80's fuckin' metal - 1986 part I

31 Ιανουαρίου, 2012 - 13:40

Το ROCK HARD, αργά μεν, σταθερά δε, συνεχίζει το πολυαναμενόμενο αφιέρωμα στη δεκαετία του ’80. Αυτή τη φορά παρουσιάζουμε το πρώτο μέρος για το 1986. Το δεύτερο μέρος θα ακολουθήσει σε λίγες μέρες και σιγά-σιγά θα ανεβάσουμε όλα τα προηγούμενα που ήταν στην έντυπη έκδοση του περιοδικού. Λίγη υπομονή. Το υλικό που υπάρχει είναι ΤΕΡΑΣΤΙΟ… Προς το παρόν διαβάστε για δίσκους που έχουν γράψει ιστορία από τους IRON MAIDEN, METALLICA, MEGADETH, CRIMSON GLORY, BON JOVI, EUROPE, CANDLEMASS, KREATOR, FATES WARNING… Ουφ… Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Enjoy!

accept russian

ACCEPT - “Russian roulette” (Portrait)
Αναμφίβολα οι ACCEPT αποτελούν το μεγαλύτερο κεφάλαιο του Γερμανικού metal δίνοντας ώθηση σε μια ολόκληρη σκηνή να πρωταγωνιστήσει για 3 δεκαετίες, με εκπληκτικά συγκροτήματα και εξαιρετικές δουλειές από το κλασικό heavy μέχρι το thrash. Από το πρώτο τους δίσκο έχτισαν πάνω στις επιρροές τους, κυρίως JUDAS PRIEST & AC/DC, δημιουργώντας σταθερά το λεγόμενο τευτονικό metal. Δίσκοι όπως “Breaker”, “Restless and wild”, “Balls to the wall” και “Metal heart” «όπλισαν» πολλούς Γερμανούς νεαρούς με κιθάρες και τους έδωσαν όραμα.
Το 1986 κυκλοφορούν ένα ακόμα διαμάντι, το “Russian roulette”. Στο συγκεκριμένο δίσκο ο ήχος τους έχει τελειοποιηθεί και η προσωπικότητάς τους σφραγίζει κάθε σύνθεση. Δυναμικά riffs να συνδυάζονται με τα γνωστά, πλέον, χορωδιακά ρεφρέν και οι μελωδίες διάχυτες, με την χαρακτηριστική και λατρεμένη φωνή του Udo να δίνει το έναυσμα για ανεπανάληπτες στιγμές. Η παραγωγή για μια ακόμη φορά ιδανική και υπάρχουν τραγούδια ύμνοι για κάθε οπαδό τους, όπως τα “T.V. War”, “Aiming high” και “Russian roulette”. Επίσης πρέπει να ακούσετε το “Man enough cry”, το οποίο θυμίζει RAINBOW, φιλτραρισμένο βέβαια μέσα από το δικό τους ήχο. Άξιο σχολιασμού, για πολλοστή φορά, η συνεργασία Jorg Fischer και Wolf Hoffmann στις κιθάρες. Ένα από τα πιο δεμένα δίδυμα που έχω ακούσει στη ζωή μου, απλά σπέρνουν τον όλεθρο. Φυσικά βασικός υπαίτιος είναι ο Wolf, καθώς αποδεικνύει ότι είτε μόνος του, είτε με τον Herman Frank ή τον Jorg, καταφέρνει να παράγει σπουδαία μουσική. Τέλος το “Russian roulette”, ηχητικά, είναι η πιο εμπορική τους δουλειά, χωρίς τον τραχύ ήχο που είχαμε συνηθίσει στα “Breaker”, “Restless and wild”.
Φυσικά ο δίσκος έκανε μεγάλη επιτυχία, κάτι που έφερε όμως προστριβές στα μέλη του συγκροτήματος με αποτέλεσμα ο Udo να αποχωρήσει και να δημιουργήσει το δικό του συγκρότημα, το οποίο πρόσφερε για πολλά χρόνια αξιόλογες δουλειές. Οι ACCEPT μετά τη φυγή συνέχισαν την πορεία τους με άλλο τραγουδιστή, ένα εγχείρημα που απέτυχε οικτρά. Ξανά, βρέθηκαν μαζί με τον Udo το 1993, στην πρώτη επανασύνδεση, η οποία δεν κράτησε για πολύ.
Παναγιώτης Δημητρόπουλος

WhomadewhoAC/DC – “Who made who” (Albert)
Το 1986 βρίσκει τους AC/DC, να κυκλοφορούν το “Who made who”, που αποτέλεσε το soundtrack της ταινίας “Maximum overdrive” που βασίστηκε σε σενάριο του γνωστού συγγραφέα τρόμου Στίβεν Κινγκ. Η ταινία βασίζεται σε μα εξέγερση των μηχανών ενάντια στο ανθρώπινο είδος, μετά την επίδραση κάποιου κομήτη κι αποτελεί μια καλή πρόταση για Σάββατο βράδυ στο DVD και μέχρι εκεί. Το άλμπουμ από την άλλη πλευρά αποτελεί το πρώτο ανεπίσημο best of των AC/DC. Εκτός από το ομώνυμο τραγούδι το “Who made who” περιέχει και τα instrumentals "D.T." και "Chase the ace" που γράφτηκαν ειδικά για την ταινία. Το άλμπουμ περιέχει τραγούδια κι από τις δύο περιόδους των Αυστραλών με Scott και Johnson στα φωνητικά, με την δεύτερη περίοδο να κυριαρχεί. Κλασικό boogie hard rock σε κινηματογραφικούς ρυθμούς, απλώς αποτέλεσε μια εναλλαγή στην κλασική παραγωγή δισκογραφικής δουλειάς, με το ομότιτλο τραγούδι, να είναι όπως πάντα ένα αξιόλογο κιθαριστικό hard rock διαμαντάκι.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

alcatrazzALCATRAZZ – “Dangerous games” (EMI)
Οι ALCATRAZZ του Graham Bonnet στην τρίτη και τελευταία δισκογραφική δουλειά τους στο στούντιο. Έχοντας παράδοση σε επιτυχημένες επιλογές κιθαριστών, με αρχικό κιθαρίστα τον Malmsteen, συνέχισαν στο δεύτερο άλμπουμ τους με τον Vai. Μετά την φυγή του Steve Vai για το σχήμα του David Lee Roth, επιστράτευσαν τον ταλαντούχο κιθαρίστα Danny Johnson. Δυστυχώς το Αμερικάνικο με ευρωπαϊκές επιρροές hard rock τους δεν γνώρισε επιτυχία ούτε αυτή τη φορά. Πολύ σκληρό για τις ΗΠΑ και πολύ μελωδικό για την Ευρώπη, άφησε τον Bonnet, να αναζητά μια καλύτερη τύχη ως guest τραγουδιστής. Οι πολύ μελωδικές και αρκετά «ποπ» συνθέσεις βλπ “Undercover”, “One woman”, δεν βοήθησαν - αν και είχαν μερικές εξαιρετικές κιθαριστικές μελωδικές γραμμές και τον Bonnet σε μεγάλη φόρμα. Αντίστοιχα δεν βοήθησε και η πολύ καλή διασκευή στο “Its my life” των ANIMALS, με τα 80’s πλήκτρα. Παρόλα αυτά, αν οι προηγούμενες δουλειές τους σας άρεσαν και σας ενδιαφέρει το μοντέρνο μελωδικό hard rock, όπως το ορίζουν οι HAREM SCAREM, LEGS DIAMOND, NIGHTRANGER θα άξιζε να του δώσετε μια ευκαιρία.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

artilleryARTILLERY – “Terror squad” (Neat Records)
Ίσως απογοητεύσω κάποιους οπαδούς της μπάντας αλλά το συγκεκριμένο άλμπουμ των Δανών ποτέ δεν μου «μίλησε» τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό που να μπορώ να το κατατάξω στην κατηγορία των πιο σημαντικών στιγμών για την παγκόσμια thrash σκηνή των 80’s. Περισσότερο είχα την περιέργεια τότε να το ακούσω διότι δεν είχα τα χρήματα να αγοράσω το σπάνιο βινύλιο (αφού όλο το χαρτζιλίκι προοριζόταν για σημαντικότερους δίσκους) παρά την επιθυμία να «επενδύσω» στο...οπλοστάσιο των ARTILLERY. Το πρόβλημα μου δεν είχε να κάνει τόσο με το (σε σημεία) τεχνικό thrash ή με την ποικιλομορφία των συνθέσεων (π.χ. μου άρεσε το αργόσυρτο ομώνυμο κομμάτι) αλλά με την ποιότητα αυτή καθαυτή των κομματιών που δεν σου έμεναν και βασικά παρέμεναν σε μία «καλά να περνάμε» κατηγορία. Θεωρώ ότι η συνέχεια επεφύλασσε καλύτερα πράγματα για τους ARTILLERY αν και πάλι δεν πιστεύω ότι και οι επόμενοι δίσκοι μπόρεσαν να εξασφαλίσουν κάτι παραπάνω από μία cult υστεροφημία για τους Δανούς.
Σάκης Νίκας

at warAT WAR – “Ordered to kill” (New Renaissance)
Το πρώτο που μου είχε κάνει εντύπωση όταν, πιτσιρικάς, είχα πρωτοακούσει το δίσκο, ήταν το εξώφυλλο που απεικόνιζε το τρίο από τη Virginia, με τα φυσεκλίκια στο βουνό, λες και πήγαιναν για κυνήγι. Το επόμενο ήταν το “Ilsa (She-wolf of the SS)”, το οποίο ξεκινούσε με μία ομιλία του Hitler και μου άρεσε το MOTORHEAD meets VENOM του. Γενικότερα ο δίσκος κινείται σ’ αυτά τα επίπεδα, σχετικά τυπικός thrash/speed ήχος για την εποχή, από ένα τρίο που δεν είχε να παρουσιάσει και κάτι το αξιοπρόσεχτο. Για να τονίσουν και τις επιρροές τους, κάνουν και μία πολύ ικανοποιητική διασκευή στο “The hammer” των MOTORHEAD. Αλλά όταν το 1986 έχουν βγει στο thrash metal δίσκοι όπως το “Master of puppets” ή το “Peace sells” δεν μπορεί κανείς να ζητάει πολλά από τους AT WAR. Μάλλον πρόσεχαν περισσότερο ταινίες όπως το Rambo και το Delta Force προσπαθώντας να μοιάσουν στον Chuck Norris και τον Stalone, παρά στα μεγάλα thrash σχήματα της εποχής τους…
Σάκης Φράγκος

battlezonePAUL DI’ANNO’S BATTLEZONE - “Fighting back” (Raw Power)
Μυστήριο τρένο o Paul Di’Anno στη μετά MAIDEN πορεία του. Μετά τους DIANNO και ένα δίσκο το 1984 που δεν κατάφερε και τίποτα, έφτιαξε τους BATLLEZONE, ένα σχήμα που σηματοδοτεί την προσπάθεια του να τα καταφέρει στον παραδοσιακό metal ήχο, στον οποίο κι έγινε αυτός που είναι. Για τους δίσκους του Di’anno με τους BATTLEZONE έχω την αίσθηση ότι ελάχιστοι τους γνωρίζουν και ακόμα λιγότεροι τους έχουν ακούσει. Αυτό εδώ είναι το πρώτο άλμπουμ των BATTLEZONE και η μπάντα που τον συνοδεύει έχει στις τάξεις της τον κιθαρίστα των John Wiggins (TOKYO BLADE) και τον ντράμερ Βob “sid” Falch, μετέπειτα πήγε στους Αμερικανούς OVERKILL και FREAK OF NATURE του Μike Tramp.
Aν και ο δίσκος στο σύνολο του είναι αρκετά καλός, διαθέτει μερικές ενδιαφέρουσες συνθέσεις σαν τα “Warchild”, “Welfare warriors”, “(Forever) fighting back”, “In the darkness” και καλή κιθαριστική δουλειά, νομίζω ότι απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο στους λάτρεις του 80’s heavy metal. Χωρίς να είναι καμία δισκάρα, στέκεται αξιοπρεπώς ανάμεσα στην δισκογραφία του Di’Anno, για την οποία δεν θα ακούσετε γενικότερα και διθυράμβους από αυτούς που έχουν ασχοληθεί μαζί της.
Γιάννης Παπαευθυμίου

bitches sinBITCHES SIN - “Invaders” (King Klassic)
H αλήθεια είναι ότι η ζωή (και η τύχη) δεν στάθηκε ιδιαίτερα με το μέρος της μπάντας αυτής από το Λονδίνο. Ain’t life a bitch λένε οι ίδιοι στο εναρκτήριο τραγούδι του δίσκου. Οι Βρετανοί πάντα ήταν ένα σχήμα που καθοδηγούνταν από τους κιθαρίστες και αδέλφια Pete και Ian Toomey. Ξεκίνησαν ελπιδοφόρα την πορεία τους με ένα εξαιρετικό single την διάσημη Neat records (“Always ready” - 1981), έκαναν μεταγραφή στην επίσης σημαντική Heavy metal records (οι δύο πιο δραστήριες και πιο αξιόπιστες εταιρίες για το NWOBHM τα πρώτα χρόνια του κινήματος) με την οποία κυκλοφόρησαν το πολύ καλό ντεμπούτο τους “Predator” το 1982 και μετά κάπου τα πράγματα άρχισαν να χάνουν την πορεία τους. Ένα demo και ένα EP κυκλοφόρησαν από την μπάντα το 1983 και μετά χάθηκαν για μεγάλο διάστημα από την ενεργό δράση. Όταν αποφάσισαν στις αρχές του 1986 να γράψουν έναν νέο δίσκο, είχαν προσλάβει στα φωνητικά τον Frank Quegan. Τρία από τα τραγούδια του δίσκου (“No more chances”, “Out of my mind” και “Ain’t life a bitch”) είναι παλαιότερες συνθέσεις. Ο δίσκος αυτός κυκλοφόρησε στην Αμερική και όχι στην Βρετανία το 1986, λόγω κακής διανομής όμως και προώθησης λίγοι ήταν εκείνοι που πήραν χαμπάρι ότι η μπάντα είχε κυκλοφορήσει νέο δίσκο. Στην Βρετανία ο δίσκος κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα από άλλη δισκογραφική εταιρία και με διαφορετικό εξώφυλλο. Σε γενικές γραμμές ήταν ένας πολύ αξιόλογος δίσκος για τους BITCHES SIN, και ας χωλαίνει αρκετά στον τομέα της παραγωγής. Ακούγοντας τον κάποιος σήμερα μπορεί να καταλάβει ότι τα αδέλφια Toomey ήταν πολύ καλοί κιθαρίστες με αίσθηση του λυρισμού και της μελωδίας. Πάντως, όσον αφορά την μπάντα, αυτός έμελε να είναι και ο τελευταίος τους δίσκος πριν την επιστροφή τους στην δισκογραφία το 2008. Μάλιστα το 2011 κυκλοφόρησαν και καινούργιο δίσκο.
Γιάννης Παπαευθυμίου

black sabbath seventh star frontBLACK SABBATH – “Seventh star” (Vertigo)
Με τη δωδέκατη δουλειά τους, με τον τίτλο “Seventh star” οι BLACK SABBATH, ή καλύτερα ο Τony Iommi, έκαναν τη μεγάλη υπέρβαση. Τον Ιανουάριο του 1986 κι επιστρατεύοντας στα φωνητικά τον τότε απόλυτα εξαρτημένο από τις ουσίες Glen Hughes (ex DEEP PURPLE-TRAPEZE) δημιούργησε ένα διαμάντι του μελωδικού hard rock, πολύ μακριά από τις κλασικές συνθέσεις των BLACK SABBATH έως τότε. Μαζί οι Dan Spitz (ANTHRAX), Eric Singer (KISS). Το άλμπουμ προορίζονταν για προσωπική δουλειά του Tony Iommi, αλλά η εταιρία αρνήθηκε να το κυκλοφορήσει, αν δεν το κυκλοφορούσε ως BLACK SABBATH. Τελικά προτιμήθηκε το συμβιβαστικό και υπεύθυνο για πολλές συγχύσεις “BLACK SABBATH featuring Tony Iommi”. Τραγούδια σαν τα "Heart like a wheel", άφησαν τον Iommi να εξωτερικεύσει την πιο μελωδική πλευρά του. Ακόμη άλλα τραγούδια σαν τα "No stranger to love" αλλά καιτο “In for the kill” ανήκουν στην κλασική κατηγορία του hard rock, όπως το όρισαν οι DEEP PURPLE, URIAH HEEP, ενώ ξεχωρίζει το επικό ομώνυμο τραγούδι. Η απόλυση του Hughes στην περιοδεία για το άλμπουμ, λόγω αδυναμίας να μετριάσει τις καταχρήσεις, έφερε στο σχήμα τον Ray Gillen, (SUN RED SUN). Το “Seventh star” επανακυκλοφόρησε ως διπλό άλμπουμ το 2010, με το δεύτερο CD να περιέχει μια ζωντανή ηχογράφηση του 1986 με τον Ray Gillen στα φωνητικά και αξίζει να προτιμήσετε αυτή την έκδοση αν δεν έχετε το άλμπουμ. Συνολικά αποτελεί μια από τις πολύ καλές στιγμές των «δεύτερων» (εκτός Ozzy-Dio) SABBATH. Οι Iommi- Hughes ξανασυνεργάστηκαν στο “Fused” πριν λίγα χρόνια (2005), με μέτρια επιτυχία, ενώ το “DEP sessions” του 1996 ή “Eight star” bootleg, που κυκλοφόρησε το 1996, αποτελεί, τα απομεινάρια από τη συνεργασία τους, που δεν είδαν το φως της ημέρας.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

