRETTY MAIDS δηλαδή… Όταν η σκόνη κάθισε όμως και ήρθε η ώρα για το κουιντέτο να προχωρήσει, τότε δυστυχώς για όλους εμάς, προτίμησε όχι μόνο να αφήσει κατά μέρους την σκληράδα και τον τσαμπουκά του ντεμπούτου τους αλλά να υιοθετήσει ένα λαμέ hard rock ύφος που συχνά συνέπλεε με το άνευρο και άοσμο AOR της νοικοκυράς… Εξηγούμαι για να μην παρεξηγηθώ… Ασχέτως αν δεν συγκαταλέγομαι στους “ταγμένους” υποστηρικτές του adult oriented rock, θεωρώ πως υπήρξαν μπάντες που κατόρθωσαν να βγάλουν ορισμένους πολύ αξιόλογους δίσκους και να διαπρέψουν στο κομμάτι και το κοινό που απευθύνονταν, οι Q5 όμως απ’ ότι φάνηκε δεν μπόρεσαν να πιάσουν τον σφυγμό και τις απαιτήσεις του κινήματος. Κατ’ αυτό τον τρόπο, πήγε στράφι όχι μόνο η εξαιρετική δουλειά του κιθαριστικού διδύμου τους Floyd Rose και Rick Pierce αλλά και τα δύο υπέροχα κομμάτια όπως το ομώνυμο και το “Let go” που βρέθηκαν να συνωστίζονται με μετριότατες, τυπικές, δίχως το παραμικρό νεύρο, συνθέσεις… Αναζητήστε το “Steel the light” πρώτα, ακούστε το “When the mirror cracks” στην συνέχεια και θα καταλάβετε τις τεράστιες διαφορές μεταξύ τους…

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

queen a kind of magicQUEEN - A kind of magic(EMI)

Οι QUEEN ήταν τότε μια από τις μεγαλύτερες (pop) μπάντες του κόσμου. Η περιοδεία προώθησης του “The works” ήταν εξαντλητική, περνώντας από όλο σχεδόν τον κόσμο και κορυφώθηκε με τις δύο επιβλητικές εμφανίσεις στο παρθενικό Rock In Rio, όπως και στο ιστορικό Live Aid στο Wembley stadium. Αφού τελείωσαν όλα αυτά, ήρθε και η πρόταση να συνεισφέρουν στο soundtrack της ταινίας “Highlander”, οπότε και η θρυλική τετράδα μπήκε στο studio. Από εκεί προέκυψαν σχεδόν όλα τα τραγούδια του άλμπουμ αυτού και γι’ αυτό θεωρείται ως το ανεπίσημο soundtrack της ταινίας, αφού δεν υπήρξε και κάποιο επίσημο. Τα μοναδικά τραγούδια που δεν ακούστηκαν σε εκείνη την ταινία ήταν το μέτριο “Pain is so close to pleasure”, το εκπληκτικό “Friends will be friends” και ο ροκ δυναμίτης “One vision”, που όμως χρησιμοποιήθηκε στην ταινία “Iron eagle”. Όπως γίνεται αντιληπτό, το σύνολο δεν είναι και τόσο ομοιογενές, κάτι που το ενίσχυσαν και οι μετριότατες κριτικές που έλαβε. Με εξαίρεση το ομώνυμο, το “One vision” και το “Friends…”, οι υπόλοιπες συνθέσεις δε ξεφεύγουν από τη μετριότητα. Αυτή όμως η pop μουσική αντίληψη που τους έκανε τόσο διάσημους, τους έβγαλε και πάλι στο δρόμο σε μια ακόμα ιδιαίτερα επικερδή περιοδεία. Για να είμαστε και πιο ακριβείς, ήταν και η τελευταία τους, αφού λίγο μετά την έναρξή της, προέκυψε το γνωστό πρόβλημα υγείας του Mercury, που τον οδήγησε στον θάνατο.

Γιώργος Κόης

 

queensryche rage for orderQUEENSRYCHE – “Rage for order” (EMI)

Εν έτη 1986 οι QUEENSRYCHE κυκλοφόρησαν τον πιο αδικημένο δίσκο της καριέρας τους, το “Rage for order”, ο οποίος είχε την ατυχία να επισκιαστεί από την λάμψη του εκπληκτικού “Operation: Mindcrime” που κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα, αλλά και την μεγάλη εμπορική επιτυχία του “Empire”. Την εποχή εκείνη, που το glam-hair metal είχε αρχίσει να παίρνει τα πάνω του, η πεντάδα από το Seattle προκάλεσε ποικίλα σχόλια με την κυκλοφορία του “Rage for order”.

Κατ’ αρχήν η μουσική κατεύθυνση του δίσκου ξένισε τους τότε οπαδούς της μπάντας, που την είχαν μάθει με το US power metal του “Warning”. Ο ήχος είναι αρκετά σκοτεινός, στα όρια της gothic αισθητικής, με εκτεταμένη χρήση πλήκτρων που εντείνουν την ατμόσφαιρα, τα τραγούδια είναι αρκετά πιο αργά και μελαγχολικά και τα πρώτα progressive στοιχεία κάνουν δυναμικά την εμφάνισή τους στην μουσική της μπάντας. Φανταστείτε το σοκ που θα έπαθε ο μέσος ακροατής της εποχής όταν μετά το εκπληκτικό “Walk in the shadows”, που ανοίγει τον δίσκο και που θα μπορούσε να θεωρηθεί η φυσική συνέχεια του “Warning”, ακούει το σκοτεινό “I dream in infrared”!

Ένα άλλο γεγονός που προκάλεσε ποικίλα σχόλια ήταν η αμφίβολη αισθητική του εικαστικού κομματιού του δίσκου, όπως και η επιλογή της διασκευής του “Gonna get close to you” της Καναδής pop/rock τραγουδίστριας Lisa Dal Bello, της πρώτης και μοναδικής διασκευής που έκαναν οι QUEENSRYCHE σε δίσκο τους, το οποίο αποτέλεσε και το μοναδικό video του δίσκου. Η επιλογή της μπάντας να φωτογραφηθεί στα σκαλιά ενός καθεδρικού ναού σαν glam βαμπίρ του μέλλοντος, αλλά και το video του “Gonna get close to you” που ακολουθεί την ίδια αισθητική, ώθησε πολλούς οπαδούς τους να θεωρήσουν ότι ξεπουλήθηκαν στο glam metal και δημιούργησε πολλούς αστικούς μύθους γύρω από το concept του δίσκου. Ο πιο ίσως γνωστός είναι ότι ο δίσκος ασχολείται με τα βαμπίρ και αυτό ίσως οφείλεται στους σκοτεινούς στίχους, κυρίως των “Walk in the shadows”, “I dream in infrared” και “London”, αλλά και στην φωτογράφηση της μπάντας. Το γκρουπ πάντως διαψεύδει κατηγορηματικά την ύπαρξη κάποιου concept πίσω από τον δίσκο.

Όλα αυτά αποσυντόνισαν κοινό και κριτικούς από το μουσικό κομμάτι του δίσκου. Ίσως ο μουσικός κόσμος δεν ήταν έτοιμος για αυτή την κυκλοφορία. Το “Rage for order” όμως αποτελεί ένα διαχρονικό “διαμάντι” και θεωρείται από τους οπαδούς της μπάντας (όχι άδικα) ο δεύτερος καλύτερός της δίσκος, μετά φυσικά το “Operation: Mindcrime”. Αυτός που κλέβει την παράσταση είναι ο Geoff Tate με την εκπληκτική ερμηνεία του. Φανταστικός τόσο στα ψηλά όσο και στα χαμηλά σημεία, θεατρικότητα, λυρισμός. Απλά σε αφήνει άναυδο με την ευκολία με την οποία “βγάζει” σημεία το οποία είναι αδύνατα για πολλούς σύγχρονούς του. Η κιθαριστή δουλειά είναι απίστευτη, με τους DeGarmo και Wilton να δίνουν ρέστα με τα εκπληκτικά riff που παρήγαγαν, δουλειά η οποία αναδεικνύεται τόσο από το εκπληκτικό rhythm section των Rockenfield και Jackson όσο και από την καταπληκτική παραγωγή του Neil Kernon. Τα τραγούδια αποτελούν εκπληκτικά μουσικά μανιφέστα, τα οποία βρίσκονταν πολύ μπροστά από την εποχή τους. Από το εναρκτήριο “Walk in the shadows” που σε κολλάει κατευθείαν στον τοίχο, μέχρι το εκπληκτικό και γεμάτο συναίσθημα “I will remember” που κλείνει τον δίσκο, ο δίσκος σε οδηγεί σε φανταστικό ταξίδι σε ένα σκοτεινό, φουτουριστικό τοπίο, με το κάθε τραγούδι να αφήνει το δικό του μοναδικό στίγμα στην μουσική που αγαπάμε. Μετά από αυτόν τον δίσκο, η metal μουσική δεν ήταν ποτέ η ίδια...

Γιώργος Βογιατζής

 

quiet riot qr IIIQUIET RIOT – “QR III” (CBS)

Όταν η πίεση για εμπορική επιτυχία παίρνει τα ηνία, έχουμε άλμπουμ σαν το “ΙΙΙ”. Στο πέμπτο στούντιο άλμπουμ τους, οι QUIET RIOT έπρεπε να αντιμετωπίσουν την επιτυχία των “Metal Health” και του λιγότερου επιτυχημένου “Condition Critical”. Με προσθήκη ενός πληκτρά, του John Purdell, οι Αμερικανοί hard rockers κυκλοφόρησαν το 1986 το “ΙΙΙ”. Αν και κρατάνε στοιχεία του stadium rock anthem ήχου τους, που μας έκαναν οπαδούς, σε τραγούδια σαν τα "The Wild and the Young" , "Down and Dirty" έχουν μια σημαντική εμπορική στροφή σε άλλα όπως το πολύ αδύναμο "Twilight Hotel". Συνολικά τραγούδια σαν τα "Rise or Fall", "Put Up or Shut Up", που θυμίζει τόσο πολύ KISS, το bluesy "Still of the Night" δείχνουν ένα σχήμα που δεν υπαγορεύει το ίδιο τους όρους στην σύνθεση της μουσικής του. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές στο "The Pump", ελάχιστες καλές στο FM metal "Slave to Love" και κάποια καλά στοιχεία στο "Helping Hands". Συνολικά όμως η εμπορική προσέγγιση στο άλμπουμ, αποξένωσε τους οπαδούς τους και δεν έδωσε πνοή σε ένα σχήμα, που ποτέ δεν ήταν από τα «ωραία» αγόρια του LA, για να «μαλακώσει» και «μελώσει» τόσο τον ήχο του. Το άλμπουμ είναι διχασμένο και οδήγησε σύντομα στην απόλυση του τραγουδιστή Kevin DuBrow και πρόσληψη του Paul Shortino.

Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

racer x street lethalRACER X – “Street lethal” (Shrapnel)

Άλλος ένας δίσκος που απέκτησε cult χαρακτήρα μετά από χρόνια. Η διαφορά με τους υπόλοιπους είναι ότι ίσως άξιζε κάτι παραπάνω αφού αν μη τι άλλο μιλάμε για το συγκρότημα που διέθετε έναν Paul Gilbert πίσω από την εξάχορδη θεά και έναν Jeff Martin στο φωνητικά… Καθόλου άσχημα, δηλαδή! Για να λέμε βέβαια και τα πράγματα με το όνομα τους, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρήσουμε το εν λόγω μουσικό πόνημα των RACER X σαν κάτι το πολύ εντυπωσιακό ή σαν το άλμπουμ που άλλαξε τον ρου της μουσικής ιστορίας. Είναι η γνωστή παγίδα στην οποία πέφτουν πολλοί με την καθολική «αγιοποίηση» όλων των δίσκων των 80s. Μπορεί σε αυτή τη δεκαετία να βγήκαν οι καλύτεροι δίσκοι για το ιδίωμα –το έχω εκφράσει άπειρες φορές- αλλά δεν ήταν όλα καλά… Δηλαδή, και στατιστικά να το δεις, αυτό δεν θα ήταν δυνατό!

