80's fuckin' metal - 1987 Part 1

5 Οκτωβρίου, 2012 - 11:27

Πέρασαν περίπου δύο μήνες από τότε που ανέβηκε το δεύτερο μέρος του 1986 για το μεγάλο αφιέρωμα του ROCK HARD στη θρυλική δεκαετία του ’80. Έφτασε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου να κάνουμε και το πρώτο μέρος για το 1987, μία χρονιά με πολλές και καλές κυκλοφορίες και φυσικά το τεράστιο άλμα που έκανε το hard rock με δισκάρες από τους DEF LEPPARD, τους WHITESNAKE και πολλούς άλλους. Υπενθυμίζουμε ότι η σειρά παρουσίασης είναι αλφαβητική…

 

Aerosmith - Permanent VacationAEROSMITH – “Permanent Vacation” (Geffen)

Το άλμπουμ που επανέφερε το μεγάλο συγκρότημα από τη Βοστώνη σε τροχειά επιτυχίας. Αν και οι προσπάθειές τους είχαν ξεκινήσει 3 χρόνια πριν, με το άλμπουμ “Done with the mirrors”, το “Permanet Vacation” ήταν αυτό που τους εκτόξευσε πουλώντας περισσότερα από 5.000.000 αντίτυπα μόνο στην Αμερική. Απόλυτα δικαιολογημένο νούμερο αν σκεφτεί κανείς ότι έβγαλε 3 Top 20 singles στο αμερικάνικο chart μικρών δίσκων του Billbaord (“Rag Doll” No 17, “Dude (Looks like a lady)” No 14 και “Angel” No 3, με το “Angel” να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία τους στους μικρούς δίσκους, μετά το Νο1 “I don’t wanna miss a thing”) όπου και τα τρία παραμένουν ζωντανά έως σήμερα. Στο “Permanent Vacation” οι AEROSMITH συνεργάζονται για πρώτη φορά και με συνθέτες/στιχουργούς εκτός συγκροτήματος, αφού έως τότε όλες τις συνθέσεις υπέγραφαν οι Tyler/Perry. Τώρα βλέπουμε τα ονόματα των Desmond Child (η δεκαετία του ‘80 κυριολεκτικά του ανήκει), Jim Vallance και Holly Knight. Όμως πέραν των πετυχημένων singles αλλά και γενικά του καλού επιπέδου συνθέσεων, το άλμπουμ περιέχει μια περίεργη διασκευή: Οι AEROSMITH διασκεύασαν το άγνωστο τραγούδι των BEATLES, “I’m Down”, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1965 στη Β’ πλευρά του single “Help”. Το συγκρότημα δεν περιλαμβάνει διασκευές στα άλμπουμ τους και αυτό ήταν το δεύτερο τραγούδι των BEATLES μετά το “Come together” που επέλεξαν για να διασκευάσουν. Όμως εκείνο που πραγματικά εκτίναξε τις πωλήσεις του άλμπουμ ήταν το MTV και το airplay των τριών videos στα κομμάτια που διαβάσατε πιο πάνω. Φυσικά και το αγοράζετε!

Αλέξανδρος Ριχάρδος

 

AgentSteel21AGENT STEEL – “Unstoppable force” (Combat)

O John Cyriss στάλθηκε από εξωγήινα όντα προκειμένου να μυήσει τον άνθρωπο στα μυστικά του πολιτισμού τους… Στα πρώτα του χρόνια στον πλανήτη Γη, αποφάσισε πως θα ήταν πιο εύκολο να προσεγγίσει την ανθρώπινη φύση δια μέσου του heavy metal… Σοφή επιλογή! Συμπλέει με λοιπούς “σεσημασμένους” μουσικούς που κουβαλούσαν την κάψα να ωθήσουν το h.m. σε ultra speed ταχύτητες και στο δεύτερο τους άλμπουμ “Unstoppable force” έχουν ήδη καλωσορίσει στο πλάι του κιθαρίστα Juan Garcia, τον Bernie Versailles, που σαν ντουέτο, κάνουν πράγματα και θαύματα! QUEENSRYCHE σε γρηγορότερες στροφές μουσικά, παράπλευρος ηχητικά αλλά κινούμενοι σε υψηλότερες οκτάβες ο Cyriss ήταν η αδιαμφησβήτητη persona που εμφανίστηκε ποτέ στο speed metal ιδίωμα αλλά και μία από τις πιο αινιγματικές και “φεύγα” στο heavy metal γενικότερα!

Μην αναρωτιέστε… Αυτοί ήταν που ισορρόπησαν στην λεπτή γραμμή του speed, αδιαφορώντας να παίξουν thrash, αυτοί έπαιξαν heavy metal “τίγκα” στα αναβολικά, αυτοί ηχογράφησαν έπη όπως το ομότιτλο, το αιώνια λατρεμένο μου “Never surrender” και τα “Still searchin’”, “Rager”, “The day at guyana” (instrumental κόλαφος!), “Nothin’ left”, “Traveller” (επίλογος from outter space!)… Με κιθάρες σκέτες λεπίδες, τύμπανα και μπάσο οδοστρωτήρες, ύφος ακραιφνώς “χύμα στο κύμα” και νοοτρπία που ξεχώριζε σαν την μύγα μες στο γάλα, οι AGENT STEEL, δεν ήταν μία ακόμα από τις πολλές, στην ένδοξη ιστορία του 80’s US metal… Ήταν από τις πλέον ξεχωριστές και αλλόκοτες… Συνάμα όμως και συναρπαστικές! Δικαίως απολαμβάνουν το status από εκείνους που γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις…

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

Anthem - Bound to BreakΑΝΤΗΕΜ - “Bound to break” (Restless)

Οι Ιάπωνες αυτοί παρόλο που χρονικά συνυπήρξαν με τους ομοεθνείς τους LOUDNESS, δεν κατάφεραν να κάνουν “όνομα” πέρα από τα σύνορα της χώρας τους. Αν ακούσει κάποιος τον τρίτο τους δίσκο “Bound to break” που παρουσιάζουμε εδώ, πραγματικά θα απορήσει που αυτό το σχήμα δεν ευτύχησε να ακουστεί ευρύτερα. Οι συνθέσεις τους είναι κλασικό heavy metal με αρκετά power metal στοιχεία και την παραγωγή έχει αναλάβει ο διάσημος Chris Tsangarides, οπότε σε αυτόν τον τομέα όλα κυλάνε ρολόι. Επιρροές από PRETTY MAIDS, JUDAS PRIEST, IRON MAIDEN, ACCEPT, ακόμα και πρώιμους RATT θυμίζουν στο “Show must go on”. Όλα εδώ κυλούν μια χαρά σε αυτόν τον δίσκο, αν και η μίξη μισό αγγλικού/μισό Ιαπωνικού στίχου δεν κάθεται και πολύ καλά, αλλά από την άλλη το παίξιμο και οι συνθέσεις της μπάντας είναι ικανές να αποζημιώσουν το οπαδό του κλασσικού metal που θα καταπιαστεί με αυτόν τον δίσκο. Συνθέσεις σαν τα “ Bound to break”, “Fire n’ the sword”, “Soldiers”, “Headstrong” και “Empty eyes” είναι η απόδειξη ότι ικανότητες και έμπνευση διέθεταν οι ANTHEM.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

AnthraxAmongTheLivingANTHRAX – “Among the living” (Island)

Τι σχέση μπορούν να έχουν ο δικαστής Dredd, ο Stephen King, ο John Belushi και το Poltergeist με μία thrash μπάντα; Η απάντηση δίνεται στο αρτιότερο άλμπουμ που παρουσίασαν ποτέ οι ANTHRAX με τίτλο “Among the living”. Και λέω «αρτιότερο» και όχι καλύτερο γιατί η ουσία είναι πως και το “Spreading the disease” ήταν ένας φανταστικός δίσκος αλλά «χώλαινε» στην άθλια παραγωγή. Στο “Among the living” όμως τα πράγματα μπήκαν στη σωστή σειρά, οι πλανήτες ευθυγραμμίστηκαν, η συναστρία χτύπησε κορυφή και οι ANTHRAX αφήνουν ανεξίτηλο το στίγμα τους μια για πάντα στη δισκογραφία.

Είναι το άλμπουμ που καθιέρωσε τους ANTHRAX ανάμεσα στα τέσσερα κορυφαία συγκροτήματα του thrash ήχου στην Αμερική και τολμώ να πω ότι θα πρέπει να αποδώσουμε τα εύσημα στους Νεοϋορκέζους καθώς πρόσθεσαν μία χιουμοριστική νότα σε ένα εν πολλοίς σοβαρό ιδίωμα. Αυτό μπορεί να τους εξασφάλισε ικανοποιητικό airplay στο MTV αλλά οι Ευρωπαίοι (κυρίως) thrashers δεν τους συμπάθησαν και τόσο πολύ (συγκριτικά πάντα με τους υπόλοιπους συναδέλφους τους). Η αλήθεια είναι πάντως ότι οι ANTHRAX είναι μία, κατά το μάλλον ή ήττον, Αμερικάνικη υπόθεση στο thrash. Βέβαια εγώ, προσωπικά, δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό...όχι μόνο, γιατί λατρεύω αυτό το συγκρότημα (και αυτό το άλμπουμ) αλλά γιατί δεν είναι δυνατόν να οριοθετούμε μουσικά συνθέσεις όπως τα διαχρονικά “Indians”, “I am the law”, “Among the living”, “Caught in a moss”.

Ο δίσκος είναι αφιερωμένος στον Cliff...

Σάκης Νίκας

 

ANVILStrengthOfSteelANVIL – “Strength of steel” (Metal Blade)

Θα ήταν το λιγότερο παραλογισμός, να θεωρηθεί το “Strength of steel”, το τέταρτο κατά σειρά studio άλμπουμ των ANVIL εξίσου συναρπαστικό όσο τα “Hard ‘n’ heavy”, “Metal on metal” και “Forged in fire”… Ο Lips δεν κατόρθωσε να “συλλάβει” μεγαλοπρεπείς ιδέες στο κεφάλι του και να τις μετουσιώσει σε διαχρονικούς ύμνους που θα έμεναν χαραγμένοι στην συνείδηση των οπαδών της μπάντας. Το κακό management είναι ίσως μία ρίζα του κακού, η υποτονική και άνευρη παραγωγή είναι μία επιπλέον. Όταν όμως ακούς κομμάτια όπως τα “9-2-5”, “Mad dog”, “Wild eyes”, εύκολα αναρωτιέσαι τι συμβαίνει σε μία μπάντα που ξεχείλιζε από έμπνευση και δημιουργικότητα... Οι ANVIL προφανώς θέλησαν να πιάσουν το πνεύμα της εποχής, που ήθελε το heavy metal να λοξοκοιτάει σε πιο εμπορικές κατευθύνσεις, αναζητώντας τρόπους να δυεισδύσει ακόμα περισσότερο στο νεανικό κοινό. Δεν τα κατάφεραν όμως... Κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις όπως τα “Cut loose”, “Kiss of death”, “Paper general”, δεν είναι σε θέση να συγκρατήσουν το ολίσθημα του γενικού εγχειρήματος προς την απόλυτη μετριότητα και η αλήθεια είναι πως πέραν των die hard οπαδών, που ούτως ή άλλως, κατέχουν τα άπαντα, το “Strength of steel”, συνιστά αυτό που αποκαλούμε “μαύρη τρύπα” στην πλουσιότατη δισκογραφική τους συγκομιδή...

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

Armored Saint USA - Raising FearARMORED SAINT – “Raising fear” (Chrysalis)

Χαίρομαι αφάνταστα που μέσω της παρουσίασης του “Raising fear”, μου δίνεται απλόχερα μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία να διατυπώσω τόσο την θέση μου για τους ARMORED SAINT, όσο και για την θλιβερά χλιαρή αντιμετώπιση που τυγχάνουν όλα αυτά τα χρόνια από το heavy metal κοινό της χώρας μας…Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους, συνεπώς, ο τρίτος δίσκος των Σιδηρόφραχτων Αγίων, τους βρίσκει σε οργιώδη συνθετική φόρμα! Έχοντας παντρέψει πλέον με τρόπο που άλλους θα έπαιρνε καμιά δεκαριά (στην καλύτερη) χρόνια τον ήχο του Βρετανικού h.m. κύματος των 80’s και τον αυθορμητισμό του U.S. κινήματος, οι Αμερικανοί ξεχύθηκαν στην αρένα, κουβαλώντας πολεμοφόδια που θα τους επέτρεπαν να κοιτάξουν στα μάτια τους μεγάλους του είδους! Το “Raising fear” είναι ένας ακόμα αυθεντικός και τίμιος όσο δεν πάει δίσκος, ευθυτενής, με “γκάζια” αλλά και mid tempo στιγμές που δεν φείδονται επ’ ουδενί δημιουργικού και εκτελεστικού οίστρου!

Το ομώνυμο σαρωτικό κομμάτι που ανοίγει την αυλαία, δηλώνει με το “καλημέρα” τις άγριες προθέσεις τους… Τα “Isolation” και “Frozen will/Legacy” θα βρίσκονται για πάντα χαραγμένα στην θύμηση μας ως μνημεία μεταλλικής πανδαισίας και η τριάδα των “Book of blood”, “Terror”, “Underdogs”, κοντράρει στα ίσια οτιδήποτε είχε κυκλοφορήσει εκείνη την περίοδο στην άλλη όχθη του Ατλαντικού! Υπερβολή ή πλεονασμός για την πλειοψηφία, οι ARMORED SAINT κατά την ταπεινή μου άποψη θα συγκαταλέγονται εσαεί στις κορυφαίες μπάντες του κλασικού metal ήχου για τα 80’s της χώρας τους! Εξαιρετικό άλμπουμ, σύγχρονο σαν άκουσμα ακόμα και 25 χρόνια μετά, αξίζει να βρίσκεται σε κάθε ενημερωμένη δισκοθήκη! Για το τέλος, αξίζει να σημειωθεί η προσαρμοστικότητα του κλασικού hit των LYNYRD SKYNYRD “Saturday night special” στα δικά τους μέτρα και σταθμά αλλά και το ότι το “Raising fear” αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της συνεργασίας του κουαρτέτου με την Chrysalis αλλά και το ύστατο άλμπουμ που συμμετείχε ο κιθαρίστας τους Dave Prichard που απεβίωσε λίγο πριν το “Symbol of salvation”…

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

ASSASSIN  The upcoming terrorASSASSIN – “The upcoming terror” (Steamhammer)

Τευτονικό thrash, με όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, έπαιζαν και συνεχίζουν να παίζουν, οι ASSASSIN, οι οποίοι έχουν επανασυνδεθεί και κυκλοφόρησαν και το “Breaking the silence” το 2011 (και αν δεν κάνω λάθος, ετοιμάζονται να βγάλουν κι ένα DVD τον επόμενο μήνα). Έχουν το κλασικό τραγούδι με την εισαγωγή με την ακουστική κιθάρα, που μετά γίνεται μακελειό, αντιγραφές SLAYER, φωνητικά ανάμεσα στον Mille και τον Schmier, αλλά πάνω απ’ όλα υπερηχητικές ταχύτητες. Οι ASSASSIN παίζουν λες και ήθελαν να διεκδικήσουν τον τίτλο του πιο speedy thrash γκρουπ της Γερμανίας. Καλή η ταχύτητα, αλλά από συνθέσεις δεν μας τα λένε και καλά. Δεν είναι τυχαίο ότι παρότι είχαν βγει τη στιγμή που η γερμανική σκηνή ανέβαινε με γοργά βήματα, αυτοί έμειναν στη δεύτερη κατηγορία και το μόνο που κατάφεραν είναι να κερδίσουν τη συμπάθεια του κόσμου και ο κιθαρίστας τους, Michael Hofmann, να παίξει με τους SODOM στο “Better off dead” (κορυφαίο, αλλά αδικημένο άλμπουμ). Καλό είναι το επτάλεπτο “The last man”, όπως και το “Nemesis” και το “Holy terror” (που έχει πολλές NWOBHM αναφορές), αλλά μέχρι εκεί. Υπάρχουν άλλα, πραγματικά διαμάντια στο χώρο το thrash…

Σάκης Φράγκος

 

AutoclearAUTOGRAPH – “Loud and Clear” (RCA)

Παρ’ όλο που στη χρυσή εποχή της δισκογραφίας είχαν κυκλοφορήσει στη χώρα μας οι δίσκοι των AUTOGRAPH (ο συγκεκριμένος είχε τυπωθεί σε ελληνικό εργοστάσιο), είμαι σίγουρος ότι ελάχιστος κόσμος τους γνωρίζει. Πέραν του φανατικού πυρήνα των sleaze/melodic fans, οι υπόλοιποι τους έμαθαν από το σχετικό αφιέρωμα του Rock Hard, είτε από την έντυπη είτε από την ηλεκτρονική μορφή του. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Όχι βέβαια πως θα χάνατε τίποτε αν δεν τους γνωρίζατε! Το “Loud and Clear” είναι το τρίτο και τελευταίο άλμπουμ του συγκροτήματος από το Los Angeles. Μετά την κυκλοφορία του διαλύθηκαν και επανασυνδέθηκαν το 1997 και πάλι χωρίς τίποτε το σημαντικό. Παρ’ όλη τη βοήθεια του Andy Johns στην παραγωγή αλλά και ηχοληψία, το πενταμελές συγκρότημα είναι φανερό ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει σε υψηλό επίπεδο (το “Loud and Clear” σταμάτησε στο No108 του Billboard) με τα “She never looked that good for me” και “Dance all night” να είναι τα καλύτερα τραγούδια.

Αλέξανδρος Ριχάρδος

 

Battlezone children of madnessPAUL DI’ ANNO’S BATTLEZONE - “Children of  Madness” (Powerstation)

Το βιβλίο του Paul DiAnno με τίτλο “The Beast” που ο ίδιος περιγράφει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο τα έργα και τις ημέρες του που τον οδήγησαν από την κορυφή στον πάτο, πρέπει να διαβάζεται υποχρεωτικά από τα μέλη των συγκροτημάτων που θέλουν να κάνουν καριέρα. Προσωπικά, θεωρώ τον DiAnno σαν μια από τις καλύτερες metal αγγλικές φωνές και φυσικά είναι ο αγαπημένος μου MAIDEN τραγουδιστής. Για ελάτε στην θέση μου, 1980 να ακούω σε μονοφωνικό National πικ απ το πρώτο άλμπουμ των IRON MAIDEN; Μια φωνή που πάντα με συγκινεί. Να έλθω όμως στο “Children of Madness” που είναι το δεύτερο άλμπουμ των BATTLEZONE, ενός από τα πολλά συγκροτήματα που έφτιαξε αλλά κανένα δεν στέριωσε. Ξεπερνώντας την οπαδική διάθεση, θεωρώ ότι αυτό είναι το καλύτερο και ουσιαστικότερο άλμπουμ που ηχογράφησε στην μετά τους MAIDEN καριέρα του. Τα “Rip It Up”, “Overloaded”, “Metal Tears” και “I Don’t Wanna Know” θα κάνουν κάθε metal οπαδό της δεκαετίας του’80 να θυμηθεί εκείνη την εποχή. Όμως και η μπάντα που τον συνοδεύει είναι εξίσου καλή με τον John Wiggins στην κιθάρα (από τους TOKYO BLADE), Graham Bath επίσης κιθάρα (έπαιξε και πάλι μαζί του στους KILLERS), Pete West μπάσο και  Steve Hopgood ντραμς (έπαιξε κι αυτός στους KILLERS και αργότερα στους PERSIAN RISK και TANK). Καλή αγορά για τους φίλους του κλασικού maiden ήχου.

Αλεξανδρος Ριχάρδος

 

Black Sabbath The Eternal IdolBLACK SABBATH – “The eternal idol” (Vertigo)

Η αδικημένη εμπορικά περίοδος των BLACK SABBATH ξεκινάει με αυτή τη δισκάρα! Μιλάμε για μία τριετία όπου το θρυλικό συγκρότημα κυκλοφόρησε τρία σπουδαία άλμπουμ αλλά, δυστυχώς, για διάφορους λόγους δεν κατάφεραν να εισπράξουν την επιτυχία που τους άξιζε. Στο “The eternal idol” συναντάμε για πρώτη φορά τη σπουδαία φωνή του Tony Martin, ένας τραγουδιστής που ήταν πάντα εκεί όταν τον χρειαζόταν ο Iommi και που αν είχε κάνει εξυπνότερες επιλογές στην καριέρα του μετά τους SABBATH θα είχε αφήσει λαμπρή ιστορία..

Αρχικά, ο δίσκος ήταν να βγει με τον Ray Gillen στα φωνητικά αλλά τα τσούγκρισε με τον ηγέτη των SABBATH (και ας έλεγε άλλα η επίσημη ανακοίνωση τότε) και έτσι οι ηχογραφήσεις του έμειναν στο ράφι (μέχρι την επανέκδοση του 2010). Στα τύμπανα συναντάμε τον Eric Singer και στο μπάσο τον Bob Daisley ο οποίος βοήθησε αρκετά τον Iommi στον συνθετικό τομέα. Τα τραγούδια διαπνέονταν από την κλασική ατμόσφαιρα των SABBATH (τι στο καλό...ο Iommi ήταν στην κιθάρα) αλλά ταυτόχρονα είχαν και μία φρεσκάδα προβάλλοντας ένα hard n’ heavy στυλ, ψήγματα του οποίου υπήρχαν ήδη και στο κατώτερο “Seventh star”. Πάντως, με τραγούδια σαν το “The shining” και “Hard life to love”, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι το αδιαφιλονίκητο αστέρι του δίσκου ήταν ο Tony Martin!