Blue-Oyster-Cult-Club-NinjaBLUE OYSTER CULT – “Club ninja” (Columbia)
Με το δέκατο στουντιακό άλμπουμ τους οι βετεράνοι prog-psycho-inventive metallers B.O.C. έδωσαν στο κοινό μια από τις πιο διφορούμενες δουλειές τους. Ένα άλμπουμ, που έμελλε να σημάνει την αρχή μιας δεκαετίας σχεδόν παρακμής. Το “Club Ninja” κυκλοφόρησε το 1986 και είχε σαφή εμπορικό προσανατολισμό, με την Αμερικάνικη έννοια του όρου. Εύπεπτες συνθέσεις, πολλά ευκολομνημόνευτα ρεφρέν και έντονη αίσθηση μελωδίας, μαζί με τη συνεργασία με «εξωτερικούς» συνθέτες, που θα έδιναν το απαραίτητο λουστράρισμα, βλέπε Bob Halligan Jr (γνωστό από τη συνεργασία του με τους HELIX) που πρόσφερε το “Make rock not war" που και μόνο ο τίτλος, δείχνει την πίεση της δισκογραφικής. Αλλά και τα εξαιρετικά "Perfect water" και "Madness to the method". Δυστυχώς το άλμπουμ δεν κατάφερε να ικανοποιήσει την εταιρία αλλά και τους οπαδούς κι έμεινε στα αζήτητα ενώ η περιοδεία που ακολούθησε ώθησε το σχήμα να διαλύσει ουσιαστικά. Η αναγέννησή τους όμως, ήρθε με την πρόσκληση από τον Μ.Εβερτ, τότε Δήμαρχο Αθηναίων, στην Ελλάδα, για δύο μαγικές βραδιές στην κατάμεστη Λεωφόρο. Δυο βραδιές, που σημαδεύτηκαν από εμφανίσεις, που μέχρι σήμερα ελάχιστοι έχουν πετύχει στην Ελλάδα, ίσως ο Waters με το “The wall”. To επόμενο άλμπουμ τους, έδειξε ότι είχαν περιέλθει σε παρακμή και μη αποδοχή από τις τότε παντοδύναμες δισκογραφικές εταιρίες. Μιλάμε για το κατά τα άλλα πολύ καλό, “Imaginos”. Με τραγούδια σαν το single, "Dancin' in the ruins," και τα "When the war comes" και "Spy in the house of the night" ο ήχος ήταν επιεικώς ένα techno pop metal κατασκεύασμα, που ακροβατούσε μεταξύ B.O.C. μελωδίας κι εμπορικής απάθειας. Ένα άλμπουμ με καλές προθέσεις, αλλά πολύ περισσότερη μελωδία από όση μπορούσαν να διαχειριστούν οι βασικοί συνθέτες του σχήματος που ακόμη και σήμερα παραμένει από τα πιο αδύναμα τους, αλλά καλύτερο από την μεγαλύτερη παραγωγή άλμπουμ του LA την ίδια δεκαετία...
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

bon-jovi-slippery-when-wetBON JOVI – “Slippery when wet” (Vertigo)
Ότι φανταζόταν στα νιάτα του ο JBJ έγινε πραγματικότητα με το συγκεκριμένο δίσκο. Πολύ μελάνι έχει χυθεί για τα τραγούδια του, την τεράστια περιοδεία που ακολούθησε, τα 28 εκατομμύρια αντίτυπα που έχει πουλήσει παγκοσμίως και την καθολική καταξίωση που τους προσέφερε (βραχυ- και μακρο-πρόθεσμα). Ο δίσκος που πούλησε περισσότερο από κάθε άλλον το 1987, κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο (Ευρώπη) του ’86 και είναι ο ορισμός της συντεταγμένης προσπάθειας για επιτυχία. Αφού τα παιδιά από το New Jersey είχαν βρεθεί μια ανάσα από την διάλυση, έχοντας χάσει την πίστη και εμπιστοσύνη της δισκογραφικής τους, δέχθηκαν να κάνουν ό,τι τους ζητηθεί για να πετύχουν. Το SWW σημάδεψε ολόκληρη την δεκαετία, την πορεία του συγκροτήματος, αλλά και όλο τον hard rock ήχο. Δεν υπάρχει κάποιος που να ακούει μουσική και να μην έχει συναντήσει κάποιο από τα “Livin’ on a prayer”, “Bad name” ή “Wanted dead or alive”. Η μπάντα, δεν ξεπούληθηκε, αλλά ξεπούλησε... Κι ακόμα πουλάει.
Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

jack-starrs-burning-starr-no-turning-backJack Starr’s BURNING STARR – “No turning back!” (Napalm)
Το 1982 κάνουν την εμφάνιση τους, στο μουσικό προσκήνιο, οι VIRGIN STEELE. Ένα από τα κυριότερα ονόματα του αμερικάνικου epic / power με έναν χαρισματικό τραγουδιστή και έναν εξαιρετικό κιθαρίστα. Ο Jack Starr έψαχνε για καιρό έναν τραγουδιστή που θα ολοκλήρωνε τις συνθέσεις τους και όταν άκουσε σε μια ακρόαση τον David DeFeis να τραγουδά το “Child in time”, μεταξύ άλλων, τον «άρπαξε» αμέσως!! Ηχογράφησαν μαζί τα «διαμάντια» “Virgin steele”, “Guardians of the flame” και “Wait for the night” (EP). Δυστυχώς η συνεργασία τους δεν κράτησε, καθώς η επιβλητική προσωπικότητα του David επισκίασε τα πάντα, με αποτέλεσμα μετά από μόλις δύο χρόνια να χωρίσουν άσχημα μπλέκοντας σε άνευ προηγουμένου δικαστικές διαμάχες. Το όνομα του συγκροτήματος το κράτησε ο David και η συνέχεια είναι γνωστή για τους VIRGIN STEELE.
Ο Jack Starr όμως δεν έκατσε με σταυρωμένα χέρια και συνέχισε την προσπάθεια. Μετά από ένα προσωπικό δίσκο μαζί με τον αδικοχαμένο τραγουδιστή Rhett Forrester δημιουργεί τους BURNING STARR και το 1986 κυκλοφορούν το δεύτερο δίσκο “No turning back!”. Σύμμαχό του έχει τον άσπονδο φίλο του David DeFeis, με τον οποίο τα είχαν ξανά βρει, προσωρινά. Ο David παίζει πλήκτρα και έχει κάνει την παραγωγή! Επίσης, για μια ακόμη φορά ανακαλύπτει έναν νέο, εξαιρετικό, τραγουδιστή τον Mike Tirelli (ex – HOLY MOTHER, MESSIAH’S KISS) και ορεξάτος συνθέτει ετοιμάζει το δίσκο, κάτι που γίνεται ευδιάκριτο στο τελικό αποτέλεσμα. Ο δίσκος περιέχει έντεκα τραγούδια και δύο, μικρά σε διάρκεια, instrumental. Από το πρώτο, ομώνυμο, τραγούδι ενθουσιάζεσαι από τα φωνητικά και την εκπληκτική κιθαριστική δουλειά. Κυρίως αμερικάνικο power metal με μελωδικά ρεφρέν και μελωδίες που μένουν στον ακροατή. Το κυριότερο συνθέσεις με προσωπικότητα, καθώς ο χαρακτηριστικός ήχος του Starr βρίσκεται παντού. Μοναδικό μειονέκτημα που αφαιρεί βαθμούς έχει να κάνει με το ότι εκεί που ακούς γνήσιο power metal πετάγονται κάποιες hard rock στιγμές που σε ξενερώνουν. Ευτυχώς όμως είναι λίγες. Κορυφαίες στιγμές τα “Call of the wild”, “Road warrior”, “Avenging angel” και “Light in the dark”. Πάντα θα έχω απορία πως θα ήταν το τελικό αποτέλεσμα, αν κυκλοφορούσαν πολλά από τα τραγούδια κάτω από το όνομα VIRGIN STEELE με τον DeFeis να βάζει τις δικές του «πινελιές».
Παναγιώτης Δημητρόπουλος

candlemass epicusCANDLEMASS – “Epicus Doomicus Metallicus” (Black Dragon)
Το 1986 ήταν μια «πλούσια» χρονιά σε εξαιρετικούς δίσκους, τόσο από τα μεγάλα ονόματα όσο και από άγνωστα συγκροτήματα. Εκείνη την χρονιά έκανε την εμφάνισή του ένα σουηδικό συγκρότημα με το πρώτο δίσκο του. Οι CANDLEMASS κυκλοφορούν το “Epicus Doomicus Metallicus” και αυτόματα γίνονται το καλύτερο metal συγκρότημα από τη Σουηδία, μέχρι και σήμερα, κατά την προσωπική μου άποψη. Οι CANDLEMASS ξεκίνησαν την πορεία τους στις αρχές των 80’s μετά την διάλυση των NEMESIS. Ο μπασίστας Leif Edling είχε βάλει πείσμα να δημιουργήσει το δικό του συγκρότημα για να εκφράζει τις μουσικές του ανησυχίες. Αυτό που δεν είχε καταλάβει είναι ότι με τις συνθέσεις του θα στιγμάτιζε ένα ολόκληρο είδος στο metal και το metal γενικότερα.
Ο τίτλος του δίσκου υποδεικνύει με τον καλύτερο, δυνατό, τρόπο το τι θα ακούσουμε!!
Επικό doom metal με διάχυτες μελωδίες, επιβλητικά doom riffs και ιδιαίτερα φωνητικά. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, όταν οι ακουστικές κιθάρες του “Solitude” κάνουν την «εμφάνιση» στα ηχεία οδηγώντας σε μαγευτικά riffs και στην υπέροχη φωνή του Johan Langqvist. Η συνέχεια ανάλογη, όπου δεν χρειάζεται να σας περιγράψω το κάθε τραγούδι ξεχωριστά, καθώς στην Ελλάδα ανέκαθεν ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα συγκροτήματα, ενώ όλοι έχετε ακούσει τα έξι τραγούδια του δίσκου, ασχέτως αν ήταν του γούστου σας. Θα σταθώ στον «εγκέφαλο» του αριστουργήματος Leif Edling, ο οποίος τόσο σε αυτό το δίσκο όσο και στις επόμενες δουλειές δείχνει το πλούσιο ταλέντο του, με προσεγμένα τραγούδια από την αρχή ως το τέλος. Ένας από τους κορυφαίους συνθέτες στο metal και μέλος μιας μικρής, ιδιαίτερης «λέσχης», που έχουν γράψει ιστορία στη σύνθεση αν και μπασίστες. Επίσης δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω τα φωνητικά του Johan Langqvist!! Ο μετέπειτα τραγουδιστής Messiah Marcolin διαθέτει πολύ καλύτερη φωνή, δεν αμφιβάλει κανείς, αλλά ο Johan είχε κάτι μαγικό και «σκοτεινό» σφραγίζοντας ανάλογα τις συνθέσεις. Τέλος ο Klas Bergwall στη lead κιθάρα καταλαβαίνει απόλυτα το όραμα του Leif και τον βοηθά στο μέγιστο βαθμό, «παλεύοντας» με τις doom ελεγείες και τα δυναμικά ξεσπάσματα. Ο δίσκος κλείνει με το ιδανικότερο τρόπο, πάλι με τη συνοδεία ακουστικής κιθάρας να οδηγείται στο αριστουργηματικό και επικό “A sorcerer’s pledge”. Ενώ οι προπάτορες του doom BLACK SABBATH «έντυναν» πάντα τις συνθέσεις τους ένα πιο «διαβολικό» ήχο οι CANDLEMASS κινήθηκαν σε πιο μελγχολικά και επικά μονοπάτια, προσφέροντας στο doom μια διαφορετική προοπτική.
Η συνέχεια ήταν ανάλογη και με την ενσωμάτωση του Messiah απογειώθηκαν, προσφέροντας υψηλής ποιότητας δίσκους και κερδίζοντας χιλιάδες οπαδούς. Με αντικειμενικά κριτήρια δίσκοι όπως “Nightfall” και “Ancient dreams” ήταν καλύτεροι δίσκοι, παρόλο αυτά το “Epicus Doomicus Metallicus” θα παραμένει ο πιο αγαπημένος μου και τα riffs του θα με συνοδεύουν για πάντα, ενώ τα γυναικεία φωνητικά στον επίλογο του “A sorcerer’s pledge” θα μου θυμίζουν πάντα μια εποχή που δεν πρόκειται να ξανά έρθει. Απαραίτητος δίσκος για κάθε metaller!!!
Παναγιώτης Δημητρόπουλος

carnivore sameCARNIVORE – “Carnivore” (Roadrunner)
Όταν έχεις να κάνει με ένα συγκρότημα, που ο τραγουδιστής του φωνάζει ανελέητα “I love to eat pussy”, καταλαβαίνεις ότι δεν έχεις να κάνεις με το συνηθισμένο metal συγκρότημα της διπλανής πόρτας!!! Μαζί με το “Speak English or die” των S.O.D., νομίζω ότι το ομώνυμο άλμπουμ των CARNIVORE, του Peter Steele (αργότερα των TYPE O NEGATIVE), είναι ο ορισμός του crossover. Μιλάμε ότι αναμιγνύει το punk, το thrash, το doom, ακόμα και το επικό metal και το hardcore με έναν τρόπο που αμφιβάλλω αν και ο ίδιος ο Steele είχε κατανοήσει ότι είχε καταφέρει να κάνει. Χοντροκομμένο χιούμορ, αρρωστημένο σε σημεία, με πολλά ρατσιστικά υπονοούμενα και in your face χονδροειδείς χαρακτηρισμούς, που σε τραγούδια όπως το “Male supremacy” κάνουν το “Pleasure slaves” των MANOWAR να ακούγεται σαν την «Τσιγκολελέτα». Η κλασική, βαρύτονη χροιά του Steele προσδίδει μία αίσθηση τρόμου όταν ακούς το δίσκο, καμία σχέση με αυτό που ακούμε στους TYPE O NEGATIVE. Πραγματικά, ακόμα απορώ πως η PMRC δεν έτυχε να ακούσει τους CARNIVORE και να θεωρήσει τους TWISTED SISTER ή τους JUDAS PRIEST σχολικές μπάντες συγκρινόμενες με την προκλητικότητα των «σαρκοφάγων κανίβαλων» του metal. Ακόμα θεωρώ το δεύτερο άλμπουμ των CARNIVORE κορυφαίο, αλλά πάντα διασκεδάζω αφάνταστα ακούγοντας κομμάτια όπως το “Predator”, το “Thermonuclear warrior” ή το “Male supremacy”. Ένα must, για να δουν τα σημερινά σχήματα τι σημαίνει να προκαλείς και να σοκάρεις…
Σάκης Φράγκος

cind night songsCINDERELLA – “Night songs” (Vertigo)
Πήδηξαν στο τρένο των BON JOVI που έτρεχε με χίλια και από το ντεμπούτο τους οι Σταχτοπούτες έκαναν επιτυχία με ένα καθ’ όλα κλασικό δίσκο του αμερικάνικου glam. Αν και ξεκινά με το αργόσυρτο ομώνυμο, τα τραγούδια που ακολουθούν έχουν την εορταστική ατμόσφαιρα που χαρακτήριζε την μπάντα. Ο Tom Keifer με την ιδιαίτερη (αν και περιορισμένου εύρους) φωνή, τους εξαιρετικούς στίχους και το country-glam-rock συνθετικό του στυλ έδωσε αμέσως μια προσωπική ταυτότητα στους CINDERELLA. “Shake me”, “Push push” “Somethin’ for nothin’” “In from the outside” είναι χαρακτηριστικά του ήχου τους. Από την άλλη, το “Nobody’s fool” και το “Somebody save me” αναδεικνύουν τον λυρισμό του Keifer με συναίσθημα που κερδίζει κάθε κοριτσάκι του Γυμνασίου εκείνη την εποχή. Αν έλειπε και αυτή η απαράδεκτη φωτογραφία στο εξώφυλλο, καλά θα ήταν.
Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

citiesCITIES - “Annihilation absolute” (Metal Blade)
Δίσκος-αριστούργημα, ένα μικρό διαμάντι από ένα σχήμα που δεν άντεξε πέρα από ένα δίσκο, αυτόν που παρουσιάζεται στις παρακάτω γραμμές. Το “Annihilation absolute” είναι ένα από τα άλμπουμ που σήμερα μπαίνουν την κατηγορία US metal, τότε το λέγαμε Αμερικάνικο power metal και είναι από αυτούς που μπορώ να πω ότι έχω “λιώσει” από το παίξιμο (βινύλιο γαρ..). Το σχήμα ξεκίνησε από την Νέα Υόρκη και έγινε κάπως γνωστό γιατί ο ντράμερ τους ήταν ο Α.J. Pero που είχε γίνει γνωστός με τους TWISTED SISTER. Ηχητικά οι CITIES δεν έχουν καμία σχέση με τους TWISTED SISTER, o ήχος τους είναι power metal που περισσότερα κοινά έχει με τους πρώιμους SAVATAGE και ΑRΜΟRED SAINT. Συνθέσεις σαν το επικολυρικό “In the still of the night”, το επικό “Cruel sea”, κολασμένες power metal-ιές (άλλης εποχής) σαν τα απερίγραπτα “Shades of black” , “Not alone in the dark”, “Burn forever”, το NWOBHM influenced “Stop the race” είναι μερικά μόνο από τα κομμάτια που υπάρχουν εδώ. Είναι ευτύχημα πάντως που τέτοιας ποιότητας συνθέσεις έχουν σωθεί και αποτυπωθεί σε αυτόν εδώ τον δίσκο. Μπορεί ο τραγουδιστής Ron Angell να μην ήταν John Bush, αλλά διαθέτει μια πολύ καλή και χαρακτηριστική φωνή. Μπορεί ο κιθαρίστας Steve Mironovich να μην ξανακούστηκε ποτέ από τότε, αλλά εδώ κάνει εξαιρετική δουλειά στα riffs και στα solos, ο μπασίστας Mayne μπορεί πια να έχει ξεχάσει ότι έπαιζε κάποτε σε μπάντα αλλά εδώ τα δίνει όλα. Αν και η μοίρα δεν τους επιφύλαξε μια καλύτερη τύχη, αυτός ο δίσκος παραμένει ζωντανός όσο υπάρχουν παιδιά που ψάχνουν στο παρελθόν του Αμερικάνικου metal των 80’s και του ξαναδίνουν ζωή ανακαλύπτοντάς τον. Γιατί μερικοί δίσκοι, όσο υπάρχουν στην καρδιά μας δεν ξεχνιούνται ποτέ.
Γιάννης Παπαευθυμίου