Η αλήθεια είναι πως το “Street lethal” είναι ένα μέτριο άλμπουμ που περιλαμβάνει 2-3 καλές στιγμές, ένα instrumental-tribute στον Malmsteen, όμορφα φωνητικά και κυρίως το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του Paul Gilbert. Το γεγονός ότι ο δίσκος συγκαταλέγεται στις μέρες μας στη λίστα με τα σημαντικά άλμπουμ των 80s, είναι περισσότερο από κεκτημένη ταχύτητα παρά από δεδηλωμένη συνθετική αξία. Δεν σχολιάζω καν το απαράδεκτο εξώφυλλο…

Σάκης Νίκας

 

Ratt-Dancing-UndercoverRATT – “Dancing undercover” (Atlantic)

Πάρτε το σπρέι και φουσκώστε τα μαλλιά σας. Δέστε την μπαντάνα (ή μια φανταχτερή σάρπα) στο κούτελο, φορέστε κάτι γυαλιστερό, κατά προτίμηση κολλητό, τραβήξτε και μια μολυβιά μάσκαρας και είστε έτοιμοι για ένα από τα εμπορικότερα ονόματα της εποχής. Οι RATT ζούσαν το όνειρο! Γεμάτα στάδια, γυναίκες, λεφτά και κάθε τους επιθυμία γινόταν πραγματικότητα. Μέσα σε όλη αυτή την δύνη, πώς να γράψουν όμως μουσική; Δύσκολο. Πόσο μάλλον όταν υπήρχαν κι έντονοι διαξιφισμοί ανάμεσα στα μέλη (κάτι που δεν σταμάτησε έκτοτε). Την συνταγή την γνώριζαν καλά και η πίεση από την δισκογραφική τους εταιρία επέβαλλε άλλη μια κυκλοφορία και σύντομα! Έτσι γράφτηκαν άλλα δέκα τραγούδια και προέκυψε το “Dancing undercover”. Ομολογώ πως αυτός ήταν και ο πρώτος δίσκος των RATT που αγόρασα, αλλά σύντομα κατάλαβα πως υπήρχαν καλύτεροι. Συνθέσεις όπως το “Drive me crazy” και το “Dance” στέκονται καλά, ενώ το “One good lover” ή το “Slip of the lip” (“I like the way you move your hip”) έχουν τα συστατικά για να λικνιστούν τα ιδρωμένα κορμιά στα clubs. Η χρονιά είχε πολύ σημαντικότερες κυκλοφορίες, οπότε σταματώ και τους δίνω χώρο.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

 

Raven-The Pack Is BackRAVEN - “The pack is back” (Atlantic Records)

Αυτός είναι με διαφορά ο χειρότερος δίσκος που κυκλοφόρησαν ever οι RAVEN.

Όσοι έχετε ακούσει τους τρεις πρώτους δίσκους της μπάντας μην κάνετε το λάθος να ακούσετε το “The pack is back” γιατί θα πέσετε σε βαριά κατάθλιψη με τα χάλια της μπάντας. Εκεί που οι RAVEN στους πρώτους δίσκους τους έδειχναν τον δρόμο σε όλες τις μπάντες του speed/thrash metal που θα ξεπηδούσαν, σε αυτόν εδώ τον δίσκο παίζουν σαν μια μίξη των εμπορικών KISS και QUIET RIOT, με συνθέσεις άνευρες, πλαστικές και γενικότερα έξω από τα νερά τους. Αν και στις μετέπειτα δουλειές τους ξαναγύρισαν στο αυθεντικό metal, δεν μπόρεσαν ποτέ να ξανακερδίσουν την εμπιστοσύνη της μεγάλης μερίδας των οπαδών του κλασικού heavy metal που απολάμβαναν στο ξεκίνημα τους τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

razor malicious intentRAZOR – “Malicious intent” (Attic Records)

Το μόνιμο παράπονο των RAZOR ήταν ότι επειδή κατάγονταν από τον Καναδά, δεν τους έδωσε ο κόσμος τη δέουσα προσοχή, παρά στόχευσε περισσότερο στην Αμερική κατά κύριο λόγο και μετά στη Γερμανία και την Αγγλία για το thrash metal. Η αλήθεια δεν είναι μόνο αυτή όμως. Μετά τους δύο δίσκους που είχαν κυκλοφορήσει το 1985 (“Evil invaders”, “Custom killing”), το “Malicious intent”, υπήρξε κατώτερο του αναμενομένου. Τεράστιο μειονέκτημα, τα ντραμς τα οποία παίζουν ένα εκνευριστικά μονότονο «τουπά-τουπά», με ελάχιστα γυρίσματα, αλλά και η παραγωγή που κάνει τις κιθάρες και όλον τον ήχο γενικότερα να ακούγεται εκνευριστικά πριμαριστός με ελάχιστα ίχνη σκληράδας. Έχει μείνει λοιπόν ένας thrash δίσκος, γεμάτος ωραία riff από τον Dave Carlo (αλλά και άθλια σόλο), με ωμή τραχύτητα και υπερηχητικές ταχύτητες, που υστερεί πολύ σε σχέση με τους προκατόχους του και τους δίσκους του ιδιώματος που βγήκαν τότε. Όταν οι SLAYER έχουν τον Lombardo, οι DARK ANGEL τον Hoglan κ.ο.κ. και οι RAZOR τον M-Bro, τότε οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Τρομερό γέλιο πρέπει να ομολογήσουμε ότι έχει το “Mosh” με το «συγκλονιστικό» “one-two-three-four”, αλλά και το “K.M.A.” που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία ακροστοιχίδα για το “Kiss my ass”. Κατά τα λοιπά, προτιμήστε τους προηγούμενους δίσκους και το ύστερο “Violent restitution” που σκοτώνει!

Σάκης Φράγκος

 

David Lee Roth -1986- Eat Em And Smile - Cover 1DAVID LEE ROTH – “Eat ‘em and smile” (Warner)

Ο καλύτερος προσωπικός δίσκος του Diamond Dave! Ορισμένα πράγματα δεν θα πρέπει να τα αφήνεις για τον επίλογο αλλά θα πρέπει να τα δηλώνεις εξ αρχής για να ξεκαθαρίζεις προοιμιακά το τοπίο! Ήταν η εποχή που όλοι οι φίλοι των VAN HALEN πετούσαν τη σκούφια τους στον αέρα αφού τόσο το αγαπημένο τους συγκρότημα είχε κυκλοφορήσει τη δισκάρα “5150” όσο και ο Roth παραμέριζε τις πολυαγαπημένες του “lounge meets Vegas” διασκευές και επανέφερε τα πράγματα στην πρότερη τάξη με το “Eat ‘em and smile”. Και επειδή έχω κουραστεί τα τελευταία χρόνια να σιχτιρίζω τα «και καλά» supergroups, την προσοχή σας παρακαλώ για 4 δευτερόλεπτα για ένα πραγματικό supergroup: David Lee Roth (φωνητικά), Steve Vai (κιθάρα), Billy Sheehan (μπάσο), Gregg Bissonette (drums)!

Βάζεις το δίσκο και μπαίνει το “Yankee Rose” με τους Roth και Vai να “συνομιλούν” (με μικρόφωνο και κιθάρα) θυμίζοντας και ξεπερνώντας –τολμώ να πω- τη συγκλονιστική “συνομιλία” των Gillan-Blackmore πριν από 14 χρόνια στο “Made in Japan”. Αυτό που ακολουθεί είναι ένας καταιγισμός από κιθάρες και πιασάρικα τραγούδια που συνδυάζουν ποιότητα, μελωδία, εμπορικότητα και κυρίως προβάλλουν σε μέγιστο βαθμό την over the top προσωπικότητα του μεγάλου Diamond Dave! Και αυτό που γούσταρα σε υπερθετικό βαθμό είναι ότι όλα αυτά προσφέρονταν σε ένα πακέτο μίας μη λουστραρισμένης παραγωγής από πλευράς Ted Templeman που θύμιζε τις ένδοξες μέρες του πρώτου άλμπουμ των VAN HALEN (από πλευράς ατμόσφαιρας, φυσικά...). Δεν χρειάζεται καν να υπογραμμίσω ότι τα περιοδικά εκείνη την εποχή επικεντρώνονταν σε μία διττή κόντρα: από τη μία πλευρά είχαμε VAN HALEN vs Roth και από την άλλη Eddie Van Halen vs Steve Vai… Χαμός, αγαπητοί φίλοι και φίλες!

Σάκης Νίκας

 

SacrificeTormentInFireSACRIFICE – “Torment in fire” (Diabolic Force)

Είναι δεδομένο ότι οι μπάντες που προέρχονται από τον Καναδά, έχουν κάτι το ξεχωριστό. Οι SACRIFICE, όταν ηχογράφησαν το ντεμπούτο τους, “Torment in fire”, ήταν μικρά παιδιά, βαριά 18 ετών, και το θέμα που υπάρχει με το δίσκο είναι ότι δεν μπορούν να τιθασεύσουν δημιουργικά τη μανία και την επιθετικότητά τους, δημιουργώντας ένα δίσκο που είναι περισσότερο «χύμα» απ’ ‘ότι χρειάζεται. Υπάρχουν πραγματικά καλές στιγμές, όπως το αγαπημένο μου “The exorcist” ή το “Burned at the stake”, αλλά το συγκρότημα δείχνει ότι ακόμα δεν έχει κατασταλάξει τι θέλει να παίξει. Είναι προφανές ότι άκουγαν πολύ VENOM και SLAYER όταν το ηχογραφούσαν, αλλά και ντόπια σχήματα, με διαφορετικό ήχο, όπως οι EXCITER και οι RAZOR, αλλά και punk/hardcore. Δεν δικαιολογείται το εντελώς εκτός κλίματος “Decapitation” με άλλο τρόπο ή το “Possession”, που με το ζόρι διαρκούν ενάμιση λεπτό το καθένα… Όλα αυτά, δημιούργησαν ένα δίσκο που παίζει ανάμεσα στο thrash, το death και το black, με μεγάλες ανισότητες όμως και πολύ κακή παραγωγή (κάτι καθόλου παράξενο για την εποχή). Το θέμα είναι ότι όταν ήμουν πιτσιρικάς και τον είχα ακούσει το δίσκο, σε μία περίοδο που είχα θεοποιήσει το thrash, μου φαινόταν κλασικός. Καμία 25αριά χρόνια αργότερα, χάνει πολύ να σας πω την αλήθεια…

Σάκης Φράγκος

 

sacrilegeSACRILEGE – “Behind the realms of madness” (Children Of The Revolution)

Από πολύ πιτσιρικάς, που είχα την μούρλα να διαβάζω ξένο Τύπο, μου είχαν κάνει εντύπωση οι φωτογραφίες της Lynda “Tam” Simpson, της τραγουδίστριας των Βρετανών thrash/hardcore metallers SACRILEGE, σε μία εποχή που ουσιαστικά γυναικεία φωνητικά είχαν οι WARLOCK, οι HOLY MOSES και είχες και τη Lita Ford και τις λοιπές δυνάμεις… Οι SACRILEGE, αρχικά, εντυπωσιάζουν αρνητικά γιατί ο δίσκος τους έχει μόλις έξι τραγούδια και περίπου 25 λεπτά διάρκεια. Βγάζουν όμως μία πολύ δυνατή ενέργεια, με πολλά hardcore στοιχεία, crust, punk και thrash metal. Θα τους χαρακτήριζα ως μία μίξη NUCLEAR ASSAULT με ZNOWHITE. Δεν ξέρω αν στην εποχή μας κάτι παρόμοιο θα είχε πέραση, αλλά εκείνη την εποχή οι SACRILEGE παρουσίασαν κάτι αρκετά πρωτοποριακό, παρότι τα επόμενα χρόνια με δίσκους όπως το “Turn back trilobite” κινήθηκαν σε πιο doom ρυθμούς και άλλαξαν εντελώς το ύφος τους. Πιο δυνατές στιγμές το “Shadow from Mordor” και το “At death’s door”.

Σάκης Φράγκος

 

Saint Vitus - Born Too Late-LPSAINT VITUS – “Born too late” (SST)

Ο ορισμός της σαπίλας… Δια χειρός SAINT VITUS… Μίας παράξενης κάστας μουσικών που προσκυνούσαν τα βινύλια των πρώιμων BLACK SABBATH και την ανήγαγαν σε επιστήμη. Δεν συγκαταλέγομαι στους πιο ένθερμους φίλους τους, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, προτιμώ τον ήχο των Ευρωπαϊκών doom σχημάτων που πάταγαν περισσότερο στο καθαρόαιμο heavy metal και λιγότερο στην συλλογιστική σχημάτων όπως οι SAINT VITUS που ανέκαθεν διέθεταν ψυχεδελική αύρα… Το “Born too late” φυσικά και δεν περνά απαρατήρητο κι αυτό γιατί σε γενικές γραμμές έχει αρκετά καλό υλικό, ένα νέο μέλος που θ’ ανακηρυσσόταν από πολύ κόσμο στο άμεσο μέλλον μία από τις πιο εμβληματικές περσόνες του ιδιώματος (τον πρώην OBSESSED, Scott “Wino” Weinrich) και γενικά τυγχάνει μεγάλης αποδοχής από τους παροικούντες της doom κοινότητας. Ο κιθαρίστας τους Dave Chandler βρίσκεται πίσω από κάθε συνθετικό credit, το rhythm section των Mark Adams (μπάσο) και Armando Acosta (τύμπανα) ανασταίνει και νεκρούς αλλά είναι εμφανές πως η μπάντα μετά την αποχώρηση του αρχικού της τραγουδιστή Scott Reagers έψαχνε να βρει ακόμα τα πατήματα της… Δεν άργησε να τα βρει στο πολύ καλό “V”, ενώ ο Reagers θα επιστρέψει στις τάξεις των SAINT VITUS το 1995 για το επίσης πολύ αξιόλογο “Die healing”…

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

savage grace after the fall from graceSAVAGE GRACE - “After the fall from grace” (Black Dragon)

Μία ακόμη εκρηκτική κυκλοφορία από την δισκογραφική εταιρία Black Dragon που στην δεκαετία των 80’s είχε προκαλέσει αίσθηση με τις ποιοτικές κυκλοφορίες της. Οι Αμερικανοί SAVAGE GRACE είχαν φροντίσει ένα χρόνο νωρίτερα να μας «σοκάρουν» με το φανταστικό τους ντεμπούτο “Master of disguise”, το “After the fall from grace” απλά σφράγισε μια γόνιμη περίοδο στο αμερικάνικο power metal!