Σάκης Νίκας  

 

BLESSEEDBLESSED DEATH – “Destined for extinction” (Roadrunner)

Τίγκα στο thrash είμαι στο 1987 και να δω πώς θα το αντέξω!!! Ακούγοντας και πάλι σχήματα όπως οι BLESSED DEATH όμως, η αλήθεια είναι ότι περνάω καλά, αν και μερικές φορές με πιάνει το αίσθημα της αδικίας για σχήματα που θα μπορούσαν να προσφέρουν πολύ περισσότερα απ’ αυτά που τελικά πήραμε απ’ αυτούς. Οι Αμερικάνοι speed/thrashers από το New Jersey, είχαν αρκετά τεχνικά στοιχεία στη μουσική τους, πολλές επιρροές από ποικίλα σχήματα (εκτός από τα προφανή, όπως EXODUS ή SLAYER, μπορεί κανείς να βρει αχνά στοιχεία από πρώιμους FLOTSAM AND JETSAM, EXCITER, VOIVOD ακόμα και DEATH ANGEL), αλλά κι έναν τραγουδιστή, τον Larry Portelli, ο οποίος είναι σε σημεία ασυγκράτητος και τσιρίζει χωρίς όρια, κάνοντάς με αρκετές φορές να μειδιάσω ακούγοντάς τον. Μέχρι εκεί όμως, γιατί οι BLESSED DEATH ήξεραν και να παίζουν καλά και να γράφουν αξιόλογες συνθέσεις. Δυστυχώς όμως, δεν μπόρεσαν να κάνουν το ξεπέταγμα, παρότι ήταν σε μεγάλη εταιρία κι έμειναν στην αφάνεια. Να σημειώσουμε ότι το rhythm section του γκρουπ, ο μπασίστας Chris Powelson και ο ντράμερ Kevin Powelson, είναι ομοζυγωτικοί δίδυμοι, μία από τις ελάχιστες παρόμοιες περιπτώσεις στο heavy metal.

Σάκης Φράγκος

 

BLUE OYSTER CULT  Imaginos BLUE OYSTER CULT – “Imaginos” (CBS)

Tο ενδέκατο στούντιο άλμπουμ των Αμερικανών σκεπτόμενων metalers BLUE OYSTER CULT κυκλοφόρησε το 1987. Στην πραγματικότητα δεν ήταν πόνημα του σχήματος, που μετά μια έντονη και παραγωγική περίοδο στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, αναζητούσε τον μουσικό προσανατολισμό του. Η καταγωγή του άλμπουμ θα βρεθεί σε ένα φιλόδοξο προσωπικό project του ντράμερ τους Albert Bouchard. Η απόλυσή του το 1981 και η απόρριψη του άλμπουμ από την CBS το 1984, βοήθησαν στην κυκλοφορία του από το συγκρότημα, σε μια νέα έκδοση, σχετικά ξαναδουλεμένη.

Όντας ένα conceptάλμπουμ, που συνδύαζε την αγάπη των BOC για τον μυστικισμό, το υπερφυσικό και τις θεωρίες συνομωσίας, αξιοποίησε κείμενα και ποιήματα του μάνατζερ και παραγωγού τους Sandy Perlman. Παράλληλα ο σκληρός ήχος του άλμπουμ, που ενθουσίασε μερίδα των οπαδών τους, όπως κιεμένα, γιατί έδειχνε ένα σχήμα αποφασισμένο, να προχωρήσει και να μην μείνει γνωστό, για τραγούδια επιτυχίες τύπου “Don’t fear the reaper”. Τραγούδια σαν τα "Del Rio's Song", "I Am the One You Warned Me Of", δείχνουν ένα σχήμα, με διάθεση να προσφέρει και να μην επαναπαυτεί στις παλιές δόξες, με μια «προοδευτική» μουσική αισθητική αλλά και μελωδικέςευαισθησίες.Επίσης στο συγκεκριμένο άλμπουμ έχουμε και την εμφάνιση του τραγουδιού "Blue Öyster Cult", μετά από δέκα δισκογραφικές παρουσίες, επιτέλους, παρουσιάζεται και το τραγούδι , που φέρει το όνομα του σχήματος.

Με τη συμμετοχή αρκετών καλεσμένων βεληνεκούς, όπως οι Joe Satriani και ο Robby Krieger (DOORS), κατάφεραν αν δημιουργήσουν ένα μελωδικό αλλά και σκληρό συνάμα άλμπουμ. Η επανεκτέλεση του “Astronomy” δίχασε τους οπαδούς τους και δεν κατάφερε να αναζωογονήσει το ενδιαφέρον για το σχήμα, όσο καλή και αν ήταν και η νέα έκδοση του “Imaginos” . Με το τέλος της περιοδείας, η εταιρία τους έδιωξε και χρειάστηκε μια δεκαετία, για να ξαναηχογραφήσουν.

Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

bonfire fire works frontBONFIRE – “Fire works” (BMG)

Από τις πιο Αμερικάνικες μπάντες από την Γερμανία, οι BONFIRE δεν είχαν ξεσηκώσει πολλά φρύδια με το ντεμπούτο τους ένα χρόνο πριν, όμως το “Fireworks” τους καθιέρωσε. Η έντονη Αμερικανική επιρροή οφείλεται στο ρίσκο που πήρε το συγκρότημα να μεταφερθεί στο Los Angeles και να εμπιστευθεί απόλυτα (ηχογράφηση, μίξη και παραγωγή) στον επίσης Γερμανό αλλά Αμερικανοποιημένο Michael Wagener. Έχοντας υπογράψει κυκλοφορίες από ALICE COOPER, WHITELION, WASP, POISON, ACCEPT, DOKKEN καταλαβαίνει κανείς γιατί και οι BONFIRE ακολούθησαν τις συμβουλές του, όπερ και ... “Fireworks”.

Με 11 συνθέσεις γραμμένες για την radio-friendly εποχή, η μια καλύτερη από την άλλη, το “Fireworks” είναι άνετα το αγαπημένο μου άλμπουμ από τους Δυτικό-Γερμανούς, με κομματάρες όπως το “Sweet obsession” στο οποίο προσέφερε και ο Joe Lynn Turner. Τα μαλλιά φουντωτά, οι κιθάρες πριμάτες, ο ήχος γυαλισμένος και οι μελωδίες κολλητικές! Ιδανικός λοιπόν συνδυασμός που απέφερε στους BONFIRE ένα χρυσό άλμπουμ, με αρκετή υποστήριξη από την δισκογραφική τους.

Συγκεκριμένα κυκλοφόρησαν 4 βίντεο από το άλμπουμ. Παραθέτοντας απλά κάποιους από τους τίτλους, γίνεται εμφανές το ύφος του δίσκου: “Ready 4 reaction”, “Sleeping all alone”, “Rock me now”, “American nights”.

Όταν μια συνταγή είναι επιτυχημένη, έχει καλή γεύση και το παρών, ήταν γευστικότατο. Από τους χαρακτηριστικούς ύμνους και το “Cold nights”, ενώ η ... απαραίτητη μπαλάντα, με τον τίτλο “Give it a try”, είναι αξιοπρεπέστατη και γενικά, κανένα κομμάτι δεν υστερεί, με τον Claus Lessmann να έχει άψογη προφορά και καθαρότατη φωνή, και τον Hans Ziller να κεντά μελωδίες και ριφάκια. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία στα τύμπανα του Ken Mary, μέλος των FIFTH ANGEL (μπαντάρα), που επιστρατεύτηκε από τον Wagener.

Δυστυχώς η συνέχεια για την μπάντα δεν ήταν και τόσο πετυχημένη.

Γιώργος “M.M.” Κουκουλάκης

 

bathory under the sign of the black mark front1BATHORY – “Under the sign of black mark” (Black Mark)

Το Σεπτέμβριο του 1986, ο 20χρονος Ace Börje Forsberg θα ηχογραφούσε τον πιο πολυσυζητημένο δίσκο της καριέρας του ως Quorthon. Τοποθετώντας ψηλά όλα τα όργανα στη μίξη και βάζοντας πομπώδη μονότονα τύμπανα, δημιούργησε με αυτό το άλμπουμ το «ευαγγέλιο» ενός ολόκληρου ιδιώματος. To black metal οφείλει σχεδόν τα πάντα σε ηχητικό επίπεδο σε αυτό το άλμπουμ, αν αναλογιστεί κανείς πως δεν υπάρχει σημείο του που να μην έχει πατενταριστεί και επαναπαρουσιαστεί ως νεωτερισμός στα early/mid 90’s κυρίως από τους Νορβηγούς – οι GEHENNA του “Seen through the veils of darkness” είναι, ίσως, η καλύτερη περίπτωση που προέκυψε! Και πέρα από το ηχητικό, ο δίσκος γίνεται συνεχώς αναφορά όποτε υπάρχει συζήτηση για το σατανισμό στην ροκ μουσική γενικότερα! Το οξύμωρο είναι πως ο ίδιος ένα χρόνο μετά την ολοκλήρωση του δήλωνε πως δεν υπάρχει καμία σύνδεση του στιχουργικού του μέρους με σατανιστικές αναφορές, μιας και δεν υπάρχει καμία αναφορά στο Σατανά. Προφανώς το εξώφυλλο έπαιξε το ρόλο του, όπως και οι προηγούμενες κυκλοφορίες του, από τις οποίες αποστασιοποιήθηκε πλήρως με αυτό το άλμπουμ! Εδώ ο Quorthon απέδειξε πόσο ευφυής μουσικός είναι, αποκρύπτοντας την εκτελεστική του δεινότητα πίσω και την παιδική του riffολογία, με μια παραγωγή που έκανε απλησίαστες αυτές τις αδυναμίες. Για εκείνον το «ταξίδι» θα σταματούσε εδώ, αλλάζοντας πλήρως σε όλα τα επίπεδα με το επόμενο άλμπουμ των BATHORY. Όμως μια ολόκληρη στρατιά ακροατών και μουσικών νιώθουν την ίδια ακατανίκητη ένταση να τους κυριεύει όποτε ακούν τα αποπνικτικά φωνητικά του, τις στριφνές τραχιές κιθάρες να λυσσάνε από το υπερπέραν στα ακανόνιστα σολαρίσματα και το ρυθμό να σε υπνωτίζει σε ένα αέναο παραλήρημα όσες φορές κι αν ακούσεις το “Equimanthron”, το “Woman of black desires” και το μεγαλειώδες “Enter the eternal fire”. Η δομή κάθε κομματιού είναι διαφορετική και οι ρυθμοί είναι μονότονοι, πάνω στους οποίους μπαίνουν τα φωνητικά, χωρίς να οδηγούν ηχητικά τη σύνθεση! Αυτή την πατέντα θα χρησιμοποιήσει το black metal, δίνοντας μια εντελώς νέα μορφή έκφρασης στο ακραίο metal – δε θα ήταν το black μια φυσιολογική εξέλιξη όπως συνέβη με το thrash και το death εκείνη την περίοδο. Αν το “Black metal” είναι ο μύθος του μαυρομεταλλικού ιδιώματος, το “Under the sign of black mark” είναι η ουσία του. Ακούγοντάς το τόσα χρόνια μετά, είμαι σίγουρος πως θα αναρωτηθείτε πως καταφέρνει να είναι τόσο ιδιότυπος σε όλα τα επίπεδα, έχοντας αντιγραφεί με τόσο προκλητικό τρόπο στην πορεία του χρόνου… Μάλλον είναι η προκλητική επιβεβαίωση ότι το αυθεντικό είναι και το μόνο αληθές ως έκφραση ενός καλλιτέχνη! Ο Quorthon μπορεί να παινεύεται πως αυτό το άλμπουμ του έχει περίσσευμα αυθεντικότητας!

Λευτέρης Τσουρέας

 

CacophonySpeedMetalSymphonyCACOPHONY – “Speed metal symphony” (Shrapnel)

Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί τέτοιου είδους δίσκοι κυκλοφορούν στην αγορά και όχι αποκλειστικά και μόνο σε ωδεία και...ειρηνευτικές αποστολές Αμερικανών στην Ανατολή! Δε λέω, ρε παιδί μου, καλή η τεχνική κατάρτιση και η επίδειξη αλλά πάνω από όλα μετράει η σύνθεση αυτή καθαυτή! Με άλλα λόγια, είναι παικταράδες από τους λίγους οι Jason Becker & Marty Friedman αλλά δεν φτάνει μόνο αυτό. Ένας καθηγητής μου στο λύκειο συνήθιζε να λέει ότι το μυστικό για ένα πετυχημένο γραπτό είναι όχι τι θα γράψεις αλλά τι ΔΕΝ θα γράψεις. Και οι δύο κιθαρίστες βάλθηκαν να συμπεριλάβουν στο ντεμπούτο τους όλα τα κόλπα που είχαν μάθει στην κιθάρα οδηγώντας μας σε παράκρουση!

Βέβαια, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι οι CACOPHONY ήταν καινοτόμοι. Ο συνδυασμός speed και νεοκλασικού shredding ήταν καταιγιστικός. Δεν συναντούσες, άλλωστε, κάθε μέρα ένα συγκρότημα με δύο ισάξιους shredders. Τα instrumental κομμάτια ήταν δυναμίτες και αυτά που είχαν φωνητικά ήταν μετριότατα. Όπως μέτρια ήταν και η παραγωγή. Λίγα χρόνια μετά ο Jason Becker θα έμενε καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι λόγω της νόσου του Lou Gehrig... πολύ κρίμα!

Σάκης Νίκας

 

retaliationCARNIVORE – “Retaliation” (Roadrunner)

Αγαπημένος δίσκος. Ακόμα θυμάμαι που το είχα αγοράσει εκείνη τη χρονιά, για να δω τι είναι αυτό το thrashcore που είχα ακούσει ότι έπαιζαν κι έκανα το λάθος να βάλω το δίσκο όταν ήταν παρόντες οι γονείς μου και η γιαγιά μου… Όταν ο δίσκος έχει το επικότερο intro όλων των εποχών με το “Jack Daniels and pizza” που πολύ απλά είναι το ακουστικό αποτέλεσμα ενός τύπου που έχει πιεί ένα μπουκάλι Jack κι έχει φάει μία πίτσα, δηλαδή εμετός στην τουαλέτα, το κυνηγητό που έφαγα ήταν ανελέητο. Ακόμα γελάω με το πόσο άβολα ένιωσα… Αλλά ο δίσκος είναι πολύ παραπάνω απ’ αυτό. Πρώτα απ’ όλα οι στίχοι του Peter Steele (R.I.P.) είναι καυστικοί, σε πολλά σημεία αγενείς και προκλητικοί, με χονδροειδέστατο χιούμορ που αγγίζει κόκκινες γραμμές που αφορούν τον ρατσισμό (“Race war”), τη θρησκεία (“Angry neurotic Catholics”) αλλά και τα δύο μαζί στο μυθικών διαστάσεων “Jesus Hilter” (με τους απίστευτους στίχους “Jesus Hitler, Adolf Christ, is this the Second Coming or the Fourth Reich?”). Για να μην σχολιάσω την κραυγή του Steele στο “Sex and violence”, που έλεγε “If you can’t eat it or fuck it, then kill it!!!”. Αλλού υπάρχουν κολασμένοι uptempo speed ρυθμοί, αλλού πιο doomy σημεία, που σε ελάχιστες στιγμές θύμιζαν τους TYPE O NEGATIVE, με τους οποίους έκανε τη μεγάλη του καριέρα ο μακαρίτης ο Steele. Να μη μιλήσω για το “S.M.D.” που είναι η ακροστιχίδα για το “Suck my dick”. Η ειρωνεία βέβαια είναι στα τραγούδια “Ground zero Brooklyn” και στο “USA for USA”, ότι αν διαβάσει κανείς τους στίχους και κάνει ένα link, με τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, θα ψιλοσοκαριστεί!!! Φοβερός δίσκος, με μία doomy διασκευή στο “Manic depression” του Hendrix, που δείχνει σαφώς τις ρίζες του αλλά και μία ικανότητα να φέρνει τα τραγούδια στα μέτρα του… Ψηφίζω CARNIVORE με τα χίλια. Κρίμα που το διέλυσαν πολύ νωρίς. Είχαν πολλά να δώσουν.  

Σάκης Φράγκος

 

Celtic Frost - Into the PandemoniumCELTIC FROST – “Into the pandemonium” (Noise)

Οι Ελβετοί από την ημέρα της σύλληψης των CELTIC FROST είχαν δώσει όνομα στο τρίτο τους άλμπουμ, γνωρίζοντας ότι θα είναι και το πιο πειραματικό τους. Έχοντας προσδιορίσει το πλαίσιο από την 1η Ιουνίου του 1984, ήταν αναπόφευκτο αυτό το άλμπουμ να είναι και το οριακό τους. Για τη δημιουργία του θυσιάστηκαν, μιας και οι ηχογραφήσεις διεκόπησαν από τη Noise, που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους εκτροχιάσει, βάζοντάς τους στον ίσιο δρόμο του thrash των EXODUS. Εκείνοι, όμως, θα γυρνούσαν μέσα στο καταχείμωνο στην πατρίδα τους για να κάνουν δουλειές του ποδαριού ίσα ίσα για να πληρώσουν τους λογαριασμούς που είχαν αφήσει, έχοντας δώσει και κάποια live που τους επέβαλλε η εταιρία. Όλη αυτή η διαδικασία μόνο καλό τελικά τους έκανε, μιας και το αποτέλεσμα που προέκυψε τους έφερε τόσο πολύ νέο κοινό, ώστε το άλμπουμ όταν θα κυκλοφορούσε θα ήταν εκείνο με τις περισσότερες πωλήσεις. Η εξαργύρωση των κόπων τους θα ερχόταν και με μια σειρά πετυχημένων εμφανίσεων, αλλά οικονομικά θα πήγαιναν όλα χάλια, με αποτέλεσμα στο τέλος του πολύπαθου 1987 να διαλυθούν. Το μόνο full length άλμπουμ των FROST με την κλασική τριάδα των Warrior/Ain/Reed st.Mark θα είχε όλα εκείνα τα στοιχεία, που θα εμπλούτιζαν τη metal μουσική τα επόμενα χρόνια. Εκτεταμένα ορχηστρικά μέρη, γυναικεία φωνητικά, gothic φωνητικά και ηχητικά μέρη, ηλεκτρονικά στοιχεία και διασκευή σε new wave ως εναρκτήριο κομμάτι συνθέτουν τον πιο ακραίο δίσκο στην ιστορία αυτής της μουσικής. Με το “Into the pandemonium” πλέον η ακρότητα θα μετριόταν στην ικανότητα σύνδεσης ετερόκλητων στοιχείων, που μοιάζουν ασύνδετα. Θα διακοπτόταν δια παντός η αέναη συζήτηση του «τι είναι metal και τι δεν είναι», χάρη στην ευφυή αντίληψη του 20χρονου Thomas Fischer και του 18χρονου Martin Eric Ain. Όλο το ατμοσφαιρικό metal χτίστηκε πάνω στη δομή της εναλλαγής φωνητικών και ρυθμικών down tempo μερών του “Tristesses de la lune”. Κομμάτι σκανδαλώδες ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα, παραβγαίνοντας σε πρόκληση με τα a la Rozz Williams φωνητικά του Warrior. Σίγουρα δεν είναι ο καλύτερος δίσκος αυτής της μουσικής, αλλά είναι ο σημαντικότερος. Γιατί; Επαναπροσδιόρισε το σύμπαν της και μπόλιασε μέσα στην νοοτροπία του metal το μικρόβιο του πειραματισμού, ως κύριο συστατικό της εξελικτικής διαδικασίας ενός συγκροτήματος. Κι αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από το κείμενο του Bernand Doe στο Metal Forces, το οποίο έμεινε στην ιστορία με το 0/100 που του έβαλε. Ό,τι περιέγραφε εκεί, πέθανε από αυτό το μεγαλεπήβολο εγχείρημα, για το οποίο η έντυπη μορφή του περιοδικού μας φιλοξένησε 9 σελίδες σε 3 τεύχη του, μαζί με δηλώσεις από τους Ain και Warrior. Ξέρετε πολλά άλμπουμ σε κάποια επετειακή τους αναφορά να μπορούν να γεμίσουν τόσες σελίδες μόνο με την ιστορία τους; Εγώ κανένα… Εσείς;

Λευτέρης Τσουρέας

 

Chastain 7th of neverCHASTAIN – “The 7th of never” (Leviathan)