Alice-CooperALICE COOPER – “Constrictor” (MCA)
Δεν ξέρω πόσοι από τους νεότερους έχουν πραγματικά εκτιμήσει την προσφορά του Alice Cooper (πέραν του “Trash”) και θα τους προέτρεπα να ξεκινήσουν με το “Constrictor” για να δουν πώς ο shock-rocker επανήλθε τη δεκαετία αυτή, μετά από την μουσική του αυτο-απαξίωση στις αρχές της. Τρία ονόματα που φανερώνουν τον καλογυαλισμένο ήχο του Alice: Beau Hill – ο παραγωγός και μαέστρος του γυαλίσματος (νομίζω αυτός δημιούργησε το σπρέι Overlay), Kip Winger – ο ευφυέστατος μπασίστας που ήταν ανέκαθεν ερωτευμένος με την μελωδία,
Kane Roberts – ο body-builder-άς κιθαρίστας και συνθέτης (μαζί με τον τραγουδιστή) όλου του δίσκου. Ο οπτικός ορισμός του επιδειξία, αλλά καθ’ όλα άξιος και άρτιος για το είδος. Αν και το “He’s back” σήμερα θα ξένιζε, έδωσε στον Alice προβολή μέσα από την ταινία “Friday the 13th – IV”, ενώ οι παλαιότεροι φίλοι του αρκέστηκαν στην επιστροφή του στο κιθαριστικό ήχο με τα υπόλοιπα 9 τραγούδια. Ιδιαίτερη εντύπωση έκανε το εναρκτήριο “Teenage Frankestein” που έφερνε στο μυαλό παλιές καλές “I’m eighteen” εποχές. Το άλμπουμ επανέφερε την μπάντα στο μουσικό χάρτη, τους επέτρεψε να κάνουν μια εκπληκτική, θεατρική περιοδεία και κατέδειξε τον δρόμο της επιστροφής για τον Alice Cooper. Μέχρι τις αρχές των 90’s αυτός θα ήταν ο ήχος του.
Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

Crimson Glory sameCRIMSON GLORY – “Crimson glory” (Roadrunner)
Οι ηλικιακά μεγαλύτεροι φαντάζομαι πως δεν έχετε λησμονήσει τον τεράστιο ντόρο που είχε δημιουργηθεί στις τάξεις της φατρίας μας όταν έσκασε σαν βόμβα μεγατόνων το ντεμπούτο των CRIMSON GLORY… Πέντε μασκοφόροι τύποι που ένωσαν την φαιά ουσία τους, της πρόσθεσαν καντάρια μυστηρίου κι αφού είχαν αποτινάξει από πάνω τους την εμμονή να διασκευάζουν διάφορα ιερά τέρατα των 70’ς ως PIERCED ARROW κι αργότερα κυκλοφορώντας στα underground στέκια με το όνομα BEOWULF, αποφάσισαν να δουν την υπόσταση τους ακόμα πιο σοβαρά… Βάφτισαν εαυτούς CRIMSON GLORY και σε χρόνο dt προκάλεσαν σοκ και δέος στην διεθνή κοινότητα, με το US metal να συνεχίζει απρόσκοπτα την επέλαση του στις καρδιές των οπαδών και τη Roadrunner να τρίβει τα χέρια της από ικανοποίηση που διέγνωσε πρώτη έναν καλά κρυμμένο θυσαυρό!
Έχοντας ήδη απολαύσει τον Geoff Tate στην απόπειρα εξομοίωσης του power metal άλλοτε με λυσσασμένη θάλασσα κι άλλοτε με την ανεμελιά ενός ανεπαίσθητου παφλασμού του κύματος, πριν ακόμα υποδεχθούμε τον Ray Alder κι αναθεωρήσουμε θέσεις και απόψεις περί τσιρίδας, υψηλών οκτάβων και τα συναφή, αγκαλιάσαμε τον Midnight… Αινιγματική persona από τη νιότη του, κυκλοθυμικός στις αντιδράσεις του αλλά παράλληλα αφάνταστα χαρισματικός ως ερμηνευτής, κερδίζει στο νήμα τους Drenning/Jackson που ζωγράφιζαν στις ταστιέρες τους. Το αφοπλιστικό, in your face, νεανικό heavy metal των CRIMSON GLORY, σαφώς και δεν ανακαλύπτει τον τροχό, σαφώς και δεν πυροδότησε αλυσιδωτές εκρήξεις στην σκηνή, όπως είχαν πράξει νωρίτερα μεγαθήρια όπως οι BLACK SABBATH, οι JUDAS PRIEST, οι IRON MAIDEN και ολάκερη σχεδόν η 70’s παρέα, από τους DEEP PURPLE και τους URIAH HEEP, μέχρι τους τους THIN LIZZY και τους UFO.
Η απόπειρα αναπαραγωγής άλλωστε των “Valhalla”, “Dragon lady”, “Heart of steel”, “Azrael”, “Queen of the masquerade”, ουδέποτε προσεγγίστηκε επιτυχώς κι όσοι θέλησαν να το κάνουν, κατέληξαν στο να φάνε τα μούτρα τους, αδυνατώντας πρωτίστως να “συλλάβουν” το μέγεθος του οράματος που επέλεξαν ν’ αγγίξουν. Ένταση, riff που κάλπαζαν σαν τα άλογα στην μάχη, επικολυρικά πεδία έκφρασης που συγκλονίζουν κι ένα “Lost reflection”, σαλεμένο, παρανοικό, φευγάτο και –εν πολλοίς- αλησμόνητο! Αδιανόητο να απουσιάζει από κάθε δισκοθήκη, το πρώτο άλμπουμ των CRIMSON GLORY δείχνει τα δόντια και τις άγριες προθέσεις της πεντάδας και δεν είναι καθόλου υπερβολή να τον θεωρήσουμε βασικό παράγοντα πάνω στον οποίο χτίστηκε η αγάπη για το metal της άλλης όχθης του Ατλαντικού, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρη της Ευρώπη!
Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

crumbsuckersCRUMBSUCKERS – “Life of dreams” (Combat)
Αυτή η μπάντα, ήταν πάνω-κάτω στην ίδια crossover γενικά με τους AGNOSTIC FRONT, τους CRO-MAGS και τους D.R.I., όμως ποτέ δεν κατάφερε να έχει τόση διείσδυση στον κόσμο όσο οι προαναφερθέντες. Το ντεμπούτο τους, περιείχε ίσες ποσότητες punk/hardcore με heavy/thrash, που τότε ήταν στα πολύ πάνω του, κλασικά μικρά κομμάτια σε διάρκεια (16 στον αριθμό και λίγο πάνω από 33 λεπτά συνολική διάρκεια) και αυτή την ωμή ενέργεια που βγάζουν παραδοσιακά τα αμερικάνικα hardcore σχήματα εκείνης της περιόδου. Ιδρυτής τους, ήταν ο γνώριμός μας, Gary Meskil, που μετά τη διάλυσή τους, μαζί με άλλα μέλη των CRUMBSUCKERS, έκαναν τους πολύ δημοφιλείς PRO-PAIN, που συνεχίζουν μέχρι τις μέρες μας να παίζουν εξαιρετικό «επιμεταλλωμένο» hardcore. Συνολικά, δεν πρόκειται για κάποια ιδιαίτερα σημαντική προσπάθεια, μάλλον η μεγαλύτερη προσφορά των CRUMBSUCKERS στο metal, ήταν ότι βοήθησαν τους συντοπίτες τους DREAM THEATER, να βρουν δισκογραφικό συμβόλαιο για το “When dream and day unite”…
Σάκης Φράγκος

dark angel darknessDARK ANGEL – “Darkness descends” (Combat)
Το “Darkness descends”, είναι μακράν, ένας από τους πιο υποτιμημένους thrash δίσκους όλων των εποχών. Το 1986 υπήρξε η χρονιά που βγήκαν πολύ σημαδιακοί δίσκοι για το thrash, λίγη σημασία δόθηκε όμως στο άλμπουμ αυτό, που συγκέντρωνε όλα τα εφόδια για να είναι οι DARK ANGEL στο Champion’s League του thrash κι όχι μόνο για τους πιο «ψαγμένους» ή underground τύπους. Υπάρχουν πολλά σχήματα με ντράμερ σαν τον Gene Hoglan που έκανε τότε ουσιαστικά για πρώτη φορά την εμφάνισή του; Κιθαριστικό δίδυμο με τέτοιες ικανότητες στα lead και στο riffing όπως οι Eric Meyer και Jim Durkin υπάρχουν πολλά στην πιάτσα; Ο Don Doty, πόσο διαφορετικά φωνητικά είχε από του Tom Araya εκείνη την περίοδο; Το “Darkness descends” είναι το ίδιο σημαντικό για το αμερικάνικο thrash, όσο το “Pleasure to kill” των KREATOR για την Ευρώπη, που βγήκε την ίδια χρονιά. Εξαιρετικές συνθέσεις, οι περισσότερες σε υπερηχητικές ταχύτητες, με κορυφαία όλων το καρα-classic “Merciless death” (με το μπάσο στην εισαγωγή να ακούγεται σαν τον Steve Harris), αλλά και το εννιάλεπτο “Black prophecies” με τις απίστευτες αλλαγές (ενδεικτικό του ύφους που θα ακολουθούσαν στο “Leave scars” και στο “Time does not heal” που ακολούθησαν), το επίσης κλασικό “Perish in flames”, το “Burning of Sodom” που είναι από τα γρηγορότερα κομμάτια που έχουν γραφτεί στο thrash, όπως και το εναρκτήριο ομώνυμο τραγούδι. Θα μου πείτε, που υπάρχει δικαιοσύνη για να βρεθεί στο heavy metal. Ίσως να φταίει ότι εκείνη τη χρονιά, βγήκαν δίσκοι-ορόσημο στο ιδίωμα, όπως το “Reign in blood”, το “Master of puppets”, το “Peace sells” ή το “Pleasure to kill” και πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Είναι βέβαιο ότι επηρέασε πολλά σχήματα όμως, στο Bay Area, που δοκίμαζαν να βάλουν αρκετές αλλαγές στα τραγούδια τους και να μην είναι τόσο μονοδιάστατα…
Σάκης Φράγκος

DestructionDESTRUCTION – “Eternal devastation” (Steamhammer)
Πρόκειται για τη δεύτερη full length κυκλοφορία των Γερμανών thrashers, μόλις ένα χρόνο μετά τη πρώτη τους, το “Infernal Overkill” και η τελευταία με το αρχικό line up. Αρκετά καλύτερη παραγωγή από τον προκάτοχο του με πιο έξυπνα και συνάμα πιασάρικα riffs. Τα φωνητικά του Marcel Schirmer, γνωστού μας ως Schmier, είναι πιο aggressive αλλά παραμένουν σε καθαρά thrash επίπεδα, σε αντίθεση με τους άλλους δυο frontmen της γερμανικής τριάδας του thrash, Tom Angelripper (SODOM) και Mille Petroza (KREATOR). Το τραγούδι που ανοίγει το άλμπουμ “Curse the Gods” έμελε να γίνει μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των DESTRUCTION, χάρη στις ανελέητα γρήγορες κιθάρες του. Δεν είναι το μόνο αξιόλογο κομμάτι όμως. Πολύ δύσκολο να διαλέξεις συγκεκριμένο, αφού έχουν τόσα τραγούδια στο δίσκο, με riffs που σου σκαλώνουν στον εγκέφαλο ακόμη και μετά από 25 χρόνια. "United by hatred", "Confused mind", το instrumental "Upcoming devastation". Καινοτόμο pure thrash metal the “German way”, ότι πρέπει για ατελείωτο headbanging! Είμαι σίγουρος ότι πολλοί αναπολούν αυτές τις εποχές, αφού ιδίως στο συγκεκριμένο είδος, εκτός μερικών εξαιρέσεων, δεν υπάρχουν πολλές κυκλοφορίες που να κάνουν το “break through”, όπως οι DESTRUCTION με το “Eternal devastation”. Προσοχή όμως, απαγορεύεται αυστηρά η ακρόαση του δίσκου χωρίς άφθονη πόση μπύρας!
Γιώργος Δρογγίτης

Destructor-MDDESTRUCTOR – “Maximum destruction” (Auburn)
Τώρα να πω ότι θεωρώ cult το εξώφυλλο των Αμερικάνων DESTRUCTOR, με τα δερμάτινα, τις αλυσίδες και τις κιθάρες, θα σας πω ψέματα. Γραφικό του κερατά είναι, ακόμη και για την εποχή που βγήκε. Τέλος πάντων. Κλασική speed/thrash μπάντα της εποχής, ακολουθώντας κλισέ όπως εισαγωγή με τσιρίδα, θεματολογία με σαδομαζοχιστικά υπονοούμενα, αλλά είχε πολύ ψυχή… Τα φωνητικά του Dave Overkill πάντα μου θύμιζαν τον Paul Balloff των EXODUS και η μουσική τους αυτή των EXCITER, αλλά και λίγο AGENT STEEL στα πιο speed σημεία τους. Το “Maximum destruction”, είναι από τα κλασικά 80’s thrash τραγούδια και ο δίσκος είναι χαρακτηριστικό δείγμα μία εποχής όπου το speed/thrash ιδίωμα «χτιζόταν» με τέτοιου είδους μπάντες. Μπορεί λοιπόν το εξώφυλλό τους να μην είναι cult, αλλά ο δίσκος σίγουρα είναι και η ζήτησή του, έκανε τη Listenable να τον επανακυκλοφορήσει το 1998. Οι δε DESTRUCTOR πριν λίγα χρόνια, έπαιξαν στο Wacken Open Air και κοιτάξτε κανένα video στο youtube να δείτε τι πανικός έγινε. Στη χώρα μας πάντως, δεν ακούμπησαν ιδιαίτερα…
Σάκης Φράγκος