Ο δίσκος μετά από μια μικρή εισαγωγή ξεκινά με το καταιγιστικό “We came, we saw, we conquered”, το οποίο σε βάζει κατευθείαν στο κλίμα, από εκεί και πέρα η συνέχεια προσφέρει ανεπανάληπτο head banging. Με έμφαση στην ταχύτητα όλα τα τραγούδια τους διαθέτουν εξαιρετικές μελωδίες, εκπληκτικά riffs και lead γεμίσματα! Σε αυτό το δίσκο τα φωνητικά ανέλαβε ο κιθαρίστας του συγκροτήματος Chris Logue, ο οποίος «αναγκάστηκε» να πάρει και δεύτερο κιθαρίστα ώστε να μπορεί παράλληλα να τραγουδά. Οι δύο κιθάρες πρόσφεραν πιο «πλούσια» κιθαριστικά θέματα, ενώ η φωνή του Chris ταιριάζει με τη μουσική παρόλο που δεν ήταν επαγγελματίας τραγουδιστής. Η παραγωγή είναι άψογη σύμφωνα και με κριτήρια 90’s αποδεικνύοντας την ποιότητα του δίσκου. Οι επιρροές, κυρίως από IRON MAIDEN – JUDAS PRIEST, έχουν «απορροφηθεί» δημιουργώντας ένα προσωπικό ήχο που τον αναγνωρίζεις αμέσως. Μοναδικό μειονέκτημα για κάποιους η μικρή διάρκεια του δίσκου, περίπου 36 λεπτά. Και γράφω για κάποιους γιατί οι μικρές διάρκειες στο δίσκο ήταν κάτι δεδομένο εκείνη την εποχή και προσωπικά τις προτιμώ από 60 λεπτά, όπου οι μέτριες στιγμές αναγκαστικά θα είναι πολλές.

Οι SAVAGE GRACE ήταν ένα από τα διαμάντια του αμερικάνικου power metal, ένας ακόμη λόγος που τα 80’s ήταν η καλύτερη περίοδος του metal! “And we came, we saw, we conquered, And our call to arms rings on, And we came, we saw, we conquered, And the fire from cities ablaze won't die away”.

Παναγιώτης Δημητρόπουλος

 

savatage fight for the rockSAVATAGE – “Fight for the rock” (Atlantic)

“The dungeons are calling”, “Sirens”, “Power of the night”… Οι τρείς δίσκοι που έχτισαν τον μύθο των SAVATAGE από την Florida. “Fight for the rock”: πλήρης παράδοση της μεταλλικής φλόγας που έκαιγε στα σωθικά τους/μας και λίγο έλειψε ν’ αποβεί η μοιραία δισκογραφικά κίνηση που θα τίναζε την καριέρα τους στον αέρα… Δικαιολογίες; ΟΚ, να υιοθετήσουμε την άποψη της ίδιας της μπάντας ότι δέχτηκε αφόρητη πίεση από την εταιρία της προκειμένου να ηχογραφήσει κομμάτια που ο Jon Oliva είχε γράψει για pop/rock καλλιτέχνες κάτω από το λογότυπο της, κάπου όμως έχω την αίσθηση πως μερίδιο ευθύνης έχουν και τα μέλη της. Όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει φωτιά ή αλλιώς σε μία σχέση που αντιμετωπίζει προβλήματα, ποτέ δεν φταίει μόνο ο ένας… Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε… Οι SAVATAGE του συγκεκριμένου δίσκου δεν έχουν την παραμικρή σχέση με ότι προϋπήρξε αλλά και μ’ ότι θα επακολουθούσε, με τις παντελώς ανέμπνευστες συνθέσεις να προκαλούν αφάνταστα χασμουρητά και την κιθάρα του αδικοχαμένου Criss Oliva να προσπαθεί επί ματαίω να σώσει τα προσχήματα και την παραγωγή να συνθλίβει κάθε πιθανότητα στην προσπάθεια μας να βρούμε έστω και μία όαση στην έρημο… Και σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, κατακρεούργησαν και τον ύμνο “Out in the streets” από το “Sirens”… Σα να μην υπήρξε ποτέ…

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

Saxon - Rock The Nations - FrontSAXON – “Rock the nations” (EMI)

Πολλά έχουν επιωθεί και ακόμα περισσότερο μελάνι (ή τόνοι λάσπης αν προτιμάτε) έχει χυθεί από τους μεταλλοειδήμονες προκειμένου να μας πείσουν για την γεροντική συνθετική άνοια που περιέπεσαν οι SAXON στο όγδοο κατά σειρά άλμπουμ τους… Άλλωστε άπαντες θα πρέπει να προσυπογράφουν συμβόλαιο με την τελειότητα και δεν θα πρέπει επ’ ουδενί να παρεκκλίνουν των αρχικών τους στόχους... Σαφώς και δεν πετάω την σκούφια μου για το “Rock the nations”… Συμπλέω με όσους το έχουν χαρακτηρίσει ανά καιρούς μία από τις λιγότερο εμπνευσμένες δουλειές των γερόλυκων. Αυτό και το “Destiny”… Δεν ψάχνω να βρω ελαφρυντικά… Κομματάκι δύσκολο όταν στο ρόστερ του φιγουράρουν “πατάτες ολκής” και ατοπήματα που δεν άρμοζαν στην τεράστια ιστορία και την πολύτιμη (καθοριστική το λέω εγώ) συνεισφορά στο heavy metal οικοδόμημα (βλ. “Party ‘til you puke”).

Εδώ λοιπόν, ο Biff Byford, ο οποίος αξίζει να σημειωθεί πως έπαιξε όλες τις μπασογραμμές μιας και είχε αποχωρήσει ο Steve Dawson, αποφάσισε πως η αγορά της Αμερικής ήταν ο προορισμός που οι SAXON έπρεπε να ακολουθήσουν… Λανθασμένα θα μου πείτε… Συμφωνώ… Αλλά ας μην ισοπεδώνουμε τα πάντα. Ακόμα και τα χαζοχαρούμενα hard rock/pop metal γκρουπάκια από την άλλη όχθη του Ατλαντικού, ουδέποτε μπορούσαν να συνθέσουν τα “Waiting for the night”, “Northern lady”, “Empty promises”… Το “You ain’t no angel” θα μπορούσε να λείπει, τα “Rock the nations”, “We came here to rock” έχουν μεν made in USA περίβλημα αλλά αν τα απομονώσεις ζέχνουν Βρετανίλα και στέκουν κάτι παραπάνω από αξιοπρεπώς, στην ίδια συνομοταξία ανήκει το πολύ όμορφο “Running hot”, το δε αριστουργηματικό “Battle cry” θυμίζει πως οι SAXON απλώς περνούσαν μία περίεργη φάση στην ένδοξη καριέρα τους και απλά ήταν θέμα χρόνου να επανέλθουν στις φοβερές κυκλοφορίες που μας είχαν συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια! Το πιανάκι του Elton John σε δύο κομμάτια σίγουρα ξενίζει, η παραγωγή του Gary Lyons αν και διαυγέστατη, αποδείχθηκε αρκετά καλογυαλισμένη για τους φίλους της πεντάδας, που έσπευσαν μετά βαΐων και κλάδων (και τον μεταλλικό τύπο να βοηθάει προς αυτή την κατεύθυνση) να της γυρίσουν την πλάτη.

Ήταν η εποχή που το MTV μας παρουσίαζε τα ομορφόπαιδα με τα πολύχρωμα φουλάρια και την ερμαφρόδιτη εμφάνιση και οι SAXON προσπάθησαν ανεπιτυχώς ν’ ανέβουν στο βαγόνι της εφήμερης δόξας κουβαλώντας ωστόσο τα δικά τους χαρακτηριστικά. Προσπάθησαν αλλά δεν το κατάφεραν… Κι όταν κατακάθισε ο γενικός χαμός, εκείνοι, ορθότατα, γνωρίζοντας εκ προοιμίου πως η καρδιά τους άνηκε στο αγνό heavy metal, από το “Solid ball of rock” και μετά συνέχισαν εκεί που έμειναν με το “Innocence is no excuse” …

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

Sepultura - Morbid VisionsSEPULTURA – “Morbid visions” (Cogumelo Records)

Η πρώτη μου επαφή με τους SEPULTURA ήταν σε αρκετά τρυφερή ηλικία, λίγο πριν το “Schizophrenia”, με μία συλλογή από Βραζιλιάνικα και Νοτιοαμερικάνικα σχήματα, από την οποία όμως, περισσότερο είχα ξεχωρίσει σχήματα σαν τους SARCOFAGO, παρά τους SEPS. To “Morbid visions” ήταν δύσκολο να βρεθεί στην αρχή, οπότε λίγοι ήξεραν τι έπαιζαν τα αδέρφια Cavalera πριν γίνουν γνωστοί με το “Schizophrenia” και απογειωθεί η δημοτικότητά τους στην Ελλάδα με το “Beneath the remains” και το “Arise”. Ακούγοντάς το σε πολλά διαφορετικά διαστήματα, από τη δεκαετία του ’90 μέχρι και σήμερα, καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα. Με τίποτα δεν θα στοιχημάτιζα ότι λίγα χρόνια αργότερα θα είχαμε μία τέτοια μεταμόρφωση σε γκρουπ τεραστίου βεληνεκούς. Τα φωνητικά του Max τόνιζαν μόνο την τελευταία λέξη κάθε στροφής (μασώντας τα υπόλοιπα στο ενδιάμεσο) και βάζοντας echo σε πολλές περιπτώσεις, τα ντραμς είναι εντελώς λάθος σε πολλά διαστήματα, η κιθάρα του Jairo T. είναι τίγκα στο τρέμολο από την κουλαμάρα και η παραγωγή είναι λες και το ηχογράφησαν στο κασετοφωνάκι τους στις φτωχογειτονιές του Belo Horizonte και το βρήκε ο Indiana Jones αρκετά χρόνια αργότερα. Χρειάζεται προσπάθεια για να καταλάβει κανείς ότι το “Troops of doom”, που επανηχογραφήθηκε αργότερα, παιγμένο σωστά, ανήκει σ’ αυτό το άλμπουμ (και είναι από τα αγαπημένα μου τραγούδια των SEPULTURA όλων των εποχών) και κάποια καλά σημεία που υπήρχαν σε τραγούδια τους, τα χρησιμοποίησαν σε ύστερους δίσκους, μέχρι και το “Arise” (το “War” έχει αρκετά τέτοια σημεία). Μέχρι εκεί όμως. Ο Max γούσταρε πολύ τους HELLHAMMER τότε και στην προσπάθειά του να συνδυάσει την αγάπη του γι’ αυτούς, τους POSSESSED, τους πρώιμους BATHORY αλλά και δίσκους όπως το “Endless pain”, έβγαλε το “Morbid visions” που είναι κάτι ανάμεσα σ’ αυτά, αλλά πολύ χαμηλότερης ποιότητας. Μη μασάτε από τους κλασικούς γέροντες know-it-all. Δεν είναι το αριστούργημα που κάποιος μεγαλύτερος πιθανώς σας έχει πει για να ψαρώσετε… Αν ήταν, θα μνημονεύονταν μαζί με τις υπόλοιπες μεγάλες στιγμές των SEPULTURA. Αν σώνει και καλά θέλετε να ακούσετε κάτι από τη Βραζιλιάνικη σκηνή εκείνης της περιόδου, προτιμήστε τους SARCOFAGO.

Σάκης Φράγκος

 

Sinner - Comin Out Fighting 1986SINNER – “Comin’ out fightin’” (Noise)

Από την «εμπορική» περίοδο των SINNER, δηλαδή από τα mid-80’s όπου οι Γερμανοί είχαν καλογυαλίσει τον ήχο τους και φλέρταραν (ή για να ακριβολογούμε, προσπαθούσαν να φλερτάρουν) με την Αμερική και τον ήχο των ερτζιανών εκείνη την εποχή, το “Comin’ out fightin’” είναι ο πιο αδύναμος δίσκος τους. Ο Mat Sinner είναι ένας καλός συνθέτης, ένας αξιοπρεπής μπασίστας, ένας ικανός παραγωγός αλλά όταν προσπαθεί να παίξει σε στυλ BON JOVI και POISON, είναι έξω από τα νερά του. Ευτυχώς, τα τελευταία 15 χρόνια το έχει συνειδητοποιήσει και παραμένει πιστός στο μελωδικό hard n’ heavy ήχο.