Το έργο και η προσφορά του David T. Chastain δεν έχει εκτιμηθεί όσο θα έπρεπε από την μεταλλική κοινότητα… Ούτε με τους CHASTAIN, ούτε με τους CJSS, ούτε βεβαίως με τα άλμπουμ που φέρουν ως υπογραφή το πλήρες όνομα του. Και είναι άδικο να έχουν αναχθεί σε θρύλους της κιθάρας οι Steve Vai, Vinnie Moore, Tony Macalpine και τόσοι άλλοι -που σαφώς έχουν περάσει την κιθαριστική τέχνη σε άλλο επίπεδο- και ο ρόλος του Chastain να έχει υποβαθμιστεί πλήρως και σε βαθμό παρεξηγήσεως… Το “The 7th of never” έρχεται να διαδεχθεί τα πολύ επιτυχημένα στους κόλπους του US metal “Mystery of illusion” και “Ruler of the wasteland” και στέκεται σε αξιοζήλευτα επίπεδα τόσο συνθετικά, όσο και εκετελεστικά. Και πώς να ισχύει το αντίθετο όταν πίσω από το drum kit βρίσκεται ο Ken Mary, ένας ντράμερ που καθηλώνει με το στιβαρό του παίξιμο και η Leather Leone, που με την χαρακτηριστική της χροιά, χρωματίζει κατά το δοκούν τις συνθέσεις, με ιδιαίτερη έφεση στα πιο αργά μέρη του δίσκου; Και πως θα μπορούσε ν’ αγνοηθεί ο ακούραστος εργάτης David T. Chastain που ενώ γνώριζε εκ προοιμίου τις προσωπικές του δεξιότητες, δεν θέλησε να βασίσει όλο το οικοδόμημα των CHASTAIN πάνω σ’ αυτές, αλλά επιχείρησε να τις εντάξει στο γενικότερο σύνολο, με ευεργετικά αποτελέσματα... Ακούστε τα “We must carry on”, “It’s too late for yesterday” (με τα απίστευτα σολίδια), “827” (instrumental), “Take me back in time”, “Feel his magic” και “Forevermore” και ανακαλύψτε ένα ακόμα κρυμμένο διαμαντάκι από μία άκρως υποτιμημένη μπάντα…

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

RaiseyourfistandyellALICE COOPER - “Raise Your Fist and Yell” (MCA)

Η δεκαετία του ‘80 μπήκε με το χειρότερο τρόπο για τον ένδοξο Alice Cooper αφού τα 4 άλμπουμ που κυκλοφόρησε από το 1980 έως και το 1983 ήταν το ένα χειρότερο από το άλλο (“Flush the Fusion”/ “Special Forces”/ “Dada” και “Zipper Catches Skin”). Η κυκλοφορία του “Constrictor” το 1986 έδειξε ότι ξεπερνά τα προβλήματα του που και στη δική του περίπτωση ήταν τα ναρκωτικά και το ποτό. Το “Raise Your Fist and Yell” χωρίς να διεκδικεί δάφνες, είναι σίγουρα ότι καλύτερο είχε κάνει τα τελευταία 7 χρόνια. Και εδώ συνεργάζεται με τον μπρατσαρά κιθαρίστα Kane Roberts, αλλά και τους Kip Winger στο μπάσο και τα δεύτερα φωνητικά, Paul Horowitz στα πλήκτρα που δεν είναι άλλος από τον Paul Taylor μετέπειτα οργανίστα των WINGER και Ken Mary στα τύμπανα (FIFTH ANGEL, TKO, CHASTAIN, κ.α.). Τα δέκα τραγούδια του άλμπουμ έχουν ένα κοινό θέμα, που σχετίζεται μ’ ένα serial killer που έχει μανία με ταινίες τρόμου! Τις νύχτες βγαίνει και σκοτώνει πόρνες, ενώ η το τραγούδι με τίτλο “Gail” (Gail είναι το μεσαίο όνομα της πραγματικής γυναίκας του, Sheryl Gail Cooper) αναφέρεται σε ένα από τα θύματα του serial killer. Πάντως καλό είναι όταν υπάρχει ένα concept θέμα σε ένα δίσκο να συνδυάζεται και με καλές συνθέσεις, εκτός αν γράφουμε σενάριο για κινηματογράφο. Και το λέω αυτό, γιατί τα πραγματικά καλά κομμάτια του άλμπουμ είναι μόνο δύο, το “Freedom” που ανοίγει το δίσκο και το “Prince of  Darkness”, που ακούγεται στην ομώνυμη ταινία του John Carpenter, όπου ένα μικρό ρόλο παίζει και ο Alice Cooper. Πληροφοριακά στο “Lock Me Up” συμμετέχει ο ηθοποιός Robert Englund που υποδύθηκε τον Freddy Krueger σ’ όλη τη σειρά ταινιών “A Nightmare on Elm Street”. Γενικά ο Alice Cooper έκανε πολλές προσπάθειες για να παίξει στον κινηματογράφο (εννοείται σε τρομακτικές ταινίες) αλλά δεν του βγήκε. Πάντως και το προηγούμενο άλμπουμ του “Constrictor” και το “Raise Your Fist and Yell” επανέφεραν τον Alice Cooper στις μεγάλες περιοδείες με το πλούσιο show (γκιλοτίνα, φίδια, τσεκούρια, νοσοκόμες και άλλα χαριτωμένα). Ζείτε και χωρίς αυτό.

Αλέξανδρος Ριχάρδος

 

CORONER  R.I.PCORONER – “R.I.P.” (Noise)

Έχοντας ηχογραφήσει όλα τα κομμάτια σε demo, η ελβετική τριάδα μπήκε εκείνο το Μάρτιο στο Music Labμε τον Harris Jones για να τα ηχογραφήσουν. Ο τίτλος παρέμεινε ίδιος, ο ήχος επίσης παρέμεινε μουντός και το ύφος αναλλοίωτο. Πρωτοφανές για τη Noise θα σκεφτείτε, που μάλλον τους φέρθηκε καλά για νεοσύλλεκτους! Μόνο το “Spiral dream” δε θα «χωρούσε» στο βυνίλιο και θα έμπαινε στην έβδομη θέση της CD έκδοσης ενός ντεμπούτου που δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως προκάλεσε αίσθηση. Το γιατί, μάλλον εμφανές. Το thrash των Ελβετών ήταν υπερπλήρες σε τέτοιο βαθμό που σήμερα εντοπίζουν πολλοί ακόμα και neoclassical αναφορές –ακούστε τo κιθαριστικό παραλήρημα στο “Nosferatu” και ίσως καταλάβετε! Οι thrashers της χρονιάς εκείνης ήθελαν full ταχύτητα, ογκώδη παραγωγή και δυνατά φωνητικά για να ταυτιστούν με ένα ντεμπούτο. Εδώ, όμως, είχαμε χορωδιακά δεύτερα φωνητικά στο “When angels die” και απίστευτα στριφνές μελωδίες να μπερδεύονται με αλλεπάλληλα και εμβόλιμα solos (“Suicide command”). Όλα τα κομμάτια κρύβουν την αγωνία των δημιουργών του στα 23 χρόνια τους να γεμίσουν με το ταλέντο τους κάθε στιγμή από τα 40 λεπτά. Πιο πολύπλοκοι από ποτέ, λιγότεροι ευθείς και με τις περισσότερες εναλλαγές στους ρυθμούς, το “R.I.P.” είναι ένα άλμπουμ που θα κυκλοφορούσαν άλλες μπάντες ως τρίτο ή τέταρτο δίσκο, για να αναγνωριστεί από όλους ως ώριμος δίσκος με πολλά technical-prog στοιχεία. Για τους CORONER, όμως, έμελλε να είναι απλά το ντεμπούτο τους! Από τα στοιχεία που το οριοθέτησαν θα απαγκιστρωθούν με κάθε τους κυκλοφορία στο μέλλον, αλλά η παρουσία του στη δισκογραφία τους αναδεικνύει την ικανότητα τους να γίνονται περίπλοκοι χωρίς να είναι απαραίτητα σαφείς όπως στα early 90’s. Με τις λίγες εμφανίσεις που έκαναν τότε, είχαν μάλλον περισσότερη αγωνία να δισκογραφήσουν, παρά να κάνουν συναυλίες μαζί με τους KREATOR και τους CELTIC FROST, που τους είχαν ως support. Το “Reborn through hate” έρχεται ακόμα και σήμερα σε κάθε τους συναυλία για να ξεσηκώσει το κοινό και για να μας κάνει όλους να τραγουδήσουμε το ρεφρέν του. Αλήθεια ξέρετε πολλές μπάντες να έχουν την πολυτέλεια να αφήσουν στην αφάνεια ντεμπούτο σαν αυτό;

Λευτέρης Τσουρέας

 

COCtechnocracyCORROSION OF CONFORMITY – “Technocracy” (Metal Blade)

Με το “Animosity” να θεωρείται ήδη ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ του crossover ήχου και με τον μπασίστα Mike Dean να μοιράζεται προσωρινά το μικρόφωνο με τον ντράμερ Reed Mullin, οι C.O.C. από τη North Carolina προσλαμβάνουν τον Simon Bob Sinister των πρόσφατα διαλυμένων UGLY AMERICANS και έξι μήνες μετά ηχογραφούν το “Technocracy” EP. Έχοντας δισκογραφικό συμβόλαιο με την Metal Blade μετά από σύσταση των ίδιων των SLAYER στον Brian Slagel, τo “Technocracy” χωρίς να χάνει σε δύναμη και τραχύτητα, φανερώνει μια μπάντα σχετικά πιο ώριμη, με τον χαρακτηριστικό της punk/thrash ήχο και με φωνητικά πιο προσεγμένα που θα λέγαμε ότι πάταγαν σε υποτυπώδεις μελωδικές γραμμές. Η κατεύθυνση που έδειχνε να παίρνει η μπάντα δεν φάνηκε να ικανοποιεί τον Mike Dean με αποτέλεσμα να αποχωρήσει από τη μπάντα, να αντικαθίσταται από τον Phil Swisher (UNICEF, BLOOD BATH) και να επιστρέψει έξι χρόνια μετά λίγο πριν τη κυκλοφορία του εκπληκτικού “Deliverance”. To “Technocracy” σφράγισε μία περίοδο των C.O.C. που μπορεί οι νεότεροι να μην γνωρίζουν και να είναι περισσότεροι εξοικειωμένοι με την μετέπειτα περίοδό τους και τη πιο heavy/southern πλευρά τους αλλά δεν παύει να αποτελεί σημαντικότατη επιρροή για τις μετέπειτα μπάντες του ακραίου χώρου κι ας έπρεπε να περάσουν 23 χρόνια για να ακουστούν αυτά τα τραγούδια ξανά στις συναυλίες τους.

Κώστας Αλατάς

 

D-A-D - D.A.D. Draws a CircleD.A.D. – “Disneylandafterdarkdrawsacircle”
Είναι δύσκολο να γράψεις για τους D-A-D της πρώιμης περιόδου. Οι Δανοί είχαν σίγουρα δημιουργήσει ένα πυρήνα στη χώρα τους και η προσοχή τους είχε στραφεί στο να κατακτήσουν την μεγάλη αγορά των ΗΠΑ, αλλά παράλληλα εκεί που διέφεραν σε σχέση με άλλους Ευρωπαίους, ήταν η ακατάσχετη αναρχία τους.

Οι punk επιρροές ήταν έκδηλες και στο ντεμπούτο τους, όπως και ειρωνικοί στίχοι. Σε μια εποχή που το hair metal όμως κυριαρχούσε στο ραδιόφωνο, ήταν αδύνατον να περάσει μια κυκλοφορία που δεν έχριζε συνοχής και παρέκκλινε αισθητά από τις απαιτήσεις της εποχής.

Σίγουρα οι βάσεις τους ήταν στο rock n’ roll, και οι στίχοι τους συχνά έπαιζαν (“Yeah right I play in the band , And I would love to be your private Disneyland , I'll be your own amusement park, Then you can ride me and ride me after dark” απότ ο “I won’t cut my hair”). Όμως ο ήχος τους ήταν αντιεμπορικός και δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τις πωλήσεις που ήθελαν.

Ακούγοντας το “D-A-D draws a circle” μετά από πάρα πολλά χρόνια, συνειδητοποιώ ότι δεν άντεξε στο πέρασμα του χρόνου. Όχι μόνο λόγω παραγωγής, αλλά και διαχρονικότητας των τραγουδιών. Βέβαια, η επιτυχία των χρόνων που ακολούθησαν φταίει, αφού έσβησε από την μνήμη μου (και πολλών πιστεύω), τον πρώιμο μουσικό τους χαρακτήρα.

Από την χρονιά του 1987, υπάρχουν πάμπολλες καλύτερες προτάσεις, αν και το βίντεο του “Ride my train” ήταν πολύ πετυχημένο για την εποχή!

Γιώργος “M.M.” Κουκουλάκης

 

crossoverD.R.I. – “Crossover” (Metal Blade)

Μπορεί τους D.R.I. να τους γουστάρω πιο πολύ στα πιο thrash άλμπουμ τους, όπως το “Thrashzone” ή το “Four of a kind”, αλλά το “Crossover” είναι η χρυσή τομή αυτού ακριβώς που περιγράφει. Του crossover. Δεν ξέρω αν ήταν ο πρώτος δίσκος του ιδιώματος, αφού υπήρχαν οι S.O.D. που έπαιξαν δύο χρόνια πριν κάτι παρόμοιο, αλλά είναι μάλλον το πρώτο hardcore σχήμα που «επιμεταλλώθηκε», ενώ οι S.O.D. ήταν metal μουσική που πήγαν τα όρια πιο πολύ προς το hardcore, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία. Η θρυλική μασκώτ τους, το ανθρωπάκι που τρέχει, δίνει βροντερό παρόν στο εξώφυλλο και ο δίσκος ξεκινά με την ίσως μεγαλύτερη επιτυχία τους. “Five year plan”. “I lose, you win, I lose, you win, I lose again… But you’re on my five year plan”… Και δώστου ξύλο στα pit… Σίγουρα το “Crossover” ήταν ο πρώτος δίσκος των D.R.I. που είχε σαφείς επιρροές από thrash metal σε λίγα τραγούδια, αλλά ήταν περασμένες με τέτοιο τρόπο που πίστευες ότι είχες να κάνεις με αμιγώς hardcore σχήμα. Για εμένα, μακράν ο καλύτερος δίσκος τους της πρώτης περιόδου.

Σάκης Φράγκος

 

Scream Bloody GoreDEATH – “Scream bloody gore” (Combat)

Ο αείμνηστος Chuck Schuldiner, τέσσερα χρόνια αφού είχε δημιουργήσει τους MANTAS, με πάμπολλες αλλαγές line up, τους διαλύει και δημιουργεί τους DEATH. Στρατολογώντας τον 17χρονο τότε Chris Reifert (AUTOPSY) και μετά από το demo “Mutilation”, κυκλοφορούν το θρυλικό “Scream bloody gore”, το οποίο έμελε να γίνει ένα από τα πιο κομβικά άλμπουμ στην ιστορία του metal. Ο δίσκος, ο οποίος είχε ηχογραφηθεί δύο φορές, αφού η τότε εταιρία τους Combat Records, δεν ήταν ικανοποιημένη με τη μίξη του δίσκου, θεωρείται αντικειμενικά ως η επιτομή του true death metal. Η αρχή των πάντων! Δεν είχε καμιά σχέση με την πορεία που θα ακολούθησε η μπάντα στο μέλλον. Απλά riffs, grotesque στίχοι και όχι και τόσο γρήγορο tempo. Κάποιος που θα το άκουγε σήμερα, ίσως να έλεγε “έλα μωρέ τώρα, στίχοι με Ζόμπι και αίματα”. Και όμως ο 20χρονος τότε Chuck με αυτό το άλμπουμ κατάφερε να επηρεάσει εκατοντάδες μπάντες, πολλές από αυτές θεωρούνται “μεγάλες” την εποχή μας. Σίγουρα τα φωνητικά ήταν ότι πιο ακραίο είχε να παρουσιάσει το death metal εκείνη την εποχή. Παρόλα αυτά, τα tech solos του Chuck έκανε τη μουσική να ξεχωρίζει από οτιδήποτε άλλο ωμό death metal συγκρότημα υπήρχε εκείνη την εποχή. Μη ξεχνάμε ότι στο “Scream bloody gore” υπάρχει ένα από τα πιο underground catchy τραγούδια στην ιστορία, το οποίο δεν είναι άλλο από το “Zombie ritual”. Αν μη τι άλλο, η πρώτη επίσημη δισκογραφική δουλειά της “μπάντας των μπαντών” που λέγεται DEATH, ενός μουσικού κορυφαίου στο είδος του και όχι μόνο, του Chuck Schuldiner, είναι το απόλυτο must για κάθε extreme metaller που σέβεται τον κάφρικο εαυτό του!

Γιώργος Δρογγίτης

 

Death Angel - The Ultra-ViolenceDEATH ANGEL – “The Ultra-Violence” (Enigma)

Οι DEATH ANGEL ήταν μία από τις μπάντες που τα μέλη της θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε παιδιά-θαύματα. Σε ηλικία μόλις 13 και 9 ετών, οι Rob Cavestany (κιθάρα) και Andy Galeon (τύμπανα) φορμάρουν το 1982 μία metal μπάντα επηρεασμένοι από το N.W.O.B.H.M κίνημα και συγκροτήματα όπως οι IRON MAIDEN και TYGERS OF PAN TANG βιώνοντας ταυτόχρονα τη γέννηση και την εξάπλωση του thrash metal κινήματος στο Bay Area. Με τη προσθήκη των Dennis Pepa και Gus Peppa στο μπάσο και κιθάρα αντίστοιχα ηχογραφούν το πρώτο τους demo “Heavy metal insanity” αλλά το “Kill as one” του 1986 σε παραγωγή του Kirk Hammett των METALLICA και με την προσθήκη του τραγουδιστή Mark Osegueda ήταν αυτό που έπαιξε δραστικό ρόλο στο να υπογράψουν με την Enigma την οποία τότε διένειμε η Capitol. Έχοντας εμφανιστεί ως support στους METALLICA και στους MEGADETH, τα πέντε νεαρά ξαδέρφια με καταγωγή από τις Φιλιππίνες κι έδρα το San Francisco που είχαν πρόβλημα να μπουν στις συναυλίες λόγω του νεαρού της ηλικίας τους δεν ήταν απλά καλοί για την ηλικία τους, έναν χαρακτηρισμό που τους πείσμωνε τότε, αλλά μία από τις πιο ελπιδοφόρες thrash metal μπάντες της δεύτερης γενιάς thrash metal συγκροτημάτων που πετάχτηκαν από το Bay Area μαζί με τους MORDRED, BLIND ILLUSION, VIO-LENCE, TESTAMENT, FORBIDDEN κ.α. Έχοντας κυκλοφορήσει έναν χρόνο πριν κάποια από τα σημαντικότερα άλμπουμ του ιδιώματος, οι DEATH ANGEL με το ντεμπούτο τους “The Ultra-Violence” έδειχναν ότι είχαν όλα τα φόντα να διεκδικήσουν τη δική τους μερίδα από το συνεχώς αναπτυσσόμενο και όλο και πιο δημοφιλές thrash metal. Με τις κοφτερές τους κιθάρες, σε πιο τεχνικό ύφος απ’ ότι είχαμε συνηθίσει και ύμνους όπως τα “Thrashers”, “Evil priest” και φυσικά το “Voracious souls” που γυρίστηκε και σε video-clip δείχνοντας τους να κάνουν skate στη γειτονιά τους αλλά και να «οργώνουν» επί σκηνής δεν ήταν τυχαίο ότι οι DEATH ANGEL στη συνέχεια θα αναγνωριζόντουσαν από το metal ακροατήριο. Μετά από μία περιοδεία σε Η.Π.Α. και Καναδά με τους BLOODFEAST και SACRIFICE ακολούθησε μια ευρωπαϊκή περιοδεία όπου ο Andy Galeon αναγκάστηκε να χάσει μαθήματα τριών εβδομάδων στο σχολείο του ενώ οι υπόλοιποι είχαν μόλις αποφοιτήσει.

Κώστας Αλατάς

 

DeepPurpleTheHouseDEEP PURPLE - "The House of Blue Light" (Polydor)

Η απόλυτη απογοήτευση. Μετά το “Perfect Strangers” που πραγματικά σηματοδότησε τη θριαμβευτική επιστροφή των DEEP PURPLE, το “The House of Blue Light” είναι ένα άλμπουμ με 10 τραγούδια που συναγωνίζονται μεταξύ τους πιο είναι το πιο αδιάφορο. Όλη η φαιά ουσία του Blackmore και των άλλων ...παιδιών είχε εξαντληθεί στο προηγούμενο άλμπουμ. Ακόμα θυμάμαι τον εαυτό μου να αλλάζω τραγούδι με τη βελόνα προσπαθώντας να βρω κάποιο να μου κάτσει. Όσες φορές και να άκουσα τα “Bad Attitude”, “Call of the wild”, τίποτε! Ακόμα και σήμερα με όλη την καλή μου διάθεση ...τίποτε. Βέβαια αρκετά χρόνια αργότερα μάθαμε ότι οι σχέσεις τους (και πάλι) ήταν τεταμένες, μ' αποτέλεσμα να μην υπάρχει διάθεση. Τα videos για τα τραγούδια “Bad Attitude” και “Call of the Wild” μπορείτε να τα δείτε στο DVD “New, Live and Rare The video Collection 1984-2000”. Ένα αξιοπερίεργο είναι ότι τα τραγούδια στην αρχική έκδοση του CD είναι μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας από αυτά του βινυλίου(!), ενώ η remastered έκδοση του 1999 χρησιμοποίησε τα master tapes του βινυλίου μ' αποτέλεσμα οι χρόνοι των τραγουδιών να είναι μικρότεροι από αυτούς της πρώτης κυκλοφορίας CD. Πραγματικό μπέρδεμα που τότε είχε γίνει, δικαιολογημένα, θέμα. Πάντως η Universal έχει την πρόσθεση να επανακυκλοφορήσει τα 3 άλμπουμ των DEEP PURPLE που κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του '80 (“Perfect Strangers”, “The House of Blue Light” και το live “Nobody's Perfect”) σε πλούσιες remastered deluxe εκδόσεις, αλλά ο θεϊκός μαυροφορεμένος κιθαρίστας δεν συμφωνεί. Αποκτήστε τώρα το “Perfect Strangers”.