diamond head beholdDIAMOND HEAD - “Behold the beginning” (Metal Masters)
H πραγματικότητα είναι ότι όταν αυτή η συλλογή αυτή βγήκε στην αγορά το 1986, η μπάντα ήταν ήδη παρελθόν. Οι Brian Tatler και Sean Harris είχαν δημιουργήσει τα δικά τους project τους RADIO MOSCOW και ΝΟΤΟRIUS αντίστοιχα, σχήματα τα οποία δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τον ήχο που τους είχε κάνει γνωστούς σε ένα μεγάλο πυρήνα οπαδών στις αρχές των 80’s. To “Behold the beginning” περιέχει ουσιαστικά τα τραγούδια του θρυλικού πλέον ντεμπούτου τους “Lightning to the nations” πλην του ομώνυμου κομματιού, σε διαφορετικά remixes από τον ίδιο τον Brian Tatler. Επίσης στον δίσκο περιλαμβάνονται και τέσσερα κομμάτια που πιο πριν μπορούσες να βρεις μόνο στα singles και EP’s της μπάντας όπως είναι τα “Shoot out the lights”, “Streets of gold”, “Waited to long” και “Play it loud” και το γεγονός αυτό όπως και το ότι το ντεμπούτο τους ήταν δυσεύρετο εκείνη την εποχή, ήταν το μεγαλύτερο δέλεαρ για να αγοράσει κάποιος αυτόν εδώ τον δίσκο. Tα επόμενα χρόνια κυκλοφόρησαν διάφορες συλλογές, επανακυκλοφορίες του “Lightning…” και επανακυκλοφορία του δίσκου αυτού το 1991 με διαφορετικό εξώφυλλο από την Heavy Metal Records. O λόγος της επανακυκλοφορίας του 1991, ήταν ότι είχε προηγηθεί η συλλογή “NWOBHM 79 Revisited” έναν χρόνο νωρίτερα, τότε που ο Lars Ulrich με αυτήν έκανε ευρέως γνωστή όχι μόνο την αγάπη του για το συγκρότημα αλλά και το ίδια την μπάντα γενικότερα. Τεράστιο σχήμα και χωρίς την συμβολή τους ενδεχομένως οι METALLICA να μην ήταν αυτό που ξέρουμε και γνωρίζουμε όλοι. Τουλάχιστον τα εύσημα αποδόθηκαν όπως έπρεπε από την πλευρά των METALLICA.
Γιάννης Παπαευθυμίου

europe count post1EUROPE – “The final countdown” (Epic)
Ξεκινώντας τον Σεπτέμβρη του 1985 και τελειώνοντας τον Μάρτιο του 1986 οι Σουηδοί hard rockers EUROPE κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν από τους κορυφαίους δίσκους στον χώρο, ίσως και τον κορυφαίο! Μάιος του ’86 κυκλοφόρησε (στην Ελλάδα τον μάθαμε το 1987 ουσιαστικά λόγω Eurobasket) με την τεράστια συμβολή στην παραγωγή από τον κορυφαίο Kevin Elson (LYNYRD SKYNYRD, JOURNEY, MR. BIG, STRANGEWAYS)! Το εναρκτήριο ομώνυμο τραγούδι προέκυψε με εντελώς «κουλό» τρόπο για να καταλήξει να γίνει το πιο γνωστό τους τραγούδι παγκοσμίως! Ξεκίνησε ως ένα θέμα στα πλήκτρα το οποίο προοριζόταν για να ανοίγουν με αυτό τα live τους. Και μια μέρα πιάνει ο John Leven τον Joey Tempest και του λέει: “Δεν γράφουμε ένα ριφάκι βασισμένο σε αυτό ώστε να του δώσουμε σάρκα και οστά;” … Ε, κι έτσι γεννήθηκε το “The final countdown”! Με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά solo ever από τον “μάστορα” John Norum. Με την power-ballad “Carrie” πόσοι άραγε δεν είχαμε ερωτευθεί ή κλάψει τότε....; Με το “Rock the night” πόσοι τα “σπάγαμε” και συνεχίζουμε ακόμη και σήμερα; Μικροί ύμνοι όπως “Danger in the track”, “Ninja”, “Cherokee”, “Heart of stone”, “On the loose”, “Love chaser”…… Απλά άσε τον δίσκο να παίζει που λέμε... Δεν θέλω να ξαναπώ τα πάρα πολλά και αυτή τη φορά. Το “The final countdown” αποτελεί μία κυκλοφορία σταθμός όπου επιβάλλεται να κοσμεί την οποιαδήποτε δισκοθήκη. ΑΠΛΟ! Σουηδία = Εμπιστοσύνη!
Χάρης “Harley S.” Στουραΐτης

FASTWAY  Trick or treatFASTWAY – “Trick or treat” (Columbia)
Τέταρτη δουλειά για την παρέα του Fast Eddie Clark και του Dave King. Από τα πρώτα soundtrack για μια νεανική ταινία τρόμου, με μια cameo εμφάνιση του Οzzy ως τηλεοπτικού ιεροκήρυκα και μια σχηματική υπόθεση, που σήμερα προκαλεί γέλια. Όχι όμως και το άλμπουμ, που αποτελεί ένα μικρό διαμαντάκι καλοπαιγμένου hard rock, με επιρροές από LED ZEPPELIN, FREE, BAD COMPANY, FACES, B.T.O. Η φωνή του King σε μεγάλες φόρμες, όπως και το υπόλοιπο σχήμα, με κλασικά δυναμικές, λιτές, μετρημένες κιθάρες που κεντάνε, στιβαρό rhythm section και συνθέσεις, που προέρχονται κύρια από τα δύο πρώτα άλμπουμ τους, για να κουνήσεις το κεφάλι σου στο ρυθμό τους. Συνολικά ένα άλμπουμ αντιστρόφως ανάλογα καλό της ταινίας. Στην Αθήνα «κατέβηκε» από τους κινηματογράφους, περίπου δύο μέρες από την κυκλοφορία της, λόγω έλλειψης θεατών.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

Fate-A-Matter-of-AttitudeFATE – “A matter of attitude” (EMI)
Το 1987 η Ελληνική EMI κυκλοφόρησε σε βινύλιο την συλλογή “Metal thunder”. Ήταν ένα από τα πρώτα βινύλια που απέκτησα. Περιείχε συγκροτήματα όπως WASP, SAXON, SPITFIRE, ALCATRAZZ, QUEENSRYCHE, WHITESNAKE, MEGADETH, HELIX, WAYSTED, MANOWAR. Την επιμέλεια είχε αναλάβει ο Γιάννης Κουτουβός. Εκτός όλων αυτών των ονομάτων, υπήρχε στον δίσκο και μία μπάντα που για πρώτη φορά συναντούσα και άκουγα... Αυτοί ήταν οι Δανοί FATE. Το “ραδιοφωνικό” τραγούδι τους “Farrah” με κέρδισε με την πρώτη ακρόαση. Το hit βέβαια είναι το τραγούδι “I won’t stop” το οποίο γυρίστηκε και video-clip. Ένα όμορφο σύνολο από πλήκτρα σε πρώτο ρόλο, ρυθμικές κιθάρες, smoothy φωνητικά και δεύτερα τα οποία τοποθετούν το κατάλληλο χαλί στο background. Η παραγωγή είναι λίγο απογοητευτική αλλά ... ok. Τραγούδια όπως "Hard as a Rock", "I Can't Stand Losing You", "Summer Love" ακούγονται πανέμορφα. Ιδιαιτέρως ξεχωρίζει το "Do It" όπου νομίζει κανείς ότι ακούει κάτι σε Stray Cats με Louis Armstrong!!! Αρκετά διασκεδαστικό!!! Τελευταίο κι επίσης πολύ ωραία σύνθεση αφήνω το "Point of No Return" ΄που όποτε το ακούω σε πολλά σημεία μου θυμίζει κάτι από Tone Norum (“What about me”), Frida (“Something going on”) αλλά και πινελιές απο Italo disco. Διάφοροι τότε τους είχαν ονομάσει οι Δανοί EUROPE… Αξιοπρεπές απόκτημα για την δισκοθήκη σας.
Χάρης “Harley S.” Στουραΐτης

FATES WARNING  Awaken the guardianFATES WARNING – “Awaken the guardian” (Metal Blade)

Κλείστε τ’ αυτιά σας στις σειρήνες που προέρχονται από δύο εκ διαμέτρου αντίθετες σχολές και αντιλήψεις. Το heavy metal υπόβαθρο των τριών πρώτων δίσκων από τους Προειδοποιητές της Μοίρας, ήταν, είναι και θα είναι στον αιώνα τον άπαντα, αντικείμενο προς ατέρμονη εξερεύνηση κι ας μην διέπονταν από τις επισταμένες prog νόρμες του “No exit” και των επιγόνων του. Καλό θα είναι να έχουμε πάντα στο μυαλό μας πως το “Awaken the guardian” όσο προχωρημένο κι αν θεωρείτο για την εποχή του, δεν παύει να θεωρείται αναπόσπαστο κομμάτι της epic/power κληρονομιάς του U.S. metal!!! Κι όλα αυτά ενώ στο ρόστερ του εντοπίζονται προοδευτικά ψήγματα και αναζητήσεις μιας περιόδου που ότι είχε να επιδείξει το ιδίωμα, ήταν ουσιαστικά των “Rage for order” των έτερων θεών QUEENSRYCHE…
Η ενορχηστρωμένη λύσσα των απανταχού ειδημόνων που ανακάλυπτε παντού σωσίες του Dickinson και μιμητές των IRON MAIDEN, γίνεται καπνός καθώς τα ψυχωμένα κιθαριστικά της εγκληματικά αγνοημένης κιθαριστικής δυάδας των Matheos/Aresti δίνει το στίγμα, διδάσκοντας παράλληλα μεταλλικό πλουραλισμό, παιδεία και γνώση του αντικειμένου... Οι DiBiase και Zimmermann στο rhythm section παραδίδουν σεμινάρια δεξιοτεχνίας προς κάθε ενδιαφερόμενο, πάνω σ’ ένα καμβά που το κεφάλι του Arch κατέβαζε ένα σωρό ιστορίες από τον χώρο του φανταστικού μ’ έναν απαράμιλλα ποιητικό τρόπο που θα έκανε ένα σωρό wannabe τιμητές του επικού χώρου να κοκκινίζουν από την ντροπή τους. Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί (ακόμα και ο ίδιος ο Arch) ιδανικότερο farewell από τις τάξεις του κουιντέτου, με μία ερμηνεία που τσακίζει κόκκαλα και μνημονεύεται από τους μύστες ως εξωπραγματική!
Ας το θέσω όσο πιο απλουστευμένα το σκέφτομαι αυτή την στιγμή αλλά και κάθε φορά που έχω το “Awaken the guardian” συντροφιά... Θεωρώ τουλάχιστον άστοχη από μία μερίδα κοινού, την διαπίστωση πως το συγκεκριμένο άλμπουμ λειτούργησε παρουσιάζει μεν αυξημένο ενδιαφέρον αλλά στην ουσία λειτούργεί προπαρασκευαστικά για το μέλλον των FATES WARNING. Το strictly power metal παρελθόν τους, είναι αυτόφωτο, αφάνταστα ελκυστικό και περιπετειώδες και δεν θα πρέπει επ’ ουδενί να μπαίνει στην διαδικασία σύγκρισης με τα επόμενα τους αριστουργήματα. Είναι άδικο να εμπίπτει στην ξεροκεφαλιά ορισμένων που επιμένουν να σφυρίζουν αδιάφορα στο άκουσμα των “Valley of the dolls”, “Prelude to ruin”, “Exodus” και να ξεχνούν πως συνθέσεις όπως τα “Fata Morgana”, “Guardian” φέρουν την υπογραφή ενός σχήματος που μπορεί να το θεωρούμε κορυφαίο στις prog στιγμές του αλλά ακριβώς το ίδιο ισχύει και για τα χρόνια που δόξασαν το αληθινό heavy metal!!! Χάσιμο στη νιοστή!
Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

FIFTH ANGEL - Fifth angelFIFTH ANGEL - “Fifth angel” (Epic)
Θυμάμαι ότι άκουσα πρώτη φορά το δίσκο το 1999 και χωρίς να το ακούσω πάνω από 2-3 φορές του έκανα μια μικρή ανάλυση σε ένα άρθρο για το Metal Invader. Μετά από χρόνια χαίρομαι που ακόμα μου αρέσει, καθώς δεν έπεσα έξω συγκριτικά με την πρώτη μου εκτίμηση. Ευτυχώς τώρα, εξαιτίας του internet γνωρίζω περισσότερα για αυτό το θαυμάσιο συγκρότημα. Οι Αμερικανοί FIFTH ANGEL κυκλοφόρησαν ένα demo το 1985, αρκετό για να κερδίσουν δισκογραφικό συμβόλαιο. Την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησαν το ομώνυμο single και τον πρώτο τους δίσκο.
Το “Fifth angel” είναι ένα εξαιρετικό δείγμα μελωδικού heavy / power της δεκαετίας των 80’s. Πρώτα από όλα οι Αμερικανοί ήταν τυχεροί που είχαν στη διάθεσή τους έναν σπουδαίο και υποτιμημένο κιθαρίστα, τον James Byrd. Η συμμετοχή στις συνθέσεις και η εκτελεστική του δεινότητα βοήθησε σε βαθμό 60% στο τελικό αποτέλεσμα. Ο Byrd έχοντας ινδάλματα μεγάλους κιθαρίστες όπως ο Michael Schenker προσπαθεί να φανεί αντάξιος τους χωρίς να επιλέξει την εύκολη λύση της αντιγραφής. Ο δίσκος ξεκινά με το “In the fallout”, γρήγορο με πιασάρικο ρυθμό και ρεφρέν που σε παρασέρνει με τη μία. Το ιδανικό ξεκίνημα!! Στη συνέχεια το “Shout it out” είναι ένα mid tempo τραγούδι με επίσης ευκολομνημόνευτο ρεφρέν, το οποίο σου δίνει την δυνατότητα να εκτιμήσεις τον Byrd. Ακολουθεί το highlight του δίσκου και ένα από τα καλύτερα τραγούδια στο power metal με εκπληκτική μελωδία με τον Byrd να οργιάζει και τον τραγουδιστή Ted Pilot να τον ακολουθεί ιδανικά αποφεύγοντας να πιάσει υψηλές κλίμακες με τη φωνή του. Αν δεν έχετε όρεξη να ακούσετε όλο το δίσκο απλά ψάξτε στο you tube την συγκεκριμένη κομματάρα. Αν σας αρέσει βρίσκεστε σε πολύ καλό δρόμο για την ακρόαση των υπολοίπων τραγουδιών. Το ομώνυμο τραγούδι σε επαναφέρει σε mid tempo ρυθμούς με επικό συναίσθημα και ξανά με πιασάρικες μελωδίες. Το καλύτερο στο συγκεκριμένο τραγούδι έχει να κάνει με το ότι οι κιθάρες δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που κορυφώνεται προς το τέλος. Δείγμα του πόσο ο Byrd, με την απαιτούμενη βοήθεια του Ed Archer στις ρυθμικές, έχει προσέξει στη παραμικρή λεπτομέρεια τις ενορχηστρώσεις. Το “Wings of destiny” ξεκινά μόνο με ακουστική και την φωνή του Pilot, αποσπώντας την προσοχή σου ώστε να απολαύσεις την πολύ καλή συνέχεια του τραγουδιού. Σε κάποια σημεία μου θυμίζει τους QUEENSRYCHE στα πρώτα τους βήματα. Μετά από δύο mid tempo τραγούδια το “The night” σε επαναφέρει σε γρήγορες ταχύτητες με τα drums να δίνουν το ρυθμό και τον Byrd να ακολουθεί με δυναμικό riff. Το “Only the strong survive” κινείται σε πιο εμπορικά μονοπάτια, φέρνοντας στο μυαλό τις προσωπικές δουλειές του Ozzy. Η πιο αδύναμη στιγμή του δίσκου. Ευτυχώς το “Cry out the fools” επαναφέρει την τάξη με υπέροχες μελωδίες και ένα καταπληκτικό, ατμοσφαιρικό, ρεφρέν. Το “Fade the flames” αποτελεί το ιδανικό κλείσιμο ενός εξαιρετικού δίσκου, με τον Byrd και τον Pilot να συνδυάζονται ιδανικά για μια ακόμη φορά. Όπως καταλαβαίνεται τα κύρια συστατικά του δίσκου είναι εκπληκτικές, πιασάρικες μελωδίες με εναλλαγές ρυθμών, ώστε να μην καταντά κουραστικό και φυσικά την εξαιρετική δουλειά του Byrd και την μετρημένη, μεστή απόδοση του Pilot.
Δυστυχώς η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη, καθώς ο Byrd αποχώρησε. Το “Time will tell”, που ακολούθησε ήταν ένας καλός δίσκος αλλά όχι “Fifth angel”. Έλειπαν οι εμπνεύσεις του Byrd, ο οποίος ακολούθησε solo καριέρα. Επίσης η ατομική βόμβα που λεγόταν grunge θα έσκαγε στη σκηνή του Seattle και θα διέλυε την αμερικάνικη σκηνή. Μετά από δύο δίσκους διαλύθηκαν, για να επανασυνδεθούν πρόσφατα, χωρίς όμως Byrd. Σε όσους αρέσουν συγκροτήματα όπως οι QUEENSRYCHE (στις πρώτες τους δουλειές), CRIMSON GLORY, HEIR APPARENT, αλλά και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού όπως οι HEAVENS GATE, πρέπει να ακούσετε το δίσκο.
Παναγιώτης Δημητρόπουλος