Το “Comin’ out fightin”” δεν μας προσφέρει και πολλά πράγματα… Είναι ένας δίσκος που μπορούμε άνετα να τον εντάξουμε στην κατηγορία «καλά να περνάμε»! Δηλαδή, ανοίγεις μία μπύρα, κάνεις 1000 πράγματα και από πίσω παίζει το άλμπουμ χωρίς να σου προκαλεί αρνητικά συναισθήματα αλλά και χωρίς να σε συνεπαίρνει με τον συνθετικό οίστρο των δημιουργών του. Όσον αφορά τη διασκευή στο “Rebel Yell” του Billy Idol, μία φράση μόνο: Ω Θεοί του Ολύμπου (Εξόριστοι, circa 1991)! Κατάφεραν και «έστησαν» ένα εκπληκτικό τραγούδι στα 7 μέτρα και το σκότωσαν! Πάμε για άλλα…

Σάκης Νίκας

 

slaughter strappadoSLAUGHTER – “Strappado” (Diabolic Force)

Προσοχή!!! Δεν έχουν καμία σχέση με τους hard rockers με το ίδιο όνομα. Εδώ μιλάμε για το Καναδέζικο τρίο, που έπαιζαν thrash metal του σκοτωμού!!! Βέβαια, το ότι είναι Καναδέζικο τρίο, δεν σημαίνει ότι βρήκαμε τους νέους RUSH. Εντελώς πρωτόγονο παίξιμο, punkίλα σε όλη τη διάρκεια του (γύρω στα 25 λεπτά μόλις!!!) δίσκου, με σχετικά πρωτοφανές το γεγονός ότι είχαν δύο τραγουδιστές, τον κιθαρίστα Dave Hewson και τον μπασίστα Terry Sadler, με τον ένα να κάνει τις απόκοσμες κραυγές του Tom Warrior και τον άλλο να είναι σε πιο thrash μονοπάτια. Έχω ακούσει κάποιους που τολμούν να συγκρίνουν αυτό το άλμπουμ με το “Reign in blood”. Cool guys… Ρίξτε λίγο νερό στο πρόσωπό σας και πάμε από την αρχή… Σε κανένα σημείο δεν δικαιολογούνται τέτοιου είδους συγκρίσεις. Τραγούδια όπως το “F.O.D.” που τα αρχικά του σημαίνουν “Fuck of death”, δεν νομίζω ότι θα είχαν ελπίδες να ακουστούν από πολλούς… Εκείνη την περίοδο, το thrash ήταν πολύ στα πάνω του και τα γκρουπ που άξιζαν έκαναν ένα μικρό ή μεγάλο όνομα. Όχι όμως και οι SLAUGHTER και απόλυτα δίκαια όπως πιστεύω. Με δώδεκα –ως επί το πλείστον- ανούσια δίλεπτα και τρίλεπτα τραγούδια, το μόνο που κατάφεραν να κάνουν, είναι λίγο ντόρο όταν αναγκάστηκαν να αλλάξουν το όνομά τους σε STRAPPADO, λόγω των δικαιωμάτων που είχαν οι hard rockers με το ίδιο όνομα και να κυκλοφορήσουν έναν ακόμα δίσκο με αυτό το όνομα την επόμενη χρονιά. Fair enough…

Σάκης Φράγκος

 

slayer reign in bloodSLAYER – “Reign in blood” (Def Jam/American)

Ωραία, λοιπόν… Τι να γράψω τώρα που να μην έχει ήδη γραφτεί για αυτό το άλμπουμ; Να ξεκινήσω λέγοντας ότι είναι το καλύτερο thrash metal άλμπουμ όλων των εποχών; Έχει γραφτεί! Ότι πρόκειται για το δίσκο που άλλαξε την πορεία της ακραίας μουσικής και επηρέασε εκατοντάδες μουσικούς σε όλο τον κόσμο; Έχει γραφτεί! Το ότι περιέχει τον απόλυτο thrash ύμνο (“Angel of Death”) με στίχους που κάποιοι στενοκέφαλοι παρερμήνευσαν και εσκεμμένα διαστρέβλωσαν; Έχει γραφτεί! Ότι χωράει στη μία πλευρά μίας εξηντάρας κασέτας; Αυτό και αν έχει γραφτεί! Μήπως, ότι είναι η πρώτη συνεργασία των SLAYER με τον «πολύ» (χοντρό, μουσάτο κ.ο.κ.) Rick Rubin για την rap/hip hop εταιρεία του; Ω, ναι κι αυτό έχει γραφτεί! Το “Reign in blood” δεν έχει σχέση με τα “Show no mercy” και “Hell awaits”! Δυστυχώς, καλοί μου φίλοι, και αυτό έχει γραφτεί! Κανένα άλλο συγκρότημα μέχρι εκείνη την εποχή δεν είχε καταφέρει να παίξει τόσο γρήγορα σε κάποιο δίσκο του…the faster, the better, έλεγαν τότε! Και αυτό το έχουμε διαβάσει, κ. Νίκα! Μήπως, να προσθέσω ότι λίγο μετά την έναρξη της περιοδείας για το άλμπουμ, ο Lombardo αποχώρησε για να επιστρέψει μετά από παρότρυνση της γυναίκας του, του Rubin και των τριών συνεργατών του στους SLAYER (στο μεσοδιάστημα ο ένας από τους τρεις “Tony” των WHIPLASH, o Tony Scaglione, είχε προσπαθήσει να καλύψει –όσο αυτό ήταν εφικτό- το κενό που είχε αφήσει ο Lombardo). Yes sir, και αυτό έχει γραφτεί! Α, ίσως ότι το 2004 η μπάντα έπαιξε όλο το άλμπουμ και αργότερα κυκλοφόρησε σε ένα DVD. Ναι…ναι…και αυτό το ξέρουμε! Στα δημοψηφίσματα όλα αυτά τα χρόνια, οι δύο πρώτες θέσεις για τα καλύτερα thrash metal άλμπουμ όλων των εποχών εναλλάσσονται τα “Reign in blood” και “Master of puppets”…γνωστό και αυτό.

Ε, δεν πειράζει… Καλό κάνει να τα επαναλαμβάνουμε! Για το “Reign in blood” μιλάμε! Σκεφτείτε απλά ότι δεν πρόκειται ποτέ (υπογραμμισμένο το «ποτέ») να ξαναβγεί ούτε σε 100.000 χρόνια τέτοιος δίσκος! Οπότε, δεν βλάπτει να επαναλαμβάνουμε κάποια βασικά σημεία… Επανάληψις μήτηρ μαθήσεως! Το “Altar of sacrifice” είναι πολύ μεγάλη και αδικημένη κομματάρα… Πάω στοίχημα ότι αυτό δεν το έχετε διαβάσει κάπου… Σωστά;

Σάκης Νίκας

 

sodom obsessed by crueltySODOM – "Obsessed by cruelty” (SPV/Steamhammer)

Καλώς ή κακώς δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να κρίνω αντικειμενικά τους SODOM. Αν κάναμε επιστήμη ή εκπονούσαμε κάποια φιλολογική μελέτη σίγουρα θα παραμερίζαμε κατά μέρος το συναίσθημα. Ωστόσο, μιλάμε για μουσική… Και οι SODOM θα αποτελούν πάντα τη μεγάλη μου αγάπη όσον αφορά τη γερμανική έκφραση του thrash. Παρόλα αυτά, το “Obsessed by cruelty” δεν μπορεί να αποτιμηθεί απολύτως θετικά ή να συνοδέψουμε τους όποιους χαρακτηρισμούς για αυτό με διθυράμβους και παιάνες.

Πρόκειται για ένα δίσκο-προάγγελο του black metal ή αν προτιμάτε ένα δίσκο που κόπιαρε αρκετά τους VENOM και τραβούσε από τα μαλλιά τα αποκρυφιστικά και σατανιστικά στιχουργικά θέματα. Αμιγώς συνθετικά τα πράγματα δεν παρουσιάζουν και καμιά ιδιαίτερη ποικιλία και τα τραγούδια ακούγονται μονοδιάστατα (για να μη σχολιάσω καν την μετριότατη παραγωγή). Ο δίσκος ηχογραφήθηκε δύο φορές –σε Βερολίνο και Νυρεμβέργη- αφού η Steamhammer δεν ήταν ικανοποιημένη με το πρώτο αποτέλεσμα (και πρόσθεσε και ένα bonus track). Πάντως το “Deathlike silence” και το ομώνυμο κομμάτι είναι μεγάλες συνθέσεις (καλά, κόψτε κάτι αλλά καταλαβαίνετε)! Το “Obsessed by cruelty” ηχογραφήθηκε από μία τριάδα μουσικών εκ των οποίων οι δύο έχουν πεθάνει και νομίζω ότι αποτελεί μέχρι σήμερα ένα καλό κεφάλαιο στην ιστορία ενός συγκροτήματος που τα επόμενα τρία χρόνια θα μας πρόσφερε τους δύο κατά τεκμήριο καλύτερους του δίσκους.

Σάκης Νίκας

 

SpitfireSPITFIRE - “First attack” (EMI)

Καταρχήν, για λόγους ιστορικής σημασίας να αναφέρουμε ότι ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1987. Οι ηχογραφήσεις του ξεκίνησαν τον Ιούνιο του ’86 στα Sierra Studios και διήρκησαν δύο εβδομάδες, τον Μάιο η μπάντα είχε επίσης παίξει support στην πρώτη συναυλία των SAXON στην χώρα μας, στην Ριζούπολη. Η μίξη του δίσκου τελείωσε στα τέλη Σεπτεμβρίου και κάπου εκεί συνέβη το σοβαρό τροχαίο δυστύχημα του τραγουδιστή Ντίνου Κωστάκη που μπήκε στον Ευαγγελισμό και ήταν σε κώμα για πολλά χρόνια. Δεν πρόλαβε να ακούσει μιξαρισμένες τις συνθέσεις του δίσκου, μάλιστα ήταν συνυπεύθυνος για την συγγραφή μαζί με τον Ηλία Λογγινίδη σε δύο από αυτές (“Whispers” και “Explosion”).

H υπογραφή τους από τον Γιάννη Κουτουβό στην ΕΜΙ τους βοήθησε τόσο στην προώθηση όσο και στην διοργάνωση συναυλιών και κυρίως τους έβαλε στο studio με άτομα που γνώριζαν από παραγωγές δίσκων όπως ο Κώστας Καλημέρης (μηχανικός ήχου) και Μάνος Ξυδούς (μίξη) και αυτό αποτυπώνεται στον ήχο του δίσκου. Η παραγωγή είναι άψογη για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής και επίσης δεν υστερεί από τις αντίστοιχες metal κυκλοφορίες της εποχής. Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι ο δίσκος είχε την καλύτερη παραγωγή και ήχο από όλες τις ελληνικές metal κυκλοφορίες που είχαν προηγηθεί του “First attack”, παρόλο που αυτές δεν ξεπερνούσαν τις 5-6 όλες κι όλες.

Μουσικά, οι επιρροές από τα μεγάλα σχήματα της εποχής, DIO, IRON MAIDEN, SCORPIONS, WHITESNAKE κάνουν αισθητή την παρουσία τους στις συνθέσεις, αλλά ήταν τέτοια η δυναμική που εμπεριείχαν αυτές μέσα τους, ακούγοντας ύμνους όπως τα “Lady of the night”, “Whispers”, “Street fighter”, “Evil thoughts around”, “Explosion”, ακόμα και σήμερα παραμένουν φρέσκες και δυναμικές, όπως ακριβώς και όταν κυκλοφόρησαν και πριν από 25 χρόνια.

Ο δίσκος αγαπήθηκε από την πλειοψηφία του metal κοινού της χώρας μας και τους πρόσφερε ένα status που διατηρείται ακόμα και στις μέρες μας που το σχήμα είναι και πάλι ενεργό και δραστήριο δισκογραφικά και συναυλιακά.

Ιστορική κυκλοφορία για το ελληνικό metal που όσα χρόνια και αν περάσουν, πάντα θα διατηρεί μια θέση στα καλύτερα στην κατηγορία που θα αφορά τα heavy metal άλμπουμ της χώρας μας.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

Steeler - Strike Back 1986STEELER - “Strike back” (Steamhammer)

Οι STEELER αυτοί είναι οι Γερμανοί και δεν έχουν καμία σχέση με τους Αμερικάνους συνονόματους τους που έπαιξε ο Yngwie Malmsteen. Oι Γερμανοί φτιάχτηκαν το 1981 στο Bochum και το πρώτο τους όνομα ήταν SINNER. Έχουν μείνει στην ιστορία του metal όχι τόσο για τα τέσσερα άλμπουμ που έβγαλαν (το “Strike back” είναι το τρίτο κατά σειρά της μπάντας) αλλά για το ότι ήταν το σχήμα από το οποίο ξεκίνησε την πορεία του που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας ο Γερμανός Βlackmore ή αλλιώς ο Αxel Rudi Pell, ένας πολύ καλός κιθαρίστας και συνθέτης κατά τ’ άλλα.