Αλέξανδρος Ριχάρδος

 

def-leppard-hysteria-coverDEF LEPPARD – “Hysteria” (Mercury)

Ήταν Σεπτέμβριος του 1986… για την ακρίβεια, 15 Σεπτεμβρίου. Το θυμάμαι χαρακτηριστικά γιατί ήταν Δευτέρα και θα ξεκινούσα τα μαθήματα Αγγλικών στην Α’ κανονική στο κέντρο του Πειραιά. Επίσης, θα ήταν η μέρα όπου θα άλλαζε η ζωή μου αφού τα μουσικά μου γούστα δεν θα ήταν ποτέ πια τα ίδια. Περνώντας από ένα μικρό δισκάδικο (στο δρόμο του ταχυδρομείου… παρεμπιπτόντως, υπάρχει ακόμη) είδα την κασέτα του “Pyromania” των DEF LEPPARD. Είχα τόσο εντυπωσιαστεί από το εξώφυλλο που έπρεπε οπωσδήποτε να αγοράσω την κασέτα (κάτι που θα συνέβαινε τρεις ολόκληρους μήνες μετά σαν το χριστουγεννιάτικο δώρο των γονιών μου).

Την επόμενη χρονιά και αφού είχα συλλέξει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσα από τα περιοδικά για το αγαπημένο μου συγκρότημα –περίπου, δηλαδή, 3 σελίδες μέσα σε 9 μήνες-, βγήκε το “Hysteria” και αν πίστευα ότι η ζωή μου είχε αλλάξει με το “Pyromania”, τότε δεν ήξερα τι με «χτύπησε» με τη νέα δουλειά των παιδιών από το Sheffield. Μπαίνει το “Women” και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι έβγαινε αυτός ο κρυστάλλινος ήχος από μία κασέτα ελληνικής κοπής μέσα από ένα κασετόφωνο του 1975! Ήταν το πρώτο πράγμα που θυμάμαι… μέχρι το “Rocket”, δηλαδή το επόμενο κομμάτι! Αδυνατώ να αρθρώσω σε λέξεις τα συναισθήματα μου για το συγκεκριμένο τραγούδι που μέχρι σήμερα το θεωρώ σαν την καλύτερη συνθετική στιγμή των LEPPARD. Η απόλυτη αρμονία στα πρώτα και δεύτερα φωνητικά, η εναλλαγή των άριστων τεχνικά κιθαριστικών μερών του Collen με τα «τσαπατσούλικα» rock n’ roll licks του Clark, τα διαστημικά drum beats του μονόχειρα Allen και… Θεέ μου, η παραγωγή του Mutt Lange! Μέχρι σήμερα δεν έχω ακούσει καλύτερη παραγωγή σε έναν hard rock δίσκο. Ήταν ο Lange εκείνος που βοήθησε τα μέγιστα τους LEPPARD να δημιουργήσουν το αριστούργημα του “Hysteria”. Ήταν εκείνος που τους είπε το 1985 –και αφού το συγκρότημα τα είχε «σπάσει» με τον Jim Steinman- ότι θα συνεργαζόταν μαζί τους μονάχα αν ήταν διατεθειμένοι να δουλέψουν τόσο σκληρά ώστε να βγάλουν το αντίστοιχο “Thriller” για το hard rock! Και όταν λέμε σκληρά, σκεφτείτε απλά ότι μόνο τα δεύτερα φωνητικά για το “Love Bites” τελειοποιήθηκαν ύστερα από 24 ολόκληρες μέρες!

4 ½ χρόνια μετά το “Pyromania”, 22 εκατομμύρια πωλήσεις και 7 singles αργότερα (ολόκληρη η πρώτη πλευρά του “Hysteria” κυκλοφόρησε σαν μεμονωμένα singles!), το “Hysteria” έμπαινε στο πάνθεον των καλύτερων δίσκων όλων των εποχών. Όταν το 2008, στο Καραϊσκάκη, οι DEF LEPPARD άνοιγαν τη συναυλία με το “Rocket”, μεταφέρθηκα έστω και στιγμιαία στο παιδικό μου δωμάτιο, δίπλα από το πολύτιμο κασετοφωνάκι μου εκείνο το φθινόπωρο του 1987. Όταν το 2010, θα συνομιλούσα τηλεφωνικά με τον Joe Elliott, ο πιτσιρικάς μέσα μου αδυνατούσε να συλλάβει τι γινόταν εκείνη τη στιγμή…

Με μία φράση: δεν μπορώ να ξέρω τι θα συμβεί στο μέλλον… αυτό που σίγουρα ξέρω είναι ότι δίσκοι σαν το “Hysteria” δεν πρόκειται ποτέ να βγουν ξανά… ποτέ!

Σάκης Νίκας  

 

DioDreamEvilDIO – “Dream Evil” (Warner)

Ο δίσκος αυτός ήταν ένα μεγάλο στοίχημα για τον αγαπημένο “κοντό” του heavy metal. Καταρχήν το “Dream evil” είναι ο πρώτος δίσκος μετά την φυγή του Vivian Campbell, όποτε ο Dio έπρεπε να αποδείξει ότι μπορεί να τα καταφέρει και χωρίς τον μεγάλο αυτό κιθαρίστα. Επίσης, ήταν μια ευκαιρία να δείξει ότι ο προηγούμενος δίσκος δεν ήταν παρά μία μέτρια παρένθεση στην καριέρα του. Όχι ότι το “Sacred Heart” ήταν κακός δίσκος. Κάθε άλλο! Απλά, όπως και ο ίδιος ο Dio είχε δηλώσει, γράφτηκε κάτω από περίεργες συνθήκες εξαιτίας της τριβής του με τον Campbell και περιείχε κάποια “βοηθητικά” τραγούδια, τα οποία δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο με τα υπόλοιπα του δίσκου.

Τελικά κατάφερε να κερδίσει αυτό το στοίχημα. Το “Dream evil” είναι ένας πολύ καλός δίσκος, όχι στο επίπεδο των “Holy diver” και “Last in line”, αλλά σίγουρα καλύτερος από τον προκάτοχό του. Είναι πιο μελωδικός, πιο σκοτεινός, πιο ατμοσφαιρικός και σίγουρα πιο “ραδιοφωνικός” από τους προηγούμενους δίσκους. Ο καινούριος κιθαρίστας Graig Goldie αντικαθιστά επάξια τον Campbell και δείχνει να έχει πολύ καλή χημεία με τον Dio, συνεισφέροντας δυναμικά ρυθμικά μέρη και εκπληκτικά solo. Ο ίδιος ο Dio έχει εκπληκτική απόδοση και ανεβάζει τα τραγούδια ένα επίπεδο παραπάνω, ενώ τα πλήκτρα συμβάλουν στην σκοτεινή ατμόσφαιρα του δίσκου.

Γενικά, υπάρχει μια πολύ καλή συνοχή στον δίσκο, ο οποίος είναι γεμάτος από πολύ καλά τραγούδια, από τα πιο “ραδιοφωνικά” “I could have been a dreamer” και “Sunset Superman”, τα πιο heavy metal “Dream evil” και “Naked in the rain”, το σκοτεινό “Night people” μέχρι το κλασικό πλέον “All the fools sailed away”, όπου ο Dio αποδεικνύει ότι ακόμα έχει το χάρισμα να γράφει εκπληκτικά τραγούδια. Μπορεί ο Ronnie James Dio να τραγουδάει πλέον εκεί πάνω (ή εκεί κάτω), αλλά με δίσκους σαν το “Dream evil” έχει αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του στην μουσική ιστορία αυτού του πλανήτη.

Γιώργος Βογιατζής

 

Dokken - Back For The AttackDOKKEN –“Back For The Attack” (Elektra)

Αυτός ο δίσκος σημάδεψε μια ολόκληρη καριέρα για τους Αμερικάνους DOKKEN. Μπορεί ήδη να είχαν ταράξει τα νερά και με τα πρώτα 3 άλμπουμ τους να είχαν κερδίσει αναγνώριση, να είχαν καλές πωλήσεις (δεν είναι και λίγο το ένα εκατομμύριο αντίτυπα του “Under lock and key”), αλλά το “Back for the attack” τους εκτόξευσε.

Η ρετουσαρισμένη φωνή του μέτριου Don Dokken, είχε βρει χρυσό στην συνεργασία του με τον ταλαντούχο κιθαρίστα George Lynch και η εμπορική καταξίωση τους είχε κρατήσει μαζί, παρά τις προσωπικές διαφορές τους.

Η αρχή της χρονιάς είχε βρει τους DOKKEN να διευρύνουν το κοινό τους, με την κυκλοφορία του “Dream warriors” μέσα από το soundtrack της ταινίας “Nightmare on Elm street 3”. Η επιτυχία του βοήθησε και την πορεία του δίσκου, παρότι αυτό κυκλοφόρησε 9 μήνες αργότερα, το Νοέμβρη. Παρότι υπήρχε ρε-μιξαρισμένο αυτό το κομμάτι, ο δίσκος στηρίχτηκε κι από άλλες δυνατές συνθέσεις, όπως το εναρκτήριο “Kiss of death”.

Η μπάντα, είχε σταθερά στο μπάσο τον Jeff Pilson και τον Mick Brown στα τύμπανα. Μια σύνθεση που είχε δέσει, αλλά δεν έμελλε να μείνει για πολύ ακόμα μαζί. Η υποστήριξη της Elektra, οι καλές πωλήσεις και η παρουσία στο MTV, τους βοήθησε να κρατήσουν τα προσχήματα και να ολοκληρώσουν εκτενείς περιοδείες, από τις οποίες προέκυψε και το κορυφαίo “Beast from the East”.

Οι κομματάρες ξεπερνούν τα single “Burning like a flame”, “Heaven sent” και “Prisoner” (μάλλον το κορυφαίο κομμάτι), με το “Standing in the shadows” και το “Lost behind the wall” να θυμίζουν έντονα το παρελθόν τους.

Ακόμα και ηχητικά όμως, οι DOKKEN ακολούθησαν την επιτυχημένη συνταγή του “Under lock and key” με τον Neil Kernon στο τιμόνι (ναι, μην σας παραξενεύει πως μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο). Όλα τα τραγούδια είναι αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας και χαίρουν συνέχειας και συνοχής. Παραμένει το αγαπημένο μου άλμπουμ των DOKKEN, το πρώτο που αγόρασα και σας το προτείνω ανεπιφύλακτα.

Γιώργος “M.M.” Κουκουλάκης

 

Exciter UnveilingEXCITER – “Unveiling the wicked” (Music For Nations)

Θυμάμαι ότι αυτό ήταν το πρώτο άλμπουμ που άκουσα από τους EXCITER. Για να ακριβολογώ, άκουσα το απαίσιο κομμάτι “I hate school rules”, έριξα μία ματιά στο τραγικό εξώφυλλο και έβαλα στην άκρη το δίσκο –ο οποίος, παρεμπιπτόντως δεν ήταν δικός μου- για να τον ακούσω κάποια άλλη στιγμή στο μέλλον. Τελικά, αυτή η στιγμή ήρθε μερικούς μήνες αργότερα και ω του θαύματος ο δίσκος δεν ήταν και τόσο κακός τελικά. Βέβαια, μη φανταστείτε ότι ήταν κανένα αριστούργημα και κυρίως μην ακούτε κανέναν που εκθειάζει το εν λόγω μουσικό πόνημα των Καναδών. Ακούστε το εσείς οι ίδιοι και κρίνετε αναλόγως...  

Εγώ πάντως αν και ποτέ δεν ήμουν μεγάλος οπαδός των EXCITER ευχαριστήθηκα το “Unveiling the wicked” ενώ τα δύο πρώτα στοιχεία που μπόρεσα να διακρίνω σε σχέση με το παρελθόν –στο μεσοδιάστημα των μερικών μηνών είχε τύχει να ακούσω τα “Heavy metal maniac” και “Long live the loud”- ήταν η σαφώς πιο καθαρή παραγωγή και η καλύτερη κιθαριστική δουλειά (ο Brian McPhee είχε αντικαταστήσει τον John Ricci). Συνολικά, πρόκειται για έναν καλό δίσκο που θάφτηκε αδικαιολογήτως από τον Τύπο της εποχής. Δεν είναι κάτι φανταστικό, αλλά στέκεται καλά. Speed metal με εμπορικές πινελιές...

Σάκης Νίκας

 

Exodus - Pleasures of the FleshEXODUS – “Pleasures of the flesh” (Combat)

Θυμάμαι χαρακτηριστικά την καμπάνια στα περιοδικά της εποχής αναφορικά με το “Pleasures of the flesh”. Όλοι οι fans του σκληρού ήχου περίμεναν με ανυπομονησία τη συνέχεια του μνημειώδους “Bonded by blood”. Ειρήσθω εν παρόδω, το “Bonded by blood” ήταν ένας δίσκος που αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε αμέσως από το σύνολο της μεταλλικής κοινότητας εκείνη την εποχή (σε αντίθεση με πολλά σπουδαία άλμπουμ που απέκτησαν υψηλό status με σχετική χρονοκαθυστέρηση).

Δυστυχώς, όμως, η συνέχεια όχι μόνο δεν ήταν ισάξια του πρώτου δίσκου των EXODUS αλλά ήταν και απογοητευτική. Βασικά, ήταν σαν να άκουγα άλλη μπάντα. Δε νομίζω ότι έφταιγε η απόλυση του εμβληματικού και αδικοχαμένου Paul Baloff και η συνεπακόλουθη πρόσληψη του Steve Souza, ο οποίος είναι ούτως ή άλλως ένας εξαιρετικός frontman. Το πρόβλημα ήταν οι ανέμπνευστες συνθέσεις και η αδύναμη –για τα δεδομένα της μπάντας- παραγωγή. Ευτυχώς που δύο χρόνια μετά τα πράγματα μπήκαν στη σωστή θέση και το “Fabulous disaster” έδειξε ότι οι EXODUS το είχαν ακόμη!

Δύο ακόμη σημεία αξίζει να αναφέρουμε για το “Pleasures of the flesh”. Το πρώτο είναι αναφορικά με κάποια demos που ηχογραφήθηκαν με τον Baloff...αν και η ποιότητά τους δεν είναι και η καλύτερη δυνατή, καταλαβαίνει κανείς ότι και με τον Baloff να έβγαινε ο δίσκος πάλι δεν θα ήταν τίποτα σπουδαίο. Το δεύτερο έχει να κάνει με το original εξώφυλλο, το οποίο έτυχε να δω πολλά χρόνια μετά και δεν μου έκανε και καμία τρομερή εντύπωση (παρά το ομολογουμένως, έξυπνο concept). Προτιμώ αυτό που κοσμεί την επίσημη έκδοση...

Σάκης Νίκας

 

EXUMER  Rising from the seaEXUMER – “Rising from the sea” (Disaster)

Δεύτερο άλμπουμ για τους Γερμανούς EXUMER, μετά το “Possessed by fire” του προηγούμενου έτους και τους βρίσκουμε με μία σημαντική διαφοροποίηση στη σύνθεση. Τη θέση του ιδρυτικού μέλους, Mem Van Stein, στο μπάσο και τα φωνητικά, έχει πάρει ο Paul Araraki, δίνοντας μία ακόμα πιο thrash χροιά στο σχήμα, αφού τα φωνητικά του μοιάζουν πολύ μ’ αυτά του Tom Araya αλλά και του Ventor (όσο αυτός έκανε στους KREATOR). Παρά τη διαφήμιση που είχε φάει στην εποχή του και το cult όνομα που για κάποιον λόγο έχουν αποκτήσει, το βρίσκω πολύ μέτριο άλμπουμ. Για την ακρίβεια ακριβώς αυτό που οι Άγγλοι ονομάζουν generic. Δηλαδή τυπικό του ήχου αυτού, αλλά μέτριο σε ποιότητα. Ακούστε για παράδειγμα το “Shadows of the past” ή το καλύτερο τραγούδι του δίσκου, το “Decimation” και αμέσως θα σιγοτραγουδάτε στίχους των SLAYER… Τα φωνητικά και η μουσική πάντως, βγάζουν κι ένα ψιλοpunk/hardcore/crossover feeling, όπως έβγαζαν τα βρετανικά σχήματα της Under One Flag, αλλά και οι S.O.D. (ακούστε το “Are you deaf?” και θα συμφωνήσετε ότι ακούγεται σαν απομεινάρι από το “Speak English or die”). Όπως και να έχει, μιλάμε για ένα υπερεκτιμημένο συγκρότημα, που σαν κάθε τέτοιου είδους γκρουπ, εκμεταλλευόμενο την άνοδο του thrash, αποφάσισε να επανασυνδεθεί και να κυκλοφορήσει τον τρίτο του δίσκο φέτος, ύστερα από 25 ολόκληρα χρόνια…

Σάκης Φράγκος

 

Faith No More Introduce YourselfFAITH NO MORE - “Introduce yourself” (Slash)

Μετά από μια όχι και τόσο επιτυχή περιοδεία, οι FAITH NO MORE επιστρέφουν στο studio για να ηχογραφήσουν εννιά συνθέσεις, συν μια επανεκτέλεση του “We care a lot”. Το video clip δε της επανηχογράφησης ήταν η αιτία για να πάρουν και το πρώτο τους airplay στο MTV. Στο συγκεκριμένο άλμπουμ προσθέτουν μπόλικα funk και metal στοιχεία και αχνοφαίνεται το προς τα πού θα κατέληγαν οι FNM τα επόμενα χρόνια. Τραγούδια όπως το ομώνυμο, το “Chinese arithmetic” και το “Anne’s song” συγκαταλέγονται ανάμεσα στα αγαπημένα των οπαδών, αλλά και της ίδιας της μπάντας, αφού τα τιμούσαν κατά καιρούς στις συναυλίες τους, ακόμη και στη reunion περιοδεία της πριν δύο χρόνια. Αν και έλαβε πολύ θετικές κριτικές το “Introduce yourself”, η περιοδεία που το ακολούθησε ήταν αποτυχημένη, εξαιτίας κυρίως του μέχρι τότε αδύναμου κρίκου, του τραγουδιστή Chuck Mosley. Πέραν των περιορισμένων φωνητικών και ερμηνευτικών δυνατοτήτων του, δημιουργούσε πολλά προβλήματα πάνω και κάτω από τη σκηνή, λόγω των διάφορων εθισμών του. Και για το καλό τους, αλλά και σαφώς για το καλό των αυτιών μας, με συνοπτικές διαδικασίες ο Mosley απομακρύνθηκε και η μεγαλειώδης συνέχεια είναι λίγο ως πολύ γνωστή σε όλους. Πίσω στο θέμα μας, το εν λόγω άλμπουμ περιέχει μερικές απολαυστικές στιγμές και κάποιες πολύ καλές συνθέσεις και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως το ορεκτικό πριν το κύριο γεύμα, που επακολούθησε τα επόμενα χρόνια.

Γιώργος Κόης  

 

Faster Pussycat - Faster PussycatFASTER PUSSYCAT – “Faster Pussycat” (Elektra)

Μια πολλά υποσχόμενη μπάντα, μιας αρκετά προβληματικής παρέας, έμελλε να ντεμπουτάρει το 1987 με αυτό το περίεργο όνομα. Ήταν μια παρέα που είχε διδαχτεί από τους AEROSMITH, δανειζόταν από την punk νοοτροπία, έκανε παρέα με τους L.A. GUNS και μουσικά είχε κοινά με τους GUNS N’ ROSES. Σε μια ωμή, πρώιμη εκδοχή τους οι FASTER PUSSYCAT έπεισαν μια δισκογραφική όπως η Elektra να επενδύσει πάνω τους, σε μια εποχή που όλοι στην Αμερική, έψαχναν για την επόμενη, μεγάλη αρπαχτή!

Μέσα σε 36 λεπτά καθαρού roc kn’ roll, θυμίζουν αρκετά την ενέργεια που είχαν οι θρύλοι AEROSMITH και οι καλύτερες στιγμές του ομώνυμου ντεμπούτου τους, είναι τα πιο ανεβασμένα και γρήγορα τραγούδια. Ο δίσκος ανοίγει με το “Don’t change that song” που αμέσως οριοθετεί την ηχητική τους διαδρομή. Κομματάρες όπως το “Smash alley” φανερώνουν καλύτερα τον πιο καλογυαλισμένο δρόμο που θα έπαιρναν στον επόμενο δίσκο τους, όπως και το κιθαριστικό ύφος του “Ship rolls in”. Η κιθαριστική συνεύρεση των Brent Muscat και Greg Steele ήταν ο κινητήριος μοχλός των FASTER PUSSYCAT, αλλά η χαρακτηριστική φωνή του Taime Downe έδινε την χαρακτηριστική χροιά. Φανταστείτε ένα κοκτέηλ φωνητικών που μπερδεύει των Steven Tyler (“Bottle in front of me”), David Lee Roth και τον Sid Vicious.