FIRM  Mean businessFIRM – “Mean business” (Atlantic)
To δεύτερο άλμπουμ του supergroup ΤΗΕ FIRM, με τίτλο “Mean business” κυκλοφόρησε το 1986. Με μέλη τους Paul Rodgers (FREE / BAD COMPANY), Jimmy Page (YARDBIRDS / LED ZEPPELIN) όλοι ελπίζαμε σε μια βελτιωμένη έκδοση του ομώνυμου πρώτου άλμπουμ τους. Δυστυχώς τα πράγματα αντί να βελτιωθούν, χειροτέρεψαν. Ένα μέτριο άλμπουμ, με αναμασήματα και ραδιοφωνικό προσανατολισμό. Με αποστειρωμένα blues για δικηγόρους που μεταλλίζουν και ροκάδες, ακριβώς έτσι, ροκάδες, που ακούνε σταθμούς με ονόματα με 3 ή 4 γράμματα, απογοήτευσε. Κάποιες στιγμές που ξεχώρισαν σαν το "All The king’s horses" δεν βοήθησαν το άλμπουμ να ξεκολλήσει από τη χρυσή μετριότητα. Λίγο αργότερα απογοητευμένοι από την έλλειψη ανταπόκρισης του κόσμου, στη συνθετική μετριότητα τους, οι Rodgers-Page αποφάσισαν τη διάλυση του σχήματος.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

Flames - Made in hellFLAMES – “Made in hell” (FM)
Το έχω γράψει και θα το ξαναγράψω. Οι FLAMES αδίκησαν τους εαυτούς τους, με όλη αυτή την καμπάνια ότι δήθεν ήταν αγγλική μπάντα, κολλητοί των IRON MAIDEN κτλ. Μπορεί ο Έλληνας εκείνη την περίοδο να είχε περισσότερες πιθανότητες να «χάψει» αυτό το παραμύθι απ’ ότι τώρα, αλλά σε τελική ανάλυση, μόνο κακό έκανε στη μπάντα. Η παραγωγή για τα δεδομένα της εποχής εκείνης ήταν μέτρια, ια τα σημερινά δεδομένα κακή, το drum machine βγάζει μάτι, αλλά είναι γεγονός ότι τα τραγούδια είναι ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου. Ο Nigel Foxxe (φωνή/κιθάρα), μπορεί στη φωνή να μην τα καταφέρνει και πάρα πολύ καλά, στην κιθαριστική δουλειά όμως «σκοτώνει» και αποδεικνύει ότι είναι από τους μεγαλύτερους παίχτες που έχουν περάσει από την ελληνική σκηνή διαχρονικά. Ακούστε το “I’m dressed in black suede” για παράδειγμα, που ανοίγει το δίσκο κι έχει ένα σωρό αλλαγές και πολύ καλοπαιγμένα σόλο. Ως επί το πλείστον speed/thrash συνθέσεις, που στο επόμενο άλμπουμ έφτασαν μάλλον στην καλύτερη στιγμή τους, με επιρροές από πρώιμους METALLICA, αλλά και από MOTORHEAD (πείτε μου μία thrash μπάντα που να μην έχει επιρροή τους MOTORHEAD) σε σημείο που το “The hut” να ακούγεται σαν διασκευή του ομώνυμου τραγουδιού του Lemmy και της παρέας τους. Υπάρχει και η κλασική ημι-μπαλάντα, το “Isolation”, που επιβαλλόταν εκείνη την περίοδο. Δεν μπορώ να κρίνω τους FLAMES το ίδιο με τα υπόλοιπα συγκροτήματα της εποχής, γιατί οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δούλευαν δεν ήταν αναλογικά οι ίδιες. Μπορεί όμως ο καθένας να δει ότι κάτω από αυτήν την πολύ κακή παραγωγή, κρύβεται ένα διαμαντάκι του είδους…
Σάκης Φράγκος

doomsday-for-the-deceiverFLOTSAM AND JETSAM – “Doomsday for the deceiver” (Metal Blade)
Δε νομίζω ότι υπάρχει έστω και ένας σοβαρός thrash metal fan που να μην έχει στη δισκοθήκη του αυτό το αριστούργημα από τους FLOTSAM. Με εξαίρεση τις δύο ακτές (πιο συγκεκριμένα τη Νέα Υόρκη και το Los Angeles) καθώς και την ευρύτερη περιοχή του Bay Area, το Phoenix έδωσε –κατά την ταπεινή μου άποψη- τα δύο πιο σημαντικά thrash άλμπουμ αμερικανικής προελεύσεως. Αναφέρομαι στο “Ignorance” (SACRED REICH) και το “Doomsday...” των FLOTSAM. Φυσικά, όλοι έχουν συνδέσει το όνομα του συγκροτήματος με την παρουσία του Jason Newsted στα πρώτα χρόνια (και φυσικά στην ηχογράφηση του συγκεκριμένου δίσκου) αλλά πίσω από αυτό το γεγονός κρύβεται ένα διαμάντι 24 καρατίων. Τα “Hammerhead” και “Iron tears” που ανοίγουν το ντεμπούτο των FLOTSAM είναι από τις καλύτερες εισαγωγές σε thrash άλμπουμ ενώ τους βγάζω το καπέλο για το θάρρος να παρουσιάσουν μία παράταιρη (για το ιδίωμα) σύνθεση σαν το “Doomsday for the deceiver”. Η συνέχεια με το “No place for disgrace” ήταν ένα κλικ κατώτερη αλλά για αυτό θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά. Δεν πιστεύω να μην έχετε όλοι θαυμάσει τη μασκότ των Flotsam, τον υπέρτατο Flotzilla που κοσμεί και το εξώφυλλο...
Σάκης Νίκας

GIRLSCHOOL - Nightmare at maple crossGIRLSCHOOL - “Nightmare at maple cross” (GWR)
Είναι γνωστό ότι οι GIRLSCHOOL είναι ίσως το πιο σημαντικό all female σχήμα στον χώρο του heavy metal. Mια ακρόαση στους τρείς πρώτους δίσκους τους μπορεί να κάνει και τον πιο δύσπιστο να αναθεωρήσει. Στα μέσα των 80’s, το σχήμα έχει μόνο δύο από τα αυθεντικά μέλη στις τάξεις τους όμως δεν το έχει βάλει κάτω, οι λάθος κινήσεις όμως που λαμβάνουν τους έχουν στοιχήσει όσον αφορά τόσο το status της μπάντας όσο και στην ποιότητα των ηχογραφήσεων τους. Ένα τέτοιο τρανταχτό παράδειγμα είναι ο έκτος δίσκος τους “Nightmare at maple cross”. Μετά από παρέμβαση του Lemmy (πάλι αυτός…) η μπάντα υπογράφει και αυτή στην εταιρία GWR (εκείνη την εποχή είχε τους ΜΟΤΟRΗΕΑD), συνεργάζονται με τον Gary Glitter για ένα single στην Αμερική και ηχογραφούν τον δίσκο αυτόν που κυκλοφορεί τον Ιούλιο του ’86. Με τις συνθέσεις να κινούνται σε εντελώς glam rock ήχο, έρχεται και η διασκευή στο “Tiger feet” των βρετανών glamsters MUD για να το επιβεβαιώσει. Αν και δεν αποτελεί από τους αγαπημένους μου δίσκους των GIRLSCHOOL, ακόμα και σε αυτό το ύφος η μπάντα τα καταφέρνει μια χαρά. Σαφώς προτιμώ τα “Play dirty” και “Τake a bite” από αυτόν εδώ. Απευθύνεται σε πολύ φανατικούς της μπάντας που θέλουν να τα έχουν όλα. Αν δεν ανήκετε σε αυτούς και απλά θέλετε να ακούστε κάτι από την μπάντα, απλά προτιμήστε κάτι από τα τρία πρώτα τους.
Γιάννης Παπαευθυμίου

GraveDiggerWarGamesGRAVE DIGGER – “War games” (Noise)
Έχουμε φτάσει αισίως στο 1986 και το metal δυναμώνει όλο και σε περισσότερες χώρες. Η Αγγλία βρίσκεται στη τελευταία φάση του NWOBHM έχοντας προσφέρει τα μέγιστα στην αγαπημένη μας μουσική, με συγκροτήματα όπως οι IRON MAIDEN και SAXON (μαζί με τα μεγάλα ονόματα των 70’s) να αποτελούν τεράστιο κεφάλαιο. Την σκυτάλη πλέον έχουν παραλάβει δύο χώρες που θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια, οι Η.Π.Α. και η Γερμανία. Στη Γερμανία μια δισκογραφική εταιρία, ονόματι Noise, προσπαθεί να συγκεντρώσει τα γερμανικά συγκροτήματα. Ένα από αυτά είναι οι γνωστοί σε όλους μας GRAVE DIGGER.
Οι GRAVE DIGGER είχαν ήδη κυκλοφορήσει δύο δίσκους, τευτονικού metal, στα χνάρια των ACCEPT και το 1986 κυκλοφορούν τον τρίτο τους δίσκο με τίτλο “War games”. Χωρίς να αλλάξουν το μουσικό τους ύφος, συνεχίζουν στο ίδιο μοτίβο. Κλασικό, γερμανικό metal με το ύφος τους να παραπέμπει στους ACCEPT, JUDAS PRIEST και SAXON. Γρήγορα riffs εναλλάσσονται με mid tempo ρυθμούς και μελωδικά, ευκολομνημόνευτα ρεφρέν. Στη παραγωγή έχει γίνει καλύτερη δουλειά συγκριτικά με το “Witch hunter” και ο Chris Boltendahl μοναδικός όπως πάντα. Μεγάλη έκπληξη του δίσκου η μπαλάντα “Love is breaking my heart”. Από πλευράς μειονεκτημάτων απλά βγήκε σε μια χρονιά που τα συγκροτήματα από τα οποία επηρεάστηκαν ήταν στο ζενίθ τους. Μεγάλη φήμη δεν κέρδισαν, ούτε εντός συνόρων ούτε εκτός, με αποτέλεσμα να ξανά ακούσουμε νέο δίσκο το 1993.
Παναγιώτης Δημητρόπουλος

HALLOWS EVE  Death and insanityHALLOWS EVE – “Death and insanity” (Metal Blade)
Όλοι έχουμε τις προσωπικές αδυναμίες όσον αφορά ορισμένα συγκροτήματα που ποτέ δεν κατάφεραν να πετύχουν μία αξιόλογη εμπορική επιτυχία (και που η αλήθεια να λέγεται, πολλές φορές δεν την άξιζαν σε απόλυτο βαθμό). Το αποτέλεσμα είναι συχνά να παραμείνουν σε ένα underground επίπεδο και να αποκτήσουν ένα cult status με λίγους αλλά φανατικούς οπαδούς. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι HALLOWS EVE, οι cult thrashers από την Atlanta που με το “Death and insanity” πρόσφεραν το highlight της καριέρας τους. Μετά το καλό (αλλά ελαφρώς χαοτικό) ντεμπούτο “Tales of terror”, οι HALLOWS EVE εντυπωσιάζουν (τουλάχιστον εμένα) με το κοντρολαρισμένο αλλά εμπνευσμένο thrash riffing που χτίζει γύρω του μία πλειάδα αρκετά πιασάρικων συνθέσεων. Το ομώνυμο κομμάτι είναι ΥΜΝΟΣ ενώ το εξώφυλλο είναι άψογο και ενδεικτικό της horror θεματολογίας της μπάντας. Πριν από λίγα χρόνια, η Metal Blade επανέκδοσε όλα τα άλμπουμ των HALLOWS EVE σε ένα χορταστικό box-set.
Σάκης Νίκας

hearnaidΗΕΑR ’N AID – “An all-star album for famine relief” (Mercury / Polygram)
“But singers and songs will never change it alone. So we are calling you, calling you”. Αυτό ήταν το μήνυμα που έστειλε η metal κοινότητα το 1986 προς τους οπαδούς και τον κόσμο γενικότερα. Το “Hear n aid” project ήταν ένα μη κερδοσκοπικός οργανισμός που στόχος του ήταν να βοηθήσει τα εκατομμύρια κόσμου που πέθαιναν από την πείνα στην Αφρική και σε όλον τον κόσμο. Η ιδέα γεννήθηκε από τους Jimmy Bain και Vivian Campbell των DIO μετά την επιτυχία που είχε η κίνηση της BAND AID (“Do they know it’s Christmas) και USA FOR AFRICA (“We are the world”), την μετέφεραν στο αφεντικό (Ronnie James Dio), κι έτσι για πρώτη φορά στις 20 και 21 Μαΐου του 1985 στα studios της εταιρίας Α&Μ στο Hοllywood μαζεύτηκαν πάνω από 40 μουσικοί και τραγουδιστές του hard rock και heavy metal. Tα ονόματα που συμμετέχουν είναι από τα πιο σημαντικά εκείνης της εποχής, ποιόν να πρώτοαναφέρουμε. Το κομμάτι “Stars” ήταν μια σύνθεση των Dio, Bain και Campbell , κυκλοφόρησε επίσης και σαν single, ήταν μια σύνθεση που εκεί κατέθεταν την δεξιοτεχνία τους στην κιθάρα και τις φωνητικές αρετές τους τα πιο δημοφιλή ονόματα του είδους εκείνης της εποχής, ανάμεσα τους οι Geoff Tate, Rob Halford, Dio, Don Dokken, Graig Goldy, Yngwie Malmsteen, Neal Schon, George Lynch, Buck Dharma και πολλοί άλλοι. Επειδή όμως εκείνη την εποχή ο κόσμος του metal αγόραζε περισσότερο δίσκους, στον full length δίσκο περιλαμβάνονταν άλλα οκτώ κομμάτια , τα οποία τα έξι ήταν live εκτελέσεις των “Up to the limit” (ACCEPT), “On the road” (MOTORHEAD), “Distant early warning” (RUSH), “Heaven’s on fire” (KISS), “Hungry for heaven” (DIO) και “The zoo” (SCORPIONS) καθώς και τα “Can you see me” (JIMI HENDRIX) και “Go for the throat” (Y&T), studio εκτελέσεις τα δύο τελευταία. Τα έσοδα σύμφωνα με τον Dio ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο δολάρια σε ένα χρόνο και εγώ ακόμα θυμάμαι την αίσθηση που μου έκανε το video clip όταν το είδα για πρώτη φορά ένα καλοκαιρινό απόγευμα στην τότε κρατική τηλεόραση.
Γιάννης Παπαευθυμίου

HEIR APPARENT  Graceful inheritanceHEIR APPARENT – “Graceful inheritance” (Black Dragon)
Με το κίνημα του ηρωικού heavy metal να διάγει ήδη την χρυσή του περίοδο και κοιτώντας πέρα από τις δεδομένες κορυφογραμμές που ορίστηκαν από τους αρχιερείς του είδους OMEN, MANOWAR, MANILLA ROAD, η νέα γενιά των μαχητών-μουσικών, συγκεντρώνουν τα βέλη στην φαρέτρα τους και τα εξακοντίζουν τα με μαθηματική ακρίβεια στις αλλότριες φόρμες που έπαιρναν μέρα με την μέρα σάρκα και οστά απειλώντας με εξαφάνιση την εξελικτική πορεία του κλασικότροπου ήχου.
Στην εμπροσθοφυλακή του underground οι σπουδαίοι από κάθε άποψη HEIR APPARENT του Terry Gorle, ενός βιρτουόζου κιθαρίστα που έθεσε νέα standard στο κεφάλαιο του ιδιώματος! Λυρικός, μελωδικός αλλά και χειμαρρώδης ανάλογα με τις περιστάσεις, το πνευματικό του τέκνο ξεχώρισε μονομιάς από την ομήγυρη και κέρδισε –κυριολεκτικά- με το σπαθί της, συμβόλαιο με την θρυλική Γαλλική εταιρεία Black Dragon! Οι HEIR APPARENT διέθεταν το προνόμιο να συμπεριλαμβάνουν στις τάξεις τους πολύ αξιόλογους μουσικούς, με δεδομένες δεξιότητες, όπως ο μπασίστας Derek Peace και ο Raymond Black στα τύμπανα, οι οποίοι κατέχουν δικαιωματικά μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την ολοκληρωμένη και αψεγάδιαστη εικόνα του κουαρτέτου! Αφήσαμε τελευταίο τον Paul Davidson πίσω από το μικρόφωνο, έναν τραγουδιστή που με την παθιασμένη του ερμηνεία προκαλεί ακόμα και σήμερα ανατριχίλες στον ακροατή, η ιδανική φωνή για τους παιάνες που περιέχονται στο “Graceful inheritance”!
Όταν ακόμα η Side A και η Side B δεν είχαν αντικατασταθεί από την απλή αναγραφή του tracklisting στη νέα τεχνολογία (βλ. CD) και στους δίσκους που κυκλοφορούσαν έψαχνες με τα κυάλια μέτρια σύνθεση, το ντεμπούτο της τετράδας, από τις πρώτες του νότες, σου έδινε την αίσθηση πως θα λάμβανες μέρος σε μία ιεροτελεστία του επικού heavy metal, από εκείνες που θα σημαδέψουν την ζωή σου όσα χρόνια κι αν παρέλθουν! Η καταμέτρηση αρχίζει… “Another candle”, “Tear down the walls”, “R.I.P”, “Hands of destiny”, “Keeper of the reign”, “Dragon’s lair”, “And…dogro lived on”, πρώτα μεταξύ ίσων, ανεκτίμητα διαμάντια μιας αλλοτινής εποχής που όχι μόνο δεν έχει ξεχαστεί αλλά θα μας παρασέρνει παντοτινά στην δίνη της!
Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