Αυτός εδώ ο δίσκος ηχητικά δεν ξεφεύγει από το κλασικό metal των 80’s και δυστυχώς δεν έχει να προσφέρει κάτι το διαφορετικό σε αυτόν εδώ τον ήχο. Όσοι είναι “κολλημένοι” με τον ήχο της δεκαετίας του ’80 και δεν ακούν τίποτε άλλο πέρα από αυτόν, ίσως και να βρουν ενδιαφέρουσα την ακρόαση του “Strike back”.

Προσωπικά, προτιμώ την προσωπική πορεία του Pell που ξεκίνησε το 1989 και μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει πάρα πολύ καλά άλμπουμ που αξίζουν την προσοχή σας. Γιατί έχω την αίσθηση ότι παραμένει αρκετά παραγνωρισμένος τόσο σαν κιθαρίστας όσο και σαν συνθέτης αυτός ο τύπος, του αξίζει σίγουρα καλύτερη τύχη και ευρύτερη αποδοχή.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

Stryper-THWTDSTRYPER - “To hell with the devil” (Music for nations/ Enigma)

Από το Orange County της California ξεκίνησε αυτό το σχήμα στις αρχές των 80’s, δημιουργία των αδελφών Michael και Robert Sweet, φωνητικά και τύμπανα αντίστοιχα.

Κι ενώ ένα μεγάλο ποσοστό των metal σχημάτων της εποχής είχε αρχίσει να ασχολείται με την black metal θεματολογία, τα αδέλφια θα ασπαστούν τον Χριστιανισμό μετά από μια ομιλία του κήρυκα Jimmy Swaggart και κατά συνέπεια θα ακολουθήσουν αυτήν την θεματολογία και στην μπάντα τους που θα ονομάσουν STRYPER.

Στον τρίτο τους δίσκο (συμπεριλαμβανομένου του ΕΡ “The yellow and the black attack”) προσφέρουν πολύ καλό μελωδικό Αμερικάνικο metal που κινείται κυρίως στο σύνολο του σε mid tempo ταχύτητες. Ο δίσκος κατάφερε να πάει στο Νο 32 του billboard και τα δύο singles που βγήκαν μέσα από αυτό, τα “Calling on you” και “Honestly”(#23) ήταν δείγματα της πιο μελωδικής τους προσέγγισης, μάλιστα το δεύτερο είναι εξαιρετική μπαλάντα (υπάρχει εδώ και το “All my life” στο ίδιο μοτίβο), στον επόμενο δίσκο τους θα συναντήσουμε πολλά περισσότερα τέτοια κομμάτια.

Όπως ήξεραν να γράφουν μελωδικά κομμάτια άλλο τόσο γνώριζαν να γράφουν και συνθέσεις κλασικού heavy metal προσανατολισμού όπως το εξαιρετικό “The way” και “More than a man” που θα πάθετε πλάκα αν τα ακούσετε, ιδιαίτερα όσοι έχετε την εντύπωση ότι λόγω εμφάνισης και στίχων οι STRYPER ήταν σχήμα της πλάκας. Ο κιθαρίστας Oz Fox είναι άξιος μαθητής της VAN HALEN σχολής και επίσης ο Micheal Sweet διαθέτει μια φωνή που θυμίζει πολύ STYX και σαν μπάντα είχαν επίσης ένα εξαιρετικό δέσιμο.

Μπορεί προσωπικά να προτιμώ τα δύο πρώτα τους άλμπουμ, μιας και ο ήχος τους είναι πιο heavy και πιο ακατέργαστος, όμως το “To hell with the devil” ήταν ένα βήμα μπροστά για την μπάντα, τους άνοιξε την πόρτα της αναγνώρισης και της επιτυχίας και τους καθιέρωσε σαν τους κύριους εκφραστές της White metal κίνησης, μιας κίνησης που ξεφούσκωσε όμως μετά από λίγα χρόνια και πήρε μπάλα και τους ίδιους τους STRYPER μαζί της.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

swordmetalizedSWORD – “Metalized” (GWR records)

Η σκηνή του Καναδά σε όποιο είδος του metal έχει κατά ένα μεγάλο βαθμό μια εκπληκτική ποιότητα. Εξαιρετικά συγκροτήματα, που δυστυχώς ελάχιστα απέκτησαν φήμη και έχτισαν μια σταθερή πορεία στη δισκογραφία. Τα περισσότερα ηχογράφησαν καραδίσκαρους και εξαφανίστηκαν αφήνοντας μια πικρία. Ειλικρινά είτε ακούτε metal είτε hard rock ψάξτε καλά τη συγκεκριμένη σκηνή, ειδικά της χρυσής εποχής της μουσικής μας, των 80’s.

Οι SWORD ξεκίνησαν την καριέρα τους το 1986 χωρίς να έχουν ηχογραφήσει κάποιο demo, που να είναι τουλάχιστον γνωστό σε εμάς, κατευθείαν με το θρυλικό ντεμπούτο τους “Metalized”. Πιο πριν ήταν απλά ένα KISS tribute συγκρότημα. Μουσικά δεν μπορείς απλά να του κολλήσεις μια ταμπέλα, έχει thrash attitude, power feeling και heavy επιρροές, άρα η μόνη λέξη που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε είναι METAL. Φαινομενικά χωρίς να παίζουν κάτι πρωτότυπο καταφέρνουν να παρουσιάσουν ένα αποτέλεσμα άκρως δυναμικό, τραχύ και επιθετικό με καλά δομημένες συνθέσεις και πολύ καλή παραγωγή. Καταφέρνουν με απλές ιδέες να σε καθηλώσουν. Ο δίσκος περιέχει 10 συνθέσεις, όλες σε υψηλό επίπεδο. Δυνατά τους σημεία τα απλά αλλά εκρηκτικά riffs, τα σύντομα solos και γενικότερα η δουλειά στις κιθάρες που σε εντυπωσιάζουν.

Μετά από ένα χρόνο κυκλοφόρησαν ένα ακόμη δίσκο, για τον οποίο θα αναφερθούμε σε επόμενο αφιέρωμα. Το “Metalized” είναι ένα ιδανικό ντεμπούτο που το θεωρώ απαραίτητο στη δισκοθήκη κάθε metaller.

Παναγιώτης Δημητρόπουλος

 

tankard zombie attackTANKARD – “Zombie attack” (Noise)

Κανονικά “Beer attack” θα έπρεπε να ονόμαζαν το ντεμπούτο τους οι «μπυροκράτορες» από τη Γερμανία… Τον πρώτο καιρό οι TANKARD εκτός από την εμμονή τους στη μπύρα, είχαν κι ένα κόλλημα με τις ταινίες τρόμου κι αυτό γίνεται εμφανές από την εισαγωγή του δίσκου τους και το ομώνυμο τραγούδι. Κοιτάξτε, αν ψάχνετε για ποιοτικό thrash, το 1986 βγήκαν σαφώς πιο ποιοτικοί δίσκοι. Το παίξιμο των TANKARD είναι σχετικά πρωτόγονο, όπως και τα φωνητικά του Gerre που είναι εντελώς ωμά, τα αγγλικά τους είναι απαράδεκτα σε βαθμό όμως που γελάς με την ψυχή σου διαβάζοντας τους στίχους, η προφορά του Gerre είναι τυπικά γερμανική σε αισχρό βαθμό. Τι είναι αυτό όμως που κάνει το “Zombie attack” τελικά να ξεχωρίζει; Κάθε τραγούδι έχει ένα ρεφρέν που σου κολλά στο μυαλό και το χιούμορ τους είναι ότι χρειάζονται οι οπαδοί του thrash. Αφήστε το γεγονός ότι στις συναυλίες τους παραδοσιακά γίνεται ο κακός χαμός, γιατί σχεδόν όλη η δισκογραφία τους είναι φτιαγμένη για να παίζεται live και να γίνεται ένα απίστευτο moshing από τον κόσμο. Εκτός αυτού, δύο από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια του σχήματος, βρίσκονται εδώ. Ο λόγος για το “Alcohol” και το “(Empty) tankard”. Τα εκπληκτικά τους εξώφυλλα, θα άρχιζαν με το επόμενο άλμπουμ τους, το “Chemical invasion”. Αυτό εδώ είναι απλά γραφικό… Τελικά όμως, 26 χρόνια μετά, οι οπαδοί τους το θεωρούν κλασικό και αυτό έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία… Ακόμα απορώ πως είχα επιβιώσει την πρώτη φορά που τους είχα δει σε γερμανικό έδαφος τη δεκαετία του ’90, ακούγοντας το “(Empty) tankard”, προσπαθώντας μάλιστα να σώσω και τη φωτογραφική μου μηχανή… Ίσως το μεγαλύτερο μακελειό που έχω βιώσει ποτέ σε συναυλία…

Σάκης Φράγκος

 

tension breaking pointTENSION – “Burning point” (Torrid records)

Ένα από τα πιο αδικοχαμένα συγκροτήματα όλων των εποχών, με τεράστιες δυνατότητες, άψογοι μουσικοί και φοβεροί συνθέτες. Δυστυχώς παρόλο που γνώρισαν επιτυχία και πέρα από την Αμερική δεν είχαν την στήριξη της δισκογραφικής εταιρίας με αποτέλεσμα μετά από το συγκεκριμένο δίσκο και EP διαλύθηκαν!

Το 1985 με το όνομα DEUCE ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις του πρώτου τους δίσκου “Burning point”. Τα μηχανήματα όμως που τους νοίκιασαν δεν απέδιδαν σωστά, με αποτέλεσμα να μην παράγεται ο ήχος της αρεσκείας τους. Επιπλέον πληροφορήθηκαν ότι υπήρχε ήδη ένα συγκρότημα με το ίδιο όνομα και δεν μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν. Με όλες αυτές τις δυσκολίες κατά την περίοδο των ηχογραφήσεων αποφασίστηκε να ονομαστούν TENSION, το μόνο που ταίριαζε εκείνη τη στιγμή. Ο δίσκος τελικά κυκλοφόρησε το 1986 λαμβάνοντας διθυραμβικές κριτικές από το τύπο και παρόλο η δισκογραφική εταιρία δεν τους στήριξε (όπως ανέφερα παραπάνω) ή τη μέτρια παραγωγή ή το μηδαμινό promotion και διανομή ο δίσκος στην Ευρώπη και ειδικά στη Γερμανία γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Αλλά δεν ήταν αρκετή για να διώξει από το συγκρότημα την πικρία για το σύνολο της δουλειάς από την δισκογραφική. Πέρα από τα παραπάνω δεν ήταν ικανοποιημένοι ούτε με το εξώφυλλο και το γενικότερο layout. Όταν ηχογράφησαν το EP “Epitome” επιτέλους πέτυχαν αυτό που ήθελαν, αλλά η δισκογραφική αποφάσισε να μην ασχοληθεί ξανά μαζί τους, αθετώντας συμφωνίες. Λογικό ήταν να οδηγηθεί σε διάλυση.

Στο “Burning point” το συγκρότημα κατάφερε με επιτυχία, και ας μην ήταν οι ίδιοι ευχαριστημένοι, να συνδυάσουν άψογα το speed, thrash, power σε ένα progressive «κουκούλι» καθηλώνοντας με τις ιδιαίτερες ικανότητές τους. Η μελωδία είναι πάντα παρούσα, ενώ αν είστε μπασίστας το πρώτο που θα προσέξετε είναι το μπάσο που ακούγεται καθαρά και προσφέρει βάθος στις συνθέσεις. Έχεις την αίσθηση ότι ακολουθεί ένα δικό του, διαφορετικό, ρυθμό από τα υπόλοιπα όργανα. Τα φωνητικά ταιριάζουν απόλυτα στην μουσική τους και τη διανθίζουν ιδανικά. Τα riffs παρόλο που δεν είναι δυνατά (λόγω παραγωγής) αποτελούν το ακρογωνιαίο λίθο του δίσκου.

Ειλικρινά τα 80’s πρόσφεραν ανεπανάληπτες στιγμές ποιοτικού progressive πριν την λαίλαπα των DREAM THEATER. Γράφοντας λαίλαπα έχει να κάνει κυρίως με το γεγονός ότι όλα τα νέα progressive συγκροτήματα ήθελαν να τους μοιάσουν, με αποτέλεσμα τα βήματα προόδου που έκανε το είδος στα 80’s να σταματήσουν. Όπως και να έχει το “Burning point” παρά τη μέτρια παραγωγή θα σας «κερδίσει». Τέτοιες συνθέσεις δύσκολα γράφονται στις μέρες μας. Ακούστε το στο youtube ή όπου αλλού μπορείτε.