Οι ευφάνταστοι στίχοι τους ασχολούνται με πολύ RNR θεματολογία, έχοντας διφορούμενες έννοιες αλλά και αρκετό χιούμορ. Σε συνδυασμό με το επίσης RNR σκηνικό που στήνουν μουσικά, κάνουν τραγούδια σαν το “Bathroom wall” κλασικά κι έτσι άνοιξαν τον δρόμο της επιτυχίας που ήρθε με τον επόμενο δίσκο.

Γιώργος “M.M.” Κουκουλάκης

 

Flames merciless slaughterFLAMES – “Merciless slaughter” (FM)

Τα είχαμε γράψει και στο ντεμπούτο των FLAMES, το “Made in hell”, το πόσο κάποιες ενέργειές τους, τους έβλαψαν στην πορεία της καριέρας τους, όταν κάποιοι προσπάθησαν να τους πλασάρουν ως αγγλικό σχήμα κτλ… Στο “Merciless slaughter”, θα ήθελα να επικεντρωθώ πιο πολύ στη μουσική, καθώς υπάρχει αξιοσημείωτη βελτίωση και στο παίξιμο και στις συνθέσεις. Δεν είναι μυστικό ότι ο Nigel Foxxe υπήρξε ένας εξαιρετικός κιθαρίστας (και συνεχίζει φυσικά να είναι), οι συνθέσεις όμως, ήταν αυτή τη φορά ένα σκαλοπάτι πάνω. Το ύφος τους ήταν πολύ πιο σκοτεινό, διατηρώντας κάποια NWOBHM στοιχεία και προσθέτοντας επιρροές και από την Ευρώπη και την Αμερική (κάτι που τους έλειπε αργότερα, όταν ακούγονταν σαν αμιγώς Γερμανική μπάντα, παρότι μου άρεσαν και τότε), κάνοντάς τους να ακούγονται από VENOM μέχρι HALLOWS EVE και πρώιμους METALLICA. Το στοιχείο του χιούμορ τους, άρχισε να φαίνεται κυρίως με το “Moorgle” (στην αρχή και στο τέλος) και τα φωνητικά του Nigel Foxxe, μπορεί να ακούγονται τώρα «κάπως», αλλά ήταν πραγματικά “evil”. Δυστυχώς αυτό το drum machine, συνεχίζει να καταστρέφει μέρος αυτού που χτιζόταν με κόπο, αλλά τα riff πλέον είναι πιο προσεγμένα και η γενικότερη παραγωγή λίιιιιγο καλύτερη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκείνη την περίοδο τα μέσα για να ηχογραφήσει ένα ελληνικό heavy metal συγκρότημα, δίσκο, ήταν ελεεινά, αφού δεν έβρισκες ούτε στούντιο της προκοπής, ούτε παραγωγό, ούτε εξοπλισμό. Το “Legend”, είναι ένα τραγούδι που αν επανηχογραφούνταν, θα έκανε αίσθηση ακόμα και στις μέρες μας, όπως και το “Beloved dead” ή και το “Evil”. Λίγο καιρό μετά, κυκλοφόρησε και το live, “Live in the slaughter house”, το οποίο –αν δεν με απατά η μνήμη μου- πρέπει να ήταν και το πρώτο live άλμπουμ από ελληνικό heavy metal σχήμα…

Υ.Γ.: Παραλίγο να ξεχάσω το εξώφυλλο… Όσοι νομίζουν ότι το “Matando gueros” των BRUJERIA (1993) ήταν ακραίο, ας δούνε αυτό εδώ το εξώφυλλο. Τεχνικά υστερεί, αλλά από ακρότητα, το αφήνει μίλια πίσω…

Σάκης Φράγκος

 

FrehleycometalbumFREHLEY’S COMET – “Frehley’s comet” (Atlantic)

Όπως είχα γράψει και για την περίπτωση του Vinnie Vincent, χαίρομαι πραγματικά που ο Σάκης Φράγκος συμπεριέλαβε στη λίστα για το 1987 και το ομώνυμο solo άλμπουμ του πρώην κιθαρίστα των KISS, Ace Frehley. Ο λόγος; Μα, γιατί πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα Αμερικάνικου hard rock που μπαλανσάρει πότε στο κλασικό rock n’ roll ύφος του Frehley και πότε στις εμπορικές παραφυάδες του 1987. Για αυτό το τελευταίο μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει ο σπουδαίος Tod Howarth ο οποίος συνεισέφερε τα μέγιστα στη δημιουργία ενός κλασικού δίσκου για τον Ace Frehley που από πολλούς θεωρείται ό,τι καλύτερο έχει κάνει εκτός KISS.

Tα video-clips για το “Into the night” (διασκευή από τη μεγαλοφυΐα Russ Ballard) και “Rock Soldiers” μας μετέφεραν απόλυτα στο κλίμα της εποχής και δημιουργούσαν τις βάσεις για δύο κλασικές στιγμές στο ρεπερτόριο του Ace. Θα μπορούσα να καταγράψω το παρασκήνιο του πως φτάσαμε μέχρι την κυκλοφορία του δίσκου, αφού οι Frehley’s Comet υπήρχαν ουσιαστικά από το 1984… δεν έχει όμως σημασία. 7-8 αλλαγές μελών μετά, απεριόριστη ποσότητα αλκοόλ και ναρκωτικών, δύο σοβαρά τροχαία ατυχήματα και τρία χρόνια μετά ο Ace ήταν ζωντανός και κόντραρε στα ίσα τους KISS (άλλη μία φορά θα συνέβαινε αυτό, δύο χρόνια αργότερα). Ποιος κέρδισε στην άτυπη κόντρα…; Τουλάχιστον για την περίπτωση του 1987, νομίζω ότι είχαμε ισοπαλία. Όσο για το 1989, θα τα πούμε προσεχώς…

Σάκης Νίκας

 

The Georgia Satellites - Georgia SatellitesGEORGIA SATELLITES – “Georgia Satellites” (Electra)

Το πρώτο και πιο πετυχημένο άλμπουμ του συγκροτήματος από την Atlanta της Georgia με κλασικό boogie southern ήχο. Χωρίς πρωτοτυπία, τα 10 κομμάτια του ομώνυμου άλμπουμ καταφέρνουν να σταθούν και κυρίως να βοηθήσουν στην κατανάλωση μπύρας και bourbon! Οδηγός του ήχου των GEORGIA SATELLITE, το πρωτοκλασάτο hit, “Keep your hands to yourself” (No 2 U.S.A. πίσω από το “Livin’ on a prayer” των BON JOVI) που γράφτηκε όταν κατά τη διάρκεια περιοδείας τους, ο ντράμερ Randy Delay άπλωνε χέρια στις groupies. Έτσι ενοχλημένη μια από αυτές του είπε “Keep your hands to yourself”. Την άκουσε ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Dan Baird και έγραψε το κομμάτι. Βέβαια γεννάται και η απορία τι είδους groupie ήταν αυτή, που δεν ανέχεται να της βάλουν χέρι! Για την ιστορία το άλμπουμ δεν έβγαλε άλλη επιτυχία, όπως δεν κατάφεραν τίποτε άλλο. Η ιστορία έγραψε τ’ όνομά τους χάρη στο “Keep your hands to yourself”.  Ο Dan Baird ακολουθεί προσωπική καριέρα με τους YAYHOOS και τους HOMEMADE SIN (ωραίο όνομα) χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο, ενώ ο δεύτερος κιθαρίστας Rick Richards παίζει στο συγκρότημα του Izzy Stradlin.

Αλεξανδρος Ριχάρδος

 

WorshipMeOrDieCD3THE GREAT KAT – “Worship me or die” (Roadrunner)

Όταν τα liner notes ενός CD, κλείνουν κάπως έτσι “Now bow to your Messiah, the genius reincarnation of Beethoven himself and worship Great Kat or die”, τι περιμένετε να διαβάσετε παρακάτω; Πόσο μάλλον τι να ακούσετε… Παίρνω συνεντεύξεις από καλλιτέχνες τα τελευταία 17 χρόνια. Εννοείται στις all-time κλασικές μου στιγμές, είναι η συνέντευξη που είχα πάρει από τη Great Kat για το Metal Invader πριν από πολλά χρόνια, με εκατέρωθεν μπινελίκια κτλ… Η Great Kat, είναι η καλλιτέχνιδα την οποία θυμάται με τρόμο ο κακομοίρης ο Monte Conner, A&R της Roadrunner σχετικά με το πώς υπέγραψε στην εταιρία. Πολύ απλά, διότι προσπάθησε να βάλει τις κλασικές της σπουδές στο βιολί (σπούδασε στο Julliard) στο speed metal. Καλά όλα μέχρι εδώ. Όταν η επόμενη δήλωση όμως είναι ότι είναι η μετεμψύχωση του Μπετόβεν, κάτι δεν πάει καλά. Δείτε και τα video clip, διαβάστε και τους στίχους, πάρτε και το επόμενο άλμπουμ που έχει το διαβόητο “Kat IQ test” κι έχετε τη λύση στο παζλ, μαζί με τις προκλητικές της συνεντεύξεις που άφησαν εποχή. Το fan club της, είχε την επωνυμία “Kat slave club” και με το που κάναμε συνέντευξη, με έκανε κατευθείαν μέλος και με προσκάλεσε να παίξω στο επόμενο video clip της, κάνοντας τον σκλάβο… Ε, ρε γλέντιααααα… Μουσικά, ομολογώ ότι τη βρίσκω πολύ με το δίσκο. Μου αρέσουν πολύ τα κοφτά, αλά S.O.D. riffs και μία σχετική VENOM ατμόσφαιρα που βγάζουν που και που τα κομμάτια. Το παίξιμό της, με τα συνεχή ανεβοκατεβάσματα στην ταστιέρα, καταντά εκνευριστικό, αλλά όλα είναι μέρος του σόου. Ακόμα θυμάμαι την επική της ατάκα… «Η Great Kat δεν είναι άνθρωπος. Η Great Kat είναι Θεά…». Τι άλλο να πω ο άμοιρος…

Σάκης Φράγκος

 

OnceBittenGREAT WHITE – “Once Bitten... twice shy” (CBS)

Oι Αμερικανοί hard rockers GREAT WHITE γνώρισαν την εμπορική επιτυχία με το “Once Bitten...”, το τρίτο στούντιο άλμπουμ τους. Το σχήμα έπαιζε και παίζει ένα ρυθμικό, πορωτικό hard rockin blues, που ξεχώριζε για τα βαθιά φωνητικά του τότε τραγουδιστή τους Jack Russell και την έντονη αίσθηση του ρυθμού. Τραγούδια που ξεχώρισαν και τους χάρισαν την επιτυχία στους καιρούς που το hair metal γνώριζε άνθιση ήταν τα "Rock Me", "Save Your Love" και το πιο αργό “Face the day”. Όλα τα τραγούδια ξεχώριζαν, επειδή δεν ανήκαν τόσο στη γενιά του Hollywood, αλλά κουβαλούσαν τον αέρα των μικρών κλαμπ και της blues καταβολής του σχήματος, με μια εμφανή δόση μελωδίας. Οι κιθάρες του Mark Kendall παραδίδουν μαθήματα, ενώ τα πλήκτρα του Michael Lardie αποτελούν υπόδειγμα, υποστηρικτικής χρήσης του οργάνου, για να «γεμίσει» σωστά τον ήχο του σχήματος. Μεστός, ζεστός ήχος, που πατά τόσο στα Νότια blues όσο και στα μεγαθήρια τύπο LED ZEPPELIN, AC/DC, έδωσε την ευκαιρία στον μεγάλο λευκό, αν καταφέρει ένα θανάσιμο χτύπημα, στη δήθεν αλητήρια πλευρά του LA, δείχνοντας, ότι στο hard rock η εικόνα, αποτελεί ανάγκη, αλλά όχι και μοναδικό κριτήριο, για να γνωρίσει κάποιος επιτυχία. Σήμερα, υπάρχουν πλέον δύο σχήματα, με τον Jack Russell να ηγείται του ενός και τον Terry Ilous (XYZ)να αποτελεί την φωνή για τους υπόλοιπους των πρώην GREAT WHITE.

Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

grim reaper rock you to hellGRIM REAPER - “Rock you to hell” (RCA)

Πίσω στο 1987 οι GRIM REAPER κυκλοφορούσαν τον τρίτο (και τελευταίο όπως αποδείχθηκε) δίσκο της καριέρας τους. Όμως τα πράγματα εκείνη την εποχή έδειχναν να κυλούν πολύ θετικά για το σχήμα. Είχαν καταφέρει να αποδεσμευθούν από την δισκογραφική εταιρία Ebony Records που ναι μεν είχε αγνές προθέσεις για τα σχήματα της αλλά οι παραγωγές της ήταν πολύ μέτριες, και ο τρίτος τους δίσκος θα κυκλοφορήσει αποκλειστικά από την RCA παγκοσμίως. Για την θέση τους παραγωγού αυτήν την φορά θα προσλάβουν τον Max Norman (OZZY, SAVATAGE, ARMORED SAINT, Y&T, LOUDNESS) και το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από εμφανές. Ο δίσκος έβγαλε δύο singles, το ομώνυμο κομμάτι και το “Lust for freedom” και μάλιστα βγήκαν σε περιοδεία εκείνη την χρονιά(η Hell on wheels tour) μαζί με τους ARMORED SAINT και ΗΕLLOWEEN (παναγιά μου line up!!) που ήταν πολύ επιτυχημένη περιοδεία, επίσης η εμφάνιση της μπάντας στην Minneapolis θα μαγνητοσκοπηθεί για να παιχθεί από το ΜΤV (ψάξτε την στο YouTube, υπάρχει). Όσον αφορά τον δίσκο, κομμάτια σαν τα “Rock you to hell”, “Night of the vampire”, “Rock me till’ I die”, “When heaven comes down” και “Lust for freedom” παρουσιάζουν με τον καλύτερο τρόπο το Βρετανικό metal της μπάντας και την μεγαλειώδη φωνή του Steve Grimmett. Παρόλο που προσπάθησαν δεν τα κατάφεραν, έτσι στα τέλη του 1988 η μπάντα διέλυσε με τον Grimmett να τον συναντάμε πίσω από το μικρόφωνο των ONSLAUGHT στο album “In search of sanity”(1989) και μετέπειτα στην εξαιρετική προσωπική του μπάντα τους LIONSHEART.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

GunsnRosesAppetiteforDestructionalbumcoverGUNS N’ ROSES - “Appetite for destruction” (Geffen)

Η μεγαλύτερη αλητοπαρέα που έβγαλε ποτέ το rock, κατάφεραν για 5 τουλάχιστον χρόνια να αγγίζουν τον ουρανό. Ήταν πραγματικά ΘΕΟΙ. Το κείμενο που ακολουθεί ασχολείται μόνο με τα τραγούδια του άλμπουμ που σίγουρα που είναι ένα από τα καλύτερα ντεμπούτο όλων των εποχών, κυριολεκτικά γεμάτο επιτυχίες. Το “Appetite for Destruction” είναι ίσως η πλέον κλασική περίπτωση ντεμπούτο δίσκου (με αυτήν των άλμπουμ των BAD COMPANY, LED ZEPPELIN, FOREIGNER και BOSTON) που τα λόγια περιττεύουν. Στο αρχικό σχήμα συμμετείχαν οι Axl Rose και Izzy Stradlin από τους HOLLYWOOD ROSE και οι Tracii Guns κιθάρα, Ole Beich μπάσο και Rob Gardner ντραμς, από τους L.A. Guns. Το όνομα GUNS N’ ROSES βγήκε από τον Axel και τον Tracii. Τρεις εμφανίσεις μετά, ο Beich αντικαταστάθηκε από τον Duff McKagan, ενώ η απουσία του Guns από τις πρόβες έφερε στο συγκρότημα τον Slash που ήταν φίλος του Izzy από τους HOLLYWOOD ROSE καθώς και τον Steven Adler από τους ROAD CREW. Τα περισσότερα τραγούδια είχαν γραφτεί από την εποχή που το συγκρότημα έπαιζε σε μικρά clubs του Los Angeles και η αρχική προσέγγισή τους για παραγωγό ήταν στο πρόσωπο του Paul Stanley των KISS, που όμως αρνήθηκε (!) γιατί τους ζήτησε να κάνουν μερικές αλλαγές στα τραγούδια και αυτοί αρνήθηκαν (και καλά έκαναν). Τελικά κατέληξαν στον Mike Clink που καρπώνεται αυτό που τελικά είναι το πιο δύσκολο σε ένα συγκρότημα, σ’ ένα παραγωγό αλλά και σ’ ένα ηχολήπτη: Να καταφέρει να διατηρήσει τη ζωντάνια του συγκροτήματος που είχαν στα live και στην ηχογράφηση. Γι’ αυτό και το τελικό αποτέλεσμα παραμένει φρέσκο έως και σήμερα (αλλά και πάντα). Πρώτο single ήταν το “It’s so easy”, που απέτυχε να μπει στα πρώτα 100 singles του Billboard. Στο picture maxi single, υπάρχουν σε live εκτελέσεις τα “Shadow of Your Love” και “Move to the City”, που είχαν γραφτεί από την εποχή των HOLLYWOOD ROSE. To “Move To The City” συμπεριλήφθηκε στο “G n’ R Lies”, ενώ το “Shadow of your love” συμπεριλήφθηκε στη συλλογή “Time to Rock” που έχει κυκλοφορήσει και στη χώρα μας. Παρ’ όλη την αποτυχία του “It’s so easy”, υπάρχει video για το τραγούδι το οποίο ήταν το πρώτο που βιντεοσκόπησαν live, ενώ υπάρχει και promo video. Παρ’ όλα αυτά δεν συμπεριλήφθηκε στο DVD “Welcome to the Videoς” και είναι διαθέσιμο μόνο στο διαδίκτυο. Ευτυχώς στη Geffen οι άνθρωποι είχαν ανοιχτό και καθαρό μυαλό και έτσι αμέσως μετά κυκλοφόρησαν το “Sweet Child O’ mine” που είναι το μοναδικό Νο1 single του συγκροτήματος με πωλήσεις που ξεπερνούν έως σήμερα τα 2.500.000 αντίτυπα! Οι στίχοι γραφτήκαν από τον Axl για την τότε κοπέλα του Erin Everly (κούκλα), ενώ η εισαγωγή στην κιθάρα γράφτηκε από τον Slash κατά τη διάρκεια ενός ζεστάματος (!!!) και το ίδιο βράδυ το τραγούδι ήταν έτοιμο. To “Sweet Child O' Mine” είναι το μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια τραγούδι (5:56) που πάτησε το Νο1 στο αμερικάνικο Chart. Το video εμφανίζει το συγκρότημα με το road crew σε πρόβα στο Huntington Ballroom. Το video εκτίναξαν οι κοπέλες τους, όπως η Erin Everly, η τότε κοπέλα του Duff, Mandy (από το γυναικείο συγκρότημα THE LAME FLAMES) και η κοπέλα του Steven Adler, Cheryl. Guest star ο σκύλος Rottweiler του Izzy, που είναι το πρώτο πλάνο του video. Το ίδιο video γυρίστηκε σε μαυρόασπρη εκδοχή με διαφορετικές λήψεις. Τρίτο single ήταν το “Welcome to the jungle” (Νο7), με τους στίχους γραμμένους από τον Axl που μιλούν για την επίσκεψη του στην φίλη του Tori στο Kingston της Washington του Seattle. Μια μεγάλη πόλη αλλά μικρή μπροστά στο Los Angeles. O Slash δήλωσε ότι έγραψε τη μουσική μέσα σε τρεις ώρες. Το αμερικάνικο single βινυλίου του “Welcome to the jungle” στη πλευρά περιέχει μια live εκτέλεση του “Whole lotta Rosie” των AC/DC! Το video ήταν από τα πλέον πολυπαιγμένα στην ιστορία του αμερικάνικου αλλά και ευρωπαϊκού MTV. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Geffen Records είχε κάνει συμφωνία με το κανάλι αλλά και στο ότι ο κόσμος ζητούσε να δει το video. Το σενάριο παρουσιάζει τον Axl Rose να κατεβαίνει απ’ ένα λεωφορείο και να συναλλάσσεται με ένα dealer ναρκωτικών (τον υποδύεται ο Izzy), αλλά τελικά να μην αγοράζει. Ακολούθησε η κυκλοφορία του “Paradise city” (No 5) που γράφτηκε μετά την κατανάλωση πολύ αλκοόλ και μπύρας μέσα ένα φορτηγάκι μαζί με τον Izzy. Όταν ο Axl ηχογραφούσε τα φωνητικά  «Take me down to the Paradise City, ο Slash είπε "Where the grass is green and the girls are pretty." Ο Axl τραγούδησε τους στίχους για να πεταχτεί και πάλι ο Slash και να φωνάξει:  "Where the girls are fat and they've got big titties."! Το μισό video βιντεοσκοπήθηκε κατά τη διάρκεια της εμφάνισής τους στο Giants Stadium του New Jersey, όταν περιόδευαν με τους AEROSMITH και το άλλο μισό κατά τη διάρκεια της εμφάνισης του στο Monsters of Rock στο Donington Park. Οι στίχοι του “Outta Get Me” γράφτηκαν από τον Axl και αναφέρονται τα παιδικά βιώματα όταν έκλεβε ραδιοκασετόφωνα από αυτοκίνητα στην γενέτειρά του την Ιντιάνα, ενώ το “You’re crazy” είχε αρχικό τίτλο “Fucking Crazy” και η πρώτη εκδοχή του ήταν ακουστική. Τελικά η ακουστική εκτέλεση παρουσιάστηκε στο “G n’ R Lies”. To “Anything goes”, αποτελεί ένα από τα πρώτα τραγούδια που έγραψαν, χρονολογείται από το 1981 και το έπαιζαν και επί εποχής HOLLYWOOD ROSE. Η ιστορία του “My Michelle” είναι από τις πιο όμορφες του rock και μιλάει για στην φίλη του Slash, Michelle Young. Ο Slash την γνώριζε από το γυμνάσιο και ήταν φίλη της κοπέλας του. Έτυχε να βρίσκεται με τον Axl στο αυτοκίνητο όταν άκουσαν το τραγούδι του Elton John, “Your song” και η Michele εξέφρασε την επιθυμία «να μπορούσε να γράψει κάποιος ένα τραγούδι κι γι’ αυτή». Και η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα από τον Axl, αν και ο ίδιος δεν ήταν ευχαριστημένος με το τελικό αποτέλεσμα. Ενώ το “Nightrain” αν και απέτυχε εμπορικά (Νο 93), σήμερα αναγνωρίζεται σαν ένα από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ. Η μελωδία γράφτηκε από τους Slash και Izzy όταν κάθονταν στο πάτωμα και έκαναν πρακτική στην κιθάρα. Την επόμενη ημέρα με τη βοήθεια του Duff το η σύνθεση πήρε καλύτερη μορφή αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί. Ένα από τα επόμενα βράδια όταν περπατούσαν στην Palm Avenue, έπιναν από ένα μπουκάλι κρασί με πολύ αλκοόλ, μάρκας “Night Train”, κάποιος φώναξε:  'I'm on the night train!' με τον Axl να λέει: "Bottoms up!" "Fill my cup!" Έτσι γεννήθηκε το “Nightrain”, που το τελείωσαν το ίδιο βράδυ. Το “Mr. Brownstone” γράφτηκε από τους Slash και  Izzy, όταν βρίσκονταν στο διαμέρισμα του τελευταίου και μιλάει για τα ναρκωτικά (Brownstone σημαίνει ηρωίνη). Είναι το πρώτο τραγούδι που έγραψαν μετά την υπογραφή τους στην Geffen Records. Το “Rocket Queen” μιλάει για μια κοπέλα που είχε ένα συγκρότημα που λεγόταν ROCKET QUEEN. Όμως το τραγούδι που κλείνει το ιστορικό αυτό άλμπουμ είναι το πλέον γαργαλιστικό αφού στο μέσον του ακούγονται …ερωτικά ηχητικά. Είναι αληθινά και ηχογραφήθηκαν όταν ο Axl πήγε στο studio την Adriana Smith, τότε κοπέλα του Adler κι έκαναν έρωτα στο πάτωμα, αφού προηγουμένως ο Axl είχε ειδοποιήσει τον ηχολήπτη να αφήσει τα μικρόφωνα ανοιχτά! Πλήρης διαπομπεύση και για την κοπέλα αλλά και τον Adler. Κλείνοντας να σημειώσω ότι το αρχικό εξώφυλλο, φιλοτεχνήθηκε από τον Robert Williams και  απαγορεύτηκε γιατί απεικόνιζε το βιασμό μιας κοπέλας από ένα ρομπότ. Αντικαταστάθηκε από το κλασικό πλέον σταυρό με τις 5 νεκροκεφαλές των μελών φιλοτεχνημένο από τον Bill White, ένα καλλιτέχνη tattoo. 