Holy Terror Terror and SubmissionHOLY TERROR – “Terror and submission” (Combat)
Αν ψάχνει κανείς για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά άλμπουμ US speed/thrash metal, νομίζω ότι το “Terror and submission” των HOLY TERROR, θα πρέπει να είναι στις πρώτες του επιλογές. Μιλάμε για τη μπάντα που δημιούργησε ο πρώην κιθαρίστας των AGENT STEEL, Kurt Kifelt, με τη συνδρομή του εξαιρετικού τραγουδιστή, Keith Dean, ο οποίος είναι από τους ελάχιστους που μπορούσε να κοιτάξει στα μάτια (σχετικό είναι αυτό) τον John Cyriis των AGENT STEEL. Ήδη έχω αναφέρει δύο φορές τους AGENT STEEL, καθώς θεωρώ ότι οι HOLY TERROR έχουν πολλά κοινά σημεία στη μουσική μαζί τους (εκτός από το ιδρυτικό τους μέλος) και είναι ένα πολύ καλά κρυμμένο μυστικό της αγαπημένης μας μουσικής. Θεότρελες κιθαριστικές μάχες, φωνητικά που σου τρυπάνε τα τύμπανα και στιβαρό rhythm section, για ένα σχήμα που έπρεπε να διαλυθεί για να αποκτήσει cult status. Στα συν, οι πραγματικά σοβαροί στίχοι τους, κάτι που έρχεται σε αντιδιαστολή με το στιχουργικό περιεχόμενο των συγκροτημάτων της γενιάς τους (μην ξεχνάμε ότι δεν είχαμε φτάσει στο τέλος της δεκαετίας ώστε να έχουν τις οικολογικές ανησυχίες που ήταν της μόδας τότε για τα thrash σχήματα). Δυστυχώς γι’ αυτούς, δεν είχαν στη μουσική τους τα στοιχεία εκείνα που θα τους έκαναν πιο προσβάσιμους σε περισσότερο κόσμο κι έμειναν καταδικασμένοι στο underground και στη διάλυση, μετά από έναν ακόμη καλό δίσκο, το “Mind wars”.
Σάκης Φράγκος

Iron Maiden-somewhere in time1IRON MAIDEN – “Somewhere in time” (EMI)
Το “Somewhere in time” είναι ίσως ο πιο αδικημένος δίσκος των IRON MAIDEN. Αδικημένος ακόμα και από την ίδια την μπάντα. Αλλά για πολλούς από τους die-hard οπαδούς των MAIDEN αποτελεί έναν από τους καλύτερους δίσκους τους, αν όχι τον καλύτερο. Γραμμένος σε μία περίοδο που η μπάντα είχε “καεί” από τις συνεχείς περιοδείες (193 εμφανίσεις σε 4 ηπείρους μέσα σε 331 μέρες για το World Slavery Tour!), αλλά και από το star status που είχαν αποκτήσει οι MAIDEN μετά την κυκλοφορία του “Powerslave”, ο δίσκος σηματοδοτεί μία σημαντική αλλαγή στον ήχο του γκρουπ, καθώς με την χρήση των synth κιθαρών και μπάσου ο ήχος γίνεται πιο “φουτουριστικός”. Επίσης, για πρώτη φορά κάνουν την εμφάνισή τους και αρκετά progressive στοιχεία, τα οποία είναι περισσότερο εμφανή στο “Loneliness of a long distance runner”. To συγκεκριμένο τραγούδι μάλιστα, το έχουν παίξει μόνο μία φορά ζωντανά και αυτό στην πρεμιέρα της Somewhere on tour περιοδείας, στο Βελιγράδι, και στην συνέχεια αφαιρέθηκε από το setlist καθώς το σχήμα θεωρούσε ότι δεν κολλούσε με τα υπόλοιπα τραγούδια.
Ένα αξιομνημόνευτο γεγονός είναι ότι ο τραγουδιστής της μπάντας Bruce Dickinson δεν έχει γράψει ούτε νότα, ούτε στίχο σε αυτόν τον δίσκο, κι αυτό γιατί το συγκρότημα (κυρίως ο Harris δηλαδή) απέρριψε το υλικό που είχε γράψει! Βλέπετε ο Dickinson είχε γράψει κυρίως ακουστικά και low-tempo τραγούδια, πιστεύοντας ότι η μπάντα έπρεπε να κυκλοφορήσει το δικό της “Physical Graffiti” ή “Led Zeppelin IV”, με τον Steve Harris να θεωρεί ότι ο Bruce μάλλον είχε “καεί” περισσότερο από τους υπόλοιπους στο τέλος της προηγούμενης περιοδείας! Αξιοσημείωτο είναι ότι η μεγαλύτερη επιτυχία της solo καριέρας του Dickinson, “Tears of a dragon”, ήταν ανάμεσα στα ακουστικά τραγούδια που κόπηκαν από τον Harris! Αντιθέτως, το “Somewhere in time” είναι ο πρώτος (και τελευταίος) δίσκος ο οποίος περιέχει συνθέσεις (τρεις τον αριθμό) εξ' ολοκλήρου γραμμένες από τον Adrian Smith. Δύο από αυτές, τα “Wasted Years” και “Stranger in a strange land”, αποτέλεσαν και τα δύο singles του δίσκου.
Συνθετικά ο δίσκος δεν έχει ιδιαίτερα αδύναμες στιγμές. Εκτός από τις γνωστές κομματάρες “Wasted years”, “Heaven can wait” (από τα πιο συναυλιακά τραγούδια των MAIDEN) και “Stranger in a strange land”, περιέχει και το “φουτουριστικό” “Caught somewhere in time”, το “εμπορικό” “Sea of madness”, το “Loneliness...” για το οποίο τα είπαμε πιο πάνω, το up-tempo “Deja vu” και φυσικά το τραγούδι με το οποίο έχουμε ψύχωση οι Έλληνες οπαδοί τους (αλλά πρέπει επιτέλους να το πάρουμε απόφαση ότι δεν πρόκειται να το ακούσουμε ποτέ ζωντανά), και ίσως το πιο επικό τους τραγούδι (μαζί με το “To tame a land”), το “Alexander the great”. Όλα αυτά συμπληρώνονται από ένα εκπληκτικό εξώφυλλο, από τον γνωστό “ύποπτο” Derek Riggs, με πάρα πολλές αναφορές στην ιστορία των MAIDEN (και όχι μόνο) και έναν cyborg Eddie σε ένα περιβάλλον εμπνευσμένο από την ταινία Blade Runner! Χαρακτηριστικό είναι ότι η μπάντα ξεκινούσε τις συναυλίες την Somewhere on tour περιοδείας με το εισαγωγικό θέμα του Blade Runner! To “Somewhere in time” αποτελεί ένα διαχρονικό διαμάντι που δεν πρέπει να λείπει από την δισκοθήκη όποιου θεωρεί τον εαυτό του οπαδό της metal μουσικής.
Γιώργος Βογιατζής

Joe-Satriani-Not-of-This-EarthJOE SATRIANI – “Not of this earth” (Relativity)
Όνομα και πράμα ο τίτλος του ντεμπούτου του Αμερικάνου βιρτουόζου... Χαρακτηρίζει ίσως μια ολόκληρη γενιά κιθαριστών-«μουσικανθρώπων», οι οποίοι με την αστείρευτη έμπνευσή τους, την γνώση τους, το μεράκι τους αν προτιμάτε, «προχώρησαν» το όργανο πολλά βήματα πιο πέρα από τα συνηθισμένα στερεότυπα ενός απλά τεχνικά άρτιου «παίχτη». Κι εξηγούμαι. Ο Joe Satriani αποτελεί «ιδρυτικό» μέλος μιας πολύ μικρής «ελίτ εξωγήινων», “out of this world” κιθαριστών, που μεγαλούργησαν την δεκαετία του ’80 , θεοποιήθηκαν όσο κανένας από τους οπαδούς του σκληρού ήχου και επηρέασαν την μουσική μας όσο η 11/9 τον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη! Ως κυριότερους εκπροσώπους αυτής της «κλειστής ελίτ προτύπων», θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε τον Yngwie Malmsteen, τον Steve Vai, τον Eddie Van Halen, τον Randy Rhoads (R.I.P.),τον Jason Βecker (...τον μεγάλο άτυχο αυτής της γενιάς), τον Friedman και φυσικά τον Joe Satriani, για διαφορετικούς «κιθαριστικούς λόγους» τον καθένα, αλλά με έναν κοινό παρονομαστή ικανό να τους ομαδοποιήσει, έστω και με τους παραπάνω ακραίους χαρακτηρισμούς. Και ποιος είναι αυτός; Το ότι όλοι τους προσθέσανε κάτι το διαφορετικό σ’ αυτό που ονομάζουμε σήμερα σύγχρονη ηλεκτρική κιθάρα. Πολλοί θα προσθέσουν και άλλους μουσικούς σ’ αυτήν την ανώτερη «κάστα κιθαριστών»(κι όχι άδικα), όμως μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για την δεκαετία του ’80 και φυσικά μιλάμε για heavy metal… Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους θεωρώ ότι ο τίτλος του συγκεκριμένου άλμπου, πέρα από το ότι είναι « το πρώτο Satriani», σημειολογικά, σημαίνει και πολύ περισσότερα… Για μένα τουλάχιστον. Στην ουσία τώρα των πραγμάτων, ο Satriani, αφού «βαρέθηκε» να διδάσκει κιθαρίστες που λατρέψαμε, όπως ο Steve Vai (!), o Kirk Ηammett (METALLICA), ο Andy Timmons (DANGER DANGER), o Alex Skolnick (TESTAMENT), και η λίστα δεν τελειώνει, αποφάσισε να κυκλοφορήσει το πρώτο δισκογραφικό του πόνημα, που ναι μεν παρουσιάζει τις τεχνικές του αρετές αλλά δεν αποτελεί και την κορυφαία στιγμή στην συνθετική του καριέρα. Αυτή αδιαμφισβήτητα ανήκει στο επόμενό του άλμπουμ, δηλαδή το “Surfing with the alien”, το οποίο όχι μόνο εκτόξευσε την καριέρα του αλλά παραμένει να ακούγεται τόσο ίδιο φρέσκο και τώρα όπως και τότε, το 1987 που κυκλοφόρησε. Όσον αφορά το στοιχείο του «μεταφυσικού»(...alien), που υπάρχει και σ’ αυτό το άλμπουμ… Τα είπαμε στην προηγούμενη παράγραφο νομίζω...
Το “Not of this earth”, ηχογραφημένο με ηλεκτρονικά ντραμς, για μένα, είναι απλά η πρώτη γνωριμία του ακροατή με το φαινόμενο Satriani. Yπάρχουν σ’ αυτό όλα τα στοιχεία τα οποία ο ίδιος καθιέρωσε ως κιθαρίστας , δηλαδή αυτό το ιδιότυπο και μεστό «1,2,3,πάμε» ύφος των συνθέσεων του, με έναν σχεδόν «καρφί» στον ενισχυτή ήχο, χωρίς υπερβολικές «φανφάρες» άλλων συναδέλφων του, αλλά με κύριο χαρακτηριστικό μια fusion, groovυ, funky, «δροσερή» και «καλοκαιρινή» διάθεση. Τα κομμάτια του συγκεκριμένου άλμπουμ μειονεκτούν, πιστεύω, ως συνθέσεις σε γενικές γραμμές, σε σύγκριση πάντα με την μετέπειτα πορεία του, όμως ο Satriani εδώ απλά μας προϊδεάζει για το τι πρόκειται να ακολουθήσει, και ουσιαστικά μας εισάγει στον δικό του «κιθαριστικό κόσμο»… Έναν «κόσμο» που ελίσσεται μέσα σε διαφορετικούς «αινιγματικούς» μουσικούς δρόμους, όπως στα φοβερά “The snake” και “Εnigmatic”, σ’ έναν «κόσμο» που αφήνει «υποσχέσεις», όπως στο “Βrother John”, που εύκολα «ακούς» μια πρώιμη μορφή του “Μidnight”, σε έναν «κόσμο» που καταλήγει να σε «οδηγεί» στις βόλτες σου τα βράδια, όπως στο “Driving at night” και το “Μemories”…
Ιάσονας Φίλης

TurboJUDAS PRIEST – “Turbo” (CBS)
Αν τοποθετήσουμε το άλμπουμ μέσα στο χωροχρόνο, θα δούμε ότι εκείνη τη χρονιά (1986), πολλά ακόμη σχήματα άρχισαν να πειραματίζονται με τις synth κιθάρες, με βασικό παράδειγμα (εκτός από τους PRIEST), τους IRON MAIDEN. Άλλο ένα χαρακτηριστικό εκείνης της περιόδου ήταν το drum machine. Τι να κάνουμε… Το “Turbo” είναι ένας μέτριος δίσκος, όχι επειδή είναι pop, όπως τον χαρακτήριζαν εκείνα τα χρόνια, ακόμη και τώρα, αλλά επειδή πάσχει στον τομέα των συνθέσεων κι επειδή οι PRIEST προσπαθούν να παίξουν σε πιο hard rock φόρμες, κάτι που σίγουρα δεν τους ταιριάζει. Δεν μπορώ να τους ακούω να προσπαθούν να παίξουν σαν τους SCORPIONS (κατά κύριο λόγο) στο “Rock you all around the world” ή glam rock στο “Wild nights, hot and crazy days”. Δεν τα καταφέρνουν καλά βρε αδερφέ. Το “Parental guidance”, δεν θα το έλεγαν καλύτερα οι TWISTED SISTER για παράδειγμα; Να μην μιλήσω για στίχους, γιατί είναι εντελώς αστείοι και cheesy. Το “Turbo lover” πάντως, είναι κρυφή απόλαυση για τους οπαδούς των JUDAS PRIEST, το “Locked in”, μία ακόμα καλή στιγμή του δίσκου (παρότι κι αυτό πιο hard rock), το “Reckless” το μόνο τραγούδι που οι κιθάρες ακούγονται κανονικά κι όχι μέσα από synth, αλλά είναι μέτριο. Δεν μπορώ να διανοηθώ, ακόμα και τόσα χρόνια αργότερα, ότι μετά το “Screaming…” και το “Defenders…”, μπόρεσαν κι έβγαλαν τέτοιο δίσκο… Οφείλω να ομολογήσω ότι τα ρεφρέν είναι σχεδόν όλα πολύ μελωδικά, ο Halford όπως πάντα είναι πολύ καλός, τα σόλο των Tipton/Downing επίσης καλά, αλλά στο σύνολο, δεν είναι τυχαίο ότι σπάνια παρουσιάζονται live τραγούδια του… Μπορεί να μην είναι το ανοσιούργημα που βρίζουν πολλοί οπαδοί, αλλά ούτε και το αριστούργημα που θέλουν κάποιοι «αιρετικοί». Καθένας είναι καλός στον τομέα του και οι PRIEST στο heavy metal. Τελεία και παύλα.
Σάκης Φράγκος