Παναγιώτης Δημητρόπουλος

 

tesla mechanical resonanceTESLA – “Mechanical resonance” (Geffen)

Λίγες μπάντες έχουν κατορθώσει να μου κρατήσουν το ενδιαφέρον διαχρονικά, όσο οι TESLA. Άρτιοι μουσικοί και φοβεροί συνθέτες, κυκλοφορούν πάντα ποιοτικούς δίσκους και το “Mechanical resonance” ήταν η απαρχή μιας καταπληκτικής πορείας. Τα παλικάρια από το Σακραμέντο, είχαν μελετήσει αρκετά τα βιβλία και τα μυστικά των AEROSMITH, ZEPPELIN, AC/DC, (ακόμα και) KISS, σε σημείο που μπήκαν στο πετσί τους. Είχαν ιδρώσει παίζοντας και γράφοντας τραγούδια και το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργήσουν ένα συνονθύλευμα ενέργειας που εξερράγη στο ντεμπούτο τους. Κι αν το εναρκτήριο “Ez come, ez go” δεν φανέρωνε με τον καλύτερο τρόπο του λόγου του αληθές, ερχόταν το “Cumin’ atcha live” αμέσως μετά. Ακολουθεί το “Gettin’ better” και δίχως ανάσα το “2 late 4 love” πριν από το “Rock me to the top”. Έτσι καταλαβαίνεις πως η μπάντα δεν αστειεύεται και πως ξέρουν να ροκάρουν άγρια. Η εμφάνιση του Jeff Keith είναι μια ευλογία για το χώρο και μερικώς μια επιβεβαίωση του κανόνα πως οι τραγουδιστές με το περισσότερο συναίσθημα προέρχονται από την άλλη άκρη του Ατλαντικού. Μουσικά ήταν άρτιοι παίκτες όλοι, πράγμα που τους έκανε αποδεκτούς στην πάροδο του χρόνου από κάθε λογής μουσικούς. Στιχουργικά συνδύαζαν διασκέδαση (“Comin’ atcha live”, “Cover queen”) αγάπες –χωρίς πολλά σιρόπια – (“We’re no good together”, “Love me”) αλλά και πιο σοβαρά θέματα (“Modern day cowboy”). Οι κορυφαίες στιγμές του “Mechanical resonance” όμως έρχονται μαζί στο νούμερο 8 και 9. Τα “Changes” και “Little Suzi” είναι οι κλασικές στιγμές που ξεχειλίζουν από συναίσθημα, δίνουν ποικιλία στον δίσκο και ζωγραφίζουν την προσωπικότητα της μπάντας. Μια μπάντα που είχε έρθει για να μείνει!!! Ευτυχώς.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

 

TokyoBladeBlackheartΤΟΚΥΟ ΒLADE – “Blackhearts and jaded spades” (T.B Records/ Steamhammer)

Ήταν μια περίεργη φάση που περνούσαν τα περισσότερα σχήματα του ΝWOBHM (όσα είχαν απομείνει δηλαδή) στο δεύτερο μισό της δεκαετίας. Βλέποντας την επιτυχία των DEF LEPPARD να εξαπλώνεται στην Αμερική, πολλοί από αυτούς πίστεψαν ότι αλλάζοντας τον ήχο τους σε έναν πιο εμπορικό δρόμο θα κατάφερναν να κάνουν ένα hit στην Αμερικάνικη ήπειρο. Κάτι τέτοιο φαίνεται ότι σκέφθηκαν και οι ΤΟΚΥΟ ΒLADE, αφού μόλις τα προηγούμενα χρόνια είχαν παραδώσει δύο δισκάρες αυθεντικού Βρετανικού heavy metal.

Στον τρίτο τους δίσκο “Blackhearts..” βρίσκονται σαφώς αρκετά αποπροσανατολισμένοι από τον ήχο τους, αφού σε αυτόν συναντάμε κομμάτια σαν τα “You are the heart”, “Lovin’ you is an easy thing”, “Playroom of poison things”, που καμία σχέση δεν έχουν με ύμνους τους παρελθόντος όπως τα “Night of the blade”, “If heaven is hell”. Ίσα ίσα, νομίζεις ότι ακούς διαφορετική μπάντα. Μερικές καλές συνθέσεις που υπάρχουν εδώ μέσα δυστυχώς χάνονται μέσα στο γενικότερη μετριότητα που επικρατεί. Κάτι που το κατάλαβαν και οι ίδιοι σχετικά γρήγορα, αφού ο δίσκος πάτωσε εμπορικά και από τότε μέχρι και σήμερα αν και συνέχισαν να κυκλοφορούν δίσκους, το όνομα των TOKYO BLADE δεν κατάφερε να ξανακερδίσει την αίγλη που είχε αποκτήσει τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘80.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

tt quick metal of honourTT QUICK – “Metal of honour” (Steamhammer)

Από την Ανατολική ακτή των ΗΠΑ, προέρχονται οι TT QUICK. Με πιο γνωστό, σήμερα, μέλος των τραγουδιστή τους Mark Tornillo (νυν ACCEPT) είχαν μια βραχύβια καριέρα και όπως όλοι επανασυνδέθηκαν, για να γευτούν την επιτυχία που στα 80’s δεν τους άγγιξε. Κλασσικό heavy metal, με επιρροές από AC/DC, πρώιμους DEF LEPPARD, KISS, IRON MAIDEN, BLACK SABBATH, JUDAS PRIEST και μια πιο power metal αισθητική. Αυτό που τους ξεχώριζε, ξεχωρίζει είναι τα φωνητικά του Tornillo, υψίφωνα και ταυτόχρονα, με αυτό το «γρέζι» που χαρακτήρισε και τον Udo, τους έκαναν μια πιο εμπορική και Αμερικάνικη έκδοση των ACCEPT. Από την άλλη η πολύ καλή κιθαριστική δουλειά του David Dipietro (δάσκαλος σε «μαθητές» όπως ο Zakk Wylde) και οι ενδιαφέρουσες συνθέσεις, τους κατατάσσουν στις «χαμένες» ευκαιρίες. Στο “Metal of honour” , τους βρίσκουμε στη δεύτερη δουλειά τους, μετά το “TT Quickmini-album, του 1984. Τραγούδια σαν τα “Hard as rock”, “Siren song”, “Hell to pay” δείχνουν ότι υπήρχε δυναμικό. Η κατεύθυνση τους δεν ήταν ξεκάθαρη ανάμεσα στο κλασσικό- power metal και την πιο Αμερικάνικη πλευρά του κα αυτό , τους στοίχισε μαζί με τα «ιδιόρρυθμα» φωνητικά του Tornillo την πραγματική αναγνώριση. Σε κάθε περίπτωση το αλά “Fight for the rock” (SAVATAGE) metal τους , ακούγεται ακόμα και σήμερα απολαυστικά.

Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

Tyran Pace-Watching You-1986TYRAN PACE – “Watching you” (Noise)

Πραγματικά πέρασα υπέροχα στο αφιέρωμα του 1986, είτε στο πρώτο μέρος είτε στο δεύτερο. Θα μπορούσα να γράψω τέλεια, αν δεν μου έδιναν για παρουσίαση το δίσκο, των περιορισμένων δυνατοτήτων Γερμανών, TYRAN PACE, “Watching you”.

Η Noise για μένα υπήρξε η πιο σημαντική ευρωπαϊκή εταιρία στα 80’s, με πάμπολλα συγκροτήματα που έκαναν τρελή επιτυχία από το heavy έως το thrash. Την έχω συγχωρήσει για το λάθος που έκανε να υπογράψει αυτό το συγκρότημα, που αν δεν ήταν το πρώτο συγκρότημα του Ralf Scheepers (GAMMA RAY, PRIMAL FEAR) απλά δεν θα ασχολούμασταν μαζί του. Σε κανένα δίσκο που κυκλοφόρησε δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την μετριότητα, παρόλο που έδρασε σε μια περίοδο που το γερμανικό metal άρχιζε την ανοδική πορεία. Δεν φρόντισαν να πειραματιστούν, να αφομοιώσουν τις επιρροές τους, αντιθέτως πρόσεξαν να μην ξεφύγουν από ένα σίγουρο, ασφαλές μονοπάτι. Μέγα λάθος, εκτός αν θέλετε να ακούσετε μια κόπια JUDAS PRIEST – ACCEPT. Σας ευχαριστούμε για τον Ralf… Μόνο…

Παναγιώτης Δημητρόπουλος

 

ufo misdemeanorUFO – “Misdemeanor” (Chrysalis)

Παραδοσιακά, ένα επιτυχημένο σχήμα, με διάρκεια χρόνου, έχει περιόδους αφάνειας. Τότε όμως όσο και αν το κοινό του έχει περιοριστεί σε μερικές δεκάδες φανατικών, μπορεί ακόμα να κυκλοφορεί παραγνωρισμένα για την εποχή τους άλμπουμ. Μια κλασική περίπτωση τέτοιοι άλμπουμ είναι το «Misdemeanor», το δωδέκατο στούντιο άλμπουμ των βετεράνων πλέον UFO. Με νέο αίμα στις τάξεις τους τον εκ της σχολής του Mike Varney κιθαρίστα Atomik Tommy M. Οι UFO απέδειξαν ότι είχαν και έχουν ταλέντο στην πλήρωση της θέσης του μεγάλου Michael Schenker. Παρέα με τον αρχηγό και παλιοσειρά Mogg τον μπασίστα Paul Gray, και τον εκ της αυθεντικής σύνθεσης πληκτρά Paul Raymond και τον νέο ντράμερ Robbie France (που αντικαταστάθηκε ταχύτατα από τον -πρώην MAGNUM- ντράμερ Jim Simpson.) δημιούργησαν μια νέα εκδοχή των UFO. To άλμπουμ συνδυάζει μελωδικότητα και τραχύτητα φέροντας στο νου τις τελευταίες ημέρες του Schneker. Η βοήθεια του έμπειρου παραγωγού Nick Tauber έδωσε στον ήχο, μια διαύγεια αν και τον έκανε λίγο πιο ραφιναρισμένο ,από ότι θα χρειάζονταν. Το αποτέλεσμα, ένα άλμπουμ, διαυγούς, μελωδικού Hard rock, που ακόμη και σήμερα ακούγεται άνετα Με το "Meanstreets" να αναφέρεται στην ομώνυμη ταινία με τον De Niro και τα "Night Run", "Heaven's Gate", "One Heart" να ξεχωρίζουν, αποτελεί ακόμα ένα σημαντικό αν και άγνωστο σταθμό στη δισκογραφική δουλειά τους. Ο κιθαρίστας τους, επέλεξε να συνεχίσει με τους κατά πολύ σκληρότερους SOULMOTΟR μαζί με τον μπασίστα Brian Wheat (TESLA) για δύο πολύ καλά αν και αποτυχημένα εμπορικά άλμπουμ, Αμερικάνικου κιθαριστικού hard rock.

Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

vanhalen-5150-coverVAN HALEN – “5150 (Warner Bros.)

Με την κυκλοφορία της έβδομης στούντιο δουλειάς τους οι Αμερικανοί Hard rockers VAN HALEN, αντιμετώπισαν ένα πολύ δύσκολο καθήκον. Να συνεχίσουν μετά ένα πολύ επιτυχημένο άλμπουμ, το “1984”, και να ανταπεξέλθουν στην αλλαγή ενός χαρισματικού Frontman όπως ο David Lee Roth. Η προσθήκη του πρώην MONTROSE τραγουδιστή και κιθαρίστα Sammy Hagar τους έδωσε μια άλλη δυναμική, όντας πιο κλασικός στην προσέγγιση και τον ήχο, με μια πιο βαθιά φωνή και συγκεκριμένο ηχόχρωμα, κατάφερε να τους κάνει πιο «κλασικούς» στην συνθετική και εκτελεστική προσέγγιση. Όπως τον χαρακτήρισαν πρόσφατα είναι ένας τραγουδιστής του στυλ «κουπλέ-ρεφρέν» σε αντίθεση με τον David Lee Roth που μπορεί να τελειώσει σχεδόν το τραγούδι, για να ασχοληθεί με το ρεφρέν. Το άλμπουμ ονομάστηκε από το στούντιο του κιθαρίστα Eddie Van Halen, που ονομαζόταν 5150 (πρόκειται για όρο που χρησιμοποιεί η αστυνομική δύναμη της Καλιφόρνια για ψυχικά διαταραγμένα άτομα). Το άλμπουμ γνώρισε την επιτυχία άμεσα. Πήγε #1 στο chart του Billboard 200 chart, και έδωσε μια σειρά επιτυχημένων τραγουδιών σαν τα «Why Can't This Be Love» και «Love Walks In» και την μπαλάντα «Dreams» Συνολικά το άλμπουμ έχει πολύ περισσότερη μελωδία και πλήκτρα, έναν χαρισματικό τραγουδιστή και δημιούργησε μια ολόκληρη νέα γενιά οπαδών. Ανθρώπων, που θεωρούν τους VAΝ HALEN σαν δημιούργημα της συνεργασίας Van Halen-Hagar και δεν ενδιαφέρονται για την περίοδο Roth. Τεχνικά άψογο και με συνθέσεις που ακόμα περιλαμβάνονται στα playlist, στους καλούς ροκ ραδιοφωνικούς σταθμούς, οι VAN HALEN, έδωσαν άλλη ώθηση στο μελωδικό κιθαριστικό Hard rock.

Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

vavelVAVEL - “Vavel” (FM records)

Η κυκλοφορία ενός δίσκου στα 80’s, και ειδικά στο πρώτο του μισό δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Εταιρίες δεν υπήρχαν, και αυτές που υπήρχαν ούτε να ακούσουν δεν ήθελαν για heavy metal σχήματα. Οι VAVEL από την Θεσσαλονίκη έχουν γραφτεί στα κιτάπια της ελληνικής metal δισκογραφίας σαν ένα από τα πρώτα σχήματα που κατάφεραν και κυκλοφόρησαν δίσκο. Το ομότιτλο πρώτο τους άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1986, την παραγωγή είχε αναλάβει ο γνωστός The Lord (περισσότερο γνωστός σαν συντάκτης και διευθυντής του περιοδικού Heavy Metal εκείνη την εποχή) και σε αυτόν τον τομέα είναι που υστερεί τα μέγιστα ο δίσκος. Η μετριότατη παραγωγή “θάβει” τις συνθέσεις και δεν τους δίνει τον χώρο να αναπνεύσουν όπως πρέπει.

Ήταν μια δύσκολη εποχή για το ελληνικό metal, μιας και δεν υπήρχε η κατάλληλη τεχνογνωσία πάνω σε τεχνικά θέματα, με αποτέλεσμα οι παραγωγές να ακούγονται σαν demo περισσότερο και χιλιόμετρα μακριά από τις αντίστοιχες του εξωτερικού.

Το “Vavel” πάσχει σε όλους αυτούς τους τομείς, όπως επίσης και στον τομέα των φωνητικών που ήταν πολύ μέτρια σε αντιστοιχία με τις μουσικές ικανότητες της μπάντας, παρόλα αυτά ο ήχος τους ακούγεται έντονα επηρεασμένος από τους RAINBOW σε κομμάτια όπως το ομώνυμο, “Another chance” και “Follow your mind” και επιχειρούν και μια πολύ καλή διασκευή στην Toccatta του Bach.

Το “Vavel” είναι δίσκος ιστορικής σημασίας κατ’ εμέ και ας έχει τόσα μειονεκτήματα. Μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού ήταν οι ελληνικοί heavy metal δίσκοι πριν την κυκλοφορία του και γι’ αυτό του αξίζει μια περίοπτη θέση στην ιστορία.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

vengeance we have ways to make you rockVENGEANCE – “We have the way to make you rock” (CBS)

Κακά τα ψέματα, οι Ολλανδοί VENGEANCE, έγιναν περισσότερο γνωστοί λόγω της συμμετοχής του σπουδαίου Arjen Lucassen (του mastermind πίσω από το project των AYREON) και του Ian Parry στη δεκαετία του ’90, παρά για τα άλμπουμ που άφησαν πίσω τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν ένα γκρουπ που δεν ήταν καλό, απλά, παρά το γεγονός ότι κυκλοφόρησαν τους δίσκους τους εκείνη την περίοδο με τη CBS, δεν κατάφεραν να εκμεταλλευτούν αυτό το γεγονός και να μπουν στην ελίτ του χώρου. Ακούγοντας το δίσκο, μην περιμένει κανείς να ανιχνεύσει τις obscure prog rock καταβολές του Lucassen. Uptempo hard n’ heavy μουσική, που χρωστά πολύ σε σχήματα όπως οι SAXON, PRETTY MAIDS (ήταν και στην ίδια εταιρία), VICTORY, με πολύ ικανοποιητικά φωνητικά από τον Leon Goewie και αξιόλογες συνθέσεις. Μέχρι εκεί όμως. Παρά τη δυνατή διαφημιστική καμπάνια που είχαν στο δίσκο αυτό, αλλά και στον επόμενο, το “Take it or leave it”, δεν κατάφεραν να κάνουν το απαραίτητο γκελ στον κόσμο κι έμειναν να θεωρούνται «αδικημένοι». “She’s the woman”, “Power of the rock” και “Love lies bleeding” οι καλύτερες στιγμές…

Σάκης Φράγκος

 

vinnie vincent invasion LPVINNIE VINCENT INVASION – “Vinnie Vincent invasion” (Chrysalis)

Με μεγάλη χαρά διαπίστωσα ότι στη λίστα με τα άλμπουμ για το δεύτερο μέρος του 1986 συμπεριλαμβανόταν και η πρώτη δουλειά του Vinnie Vincent μετά την αποχώρηση του από τους KISS. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό, κιθαριστικό, δυναμικό και άκρως εμπνευσμένο μουσικό πόνημα που φέρει κατά τη γνώμη μου τρία πολύ βασικά χαρακτηριστικά: το πρώτο είναι η εξαιρετική παραγωγή του Vinnie και του φίλου του στους Invasion Dana Strum (τώρα δεν μιλιούνται αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία). Το δεύτερο είναι η εκπληκτική φωνή του Robert Fleischman ο οποίος μπορεί να μην κόλλαγε με το glam image της μπάντας (ακόμη θυμάμαι το shock όταν αγόρασα το βινύλιο και είδα τον Fleischman, έναν τύπο με κοντό μαλλί, σακάκι και καμουτσίκι στα χέρια!) αλλά διέθετε εκπληκτικές δυνατότητες… Το γεγονός ότι πέρασε έστω και για έξι μήνες από τους JOURNEY λέει πολλά. Το τρίτο και τελευταίο είναι η αξεπέραστη απόδοση της μπάντας σε κομμάτια-σταθμούς για το ιδίωμα όπως το “Boyz are gonna rock” και φυσικά το “Back on the streets” (ναι, είναι σύνθεση του Vinnie…).

O Bobby Rock είναι οδοστρωτήρας πίσω από τα τύμπανα, ο Strum στιβαρός, για τον Fleischman τα είπαμε… Και ο Vinnie ο εκπληκτικός shredder και ο απίστευτος συνθέτης που αν δεν είχε τα ψυχολογικά του προβλήματα είτε θα είχε κάτσει περισσότερα χρόνια με τον Paul Stanley & τον Gene Simmons είτε θα μας είχε προσφέρει περισσότερα σόλο άλμπουμ. Όπως και να έχει ο δίσκος πούλησε τα περισσότερα αντίτυπα από κάθε άλλη κυκλοφορία της Chrysalis και το μέλλον φάνταζε ελπιδοφόρο για τον Vinnie Vincent… Θα κρατούσε όμως για ένα ακόμη δίσκο… Και κάποια σκόρπια άλλα πράγματα (μόνο για τους die hard KISS fans).

Σάκης Νίκας

 

voivod roarVOIVOD – “Rrröööaaarrr” (Noise)

Έχοντας παίξει μονάχα δύο φορές με τους EXCITER και χωρίς να έχουν εμφανιστεί εκτός Quebec, οι VOIVOD συμμετέχουν στο World War III festival και παίζουν μπροστά σε 3.000 οπαδούς στο Montreal μαζί με CELTIC FROST, DESTRUCTION, POSSESSED και NASTY SAVAGE στις 30 Νοεμβρίου 1985. Μετά από διαξιφισμούς με την Metal Blade, οι VOIVOD υπογράφουν με τη γερμανική Noise για τρία άλμπουμ ενώ τη διανομή στην Αμερική αναλαμβάνει η Combat και στις 14 Μαρτίου 1986 κυκλοφορεί το “Rrroooaaarrr”. Στο εξώφυλλο δεσπόζει ο Korgul, έμπνευση του ντράμερ Michel “Away” Langevin επηρεασμένος από το εξώφυλλο του “No mean city” των NAZARETH και τον Eddie των IRON MAIDEN, αντίστοιχες μουσικές να προέρχονται από μπάντες της California και του Los Angeles όπως οι METALLICA και οι SLAYER, με το ωμό και αρκετά χαώδες thrash τους να τσιτώνεται ακόμη περισσότερο από τον punk ήχο των DISHARGE και τη τραχύτητα συγκροτημάτων όπως οι VENOM, RAVEN και MOTORHEAD. Σίγουρα το “Rrröööaaarrr” δεν αποτελεί μία από τις καλύτερες δουλειές τους και μπορεί να ηχεί πιο ακατέργαστό κι από το ντεμπούτο τους “War and pain” αλλά αυτός cyber-punk οχετός σε συνδυασμό με τον uber-kult ταιριαστό τίτλο του και τραγούδια όπως τα “Korgüll the exterminator”, “Fuck off and die” και “Ripping headaches”, αποτέλεσε έμπνευση για μπάντες που συναντήσαμε μερικά χρόνια αργότερα σε πιο ακραία παρακλάδια. Αμέσως μετά τη κυκλοφορία του, περιοδεύουν στις Η.Π.Α. με τους CELTIC FROST και RUNNING WILD και στην Ευρώπη με τους POSSESSED, DEATHROW και ENGLISH DOGS, όπου στο τέλος της περιοδείας έμειναν στο Βερολίνο για την ηχογράφηση του επόμενου τους άλμπουμ, “Killing technology”.

Κώστας Αλατάς

 

warlock true as steelWARLOCK – “True as steel” (Vertigo)

Η μικροκαμωμένη Doro Pesch ανέκαθεν ήταν πόλος έλξης για το metal κοινού… Πρωτίστως για το καλλίγραμμο παρουσιαστικό της και δευτερευόντως για την παρουσία των WARLOCK στα δισκογραφικά δρώμενα. Ίσως να γίνομαι λίγο άδικος αλλά η Γερμανίδα τραγουδίστρια μπορεί να διέθετε μία συμπαθητική φωνή, αλλά οι συνθετικές επιδόσεις του συγκροτήματος της δεν δημιούργησαν αναταράξεις στον μεταλλικό μουσικό καμβά. Το “True as steel” ήταν μια ακόμα κλασική περίπτωση σκληρά εργαζόμενης μπάντας που ήθελε να προκαλέσει τα αισθητήρια όργανα του ακροατηρίου της αλλά η φόρμουλα της επιτυχίας –τουλάχιστον έτσι όπως την φαντάζονταν οι ίδιοι- ποτέ δεν τους χτύπησε την πόρτα. Aπόλυτα πειστικός ο τίτλος “Lady in a rock ‘n’ roll hell”, αρκούντως ικανοποιητικά τα “Fight for rock”, “Vorwarts, all right!”, “True as steel”, θα θέλαμε να πιστέψουμε πως οι στίχοι του “Love song” αναφέρονταν σ’ εμάς (νεανικοί έρωτες γαρ) αλλά αποτιμώντας το “True as steel” στο σύνολο του, η λογική πως κι αυτό – όπως και τα προηγούμενα άλμπουμ τους- θα στέκεται στην σκιά του “Triumph and agony”…

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

wasp inside the electric circusWASP – “Inside the electric circus” (EMI)

Όπως ο ίδιος ο Blackie Lawless παραδέχτηκε αργότερα, ο τίτλος τελικά υποδηλώνει την κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι WASP εκείνη την εποχή. Όπως και το (άθλιο) εξώφυλλο θα προσέθετα εγώ. Η ακατάπαυστη πορεία τους, με τις συνεχείς περιοδείες αλλά και την απερίγραπτη επίθεση που δεχόταν εκείνη την εποχή από την σταυροφορία της PMRC, τον είχαν οδηγήσει στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Το ρεφρέν το ομώνυμου τραγουδιού που ανοίγει τον δίσκο, είναι χαρακτηριστικό “Welcome, I bid your welcome, to live inside the electric circus, Hang on, hang on to your life, The animals are all insane - God help us”. Όσο μέτρια κι αν ήταν τελικά αυτή η προσπάθεια τους, είχε τις εκλάμψεις της, με το “9.5.-Nasty” και το “I’m alive” να είναι οι μόνες αυθεντικές, ενώ και η διασκευή του “I don’t need no doctor” (σύνθεση των Ahford/Simpson που έχουν διασκευάσει και οι HUMBLE PIE) να ακολουθεί. Γενικά ο δίσκος δεν δείχνει την μπάντα (δηλαδή τον Blackie) να έχει πολύ έμπνευση και δεν αποπνέει την ενέργεια του παρελθόντος. Ο ίδιος το παραδέχεται αυτό και το αποδίδει στην ένταση αυτής της περιόδου. Το “I’m alive” είναι και η απάντησή του στην φαρσοκωμωδία της PMRC και της προσωπικής επίθεσης που δεχόταν ανοικτά εκείνα τα χρόνια. Ένα τραγούδι τόσο κλασικό WASP, που –αν και δεν το συνηθίζουν – θα μπορούσε να παίζεται συχνά ακόμα και σήμερα. Γενικά οι προσωπικές εκρήξεις είναι διάσπαρτες στον δίσκο. Όμως το “Inside the electric circus” έδωσε την πίστωση χρόνου στο συγκρότημα. Κάτι που χρειαζόταν για να μην διαλύσει (αν και ο Piper είχε ήδη φύγει για να αντικατασταθεί με τον Johny Rod) ώσπου να καταφέρει να ξαναβρεί τα πατήματά της και να βγάλει ένα “Headless children”. Αλλά γι’ αυτό θα πούμε αργότερα.
Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

 

Waysted - Save Your Prayers FrontWAYSTED - “Save Your prayers” (Parlophone)

Ένας από τους λόγους που σαν αρθογράφος του ROCK HARD μου αρέσει το αφιέρωμα για τα 80’s είναι ότι ξανακούς δίσκους που είχες “ξεχασμένους” στο ράφι. Mια τέτοια περίπτωση είναι και αυτό το άλμπουμ των Βρετανών WAYSTED, που μάλλον είχα 25 χρόνια να το ακούσω, όσο δηλαδή και η ηλικία του συγκεκριμένου δίσκου.