Αλέξανδρος Ριχάρδος

 

BadanimalsHEART – “Bad Animals” (Capitol)

Με φόρα από το άλμπουμ “Heart” του 1985, οι αδελφές Ann και Nancy Wilson, συνεχίζουν να γνωρίζουν επιτυχία και να ηχογραφούν καλά τραγούδια. Με τα πρωτοκλασάτα  “Alone” (all time classic hit) αλλά και το “Who will you run to”, το “Bad Animals” φθάνει έως το Νο2 του αμερικάνικου Billboard chart έχοντας ξεπεράσει μόνο στην Αμερική τα 3.500.000 αντίτυπα. Και δεν είναι μόνο αυτά τα δύο τραγούδια, αλλά η ομοιογένεια που έχει το άλμπουμ, η αύρα της επιτυχίας, που επί τέλους έχει ξαναβρεί το συγκρότημα μετά από 5 χρόνια αποτυχιών. Η παραγωγή του Ron Nevison είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές της δεκαετίας του ’80, με ενδεικτικό κομμάτι το “Wait for an answer” που η Ann Wilson τα δίνει όλα! Πολύ καλή και μπάντα που συνοδεύει τις αδελφές Wilson, όπως ο ντράμερ Denny Carmassi από τους MONTROSE και τους GAMMA, αλλά και WHITESNAKE και Coverdale/Page, ο κιθαρίστας Howard Leese που αργότερα έπαιξε με τον Paul Rodgers αλλά και με τους BAD COMPANY και ο μπασίστας Mark Andes με ένδοξο παρελθόν στους JO JO GUN, CANNED HEAT, SPIRIT και FIREFALL.

Αλέξανδρος Ριχάρδος

 

Heathen Breaking The SilenceHEATHEN – “Breaking the silence” (Combat)

Από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα του λεγόμενου δεύτερου κύματος από το ένδοξο Bay Area. Και μπορεί η πρόσφατη εμφάνισή τους να ήταν απλά ικανοποιητική (περίμενα σίγουρα περισσότερα πράγματα) αλλά τα δύο πρώτα studio άλμπουμ των HEATHEN είναι εξαιρετικά! Δεν κρύβω βέβαια τη μεροληπτική μου διάθεση απέναντι στο πιο ώριμο και τεχνικό “Victims of deception” το οποίο έχει ξεπατικώσει ανερυθρίαστα το “...and justice for all” (σκεφτείτε ακόμη περισσότερο και από το “Practice what you preach” των TESTAMENT) αλλά διόλου μας ενοχλεί. Το “Breaking the silence” μας κολλάει κατευθείαν στον τοίχο με γκολ από τα αποδυτήρια. Το “Death by hanging” είναι πιθανότατα η πιο κλασική στιγμή των HEATHEN με τα “Open the grave” και “World’s end” να ακολουθούν κατά πόδας. Η αχρείαστη διασκευή στο “Set me free” των SWEET μας ξενερώνει ελαφρώς αλλά ευτυχώς διαρκεί κάτι λιγότερο από 4 λεπτά. Οι HEATHEN αποτυπώνουν στο βινύλιο τις επιρροές από METALLICA αλλά και OVERKILL δημιουργώντας ένα δικό τους ήχο που θα τον εξελίξουν, όπως είπαμε, τρία χρόνια αργότερα. Μερικές φορές σκέφτομαι πόσο αξιοσημείωτα αλλά και τεχνικά καταρτισμένα ήταν τα συγκροτήματα στο Bay Area μετά το 1986-87. Τουλάχιστον η πλειονότητα αυτών...

Σάκης Νίκας

 

HelixwildHELIX – “Wild in the streets” (Capitol)

Το τελευταίο πολύ καλό άλμπουμ των HELIX... αυτή είναι η γνώμη μου. Μετά από κάποιο σημείο, άλλωστε, σταμάτησα να τους παρακολουθώ αφού στα mid-90s η δραστηριότητα τους ήταν ποιοτικά μετριότατη. Το “Wild in the streets” όμως βγήκε το καλοκαίρι του 1987, σε μία εποχή που κυριαρχούσαν στην Αμερική οι BON JOVI, MOTLEY CRUE, CINDERELLA, POISON κτλ. Και οι Καναδοί HELIX αφού παράτησαν τα όποια μεγαλεπήβολα σχέδια είχαν όσον αφορά την παραγωγή του δίσκου (σχεδίαζαν να προσλάβουν 5 διαφορετικούς παραγωγούς), αφοσιώθηκαν στη σύνθεση αναζητώντας παράλληλα και ...εξωτερική συνδρομή.

Θα έλεγα ότι η διασκευή στο “Dream on” των NAZARETH, το “She’s too tough” του Joe Elliott (αργότερα συμπεριλήφθηκε στο single του “Heaven is” των LEPPARD) και το “Never gonna stop the rock” των αδελφών Overland (FM) είναι τα απόλυτα highlights ενός ούτως ή άλλως αξιόλογου δίσκου ο οποίος αντανακλά πιστά το εμπορικό hard rock της Αμερικής του 1987... και αυτό μας αρέσει πολύ!

Σάκης Νίκας

 

Helloween - Keeper Of The Seven Keys Part 1HELLOWEEN – “The keeper of the seven keys – Part I” (Noise)

Πρώτη Γυμνασίου… Εκδρομή με το σχολείο και ο ψαγμένος της παρέας, μου λέει: «τράβα φέρε το κασετόφωνο να ακούσουμε το νέο δίσκο των HELLOWEEN». Μέχρι τότε δεν είχα ακούσει ούτε νότα από τους Γερμανούς power metallers από το Αμβούργο, αλλά έχοντας εμπιστοσύνη στο φίλο μου, έφερα το κασετόφωνο κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Από τις κολοκύθες στο εξώφυλλο, μέχρι και το τελευταίο τραγούδι του δίσκου. Μετά το “Walls of Jericho”, οι HELLOWEEN αποφάσισαν ότι έπρεπε να πάρουν άλλο τραγουδιστή και ο Kai Hansen θα επικεντρώνονταν στην κιθάρα και στη σύνθεση φυσικά. Ο 18χρονος Michael Kiske, από τους ILL PROPHECY που επέλεξαν, έμελλε να άλλαζε για πάντα την καριέρα του σχήματος. Έχοντας μία φωνάρα ανάμεσα στον Bruce Dickinson και τον Geoff Tate, εκτόξευσε τους HELLOWEEN, που ευτύχησαν να έχουν τον Hansen (που ήταν ο βασικός συνθέτης) σε μεγάλη φόρμα, μεταλλασσόμενοι από speed σε μελωδικό power metal.

Αρχικά η ιδέα τους ήταν να κυκλοφορήσουν και τα δύο “Keepers…” σε ένα διπλό άλμπουμ, αλλά όλες οι εταιρίες απέρριψαν την ιδέα τους. Πήγαν λοιπόν στη Noise, υπογράφοντας ένα από τα χειρότερα συμβόλαια στην ιστορία της μουσικής, αφού όντας εντελώς άπειροι, το ποσοστό που έπαιρναν από τις πωλήσεις ήταν εντελώς αμελητέο και παρά τις εκατοντάδες χιλιάδες των πωλήσεων, στην τσέπη τους δεν μπήκε σχεδόν τίποτα… Όλο το άλμπουμ, είχε τραγούδια του Hansen, εκτός από το “A little time” που το είχε φέρει ο Kiske από την προηγούμενη μπάντα του και τη μπαλάντα (μία από τις πιο σπουδαίες του είδους) “A tale that wasn’t right”. Μπορεί κανείς να ξεχάσει τραγούδια όπως το “Future world”, που ακόμα και σήμερα, 25 χρόνια μετά, δεν περνά συναυλία των HELLOWEEN αλλά και των GAMMA RAY που δεν το ακούμε στο τέλος; Ή μήπως το “Twilight of the Gods”, το “I’m alive” και το 13λεπτο έπος “Halloween”; Μιλάμε για δίσκο – ορόσημο στο είδος και ρωτήστε μία στρατιά συγκροτημάτων που επηρεάστηκαν άμεσα από τους HELLOWEEN, για το πώς άλλαξε η ζωή τους ακούγοντάς το (μην αρχίσουμε να λέμε ANGRA, EDGUY κτλ). Τα δύο “Keepers…” υπήρξαν τόσο σημαντικοί δίσκοι, που παρά το γεγονός ότι ο Kiske με τους HELLOWEEN έβγαλε κι άλλους δύο δίσκους που απογοήτευσαν τους οπαδούς τους (δηλαδή ποσοστό 50%), θεωρείται Ο τραγουδιστής των HELLOWEEN, που επηρέασε στρατιές κόσμου… Μοναδικές ενστάσεις, η πολύ μικρή διάρκεια του δίσκου (που έχει 6 τραγούδια και δύο intro και outro) αλλά και η τραγική απόφαση να βγάλουν video clip για το “Halloween” που είχε διάρκεια μόλις 5 λεπτά, κόβοντας 8 ολόκληρα λεπτά από το τραγούδι. Ασυγχώρητοι…

Σάκης Φράγκος

 

Holy Moses - Finished with the Dogs FrontHOLY MOSES – “Finished with the dogs” (Aaarrg)

Το σήμα-κατατεθέν των HOLY MOSES, είναι αναμφισβήτητα η τραγουδίστριά τους, Sabina Classen. Η μοναδική γυναίκα, μαζί με τη Nicole Lee των ZNOWHITE, που έκανε εκπληκτικά ακραία φωνητικά, πριν αυτό γίνει «μόδα» με την Angela Gossow. Σ’ αυτόν το δίσκο, ο άντρας της, Andy Classen (γνωστός παραγωγός πλέον), έγραψε τα καλύτερα riff του και στα ντραμς πήρε τον 19χρονο τότε, Uli Kusch, που εκείνη την περίοδο ξεκινούσε την καριέρα του (έχει παίξει στους HELLOWEEN, MASTERPLAN, GAMMA RAY, αλλά και τους MEKONG DELTA του Ralph Hubert, στον οποίο ανήκε η Aaarrg, η εταιρία που έβγαλαν το δίσκο αυτό οι HOLY MOSES), ο οποίος έδειξε αμέσως το ταλέντο του. Πολύ DESTRUCTION, λιγότερο KREATOR, αλλά και VOIVOD, μπορεί να ακούσει κανείς στο “Finished with the dogs”, με πολλά τεχνικά σημεία και φωνητικά που δεν μπορείς να καταλάβεις ότι είναι βγαλμένα από γυναίκα. Το άλμπουμ περιέχει ένα τραγούδι που στη χώρα τους τουλάχιστον είναι πολύ δημοφιλές, το “Current of death” (που η «γερμανίλα» της Sabina το προφέρει, κλασικά, «κάρεντ οφ ντες») και το “Life’s destroyer”, που αν δεν με απατά η μνήμη μου, είχαν βγάλει και σε video clip. Λίγο αργότερα, η Sabina, μαζί με τον Goetz Kuhnemund, αρχισυντάκτη του γερμανικού ROCK HARD, έγινε παρουσιάστρια τη metal εκπομπή “Mosh”, στο γερμανικό κανάλι Viva, αποκτώντας τρελή δημοσιότητα. Και κλείνω με μία απορία: Μόνο σε εμένα μοιάζει το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου με το “Victim of demise” των SACRED REICH;

Σάκης Φράγκος

 

mind warsHOLY TERROR – “Mind wars” (Under One Flag)

Σίγουρα μιλάμε για ένα δίσκο που άξιζε περισσότερα απ’ όσα τελικά πήρε… Οι HOLY TERROR, κατάφεραν να ξεπεράσουν το ντεμπούτο τους “Terror and submission”, γεφυρώνοντας τις δύο τάσεις του thrash metal εκείνη την περίοδο. Κατάφερναν να μην ακούγονται σαν κόπια των METALLICA και των MEGADETH, από την άλλη όμως κρατούσαν στοιχεία του Bay Area ήχου, με σημεία που βρίσκει κανείς σε τραγούδια των EXODUS για παράδειγμα, αλλά και είχαν πολύ speedy κομμάτια, που πολλές φορές ακούγονταν να παίζει κανείς SLAYER του “Show no mercy” στις 45 στροφές (ακούστε το “Debt of pain” για παράδειγμα), με επιρροές και από POSSESSED αλλά και DARK ANGEL. Πολύ εκφράζουν την ένστασή τους για τα φωνητικά του Keith Deen, τα οποία πλέον πλησίαζαν πολύ αυτά του Martin Walkyier στους SABBAT, που είχε να ερμηνεύει πάρα πολλούς στίχους! Take it or leave it. Αυτό ήταν ένα ακόμη χαρακτηριστικό των HOLY TERROR, που τους ξεχώριζε από άλλα σχήματα της εποχής. Ακούστε το “Judas reward”, το “Debt of pain” ή το “The immortal wasteland” και πείτε την αλήθεια. Έχετε ακούσει πολύ καλύτερους thrash δίσκους;

Σάκης Φράγκος

 

INFERNAL-MAJESTY-none-shall-defyINFERNAL MAJESTY – “None shall defy” (Roadrunner)

Αν υπάρχει κάποιος άτυπος διαγωνισμός πιο cult φωτογράφησης συγκροτήματος τη δεκαετία του ’80, τότε οι INFERNAL MAJESTY με την φωτογραφία που είχαν στο οπισθόφυλλο του “None shall defy”, θα είχαν εξέχουσα θέση!!! Ευτυχώς όμως γι’ αυτούς αλλά και για εμάς, οι Καναδοί thrashers ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Με καταγωγή από το Toronto του Καναδά, όπως οι RAZOR, EXCITER και ANVIL μεταξύ των άλλων, οι INFERNAL MAJESTY, καταφέρνουν να παίξουν όσο ελάχιστα γκρουπ εκείνη την εποχή. Εντάξει, όταν είχαν βγει, τους θεωρούσαμε μία καλή μπάντα, με πολλά στοιχεία από SLAYER, βάλτε και αρκετούς DARK ANGEL, αλλά είχαν και κάτι περίεργο, αλλόκοτο θα το χαρακτήριζα, στον ήχο τους, που λίγα χρόνια αργότερα, όταν έσκασαν οι MORBID ANGEL, καταλάβαμε περί τίνος επρόκειτο… Αυτό που πάντα μου άρεσε με αυτό το σχήμα, ήταν ότι κατάφερναν να ακούγονται “evil”, χωρίς να έχουν αυτό που λέμε “over the top” φωνητικά, χωρίς να το παρακάνουν με τους VENOM, με αρκετά καλή τεχνική κι έναν παρανοϊκό μπασίστα, που ακούει στο όνομα Psycopath. Εξαιρετικές στιγμές του δίσκου το εναρκτήριο “Overlord”, το αγαπημένο μου, εφτάλεπτο, “Night of the living dead”, αλλά και το ομώνυμο τραγούδι. Είναι φοβερό ότι μιλάμε για ένα δίσκο με δύο δίλεπτα instrumental κι έξι ακόμα κομμάτια, αρκετά μεγάλα σε διάρκεια πάντως, που τον άκουγες κι ένιωθες «γεμάτος», εν αντιθέσει με αυτό που συμβαίνει τώρα και τους 60λεπτους δίσκους που σου μένουν δύο τραγούδια στην καλύτερη…

Σάκης Φράγκος

 

Jack Starr - Blaze of glory JACK STARR – “Blaze of glory” (Metal Mayem Music)

Μετά την αποχώρησή του από τους VIRGIN STEELE και τη δικαστική ήττα που υπέστη από την πλευρά του DeFeis όσον αφορά τη χρήση του ονόματος ο κιθαρίστας Jack Starr συνεχίζει μόνος του με το νέο συγκρότημα BURNING STARR. Κυκλοφορεί το εκπληκτικό “No turning back”, με το οποίο ασχοληθήκαμε στο πρώτο μέρος του 1986.

Έχοντας στα φωνητικά τον καταπληκτικό Mike Tirelli και παραμένοντας πιστός στο αμερικανικό heavy / power κυκλοφορεί το “Blaze of glory”. Ένας καλός δίσκος αλλά υστερούσε συγκριτικά με το “No turning back”. Πιο απλοί και «γραφικοί» στίχοι, πιο εμπορικός ήχος προσπαθώντας να προσεγγίσει ένα μεγαλύτερο κοινό και γενικά πιο απλές συνθέσεις, ενώ ο νεοκλασικός ήχος των RAINBOW δεν είναι ιδιαίτερα εμφανής όπως στη προηγούμενη δουλειά. Παρόλα αυτά οι μελωδίες είναι παρούσες σε κάθε τραγούδι με τον εξαιρετικό Mike να προσφέρει πολύ καλές ερμηνείες, ειδικά στα γρήγορα τραγούδια. Ο Jack συνεχίζει να βομβαρδίζει με τα lead και solo του, ενώ η παραγωγή είναι καλή.

Θα ακολουθήσει ένας ακόμη δίσκος με τον Mike Tirelli, το 1989.