KICK AXE - Welcome to the clubKICK AXE - “Welcome to the club” (CBS)
Οι KICK AXE είναι ένα ξεχασμένο σήμερα metal συγκρότημα, αλλά πίσω στις αρχές στης δεκαετίας του ’80 είχαν καταφέρει να παρουσιάζονται στα πράγματα με τις κυκλοφορίες τους. Από τον Καναδά ορμώμενοι και αυτοί, με το ντεμπούτο τους “Vices” να έχει προετοιμάσει κατάλληλα το έδαφος για να ακολουθήσει το δεύτερο άλμπουμ τους “Welcome to the club”. Αυτήν την φορά η μπάντα έχει “γυαλίσει” κάπως τον ήχο της, παρόλα αυτά ο heavy ήχος τους δεν έχει αλλοιωθεί και οι συνθέσεις τους κινούνται σε καλά επίπεδα για την εποχή. Κομμάτια σαν το ομώνυμο, “Too loud …too old”, “Hellraisers”, “Coming after you” και η εξαιρετική μπαλάντα “Never let go” δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο τις ικανότητες που είχε αυτή η μπάντα. Το πιο δυνατό τους χαρτί υπήρξε ο τραγουδιστής τους George Criston που διέθετε μια ωραία φωνή που μερικές φορές θύμιζε τον Steve Perry των JOURNEY. Πάντως στην πατρίδα τους τον Καναδά υπήρξαν ιδιαίτερα δημοφιλείς και αυτός ο δίσκος έφτασε μέχρι το Νο 2 και έγινε χρυσός, ενώ ο γνωστός Καναδός δημοσιογράφος Martin Popoff στο βιβλίο του με τα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών (2004), έχει συμπεριλάβει το “Vices”. Eπίσης στην διασκευή του “With a little help for my friends” που κλείνει τον δίσκο, λαμβάνουν ένα χέρι βοήθειας στα background vocals από μερικούς διάσημους φίλους τους και συμπατριώτες τους, ξεχωρίζουν οι Rikk Emmett (TRIUMPH) και Lee Aaron.
Γιάννης Παπαευθυμίου

king-diamond-fatal-portraitKING DIAMOND – “Fatal portrait” (Roadrunner)
Πρόκειται για την πρώτη κυκλοφορία του King Diamond σαν solo μπάντα, μετά την πρώτη διάλυση των MERCYFUL FATE το 1985. Στο line up έφερε μαζί του τον Michael Denner και τον Timi "Grabber" Hansen και πρόσθεσε τους Andy LaRocque και Mikkey Dee, οι οποίοι μας δίνουν τα πρώτα δείγματα γραφής τους, αν και δε χρειάζεται να πούμε πολλά αφού μιλάμε για δυο ογκόλιθους της metal σκηνής. Το “Fatal portrait” είναι κατά το ήμισυ concept άλμπουμ, καθώς τα τέσσερα πρώτα τραγούδια συν το τελευταίο είναι μια μικρή ιστορία. Εύκολα κανείς διακρίνει στοιχεία από τους MERCYFUL FATE σε πιο speed αλλά και “light” εκδοχή. Είναι το μοναδικό άλμπουμ που κυμαίνεται σε αυτό το στυλ, αφού τα επόμενα είναι αρκετά διαφορετικά, το οποίο είναι λογικό μιας που ιδίως ο Andy LaRocque είχε δώσει πολλά στοιχεία δικά του στη μπάντα. Στη συγκεκριμένη κυκλοφορία, εκτός από μερικά solos, δεν έχει καμιά συμμετοχή δημιουργικά, σε αντίθεση με αυτές που ακολούθησαν. Κορυφαία στιγμή του άλμπουμ θεωρείται το “Candle” που ήταν μόνιμα στα live setlists, ένα πραγματικά άψογο τραγούδι. Στη remastered έκδοση του “Fatal portrait”, συμπεριλαμβάνονται άλλα δυο κομμάτια από το το EP “No presents for Christmas”, που είχε κυκλοφορήσει στα τέλη του ’85, το οποίο περιέχει το “Charon” και φυσικά το ομώνυμο τραγούδι, που όλοι μας λίγο πολύ το «σηκώνουμε» κάθε Χριστούγεννα στο facebook και οι djs το τιμούν ακόμη και σήμερα. Μπορεί να μην ήταν η πιο “δυνατή” κυκλοφορία των KING DIAMOND, αλλά έχει σίγουρα επηρεάσει πολύ τη μουσική που ακούμε σήμερα σε πάρα πολλά είδη.
Γιώργος Δρογγίτης

King-Kobra-Thrill-of-a-LifetimeKING KOBRA – “Thrill of a lifetime” (Capitol)
Το δεύτερο άλμπουμ των KING KOBRA της καλής τους εποχής είναι αυτό. Γιατί το λέω αυτό; Είναι απλούστατο... Θεωρώ ότι κυκλοφόρησαν δύο κορυφαία άλμπουμ. Το “Ready to strike” και το “Thrill of a lifetime”. Δεν είναι τυχαία η επιλογή μου μιας και στα δύο τραγουδάει ο aor-god Mark Free (Marcie πλέον...)! Δεν με ενδιαφέρουν τα σεξουαλικά του... Ο άνθρωπος είναι τραγουδιστής και το μόνο που κρατάω είναι η ατελείωτη φωνάρα του. Μεγάλη η συμβολή του Duane Hitchings στα πλήκτρα. Μεγάλο και ογκώδες το πέρασμά του. Μουσικός, παραγωγός, συνθετης για ονόματα όπως... Κρατιέστε...; B.MILES, M.DAVIS, J.HENDRIX, J.JOPLIN, THE RUNAWAYS, T.NUGENT, P.BENATAR, A.COOPER, HEART, E.MONEY, S.PERRY, E.CARMEN και τόσα μα τόσα ακόμη ονόματα! Έχει γράψει μουσική για τις ταινίες “Iron eagle”, “Rocky IV” και “Flashdance”. Μάλιστα πήρε βραβείο Grammy στην τελευταία ταινία για το τραγούδι "I'll Be Here Where The Heart Is" που έγραψε για την K.Carnes. Τέλος να πω ότι είναι αυτός που ανακάλυψε τους TESLA. Κατά τα άλλα ο “αρχηγός” Carmine Appice (VANILLA FUDGE, CACTUS, R.STEWART, P.STANLEY, MOTHER’S ARMY, M.FRIEDMAN) και David Michael-Philips (LIZZY BORDEN, KEEL), Mick Sweda (BULLETBOYS), Johnny Rod (WASP) συμπληρώνουν ξανά το project. Τραγούδια όπως "Feel the Heat", "Thrill of a Lifetime", "Overnight Sensation" ξεχωρίζουν ιδιαιτέρως. Το "Home Street Home" κάνει την έκπληξη ως σύνθεση που περιέχει στοιχεία rap’n’funk! Το mega-hit όμως είναι όλα τα λεφτά και ακούει στον τίτλο "Iron Eagle (Never Say Die)" κι απ’ ότι καταλάβατε, ναι, είναι αυτό που ακούγεται στην ταινία “Iron eagle”! Κάντε έναν κόπο για όποιον-α δεν ξέρει και δείτε το video-clip του τραγουδιού... Τρελή φάση λέμε!!! Όλοι φαντάροι και με κοντό μαλλί!!! Κι όταν λέω όλοι εννοώ τους KING KOBRA!!! Τρελή 80ίλα...!!! Respect στο άλμπουμ... Respect στους KING KOBRA… Respect στον M.Free!!! Προτεραιότητα για την ποιοτική δισκοθήκη...
Χάρης “Harley S.” Στουραΐτης

KREATOR  Pleasure to killKREATOR – “Pleasure to kill” (Noise)
Όταν το αδιαμφισβήτητο γκανιάν του γερμανικού thrash βρίσκει τα πατήματα του... Κάπως έτσι θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το “Pleasure to kill” αφού όσο και αν κάποιοι γουστάρουν το υπέρ-cult “Endless pain”, η αλήθεια είναι πως απέχει παρασάγγας από τον διάδοχό του. Βέβαια και το “Pleasure to kill” απέχει και αυτό με τη σειρά του από δισκάρες σαν τα “Extreme aggression” και “Coma of souls” αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Αν μη τι άλλο όμως, εδώ συναντάμε δύο από τις σημαντικότερες συνθέσεις των KREATOR: το ομώνυμο κομμάτι και το “Under the guillotine”. Ιδιαίτερα, μάλιστα, στο πρώτο γίνεται ο σχετικός χαμός κάθε φορά που ο Mille και η παρέα του το παίζουν ζωντανά στη σκηνή. Η παραγωγή του συνήθους υπόπτου πίσω από την κονσόλα, Harris Johns, είναι απλά καλή (με τους SODOM έκανε πολύ καλύτερα πράγματα) ενώ θα ήταν παράλειψη αν δεν σημειώναμε ότι ο ντράμερ Jurgen Reil τραγουδάει σε τρία κομμάτια. Η επανέκδοση σε CD συνιστάται ανυπερθέτως λόγω της προσθήκης του EP “Flag of hate” και της αρκετά προσιτής τιμής του.
Σάκης Νίκας

krokus-change of addressKROKUS – “Change of address” (Arista)
Το πόσο άσχημα λόγια έχω ακούσει για το συγκεκριμένο άλμπουμ, δεν λέγεται! Από τους κολλητούς φίλους και τους συναδέλφους στα περιοδικά μέχρι τον ίδιο τον κιθαρίστα των KROKUS, Fernando Von Arb ο οποίος δε δίστασε σε κουβέντα μας να χαρακτηρίσει τον εν λόγω δίσκο σαν «προσωπικό πόνημα του τραγουδιστή Marc Storace»! Ωστόσο, το “Change of address” για τον υπογράφοντα το μικρό αυτό κείμενο θα παραμένει για πάντα η αγαπημένη δουλειά που πρόσφεραν ποτέ στη δισκογραφία οι Ελβετοί. Και δεν είναι από αντίδραση ή κάτι σχετικό... Απλούστατα, είναι ο πρώτος δίσκος που άκουσα ποτέ από τους KROKUS όταν κυκλοφόρησε και σίγουρα μπορεί να μην αγγίζει τη συνθετική ποιότητα π.χ. του “Headhunter” ή του “Metal rendez-vous” αλλά οι συνθέσεις είναι πολύ δουλεμένες και αρκετά πιασάρικες. Και τι έγινε δηλαδή που είναι πέραν του δέοντος εμπορικές (για τα δεδομένα, πάντα, της εποχής); Τραγούδια σαν τα “Now”, “Long way from home”, “Say goodbye” και “Burning up the night” δεν γράφονται κάθε μέρα. Ακούστε λοιπόν δίχως προκατάληψη (όπως θα έλεγε και ο George Michael) και προσπεράστε άφοβα τις τραγικές στολές και την αποτυχημένη φωτογράφηση στο οπισθόφυλλο.
Σάκης Νίκας

Eat Em And Smile CoverDAVID LEE ROTH – “Eat ‘em and smile” (Warner)
Την ίδια εποχή που οι VAN HALEN συνέχιζαν τη διαδρομή τους με τον φανταστικό τραγουδιστή Sammy Hagar, ο David Lee Roth έμπαινε δυνατά στο παιχνίδι της άτυπης αυτής κόντρας (γιατί μη γελιέστε... Υπήρχε κόντρα) με ένα εντυπωσιακό full length άλμπουμ. Είχε προηγηθεί ένα χαβαλετζίδικο EP (ουσιαστικά φόρος τιμής στο Las Vegas... Αγαπημένος προορισμός του Roth) και πραγματικά κανένας δεν περίμενε μία τόσο ποιοτική δουλειά από τον φαντεζί frontman. Με ένα εξαιρετικά εμπνευσμένο και «χτυπητό» εξώφυλλο (ό,τι πρέπει για τις προθήκες των δισκάδικων) και μία μπάντα που θα ζήλευε ο κάθε solo καλλιτέχνης, το “Eat ‘em and smile” βγάζει μάτια και δεν θεωρείται άδικα μία από τις καλύτερες ever δουλειές του Diamond Dave. Οι Sheehan, Bissonette & Vai δεν χρειάζονται φυσικά συστάσεις, όπως άλλωστε δεν χρειάζεται και κανένας παιάνας από μέρους μου για κομμάτια σαν τα “Yankee Rose”, “Big trouble” και “Goin’ crazy”. Να μην ξεχάσω να υπογραμμίσω την εξαιρετική παραγωγή του Ted Templeman...
Σάκης Νίκας

lizzy borden menace to society gLIZZY BORDEN – “Menace to society” (Metal Blade)
Δεν γίνεται να έχεις μεγαλώσει στα 80’s στην Ελλάδα και να σου έχουν ξεφύγει οι LIZZY BORDEN... Πολλές φορές για όλους εκείνους τους λάθος λόγους που τόσο επιτηδευμένα φρόντισαν οι...επαΐοντες εκείνη την εποχή να υπερτονίσουν αγνοώντας το αμιγώς μουσικό σκέλος της μπάντας, δηλαδή την ουσία του πράγματος. Αυτή είναι η αλήθεια! Και άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που συγκροτήματα λόγω του όλου image ρίχτηκαν στον καιάδα και φυσικά τώρα οι ίδιοι άνθρωποι αναθεωρούν απόψεις... Τέλος πάντων! Αφού έβγαλα τα εσώψυχά μου, να προσθέσω απλά ότι το “Menace to society” είναι ένα εκπληκτικό άλμπουμ, άξιος συνεχιστής του αριστουργηματικού “Love you to pieces” και άξιος εκπρόσωπος της πρώτης περιόδου για τους LIZZY BORDEN. Η Αμερικάνικη απάντηση στις Maiden-ικές δισολίες και η συγγενική με τον Midnight και τον Geoff Tate φωνή του Lizzy (αν και σαφώς πιο θεατρικός) αλλά κυρίως οι απίστευτες μελωδικές, heavy συνθέσεις που ακόμη και σήμερα είναι ικανές να σε κάνουν να χτυπηθείς και να τραγουδήσεις το ρεφρέν σαν να ήσουν πάλι 16 χρονών... Αυτό είναι το μεγαλείο των LIZZY BORDEN μέσα από τραγούδια σαν τα “Notorious”, “Generation Aliens” και “Bloody Mary”!
Σάκης Νίκας

LOUDNESS  Lightning strikesLOUDNESS – “Lightning strikes” (Atco)
Η εμπορική περίοδος των LOUDNESS, δίχως αμφιβολία, ξεκινάει από αυτό το άλμπουμ και κρατάει σχεδόν 5 χρόνια. Το “Lightning strikes” είναι ίσως η καλύτερη προσπάθεια των Ιαπώνων εκείνη την πενταετία αλλά σίγουρα δεν μπορεί να φτάσει σε ποιότητα το εξαιρετικό “Thunder in the east” ένα χρόνο πριν. Όπως και να έχει όμως, ο Akira Takasaki γράφει μερικά από τα πιο μελωδικά κιθαριστικά riffs αν και θα πρέπει να σημειώσω ότι η κακή προφορά του συμπατριώτη τραγουδιστή του, λειτουργεί μάλλον αποτρεπτικά (βέβαια, κάποιοι γουστάρουν αυτό το χαρακτηριστικό) και ίσως ήταν ένας από τους βασικούς λόγους της μη εμπορικής επιτυχίας των LOUDNESS. Αν και η παρουσία τραγουδιών όπως τα “Let it go”, “1000 Faces”, “Who knows” κ.α. προμήνυε μία ελπιδοφόρα συνέχεια για τους Ιάπωνες metallers, η κυκλοφορία απλά καλών (και τίποτα παραπάνω δίσκων) δεν επιβεβαίωσε τις προσδοκίες των fans της μπάντας. Ωστόσο, η μελωδική/εμπορική πλευρά των LOUDNESS παραμένει μία αξιοπρεπέστατη παρακαταθήκη στο heavy metal της δεκαετίας του ‘80.
Σάκης Νίκας

TONY MACALPINE  Edge of insanityTONY MACALPINE – “Edge of insanity” (Shrapnel)
Άλλο ένα εξαιρετικό instrumental ντεμπούτο βιρτουόζου κιθαρίστα από τη Shrapnel, εκείνη τη χρονιά και μιλάμε για τον «πολύ» Tony Macalpine. Ο Macalpine, με κλασικές σπουδές και πτυχίο πιάνου, έπιασε την κιθάρα και της έδωσε να καταλάβει. Την ίδια χρονιά, είχε παίξει πλήκτρα στο ντεμπούτο του Vinnie Moore, αλλά το “Edge of insanity”, είναι η δική του προσπάθεια να μπει –με επιτυχία- στην κορυφή των shredders. Με συνοδοιπόρους στο άλμπουμ τον Billy Sheehan στο μπάσο και τον Steve Smith στα τύμπανα, το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι παρά εκπληκτικό. Ξεκινώντας από το opening track, “Wheel of fortune”, ο συνδυασμός απαράμιλλης τεχνικής σε κιθάρα και πλήκτρα γίνεται αισθητός, με μελωδίες που σου κολλάνε στο μυαλό αλλά και θέματα που θα ζήλευαν πάρα πολλές heavy/power μπάντες. Μέχρι εκείνη τη χρονιά, όταν μιλούσαμε για shredder με ρίζες στην κλασική μουσική, εννοούσαμε μόνο τον Malmsteen, μέχρι που ήρθαν ο Vinnie Moore και ο Macalpine και άλλαξαν τα δεδομένα μία και καλή. Φοβερές στιγμές, όπως το “Empire in the sky” ή η μπαλάντα “No place in time”, φανερώνουν ένα μουσικό που δεν έχει ταβάνι κι αυτό φάνηκε στη μετέπειτα καριέρα του και την μετεξέλιξη που είχε σαν παίχτης. Το μόνο μειονέκτημα που θα μπορούσα να βρω, είναι ότι πολλά κομμάτια μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά στο σύνολο μιλάμε για εξαιρετικό ντεμπούτο που συνεχίστηκε εξίσου δυναμικά τα επόμενα χρόνια.
Σάκης Φράγκος