Οι WAYSTED είναι ξεχασμένοι πια, αλλά πίσω στο πρώτο μισό των 80’s ήταν ένα καυτό όνομα μιας και ήταν το προσωπικό σχήμα του Pete Way, μπασίστα των UFO.

Στον τρίτο του δίσκο ο Way έχει στρατεύσει μαζί του τον πρώην UFO κιθαρίστα Paul Chapman (ο αντικαταστάτης του Μichael Schenker στους UFO) και μια νέα σπουδαία φωνή, τον Danny Vaughn (που λίγα χρόνια αργότερα θα δημιουργήσει τους ΤΥΚΕΤΤΟ και θα λατρευτεί από τους θιασώτες τους μελωδικού hard rock).

Οι WAYSTED ήταν πολύ αξιόλογο σχήμα σε ότι και να κυκλοφόρησαν, εδώ παρουσιάζουν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα μίξης Αμερικάνικου και Βρετανικού metal. Κομμάτια σαν τα “Walls fall down”, “Wild night” και “Heroes die young” (υπέρτατος ύμνος- με διαφορά το καλύτερο κομμάτι εδώ μέσα) είναι εξαιρετικά καθαρόαιμα metal κομμάτια που μας θυμίζουν κατά κάποιο τρόπο το metal παρελθόν και την ιστορία του Pete Way στο χώρο. Όταν αποφασίζουν να παίξουν πιο “αμερικάνικα” το κάνουν εξίσου καλά και εξέχοντος ποιοτικά όπως ακούγονται σε κομμάτια όπως το “How the west was won”, “Heaven tonight”, “So Long”, “Hell comes home”και “Singing to the night”.

Η φωνή του Vaughn και η ερμηνεία του απογειώνει τα κομμάτια αλλά σε μεγάλα εκτελεστικά κέφια βρίσκονται και οι Way/Chapmann , που είναι και οι κύριοι συνθέτες του συνόλου των κομματιών. Το “Save your prayers είναι ένας δίσκος με εξαιρετικά κομμάτια και με χαρά διαπιστώνω ότι έχει διατηρήσει την φρεσκάδα του, παρά το πέρασμα του χρόνου. Αν το πετύχετε πουθενά, αξίζει και με το παραπάνω να ασχοληθείτε μαζί του. Προς το παρόν πατήστε στο youtube: Waysted – “Ηeroes die young” και απολαύστε ένα μοναδικό κομμάτι, από αυτά που δεν γράφονται κάθε μέρα.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

whiplash power and painWHIPLASH – “Power and pain” (Roadrunner)

Οι WHIPLASH είναι επίσης γνωστοί και ως «οι 3 Tony», αφού στην αρχή της καριέρας τους αποτελούνταν από τον Tony Portaro (κιθάρα, φωνητικά), τον Tony Scaglione στα τύμπανα (που πέρασε για ένα μικρό χρονικό διάστημα και από τους SLAYER, στην περιοδεία που ακολούθησε το “Reign in blood”) και τον μακαρίτη Tony Bono στο μπάσο. Πραγματικά, εδώ και χρόνια ψάχνω να βρω το λόγο που το “Power and pain” δεν θεωρείται άλμπουμ της πρώτης κατηγορίας του thrash metal, παρά μόνο ένα διαμάντι για τους φίλους του underground… Περιέχει έναν από τους απόλυτους thrash ύμνους όλων των εποχών, το “Power thrashing death”, αλλά και τα σπουδαία “War monger”, “Nailed to the cross” και “Spit on your grave”. Το θέμα είναι, τελικά, ότι τα υπόλοιπα τέσσερα τραγούδια του δίσκου, απέχουν απ’ αυτά που μόλις προανέφερα, κάνοντάς τον σχετικά άνισο. Είναι σαφές πάντως, ότι σε αντίθετη περίπτωση, θα μιλούσαμε για δίσκο επιπέδου “Show no mercy” τουλάχιστον… Speedαριστό αμερικάνικο thrash, με πολλούς EXCITER, EXODUS, SLAYER, METALLICA της εποχής, ακόμα και JUDAS PRIEST του “Screaming for vengeance” και τον Tony Portaro να έχει σχεδόν death φωνητικά ή αν μη τι άλλο, πιο σκληρά από τα αντίστοιχα γκρουπ της εποχής. Οι υπερηχητικές ταχύτητες κυριαρχούν, όχι όμως όπως στα άλμπουμ των RAZOR όμως, αφού ήξεραν πώς να χαλιναγωγήσουν τους εαυτούς τους σε σημεία. Συνολικά, πρόκειται για άλμπουμ-διαμάντι, πολύ υποτιμημένο, καλοπαιγμένο, με πολύ μέτρια παραγωγή βέβαια (όπως και τα περισσότερα άλμπουμ της εποχής), αλλά αν δεν τους έχετε ακούσει και θεωρείτε τους εαυτούς σας thrashers, ήρθε η ώρα να αναθεωρήσετε…

Σάκης Φράγκος

 

yngwie-trilogyYNGWIE J. MALMSTEEN – “Trilogy” (Polydor)

Δίχως να θέλω να δαιμονοποιήσω την μετά 80’s εποχή, έχω την αίσθηση και υποβοηθούμενος από το συγκεκριμένο αφιέρωμα και τους δίσκους που καλούμαι να παρουσιάσω, πως ένα σεβαστό μέρος της δισκογραφίας αποτελούνταν από συνθέσεις που μετά δυσκολίας σε άφηναν αδιάφορο… Πάρτε για παράδειγμα το “Trilogy”, το τρίτο πόνημα του Σουηδού βιρτουόζου της κιθάρας Yngwie J. Malmsteen… Όσο και να θέλω να πείσω τον εαυτό μου πως οι δύο πρώτες του δουλειές συνιστούν το απόλυτο peak της πολυτάραχης καριέρας του, είναι αμαρτία να κλείσω μάτια και αυτιά μπροστά σ’ αυτό το μικρό διαμαντάκι… Η αποχώρηση του Jeff Scott Soto δεν πτόησε στο ελάχιστο τον Malmsteen, που στο πρόσωπο του Mark Boals βρήκε τον ιδανικό αντικαταστάτη και φρόντισε να χτίσει πάνω στην χαρισματική του φωνή! Πότε μελαγχολικός και ταξιδιάρικος, άλλοτε φουριόζικος, επικός και πομπώδης, το “Trilogy” ήταν ένας δίσκος από αυτούς που αρεσκόμαστε να λέμε πως δεν πρέπει να λείπει από καμία ενημερωμένη heavy metal δισκοθήκη! Δεν είναι απλά πως περιέχει ένα από τα all time classic κομμάτια του, το “You don’t remember, I’ll never forget” , που το γνωρίζουν ακόμα και οι πέτρες… Είναι το state of the art εξώφυλλο του, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η παραδοχή πως εκτός από εμβληματική μορφή στον χώρο της κιθάρας, ο πανύψηλος Σουηδός, ήξερε να συνθέτει με όραμα και επίγνωση του που επιθυμεί να οδηγήσει το ύφος του! Ακούστε τα “Liar”, “Queen in love”, “Fire”, “Magic mirror”, “Dark ages” και το οργανικό “Trilogy suite op:5” που σταχυολογούν τις κορυφαίες στιγμές ενός εξαιρετικά καλοστημένου και άρτια εκτελεσμένου δίσκου… Και ειλικρινά πείτε μου… Πιστεύετε πως κυκλοφορούν ακόμα τέτοιοι δίσκοι στις ημέρες μας με την συχνότητα του παρελθόντος; Δεν βλέπω χέρια...

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

zeno zenoΖΕΝΟ – “Zeno” (EMI)

Απαίτησα από το αφεντικό, Σάκη Φράγκο, να αναλάβω την παρουσίαση του συγκεκριμένου δίσκου για το αφιέρωμα. Απλά το συνθετικό μυαλό του μικρού αδερφού του Uli Jon Roth, Zeno, με έχει μαγέψει εδώ και πολλά χρόνια. Αποφεύγοντας τα δαιδαλώδη και ψυχεδελικά μουσικά μονοπάτια του Uli δίνει βαρύτητα στη μελωδία και στα ευκολομνημόνευτα ρεφρέν που δεν ξεχνάς ποτέ, κρατώντας τα μέσα στη καρδιά σου.

Ο πρώτος, ομώνυμος, δίσκος κυκλοφόρησε το 1986 με πολλούς και ταλαντούχους μουσικούς να συμμετέχουν δημιουργώντας ένα ΚΟΡΥΦΑΙΟ μελωδικό metal δίσκο. Το μεγαλύτερο περιοδικό παγκοσμίως, το ιαπωνικό BURN! το είχε αποθεώσει και του έδωσε μια από τις υψηλότερες βαθμολογίες που έχει δοθεί ποτέ σε συγκρότημα. Ανάμεσα στους ταλαντούχους μουσικούς ήταν ο Don Airey (πλήκτρα), Chuck Burgi (τύμπανα – MEAT LOAF, RAINBOW, RED DAWN, Joe Lynn Turner), Carl Marsh (πλήκτρα – BAD COMPANY, DeGarmo and Key) κ.α.

Έντεκα γαμάτα τραγούδια που κρατάνε σε υψηλά επίπεδα την πώρωση, δυνατές μελωδίες, εκπληκτικά φωνητικά και background φωνητικά, άριστο rhythm section και πλήκτρα που δεν επισκιάζουν τις κιθάρες έχοντας παράλληλα βασικό ρόλο στις συνθέσεις. Τα riffs συγκλονίζουν και η γερμανική προσέγγιση στη μελωδία είναι το ίδιο ποιοτική όπως την μάθαμε από συγκροτήματα σαν FAIR WARNING, PINK CREAM 69, BONFIRE, κτλ.

Αναφερόμαστε σε ένα διαμάντι που όλοι οι λάτρεις της μελωδίας πρέπει να έχουν στη δισκοθήκη τους, όπως επίσης και τους επόμενους δίσκους. Αλλά για να αναφερθώ σε αυτούς θα πρέπει να διανύσουμε μια δεκαετία ακόμη! Υπομονή και μέχρι τότε παρασυρθείτε στο “Eastern sun” , “Signs of the sky”, “Heart of the wing”, “Circles of dawn” και “Don’t tell the wind”. ΕΠΟΣ!!

Παναγιώτης Δημητρόπουλος

 

motohead1986  WASP 1986

 

 

 

 

 

 

 

 

 

voivodslayer 1986

 

 

 

 

 

 

 

 

 

OzzyUltimateSin1986poison1

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

queensryche 1986Saxon-band-1986

Σχόλια

Άλλα άρθρα του συντάκτη

Διαβάστε επίσης

80's fuckin' metal - 1987 Part 1

5 Οκτωβρίου, 2012 - 11:27 Σάκης Φράγκος

Πέρασαν περίπου δύο μήνες από τότε που ανέβηκε το δεύτερο μέρος του 1986 για το μεγάλο αφιέρωμα του ROCK HARD στη θρυλική δεκαετία του ’80. Έφτασε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου να κάνουμε και το...

[περισσότερα]

90 minutes of fame: Best of 1986 part II

6 Ιουλίου, 2012 - 13:37 Σάκης Φράγκος

Κατά την αγαπημένη μας συνήθεια, φτιάχνουμε την αγαπημένη μας κασέτα με τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια από το 1986 και το δεύτερο μέρος του αφιερώματος που μόλις παρουσιάσαμε στο site μας με...

[περισσότερα]

90 minutes of fame - Best songs of 1986 part I

1 Φεβρουαρίου, 2012 - 13:36 Σάκης Φράγκος

Κατά την αγαπημένη μας συνήθεια, φτιάχνουμε την αγαπημένη μας κασέτα με τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια από το 1986 και το πρώτο μέρος του αφιερώματος που μόλις παρουσιάσαμε στο site μας με...

[περισσότερα]

80's fuckin' metal - 1986 part I

31 Ιανουαρίου, 2012 - 13:40 Σάκης Φράγκος

Το ROCK HARD, αργά μεν, σταθερά δε, συνεχίζει το πολυαναμενόμενο αφιέρωμα στη δεκαετία του ’80. Αυτή τη φορά παρουσιάζουμε το πρώτο μέρος για το 1986. Το δεύτερο μέρος θα ακολουθήσει σε λίγες μέρες...

[περισσότερα]

90 minutes of fame - Best songs of1985 part II

4 Οκτωβρίου, 2011 - 20:51 Σάκης Φράγκος

Κατά την αγαπημένη μας συνήθεια, φτιάχνουμε την αγαπημένη μας κασέτα με τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια από το 1985 και το δεύτερο μέρος του αφιερώματος που μόλις παρουσιάσαμε στο site...

[περισσότερα]