Παναγιώτης Δημητρόπουλος

 

JANES ADDICTION  Janes addictionJANE’S ADDICTION - “Jane’s addiction” (Triple X)

Οι JANE’S ADDICTION ήταν το σχήμα που έστρωσε τον δρόμο για όλη την alternative metal κίνηση που θα ανθούσε τα επόμενα χρόνια. Ήταν ένα art hard rock σχήμα που οι προσωπικότητες των μελών της μπάντας και τα διαφορετικά ακούσματα του καθενός θα συνυπάρξουν και θα δημιουργήσουν έναν ήχο που όμοιος του δεν είχε εμφανισθεί μέχρι τότε. Ο τραγουδιστής Perry Farrell και ο μπασίστας Eric Avery είχαν πιο πολύ ακούσματα στο gothic rock και σε μπάντες όπως οι JOY DIVISION, BAUHAUS, SISTERS OF MERCY, ενώ ο ντράμερ Stephen Perkins και ο κιθαρίστας Dave Navarro ήταν οι metallers της παρέας.

Η ένωση των τεσσάρων είχε σαν αποτέλεσμα να γεννηθεί και ο χαρακτηριστικός ήχος της μπάντας. Το sex and drugs lifestyle (στα όρια και τα δύο αυτά) που ζούσαν εκείνα τα χρόνια ήταν φυσικό να αποτελέσει την κύρια επιρροή για το στιχουργικό υπόβαθρο της μπάντας. Ο πρώτος δίσκος του σχήματος κυκλοφόρησε από την ανεξάρτητη Triple X Records και ήταν μια ζωντανή τους εμφάνιση στο Roxy club του Los Angeles τον Ιανουάριο του 1987. Ο λόγος που η μπάντα επέλεξε να εμφανισθεί δισκογραφικά με ένα live δίσκο ήταν για να αποτυπώσει όπως έπρεπε την ενέργεια που είχε στις εμφανίσεις της. Μάλιστα, στο Roxy εκείνη την βραδιά ήταν παρόν και ο Anthony Kiedes των RED HOT CHILI PEPPERS που έφυγε από την συναυλία μαγεμένος και προβληματισμένος για τους λόγους που συνέχιζε να παίζει μουσική. Nαι, τόσο μαγευτικοί ήταν οι JANE’S ADDICTION στην σκηνή. Σε αυτόν τον δίσκο συναντάμε τα άσματα “Pigs in Zen” και “Jane says” που αργότερα θα ηχογραφηθούν και για το ντεμπούτο τους “Nothing’s shocking”. Εξαιρετικά είναι επίσης τα “Trip away”, “Whores”, “1%”και “My time”, ενώ συναντάμε και δύο διασκευές στα “Rock & Roll” των VELVET UNDERGROUND (μεγάλη επιρροή για τον Perry Farrell) και “Sympathy for the devil” των ROLLING STONES. Αυτό το live κατόρθωσε και αποτύπωσε στα αυλάκια του βινυλίου τόσο τις συνθέσεις όσο και την ενέργεια της μπάντας. Τότε που ο Perry Farrell ήταν ο μοναδικός λευκός μουσικός στο Los Angeles που είχε dreadlocks και piercings σε όλο του το κορμί. Τότε που οι GUNS’ N ROSES, οι FASTER PUSSYCAT, οι L.A GUNS και η υπόλοιπη συνομοταξία του L.A μαζευόταν στο Troubadour στο Strip και στο Cathouse, οι JANE’S είχαν διαφορετικά στέκια όπως το Lingerie, το Palace και το Scream. Kαι οι δύο αυτές σκηνές, αν και “άτυπα” ήταν αντίπαλες μεταξύ τους, τελικά πρόσθεσαν με την μουσική τους ένα ακόμα λιθαράκι στο hard rock οικοδόμημα. Και όπως λέει και ο Flea των CHILI PEPPERS, “χωρίς αμφιβολία, για μένα οι JANE’S ADDICTION ήταν η πιο σημαντική rock μπάντα των 80’s”.

Γιάννης Παπαευθυμίου    

 

Kane-Roberts-Kane-RobertsKANE ROBERTS – “Kane Roberts” (MCA)

Μέσα σε μια απίστευτη 5αετία ο Αμερικάνος κιθαρίστας κατάφερε να αναρριχηθεί ψηλά στις συνειδήσεις των φίλων του μελωδικού hard rock, από το πουθενά. Ήταν η εποχή που το “Rocky” και το “Rambo” έσπαγαν τα ταμεία. Η απίστευτη σωματική του κατάσταση του απέδωσαν εύκολα το παρατσούκλι Sylvester Stallone του metal, αφού ο Kane Roberts είχε φουσκωτά μπράτσα και... τα έδειχνε. Από την στιγμή που τον προσέλαβε ο αναγεννημένος AliceCooper για τα άλμπουμ “Constrictor” (1986) και “Raise your fist and yell” (1987), το άνοιγμά του στους καλλιτεχνικούς κύκλους ήταν δεδομένο. Ο ίδιος το εκμεταλλεύτηκε σωστά και κυκλοφόρησε το ντεμπούτο προσωπικό άλμπουμ, που φέρει το όνομά του για τίτλο.

Οι κιθάρες και οι μελωδίες του δίσκου, σίγουρα φανερώνουν την επιρροή που είχε ο ίδιος στον σκληρό ήχο του Alice Cooper στα παραπάνω δύο άλμπουμ. Ο παππούς ανταπέδωσε την χάρη γράφοντας στίχους για ένα κομμάτι, αλλά και δίνοντας μεγάλη υποστήριξη στον Roberts.

Παρόλα αυτά, δεν υπήρξε εμπορική επιτυχία στο ενδιαφέρον άλμπουμ του κιθαρίστα. Η αλήθεια είναι ότι παρά τις αρκετές καλές στιγμές, το σύνολο παραμένει κάπως μέτριο προς το καλό. Κάποιοι τίτλοι (βλέπε το “Triple X”), κάποιοι στίχοι (βλέπε το “Tears of fire”) σίγουρα δεν βοηθούν όπως και το πολύ cartoon εξώφυλλο.

Η 5αετία επιτυχίας του Roberts έφερε άλλο ένα (σαφώς ανώτερο) προσωπικό δίσκο, συνθετικές κι εκτελεστικές συνεισφορές σε μεγάλες κυκλοφορίες (KISS, “Trash”, Desmond Child) πριν εξαφανιστεί. Για καθαρά συλλεκτικούς σκοπούς, αξίζει να το έχουν όσοι ασχολούνται ενδελεχώς με την δεκαετία αυτή και σίγουρα όσοι έτρεξαν να δουν το τελευταίο “Rambo” στους κινηματογράφους.

Γιώργος “M.M.” Κουκουλάκης

 

Kick-Axe-Rock-The-World-465526KICK AXE - “Rock the world” (Roadrunner)

Οι Καναδοί KICK AXE δημιουργήθηκαν το 1976 και είχαν αρχικά το όνομα HOBBIT (καμάρια μου). Επίσης είχαν συμπεριληφθεί στο soundtrack “Transformers: The Movie” to 1986 ως SPECTRE GENERAL (μα τι παιδιά!!). Κυκλοφόρησαν 3 δίσκους και επανασυνδέθηκα ν μετά το 2000 για κυκλοφορήσουν νέο δίσκο το 2004. Το “Rock the world” ήταν ο τελευταίος δίσκος των 80’s.

Όπως και οι δύο προηγούμενοι δίσκοι (“Vices”, “Welcome to the club”) έτσι και το “Rock the world” ισορροπεί μεταξύ του heavy και hard rock ήχου. Σήμα κατατεθέν τους οι κιθάρες και τα χαρακτηριστικά φωνητικά. Παρόλο που δεν είναι ένας δίσκος – ορόσημο, ακόμη και για την εποχή του, διαθέτει εξαιρετικές στιγμές, με υπέροχα τραγούδια όπως “We Still Remember”, “Red Line” και μια πολύ καλή διασκευή στο “The chain” των FLEETWOOD MAC. Αρκετές φορές μου θύμισαν συγκροτήματα σαν τους DOKKEN και ZEBRA. Το μεγάλο αρνητικό του δίσκου αποτελεί το γεγονός ότι δεν διαθέτει 2-3 τραγούδια που θα σου «καρφωθούν» στο μυαλό.

Ο δίσκος απέκτησε μεγάλη συλλεκτική αξία, με αποτέλεσμα να επανακυκλοφορήσει από την MTM το 2005 με ένα bonus τραγούδι, το “Piece of the Rock”.

Παναγιώτης Δημητρόπουλος

 

King Diamond - AbigailKING DIAMOND – “Abigail” (Roadrunner)

Μετά την διάλυση των Δανών MERCYFUL FATE ο τραγουδιστής και μορφή του συγκροτήματος King Diamond δεν χάνει καιρό, ευτυχώς για το metal, και ιδρύει το προσωπικό του συγκρότημα με το οποίο επίσης άφησε εποχή. Παρόλο που δεν κινήθηκε σε εντελώς διαφορετικά μουσικά μονοπάτια, στην ουσία οι μεγάλες διαφορές είναι η χρήση πλήκτρων και η πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα, πολλοί θαυμαστές του προτιμούν τις δουλειές του ως KING DIAMOND. Μαζί του τα πρώτα χρόνια είχε και τους Michael Denner (guitars), Timi Hansen (bass) από το προηγούμενο συγκρότημα. Στο δεύτερο δίσκο, με τον οποίο γνώρισε τεράστια επιτυχία, το line up συμπληρώθηκε από δύο ταλαντούχους πιτσιρικάδες όπου μέχρι και σήμερα κάνουν αισθητή την παρουσία τους στη metal μουσική, Andy LaRocque (κιθάρες) και Mikkey Dee (drums, νυν MOTORHEAD).

Με την παραπάνω σύνθεση ηχογραφείται και κυκλοφορεί το θρυλικό “Abigail”. Ένας δίσκος - κολοσσός στην ιστορία του heavy metal με την άψογη φωνή του King Diamond να κυριαρχεί και να «ντύνει» ιδανικά το μακάβριο concept του δίσκου. Δυνατά και αξέχαστα riffs, εκπληκτικές μελωδίες και ρεφρέν, με τις δύο κιθάρες να συνδυάζονται άψογα δημιουργώντας ένα από τα καλύτερα κιθαριστικά δίδυμα όλων των εποχών και ας μην είχε διάρκεια άλλων, με τα solos να σε οδηγούν σε ανεπανάληπτο headbanging. Η ποικιλία από ταχύτατα τραγούδια σε μεθυστικούς mid tempo ρυθμούς προσφέρει μια ξεχωριστή πινελιά στο δίσκο, ενώ το rhythm section αποτελεί μια στιβαρή βάση για το τελικό αποτέλεσμα. Ποτέ δεν μπόρεσα να επιλέξω το αγαπημένο μου τραγούδι και σε παρόμοιες συζητήσεις η πλειοψηφία των φίλων μου αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα. Πάντως η ερμηνεία του King Diamond στο τραγούδι “Οmens” αποτελεί το peak ενός τέλειου δίσκου από κάθε άποψη, ακόμη και του εξωφύλλου.

Ο Βασιλιάς παρά την επανασύνδεση με τους MERCYFUL FATE, συνέχιζε να ηχογραφεί παράλληλα δίσκους με το προσωπικό του συγκρότημα με την πλειοψηφία αυτών να είναι εκπληκτικοί. Το “Abigail” σε συνδυασμό με το εξωπραγματικό concept θα αποτελεί μνημείο στην ιστορία της μουσικής μας. Απαραίτητο στη δισκοθήκη όποιου αποκαλεί τον εαυτό του οπαδό του metal. Μας λείπει απίστευτα η παρουσία του και ο συνθετικός οίστρος του. Ανυπομονούμε για την μεγάλη επιστροφή.     

Παναγιώτης Δημητρόπουλος

 

Crazy nights album coverKISS – “Crazy nights” (Vertigo)

Να ξεκινήσουμε με κάτι βασικό για να είμαστε ξεκάθαροι από την αρχή: για τον υπογράφοντα αυτό το κείμενο, οι KISS είναι το αγαπημένο του συγκρότημα και όλες τους οι δισκογραφικές δουλειές αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για τη δισκοθήκη του. Να σκεφτείτε ότι μου αρέσουν όλα τα άλμπουμ των KISS –με εξαίρεση μόλις ένα… και αυτό ΔΕΝ είναι το “Crazy nights”- και άρα δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός, ούτε κατ’ ελάχιστο. Πολλοί ήταν εκείνοι που κατηγόρησαν τους KISS εκείνη την εποχή για ξεπούλημα και για στροφή σε έναν καλογυαλισμένο ήχο προκειμένου να πουλήσουν περισσότερους δίσκους. Και αναρωτιέμαι: είναι η πρώτη φορά που το έκαναν αυτό οι KISS; Πάντα ήθελαν να συμβαδίζουν με τις εξελίξεις αλλά ταυτόχρονα να διατηρούν το συνθετικό τους πυρήνα ανέπαφο.

Το 1987 ήταν στο απόγειο το λεγόμενο hair metal… σιχαίνομαι την ταμπέλα αυτή αλλά τη χρησιμοποιώ για να καταλαβαινόμαστε. Και έτσι οι KISS θέλησαν να δοκιμάσουν και οι ίδιοι την εμπορική επιτυχία διεκδικώντας ένα κομμάτι από την πίτα των BON JOVI, DEF LEPPARD, WHITESNAKE κτλ. Προσέλαβαν, λοιπόν, τον Ron Nevison ο οποίος είχε κάνει θαύματα με Ozzy και HEART κι… εγένετο “Crazy Nights”! Τραγούδια απόλυτα συμβιβασμένα με το ύφος της εποχής, κυρίαρχα keyboards, χαμένες κιθάρες στη μίξη, πλαστική αλλά πεντακάθαρη παραγωγή και με τον Stanley να «κεντάει» στη σύνθεση. Το ομώνυμο κομμάτι, το “Turn on the night”, το “My way” και το “Reason to live” είναι βγαλμένα από το βιβλιαράκι με τις καλύτερες συνθέσεις του Stanley. Και που να ακούσετε τι δεν μπήκε στο δίσκο… υπάρχουν demos πολύ καλύτερα π.χ. από τα “Bang bang you” και “No no no” (φυσικά). Όσο για τον Simmons αυτός ήταν χαμένος στο Hollywood και η προσφορά του ήταν περιορισμένη (αλλά η περούκα του ογκωδέστατη). Στην Αγγλία έγινε χαμός με το ομώνυμο κομμάτι, στην Αμερική… εεεε… δεν έγινε χαμός! Όπως και να έχει ο δίσκος είναι πάρα πολύ καλός, αν και θα μπορούσαμε να ζήσουμε και χωρίς το μπλε εσωρουχάκι του Stanley στο οπισθόφυλλο του βινυλίου.

Σάκης Νίκας

 

Kreator - Terrible CertaintyKREATOR – “Terrible certainty” (Noise)

Πάντα είχα στο μυαλό μου το “Terrible certainty” σαν ένα μεταβατικό στάδιο για τους KREATOR. Δοθείσης της ευκαιρίας αυτού του αφιερώματος, ξαναέβαλα το δίσκο ύστερα από αρκετό καιρό, αφού πάντα προτιμούσα άλλες studio κυκλοφορίες των Γερμανών. Μετά το καταιγιστικό, ωμό και brutal “Pleasure to kill”, ο Mille φανερώνει για πρώτη φορά –κατά την ταπεινή μου άποψη- το που θέλει να οδηγήσει το όχημα των KREATOR. Αφήνει πίσω του, λοιπόν, κάθε παραπομπή στο πρώιμο death που ήταν διάχυτο στο “Endless pain” (και εν μέρει στο “Pleasure to kill”) και αρχίζει αν συνθέτει σε αμιγώς thrash φόρμες. Επιπλέον, οι στίχοι του είναι σαφώς πιο προσεγμένοι και αγγίζουν μία ποικιλία θεμάτων (ιστορία, θάνατο, μεταφυσική κτλ.) ενώ και αμιγώς μουσικά παρουσιάζει και μία πιο τεχνική πλευρά, πάντα βέβαια μέσα στα όρια του thrash ιδιώματος.

Γιατί, λοιπόν, θεωρώ το “Terrible certainty” σαν ένα μεταβατικό στάδιο...; Γιατί από τη μία, δείχνει μία μπάντα που έχει εξελιχθεί σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν της και βρίσκεται στη σωστή πορεία η οποία θα οδηγήσει στα αριστουργηματικά “Extreme aggression” και “Coma of souls”...δύο δίσκοι που στιγμάτισαν τον ήχο των KREATOR και γενικότερα τον ήχο του γερμανικού thrash.

Σάκης Νίκας

 

LAAZLÄÄZ ROCKIT – “Know your enemy” (Enigma)

Δύο χρόνια μετά το πιο εμπορικό “No stranger to danger”, οι metallers από το Oakland και μία από τις παλαιότερες metal μπάντες με καταγωγή το Bay Area, εμπλουτίζουν τον παραδοσιακό heavy metal ήχο τους με thrash metal τσίτες, οι οποίες μπορεί να υπήρχαν διάσπαρτες υπό ένα speed metal πρίσμα στο ντεμπούτο τους “City's gonna burn” αλλά στο “Know your enemy” οι LÄÄZ ROCKIT αρχίσουν να μεταλλάσσονται στο thrash metal κτήνος που οι περισσότεροι προτιμούν σε άλμπουμ όπως τα “Annihilation principle” και “Nothing$ $acred”. Πρόκειται για ένα καλό δείγμα U.S metal, κοντά στον ήχο των πρώιμων METAL CHURCH και OVERKILL, με γρεζάτα υψίφωνα φωνητικά από τον Michael Coons και μελωδικές thrashy κιθάρες από τους Aaron Jellum και Phil Kettner. Ένα άλμπουμ που όχι μόνο δεν προδίδει το παρελθόν της μπάντας αλλά συνάμα φανερώνει νέες πτυχές του ήχου που θα ακολουθούσαν.

Κώστας Αλατάς

 

LEATHERWOLF  IILEATHERWOLF – “II” (Island)

Ένα από τα καλύτερα power metal συγκροτήματα της δεκαετίας των 80’s και τρανή απόδειξη πως στη χρυσή δεκαετία ακόμα και τα «δεύτερα» ονόματα ηχογραφούσαν καραδίσκαρους! Οι Αμερικανοί αποτελούσαν ένα από τα ισχυρά χαρτιά του αμερικάνικού metal. Ξεκίνησαν την καριέρα τους το 1981 και 4 χρόνια μετά κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους. Παρόλο που η πλειοψηφία των οπαδών θεωρούν καλύτερο τους δίσκο το πρώτο (αυτή την αίσθηση έχω) το δεύτερο που κυκλοφόρησε 2 χρόνια μετά, επίσης με το ίδιο τίτλο, είναι σαφώς ανώτερο.

Στην ίδια κατηγορία με συγκροτήματα όπως CRIMSON GLORY, QUEENSRYCHE (προ “Rage…” εποχή), ARMORED SAINT και FIFTH ANGEL, κατάφεραν με μοναδικό τρόπο να ισορροπήσουν ανάμεσα στη δύναμη και στη μελωδία. Επικές συνθέσεις σε ένα δίσκο με πολύ καλή παραγωγή. Βασικές διαφορές με τη πρώτη δουλειά οι πιο γλυκές μελωδίες, τα ευκολομνημόνευτα ρεφρέν και τα πλήκτρα που δίνουν μια ιδιαίτερη «πινελιά» στο τελικό αποτέλεσμα. Οι κιθάρες έχουν διπλό ρόλο, να «εκτοξεύουν» αρμονικά μελωδικούς ήχους χωρίς παράλληλα να χάνεται ο δυναμισμός. Ο δίσκος περιέχει 9 τραγούδια που έτσι και τα ακούσεις μία φορά δεν τα ξεχνάς ποτέ. Ξεκινώντας από το “Rise or fall” με την WARLORD εισαγωγή μέχρι και το “Rule the night” η μαγεία στο ήχο - σύστημα σου δεν έχει σταματημό. Αγαπημένο τραγούδι και ανάμεσα στα top power όλων των εποχών το “The calling”. Τελευταίο έχω αφήσει τον τραγουδιστή Michael Olivieri που χωρίς την φανταστική φωνή του το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να ήταν τελείως διαφορετικό. Να μην ξεχάσω σε αυτό το δίσκο είχαμε σε ορισμένα σημεία 3 κιθάρες που έδιναν περισσότερο βάθος στις συνθέσεις.

Μετά από δύο χρόνια κυκλοφόρησαν έναν ακόμη ισάξιο των δυνατοτήτων τους δίσκο. Δυστυχώς δεν άντεξαν το μίζερο ήχο του grunge και των NIRVANA και διαλύθηκαν. Επανασυνδέθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν την ανάλογη μαγεία των 80’s. Σου αρέσει το μελωδικό power και πιστεύεις ότι έχει επέλθει κορεσμός στο είδος; Ένα είναι το σύνθημα… «Εμπρός πίσω!!» και δεν θα απογοητευτείτε.