Manilla road the delugeMANILLA ROAD – “The deluge” (Black Dragon)
Ένα ακόμη σπουδαίο όνομα που ανήκε στον κατάλογο της Black Dragon (κάποια στιγμή πρέπει να κάνουμε αφιέρωμα μόνο στους δίσκους που κυκλοφόρησε) ήταν οι Αμερικανοί MANILLA ROAD, αγαπημένοι σημαντικής μερίδας Ελλήνων οπαδών και όχι μόνο. Από τον τρίτο τους δίσκο, “Crystal logic”, αντιπροσωπεύουν επάξια το αμερικάνικο επικό / power metal με τραχύ και δυναμικό ήχο. Ακόμα και όταν εμπλούτισαν τη μουσική τους με thrash στοιχεία δεν έχασαν τους πιστούς οπαδούς τους. Μέχρι το 1986 έχουν προλάβει να κυκλοφορήσουν δισκάρες όπως “Metal”, “Crystal logic” και “Open the gates”.
Ο πέμπτος τους δίσκος, “The deluge” τους βρίσκει στην καλύτερη φάση της καριέρας τους, έχοντας αποκτήσει 100% προσωπικό ήχο και τον Shelton σε τρελά κέφια. Προσωπική μου άποψή ο καλύτερος τους δίσκος. Με εξαιρετικό εξώφυλλο, τον οργισμένο Ποσειδώνα, το “Dementia” σε εισάγει κατευθείαν στο κλίμα. Η χαρακτηριστική φωνή του Mark Shelton, που ή θα λατρέψεις ή θα μισήσεις από την πρώτη στιγμή, σε καλωσορίζει σε ένα κόσμο τραχύ, επικό, δυναμικό με υπέροχη ατμόσφαιρα. Κοφτερά riffs, άψογα lead γεμίσματα και solos προσπαθούν να ανταγωνιστούν ένα θηρίο πίσω από τα drums, τον περίφημο Randy Foxe. Το τελικό αποτέλεσμα βγάζει νικητή μόνο την ποιότητα, καθώς κανένα στοιχείο δεν σκεπάζει το άλλο και όλα είναι σε ιδανική αρμονία. Αν τους προσέξετε από την πρώτη τους δουλειά θα καταλάβετε πως κατάφεραν να μετατρέψουν τις ποικίλες επιρροές τους (rock των 70’s, NWOBHM, speed) σε ένα «μείγμα» επικού power metal που σε συνεπαίρνει. Ένα ακόμη θετικό του δίσκου έχει να κάνει ότι διαθέτουν περισσότερα μικρής διάρκειας τραγούδια και έχουν μάθει να τα δουλεύουν σωστά, κάνοντας την ακρόαση ακόμα πιο ευχάριστη. Όπως σε κάθε δίσκο είχαν από ένα hit έτσι και εδώ το “Divine victim” παίζει τον αντίστοιχο ρόλο. Όμως το μεγαλύτερο τραγούδι, σε διάρκεια, το ομώνυμο, κλέβει την παράσταση. Εξάλλου πάντα ο Shelton τα κατάφερνε περίφημα με τις μεγάλες διάρκειες.
Φυσικά στο internet και ειδικά στο you tube μπορείτε να ακούσετε όλο το δίσκο, όσοι δεν τον έχετε ακούσει μέχρι στιγμής. Θα είναι μιας πρώτης τάξεως να μάθετε ένα από τα ιστορικότερα και καλύτερα αμερικάνικα συγκροτήματα. Το συγκρότημα, μετά το “The deluge” άντεξε για αρκετά χρόνια ακόμα μέχρι το 1992. Ο Mark Shelton τους επανέφερε στο προσκήνιο το 2000, με διαφορετικό line up και από τότε δεν έχουν σταματήσει να κυκλοφορούν δίσκους και να επισκέπτονται την χώρα μας. Παρόλο που δεν τα έχουν πάει άσχημα στην νεότερη ιστορία τους, εγώ θα τους θυμάμαι για πάντα με τις δουλειές που κυκλοφόρησαν την δεκαετία του ’80.
Παναγιώτης Δημητρόπουλος

megadeth peace sells but whos buyingMEGADETH – “Peace sells... but who's buying?” (Capitol)
Το “Peace sells...” είναι ο δίσκος που ουσιαστικά έβαλε τους MEGADETH στον “χάρτη” της metal μουσικής. Μετά το οργισμένο και πολύ speedy ντεμπούτο τους “Killing is my business... and business is good”, απόρροια του διωγμού του Mustaine από τους METALLICA, οι MEGADETH κυκλοφορούν τον δίσκο που έμελλε να αλλάξει το thrash και την metal μουσική γενικότερα. Ο Dave κατάλαβε ότι με το να παίζει αρκετά πιο γρήγορα και πιο ωμά απ' ότι οι METALLICA στο “Kill 'em all”, δεν πρόκειται να αποδείξει ότι η μπάντα του είναι καλύτερη από τους άσπονδους “φίλους” του. Το μόνο που είχε να κάνει είναι να χρησιμοποιήσει το ταλέντο του και να δείξει πόσο καλύτερος κιθαρίστας είναι. Και αυτό κάνει στο “Peace sells...”. Εξελίσσει το ιδίωμα κάνοντάς το πιο τεχνικό, πιο κιθαριστικό, το οποίο σε συνδυασμό με τις ιδιότυπες φωνητικές γραμμές του θα αποτελέσουν τον trademark MEGADETH ήχο. Ο Dave και ο Chris Poland παίζουν τις κάλτσες τους, με τα arpeggio και τα solo να εναλλάσσονται ασταμάτητα, δημιουργώντας συμπλέγματα κατωτερότητας σε πολλούς σύγχρονούς τους κιθαρίστες! Αυτή την φορά φρόντισε να μην φάει τα μισά λεφτά του μπάτζετ για τις ηχογραφήσεις, σε ναρκωτικά και αλκοόλ, με αποτέλεσμα ο δίσκος να έχει πολύ καλύτερη παραγωγή από τον προκάτοχό του, αναδεικνύοντας έτσι τις συνθέσεις. Τι κι αν ο δίσκος είχε την ατυχία να συμπέσει με τον ογκόλιθο που ακούει στο όνομα “Master of puppets”; Το γεγονός αυτό δεν μετριάζει καθόλου την αξία του! Ίσως το “Peace sells...” να έκανε μεγαλύτερη αίσθηση στην παγκόσμια μουσική σκηνή, αλλά και μόνο το ότι η πολυεθνική Capitol Records αγόρασε τα δικαιώματα του δίσκου λίγο πριν κυκλοφορήσει, αποτέλεσε το διαβατήριο για να μπουν οι MEGADETH στην ελίτ του παγκόσμιου μουσικού στερεώματος. Τραγούδια όπως το “Wake up dead”, κοσμούν μέχρι και σήμερα τα setlist των MEGADETH, ενώ το ομώνυμο τραγούδι είναι ο απόλυτος συναυλιακός ύμνος τους και ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια που γράφτηκαν ποτέ στην metal μουσική. Ποιος από μας άλλωστε δεν έχει σιγοτραγουδήσει ή φωνάξει “If there's a new way, I'll be the first in line”;
Γιώργος Βογιατζής

METAL CHURCH - The darkMETAL CHURCH - “The dark” (Elektra)
Οι Αμερικάνοι με αυτόν εδώ τον δίσκο, τον δεύτερο της καριέρας τους, κατάφεραν να ανέβουν εμπορικά ένα σκαλί πιο πάνω. Τα προηγούμενα χρόνια περιόδευαν με τους METALLICA και υπήρχε μια φιλία και αλληλοεκτίμηση ανάμεσα στις δύο αυτές μπάντες.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε λίγες ημέρες μετά τον τραγικό θάνατο του Cliff Burton, οπότε η αφιέρωση “this record respectfully dedicated to Cliff Burton” στο εσώφυλλο του δίσκου, ήταν μια απόλυτα ειλικρινήs κατάθεση των συναισθημάτων των METAL CHURCH προς το πρόσωπο όχι μόνο ενός σπουδαίου μουσικού αλλά κυρίως ενός καλού φίλου. Ο δίσκος κατάφερε και μπήκε στο top 100 του Billboard, στην θέση 92 πιο συγκεκριμένα και επίσης με αυτόν η μπάντα καταφέρνει να “γυρίσει” το πρώτο της video clip για το τραγούδι “Watch the children pray”. O δίσκος είναι εξαιρετικός με φοβερά power/ speed τραγούδια που αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο τον ήχο της μπάντας της πρώτης εποχής, της εποχής δηλαδή που πίσω από το μικρόφωνο ήταν ο σπουδαίος David Wayne. Όμως ενώ όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά για το σχήμα, οι ίδιοι δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένοι με το θέμα της παραγωγής και της μίξης του “The dark”, μάλιστα η προσπάθεια τους να αναζητήσουν την βοήθεια του γνωστού παραγωγού Mark Dodson αποδείχθηκε λανθασμένη σύμφωνα με δηλώσεις τους, αφού εκεί που ήταν μια χαρά είχαν να ανεχθούν δηλώσεις του στυλ “είμαι το έκτο μέλος της μπάντας” και γενικότερα η στάση του παραγωγού όσον αφορά τον ηχητικό αποτέλεσμα να διαφέρει πάρα πολύ από τα δικά τους “πιστεύω”. Όμως ήταν αργά για να κάνουν κάτι γι’ αυτό, και σύμφωνα πάλι με δηλώσεις τους έπαθαν πλάκα όταν άκουσαν το τελικό αποτέλεσμα, εντελώς διαφορετικό από αυτό που ήθελαν και περίμεναν. Όλα αυτά οδήγησαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στα μέλη του σχήματος που είχε σαν αποτέλεσμα την αποχώρηση του τραγουδιστή David Wayne. Παρόλα αυτά τα προαναφερθέντα προβλήματα, το “The dark” είναι ένα αριστούργημα που δεν πρέπει να λείπει από κάθε σοβαρή metal δισκοθήκη. Πολύ απλά, μιλάμε για μια μεγάλη μπάντα, που άξιζε πολλά περισσότερα απ’ αυτά που δυστυχώς κατέκτησε.
Γιάννης Παπαευθυμίου

master-of-puppetsMETALLICA – “Master of puppets” (Elektra)
25 χρόνια έχουν περάσει από αυτή τη θρυλική (και λίγα λέω) κυκλοφορία αλλά φαίνεται σαν να ‘ταν χτες. Μετά το επίσης μέγιστο “Ride the lightning” ήρθαν με έναν ακόμα δίσκο που έμελε να μείνει στην ιστορία σαν ένα από τα καλύτερα metal, και όχι μόνο, άλμπουμ που έχουν γραφτεί ποτέ. Πρώτη τους κυκλοφορία με μια μεγάλη εταιρία, έγινε 6 φόρες πλατινένια στις Η.Π.Α. και έφτασε στο top 30 με μηδαμινή ραδιοφωνική υποστήριξη. Η επιρροή του “Master of puppets” σε όλη τη metal σκηνή είναι εμφανής μέχρι και σήμερα. Ακόμα και οι νεότερες γενιές έχουν ως ύμνο το ομότιτλο κομμάτι και ξέρουν τους στίχους λέξη προς λέξη και ουκ ολίγες μπάντες έχουν διασκευάσει είτε σε live είτε ακόμη και σε δίσκους τους τραγούδια του άλμπουμ. “Battery”, “Damage inc.” και “Welcome home (Sanitarium)” είναι τα “hits” του δίσκου και μόνιμες “παραγγελιές” προς τους djs. Αλλά συνθέσεις όπως το “Leper messiah”, το “The thing that should not be” και το “Orion”,το οποίο κατ’ εμέ είναι το καλύτερο instrumental που έχει γραφτεί ποτέ, έχουν μείνει στην ιστορία ως μερικές από τις σημαντικότερες και πιο ώριμες συνθέσεις. Φυσικά όπως όλοι ξέρουμε το “Master of puppets” δυστυχώς έμεινε στην ιστορία και για έναν δυσάρεστο λόγο. Ήταν ο τελευταίος δίσκος των METALLICA με τον αείμνηστο Cliff Burton στο line up, ο οποίος στις 27 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, στο “Damage inc. Tour” για την προώθηση του δίσκου, έχασε τη ζωή του μετά από το ατύχημα που είχαν με το tour bus λίγο έξω από τη πόλη Ljungby της Σουηδίας. Το όνομα του Cliff είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το “Master of puppets” και το αντίστροφο, γι’ αυτό δε πρόκειται ποτέ να ξεχάσουμε ούτε τον ίδιο, αλλά ούτε την βαριά κληρονομιά που άφησε.
Γιώργος Δρογγίτης

Vinnie Moore - Minds EyeVINNIE MOORE – “Mind’s eye” (Shrapnel)
Ξεκινώντας την παρουσίαση του δίσκου, πρέπει να πω ότι το “Mind’s eye” είναι ο αγαπημένος μου instrumental δίσκος όλων των εποχών, ο Vinnie Moore ένας από τους πιο αγαπημένους κιθαρίστες και ότι γελάω ενθυμούμενος ότι πριν από πολλά-πολλά χρόνια, ο αδερφός μου είχε πουλήσει αυτό το βινύλιο (μαζί με το “No place for disgrace” των FLOTSAM AND JETSAM, για να πάρει μανέτες για το ποδήλατο!!! Μιλάμε για 22-23 χρόνια πίσω). Αρκετά με τις άχρηστες πληροφορίες όμως. Το “Mind’s eye” ξεχειλίζει από μελωδία, τεχνική και συναίσθημα. Μαζί με τον Vinnie Moore βρίσκονται βιρτουόζοι παίχτες, όπως ο Tommy Aldridge στα ντραμς, ο απίστευτος κιθαρίστας Tony MacAlpine στα πλήκτρα και ο Andy West στο μπάσο. Γενικότερα, αν κοιτάξετε το line up των instrumental δίσκων εκείνης της φουρνιάς της Shrapnel/Roadrunner, θα εκπλαγείτε με το ποιοι μουσικοί παίζουν μαζί με τους κιθαρίστες που είναι «μπροστάρηδες»! Το εκπληκτικό είναι ο χώρος που αφήνει ο Moore στους υπόλοιπους μουσικούς να δείξουν κι αυτοί τις ικανότητές τους. Ακούστε για παράδειγμα το drum solo του Aldridge στο “Saved by a miracle” (του οποίου η εισαγωγή με την κλασική κιθάρα ακόμα με κάνει να ανατριχιάζω), τα εκπληκτικά σόλο στα πλήκτρα του MacAlpine στο “In control” ή το απίστευτο “Daydream”. Μπορεί να μην υπάρχει κάποιο κομμάτι που να είναι το trademark, όπως λέμε, του δίσκου, αλλά ΟΛΑ μα όλα τα κομμάτια αποτελούν το μέρος ενός εξαιρετικού συνόλου, με μελωδίες αλλά και ασύστολο shredding. Ακούγοντας αυτόν το δίσκο, δύσκολα κανείς αναρωτιέται για ποιο λόγο έφυγε ο Vinnie Moore από τους VICIOUS RUMORS, αλλά και δύσκολα κανείς αμφισβητεί την ικανότητα του Mike Varney να βρίσκει guitar heroes… Το 1986 και τα δύο επόμενα χρόνια, βγήκαν instrumental δίσκοι που μας έκαναν να παραμιλάμε…
Σάκης Φράγκος

Σχόλια

Άλλα άρθρα του συντάκτη

Διαβάστε επίσης

80’s fuckin’ metal – 1988 (Part 1)

15 Απριλίου, 2016 - 01:15 Rockhard

Πέρασε πολύς καιρός από τότε που είχαμε αφήσει το αφιέρωμα στα 80’s… Πάρα πολύς καιρός… Και τα τηλέφωνα, τα μέηλ και τα μηνύματά σας ήταν συνεχή… Σε σημείο που μας επέβαλλαν να το συνεχίσουμε και να...

[περισσότερα]

80's fuckin' metal - 1987 Part 2

6 Φεβρουαρίου, 2013 - 12:44 Σάκης Φράγκος

M.O.D. – “U.S.A. for M.O.D.” (Megaforce) Όταν τελικά οι S.O.D. (Stormtroopers Of Death) αποφάσισαν ότι τελικά δεν θα βγάλουν δεύτερο δίσκο, που θα είχε τον τίτλο “U.S.A. for S.O.D.), ο Scott Ian...

[περισσότερα]

90 minutes of fame: Best of 1987 part I

9 Οκτωβρίου, 2012 - 08:49 Σάκης Φράγκος

Κατά την αγαπημένη μας συνήθεια, φτιάχνουμε την αγαπημένη μας κασέτα με τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια από το 1986 και το δεύτερο μέρος του αφιερώματος που μόλις παρουσιάσαμε στο site μας με...

[περισσότερα]

80's fuckin' metal - 1987 Part 1

5 Οκτωβρίου, 2012 - 11:27 Σάκης Φράγκος

Πέρασαν περίπου δύο μήνες από τότε που ανέβηκε το δεύτερο μέρος του 1986 για το μεγάλο αφιέρωμα του ROCK HARD στη θρυλική δεκαετία του ’80. Έφτασε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου να κάνουμε και το...

[περισσότερα]

90 minutes of fame: Best of 1986 part II

6 Ιουλίου, 2012 - 13:37 Σάκης Φράγκος

Κατά την αγαπημένη μας συνήθεια, φτιάχνουμε την αγαπημένη μας κασέτα με τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια από το 1986 και το δεύτερο μέρος του αφιερώματος που μόλις παρουσιάσαμε στο site μας με...

[περισσότερα]