Παναγιώτης Δημητρόπουλος

 

liege-lord-burn-to-my-touchLIEGE LORD – “Burn to my touch” (Metal Blade)

Στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο αριστουργήματα του epic/power όπως τα “Freedom’s rise” και “Master control”, το “Burn to my touch” είχε –εκ των περιστάσεων κρινόμενο- δύσκολο έργο να επιτελέσει. Ο ήχος παραμένει ξερός και μονολιθικός, όπως ακριβώς στο θρυλικό ντεμπούτο των Αμερικανών, με τα κομμάτια να διαπνέονται από την γνώριμη επική/ηρωική διάθεση που διέθεταν πολλοί από τους συμπατριώτες τους εκείνη την περίοδο, τα φωνητικά του Andy Michaud σε πρώτο πλάνο και τα κιθαριστικά των Tony Truglio και του νεοφερμένου Paul Nelson να ξεσαλώνουν, ειδικά στο οργανικό “Walking fire”, αναμφίβολα μία από τις αξιοζήλευτες στιγμές ενός άλμπουμ. που αν και βρίσκεται σε πολύ καλό επίπεδο, εντούτοις υστερεί στις τελικές λεπτομέρειες, τόσο στην σύγκριση με τον προκάτοχό του όσο και με τον επίγονό του. Αν θέλετε να πάρετε μία καλή γεύση του “Burn to my touch”, αντιπροσωπευτικότερα δείγματα πέραν του προαναφερθέντος instrumental, είναι τα “Cast out” και “Speed of sound”, με τα υπόλοιπα ένα σκαλοπάτι παρακάτω...

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 

LIVING DEATH  Protected from realityLIVING DEATH – “Protected from reality” (Aaarrg Records)

Κακά τα ψέματα, αυτός είναι ο πρώτος δίσκος που έμαθαν να παίζουν καλά οι LIVING DEATH… Κυκλοφορώντας το δίσκο τους από την Aaarrg Records, εταιρία των MEKONG DELTA, με παραγωγό τον Ralph Hubert (μαντέψτε ποιων; Των MEKONG DELTA φυσικά) και με τους δύο κιθαρίστες τους, Frank Fricke και Reiner Kelch να παίζουν (εντάξει πια, καταντάει αστείο) στους MEKONG DELTA, οι LIVING DEATH κυκλοφόρησαν το τρίτο τους άλμπουμ, το οποίο ακούγεται σαν μία μίξη πρώιμων METALLICA με DESTRUCTION. Τα φωνητικά είναι εντελώς love or hate, αφού ο Thorsten Bergmann είναι πολύ πιο ακραίος ακόμα και από τον Schmier στις τσιρίδες και με πολύ εκνευριστική γερμανική προφορά, αλλά παραδόξως στη μίξη είναι αρκετά χαμηλά, ιδιαίτερα σε σχέση με τις κιθάρες που αντίστοιχα είναι πολύ ψηλά, δημιουργώντας ένα πολύ περίεργο περίβλημα ήχου. Ορισμένοι τον θεωρούν σπουδαίο δίσκο, προσωπικά όμως βρίσκω μακράν κορυφαία στιγμή της καριέρας τους, το “World’s neurosis” που ακολούθησε. Κι ένα μικρό trivia. Ο ντράμερ τους, Atomic Steif, με την κλασική του μπαντάνα, που έχει παίξει στους SODOM (ανάμεσα σε άλλους) στο “Get what you deserve” και στο “Masquerade in blood”, έχει ελληνικές ρίζες, στα τέλη της δεκαετίας του ’90 βρισκόμασταν κάπου στην Καλλιθέα, και στην επόμενη μπάντα του, τους STAHLTRAGER, είχε και έλληνα τραγουδιστή. Αυτά τα ολίγα…

Σάκης Φράγκος

 

Lizzy Borden - Visual LiesLIZZY BORDEN - “Visual lies” (Metal Blade)

Ενώ αυτή η μπάντα δρούσε από το Los Angeles, την πατρίδα του glam metal στα 80’s, ο Lizzy και η παρέα του πέρα από το make up που χρησιμοποιούσε, ελαχίστη σχέση είχε με τον ήχο που μεσουρανούσε στην ευρύτερη περιοχή της California. To 1987 και ενώ το glam metal είχε κερδίσει την πρωτοκαθεδρία στον μεταλλικό ήχο της Αμερικανικής ηπείρου, οι LIZZY BORDEN έχοντας κερδίσει μια αυξανόμενη δημοτικότητα με τα προηγούμενα άλμπουμ τους κυκλοφορούν το τρίτο τους full length που έχει τίτλο “Visual lies” με έναν νέο κιθαρίστα, τον Joe Ηοlmes να έχει αντικαταστήσει τον Alex Nelson. Στο single “Me against the world” και στο “Shock” ακούμε στοιχεία από το glam metal ύφος να έχουν ενσωματωθεί και στον ήχο των LIZZY BORDEN, με φοβερή μαεστρία θα έλεγα μιας και οι επιρροές της μπάντας προέρχονταν από το Βρετανικό metal των MAIDEN και PRIEST κυρίως. Στα υπόλοιπα κομμάτια οι LIZZY BORDEN παραδίδουν φοβερά κομμάτια Αμερικάνικου heavy/power metal ύφους όπως τα “Den of thieves”, “Voyeur (I’m watching you)” και “Εyes of a stranger ” αλλά και δείχνουν να έχουν επηρεασθεί από τoυς QUEENSRYCHE της “Rage for order” περιόδου σε κομμάτια όπως τα “Visual lies”, “Outcast” και “Lord of the flies”. Γενικότερα, οι LIZZY BORDEN παρέδωσαν με το “Visual lies” άλλο ένα αριστούργημα στο heavy metal που ο ήχος του παραμένει φρέσκος ακόμα και σήμερα, 25 χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία.

Γιάννης Παπαευθυμίου  

 

Loudness hurricane eyesLOUDNESS – “Hurricane eyes” (Atco)

Κακά τα ψέματα, παρόλο που για χρόνια ήταν η μεγαλύτερη αγορά στο χώρο του hard rock & heavy metal, η ιαπωνική σαν σκηνή έβγαλε ελάχιστα καλά συγκροτήματα. Για πολλούς στη κορυφή βρίσκονται οι LOUDNESS. Ιδρύθηκαν το 1980 και ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο. Σχεδόν κάθε χρόνο κυκλοφορούσαν νέο δίσκο κερδίζοντας το κοινό της χώρας τους πρώτα και σταδιακά τράβηξαν το ενδιαφέρον και του εξωτερικού.

Το “Hurricane eyes” είναι ο όγδοος δίσκος τους και κυκλοφόρησε σε δύο εκδόσεις, με αγγλικούς και ιαπωνικούς στίχους. Σε αυτό το δίσκο απομακρύνονται λίγο από το ύφος που τους είχαμε συνηθίσει, δηλαδή τη μίξη prog – εμπορικού – heavy, και προσπαθούν να ακολουθήσουν τα δεδομένα της εποχής. Πιο heavy από ποτέ, με μια ποικιλία ρυθμών, mid tempo, γρήγορα τραγούδια και εμπορικά hits, χωρίς να χάνουν την προσωπικότητά τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η φυσική εξέλιξη του “Thunder in the east” και “Lightning strikes” Για μια ακόμη φορά βασικός υπεύθυνος για το τελικό αποτέλεσμα ο κιθαρίστας Akira Takasaki ο οποίος έχει βελτιωθεί τόσο που δεν έχει κάτι να ζηλέψει από τους συναδέλφους του σε Ευρώπη και Αμερική. Με την πολύτιμη συμβολή του τραγουδιστή Minoru Niihara και μια πολύ καλή παραγωγή η ακρόαση και των δέκα τραγουδιών είναι ιδιαίτερα απολαυστική.

Οι φίλοι του heavy metal, ειδικά οι νεότεροι δώστε μια ευκαιρία στους Ιάπωνες, ειδικά μέχρι το 1989. Θα σας εκπλήξουν ευχάριστα.

Παναγιώτης Δημητρόπουλος

 

mars project driverM.A.R.S. – “Project: Driver” (Shrapnel)

Πόσοι είστε ενήμεροι για τη ύπαρξη αυτού του supergroup; Υποθέτω ελάχιστοι και είναι κρίμα, όχι μόνο λόγω των ονομάτων που συμμετείχαν αλλά καιτης ποιότητας της δουλειάς, που παρήγαγαν. Το “Project: Driver” είναι το στουντιακό αποτέλεσμα της συγκέντρωσης και μεταμόρφωσης σε δημιουργικής ομάδας των: Tony MacAlpine (κιθάρα/solo,Steve Vai), Tommy Aldridge (ντραμς/WHITESNAKE,THIN LIZZY), Rob Rock (φωνητικά) και Rudy Sarzo (μπάσο/QUIET RIOT, BOC, WHITESNAKE, OZZY, DIO).Oαρχικός κιθαρίστας ο Craig Goldy προτίμησε να ενταχθεί στους DIO…

Με αυτή τη μοναδική στούντιο κυκλοφορία τους το 1986 από τη Shrapnel Records, οι M.A.R.S. παρουσίασαν ένα άλμπουμ ποιοτικού, μελωδικού heavy metal, στην κατηγορία που κινήθηκαν οι WARRIOR, BRUCE DICKINSON, MALMSTEEN, ARMORED SAINT, RIOT αργότερα. Μια μίξη μοντέρνου μελωδικού hard rock, με πιο heavy ρυθμούς. Η δουλειά του Macalpine είναι όπως πάντα εξαιρετική, ενώ η απόδοση του Rob Rock, προδιαθέτει για τα προσωπικά του άλμπουμ, στα οποία ακολούθησε την κατεύθυνση των M.A.R.S. Απλό, λιτό, άμεσο, μεταλλικό, μελωδικό, δεν προδίδει καμία από τις αρχές του, αλλά παραμένει ένα διαμαντάκι, για όσους δεν κολλάνε σε ταμπέλες, αλλά αρέσκονται στο Αμερικάνικου τύπου heavy metal.

Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

Tony MacAlpine - 1987 - Maximum SecurityΤΟΝΥ ΜACALPINE - “Maximum security” (PolyGram)

1987. Το heavy metal, είτε ως καθαρόαιμο heavy metal, είτε ως hard rock, είτε ως glam, είτε ως thrash ανθεί. Δεν αποτελεί πια μουσική των ολίγων και ως αποτέλεσμα αυτής της απήχησής του εισπράττει, ως μουσικό φαινόμενο, μια μεγάλη μερίδα προβολής από τα media, είτε για θετικά είτε για αρνητικά σχόλια και καταστάσεις. Από τους οπαδούς του όμως προβάλλεται ως το αντίπαλο δέος μιας pop/disco υποκουλτούρας η οποία κυριαρχεί στην μουσική βιομηχανία της εποχής. Μέσα σε ένα τέτοιο νέο πλαίσιο «σκληρών» μουσικών αναζητήσεων και κατευθύνσεων του κοινού, ανακαλύφθηκαν, προβλήθηκαν και αναδείχθηκαν βιρτουόζοι μουσικοί και κυρίως κιθαρίστες, οι οποίοι με την «τέχνη» τους ανέβασαν πολλά σκαλιά το μουσικό επίπεδο της μουσικής που ονομάζεται heavy metal. Η αρχή είχε γίνει βέβαια στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν το μουσικό αυτό κίνημα ξεκίνησε να ξεφεύγει από τα στερεότυπα μιας underground μουσικής σκηνής και άρχισε να αναδεικνύει τα πρώτα «μουσικά φαινόμενα» μιας κιθαριστικής μετα-Blackmore εποχής . Η νέα αυτή σκηνή είχε πια πολλούς οπαδούς που έψαχναν να βρουν τους νέους τους «ήρωες» και η μουσική βιομηχανία από την πλευρά της έπρεπε να αφουγκραστεί, και ως προς ίδιο όφελος βέβαια, τις επιταγές ενός κοινού που διψούσε για σκληρή, αλλά πάνω απ’ όλα τεχνική μουσική. Κάπως έτσι εξηγώ -σε πολύ γενικές γραμμές- το φαινόμενο της ανακάλυψης, από την πλευρά της μουσικής βιομηχανίας, και εν συνεχεία της προβολής και της καθιέρωσης ονομάτων όπως ο Satriani, o Vai, o Malmsteen, o Vinnie Moore, ο Jason Becker, o Marty Friedman κτλ … Ανάμεσα όμως σ’ αυτούς «τους εξωγήινους» που αναδείχθηκαν την εποχή εκείνη θα πρέπει να προσθέσουμε και τον Τony MacAlpine, ο οποίος είναι ίσως ο λιγότερο προβεβλημένος από τους προαναφερθέντες (εξαιρούμε την περίπτωση του Becker για τους γνωστούς λόγους), αλλά οπωσδήποτε ικανός να σταθεί ισάξιος ανάμεσά τους.

H δισκάρα που ονομάζεται “Maximum security” -το καλύτερο του για μένα- είναι το δεύτερο άλμπουμ του «αδικημένου», από πλευράς δημοτικότητας και όχι μουσικής αξίας, Τony MacAlpine, και αποτελεί μια κιθαριστική μουσική επιτομή στο τι ακριβώς σημαίνει ουσιαστικό shredding, με classical, jazz και fusion στοιχεία, όσο οξύμωρο και αν ακούγεται αυτό. Ακούστε για παράδειγμα το “Hundreds of thousands” ή το «hit» του δίσκου “Tears of Sahara” και θα με θυμηθείτε… Ο πολύπλευρος μουσικός Tony MacAlpine έχει αναλάβει ο ίδιος επίσης και το μπάσο αλλά και τα keyboards του συγκεκριμένου δίσκου ενώ στην θέση των ντραμς βρίσκουμε σε ορισμένα τραγούδια των Deen Castronovo, ενώ σε άλλα τον Atma Anur(ex-CACOPHONY). Άλλο ένα συν του συγκεκριμένου δίσκου είναι η προσθήκη μερικών ακόμη solo από άλλον ένα «κουλό»… τον George Lynch. Ήδη πριν κυκλοφορήσει το “Maximum security” είχε προλάβει συνεργαστεί και με τον Vinnie Moore (ως πληκτράς όμως) αλλά και με τον Joey Tafolla (ex-JAG PANZER), ενώ αν μιλήσουμε για τις συνεργασίες που έχει κάνει έως τώρα, θα χρειαστούμε ολόκληρο site… Το “Maximum security” είναι απαραίτητο στην δισκοθήκη οποιουδήποτε ασχολείται με την ηλεκτρική κιθάρα, εκτός και αν η επαφή του με το όργανο είναι μόνο για ρίχνει γκόμενες στην παραλία παίζοντας το «Nα μ’ αγαπάς»…

Ιάσονας Φίλης

 

MALICE  License to killMALICE – “License to kill” (Atlantic)
Θυμάμαι ότι ο λόγος που αγόρασα αυτό το άλμπουμ ήταν ο Max Norman, ο παραγωγός των MEGADETHο οποίος ηχογράφησε και έκανε παραγωγή στο “License to kill” και τελικά αποδείχτηκε σε καλή απόφαση. Βρισκόμαστε στο 1987. Ακόμα και τα πιο σκληρά συγκροτήματα προσπαθούν να βάλουν νερό στο κρασί τους, δηλαδή μελωδία στην επιθετικότητά τους, ώστε να προσελκύσουν μεγαλύτερο κοινό και πωλήσεις.

Οι MALICE, από τα πρώτα τους βήματα έδειχναν προτίμηση στο ύφος των JUDAS PRIEST όπως παραδέχονται και οι ίδιοι και σε αυτό το δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ τους (εν έτει 2012 επανήλθαν δισκογραφικά) με την αυθεντική τους σύνθεση, δεν ξεφεύγουν από το χαρακτηριστικό αυτό.

Η αλήθεια είναι πως το “License to kill” (ο τίτλος προηγείται της ταινίας του James Bond), δεν άλλαξε τα μουσικά δρώμενα, δεν έφερε κάποια επανάσταση ούτε ήταν πρωτοποριακό. Παραμένει όμως ένας χορταστικός δίσκος γεμάτος καυτά ριφ, καλές συνθέσεις και κλασικό heavy metal με λίγες Αμερικανιές.

Το ομώνυμο τραγούδι, αποτελεί το πιο τρανό παράδειγμα της συνθετικής τους ικανότητας, με το “Sinister double” και το “Chain gang woman” να ακολουθούν κατά πόδας. Είναι εμφανές πως μεγάλο μέρος του ταλέντου τους κρύβεται στις κιθάρες του Jay Reynolds και του Mick Zane. Είναι συχνές οι κιθαριστικές ερωταποκρίσεις, ενώ η αίσθηση της μελωδίας ακροβατεί ανάμεσα σε DOKKEN και PRIEST, με πιο κλασική metal προσέγγιση όμως.

Αν και πιστεύω πως όποιος ενδιαφέρεται για την δεκαετία του ’80 γνωρίζει τους MALICE, αν τυχόν και τους έχετε προσπεράσει, τότε τσεκάρετε και τα δυο τους άλμπουμ. Στα αξιοσημείωτα οι συμμετοχές των Mustaine - Ellefson (MEGADETH) και Thayer - St. James (BLACK N’ BLUE).

Γιώργος “M.M.” Κουκουλάκης

 

mamas boys-growing up the hard way1MAMA'S BOYS –“Growing up the hard way” (Jive)

Το Ιρλανδέζικο τρίο των MAMA'S BOYS ξεκίνησε σαν μια folk rock Ιρλανδέζικη προσθήκη στο πάνθεον των ηρώων του hard rock, με μερικά πολύ καλά άλμπουμ. Η καταγωγή τους από το County Fermanagh της Βορείου Ιρλανδίας και η εμπειρία τους από τα πανηγύρια παραδοσιακής μουσικής, είχε κάνει τα τρία αδέλφια McManus σκληρόπετσους μουσικούς. Η χρήση του βιολιού από τον Pat, “The Professor", έδινε άλλο χρώμα, στο powerτρίο τους, που συμπλήρωναν οι John (μπάσο, φωνητικά), Tommy (ντραμς). Η πίεση της εταιρίας τους, Jive, οδήγησε στην πρόσληψη στα φωνητικά του Keith Murrell (ex-AIRRACE) Μαζί του κυκλοφόρησαν το στραμμένο στην Αμερικάνικη αγορά “Growing Up the Hard Way”. Ένα πολύ καλό άλμπουμ με AOR καταβολές, που ξένισε όμως τους παραδοσιακούς οπαδούς τους και δεν έφερε την αναμενόμενη επιτυχία. Τραγούδια σαν τα “Waiting For A Miracle”, “Bedroom eyes” και “Higher Ground” να είναι όμορφες, μελωδικές συνθέσεις, δεν είχαν πλέον το άρωμα του «πράσινου» νησιού, που τους έκανε γνωστούς. Αποτέλεσμα το χάσιμο του συμβολαίου και τελικά η διάλυσή τους με το θάνατο του ντράμερ, μετά από μεταμόσχευση μυελού των οστών. Είχαν εμφανιστεί και στην Αθήνα, για μια εβδομάδα, συνεχόμενα, στο κλαμπ Κύτταρο με μέσο όρο προσέλευσης, 30 άτομα το ‘88 ή ‘89. Δεν ήταν οι IRON MAIDEN βλέπετε.

Στέλιος Μπασμπαγιάννης


helloween7frostquorthon

chuck schuldinerdef leppard 1987Guns.N.Roses-band-1987

king

 

 

 

 diooldanthrax

purple 1987KREATORaerosmith 1987

Σχόλια

Άλλα άρθρα του συντάκτη

Διαβάστε επίσης

90 minutes of fame: Best of 1986 part II

6 Ιουλίου, 2012 - 13:37 Σάκης Φράγκος

Κατά την αγαπημένη μας συνήθεια, φτιάχνουμε την αγαπημένη μας κασέτα με τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια από το 1986 και το δεύτερο μέρος του αφιερώματος που μόλις παρουσιάσαμε στο site μας με...

[περισσότερα]

80's fuckin' metal - 1986 part 2

5 Ιουλίου, 2012 - 21:48 Σάκης Φράγκος

Μπορεί να μας πήρε παραπάνω χρόνο από τον επιτρεπόμενο, αλλά τελικά ανεβάζουμε το δεύτερο μέρος του 1986 από το μεγάλο αφιέρωμα που κάνουμε στη δεκαετία του '80, το οποίο είχαμε ξεκινήσει από το...

[περισσότερα]

90 minutes of fame - Best songs of 1986 part I

1 Φεβρουαρίου, 2012 - 13:36 Σάκης Φράγκος

Κατά την αγαπημένη μας συνήθεια, φτιάχνουμε την αγαπημένη μας κασέτα με τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια από το 1986 και το πρώτο μέρος του αφιερώματος που μόλις παρουσιάσαμε στο site μας με...

[περισσότερα]

80's fuckin' metal - 1986 part I

31 Ιανουαρίου, 2012 - 13:40 Σάκης Φράγκος

Το ROCK HARD, αργά μεν, σταθερά δε, συνεχίζει το πολυαναμενόμενο αφιέρωμα στη δεκαετία του ’80. Αυτή τη φορά παρουσιάζουμε το πρώτο μέρος για το 1986. Το δεύτερο μέρος θα ακολουθήσει σε λίγες μέρες...

[περισσότερα]

90 minutes of fame - Best songs of1985 part II

4 Οκτωβρίου, 2011 - 20:51 Σάκης Φράγκος

Κατά την αγαπημένη μας συνήθεια, φτιάχνουμε την αγαπημένη μας κασέτα με τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια από το 1985 και το δεύτερο μέρος του αφιερώματος που μόλις παρουσιάσαμε στο site...

[περισσότερα]