Αφιέρωμα στο 90’s metal – 1990 Part 1

9 Οκτωβρίου, 2018 - 12:45

Τελείωσε λοιπόν το αφιέρωμα στα τιμημένα 80’s, όπως συνηθίζουμε να λέμε και βλέποντας την πολύ μεγάλη ανταπόκριση που είχε, είπαμε να συνεχίσουμε το αφιέρωμα και στην επόμενη δεκαετία, στα 90’s. Εδώ πλέον, έχουμε πληθώρα κυκλοφοριών κάθε χρόνο κι εκεί που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80 υπήρχαν 60-70 δίσκοι που έβγαιναν το χρόνο, πλέον ο αριθμός αυτός υπερδιπλασιάζεται. Εκ των πραγμάτων λοιπόν, κάποιοι θα μένουν έξω, ώστε να μένουν γύρω στους 130-150 ανά έτος. Κλασικά, η σειρά θα είναι αλφαβητική και για λόγους ευκολίας όλων μας, θα χωρίζεται κάθε έτος σε 3 ή 4 μέρη. Όπως και να έχει όμως, το εγχείρημα είναι πολύ τολμηρό και μία τέτοιου είδους καταγραφή, όπως και της περασμένης δεκαετίας, απαιτεί πολύ κόπο και οργάνωση. Ελπίζουμε να αποδειχθεί τόσο πετυχημένο αλλά κι ευκολοδιάβαστο. Ξεκινάμε λοιπόν, με το πρώτο μέρος του αφιερώματος στο 1990, με την χαρακτηριστική κασέτα που είχαμε κάποτε στο έντυπο, να έχει αντικατασταθεί από λίστα Spotify.


AC/DC - "The razors edge" (ATCO)
Μόλις 2 χρόνια μετά το "Blow up your video" και στον κόσμο των AC/DC λες και είχαν έρθει τα πάνω, κάτω. Μέσα σε ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, η μπάντα είχε ανακτήσει το εμπορικό της εκτόπισμα, με ένα επιτυχημένο άλμπουμ, μια μεγάλη περιοδεία, αλλά παράλληλα αντιμετώπιζε διάφορες δυσκολίες εντός. Από την μια ο Malcolm ήταν αντιμέτωπος με τον αλκοολισμό, ο Simon Wright θα μεταπηδούσε στους DIO, ενώ ο Brian Johnson θα είχε περιπέτειες με τον γάμο του, που τον οδήγησαν σε διαζύγιο. Πώς μετά από τόσες δυσκολίες, να είσαι συγκεντρωμένος; Εκεί έρχεται η ιδιοφυία των αδερφών Young, αλλά και η καθοδήγηση των Mike Fraser και Bruce Fairbairn. Μια συνταγή συνεργασίας που έμελλε να συνεχιστεί, ιδιαίτερα με τον πρώτο, αφού εξακολουθεί να μιξάρει τα άλμπουμ τους μέχρι και σήμερα! Το "The razors edge" είχε ήχο που έκοβε σαν ξυράφι, γυαλισμένος, πριμάτος και άκρως εμπορικός. Ως άλμπουμ έφτασε πολύ ψηλά, αγγίζοντας την κορυφή σε ΗΠΑ και Βρετανία, ενώ απέδειξε ότι οι AC/DC είναι διατεθειμένοι να μας παιδεύουν και στην επερχόμενη δεκαετία.. Μετά από πολλά χρόνια επανήλθαν απανωτές τραγουδάρες μέσα στον ίδιο δίσκο, αφού μετά το "Back in black" μόνο 1 ή 2 συνθέσεις ξεχώριζαν στο κάθε άλμπουμ. Μια γκάμα από ύμνους όπως το αξεπέραστο "Thunderstruck", το επιθετικό "Fire your guns",  το "Moneytalks" που έγινε το πρώτο τοπ-30 χιτάκι τους, το ομώνυμο "The razors edge" που σου κολλάει, αλλά και το "Mistress for Christmas" που θυμίζει τους πονηρούς στίχους του παρελθόντος και που σε έκανε να χαμηλώνεις την ένταση, για να μην ακούσουν οι γύρω σου. Η καλύτερή τους δουλειά από το 1981, κάτι που για πολλά χρόνια θα αναπολούσαμε.
Γιώργος "Are you ready?" Κουκουλάκης 

 


ALICE IN CHAINS – “Facelift” (Columbia)
Στην αυγή της δεκαετίας, μια από τις μπάντες που άλλαξε καθοριστικά τον ήχο της rock μουσικής, οι ALICE IN CHAINS κυκλοφορούν το πρώτο τους album, με τίτλο “Facelift”. Αν και πλέον η ιστορία έχει αποτιμήσει ως μνημεία όλους τους δίσκους που τραγούδησε ο Layne Staley, έχει ιδιαίτερο νόημα να αντιληφθούμε ότι το ντεμπούτο του σχήματος είναι μια περίπτωση που σπανίζει. Με ολότελα δικό τους ήχο και προσωπικό στυλ στο “Facelift”, οι AIC επαναπροσδιορίζουν τον τρόπο που μπορεί να ροκάρει μια γενιά που παρτάρει για δύο δεκαετίες τώρα. Ο πόνος και η αυτοκαταστροφή αγκαζάρουν τις blues επιρροές του Jerry Cantrell στα “Sea of Sorrow”, “It Ain’t Like That”, ενώ ο Staley καταθέτει την ίδια του την ζωή σε κομμάτια όπως “Bleed The Freak”, “Love, Hate, Love” , “Man in the Box”. Καμία μέτρια στιγμή, δίσκος-όλεθρος για το metal (είπαν κάποιοι που ζουν στα χαρακώματα των ειδών), κάπου εδώ καλωσορίσαμε το grunge στην ζωή μας.
Αλέξανδρος Τοπιντζής

 


ANACRUSIS – “Reason” (Active)
Ήταν ηλίου φαεινότερο πως η είσοδος των 90’s θα προσέδιδε έναν αέρα ανανέωσης στο “κουρασμένο” heavy metal. Η δυναμική του thrash είχε αρχίσει να υποχωρεί, το death metal άνοιγε τα φτερά του, οι νέες προσμίξεις με αταίριαστα και εχθρικά για πολλούς με τη νοοτροπία του heavy metal είδη, δεν θα αργήσουν να κάνουν την εμφάνιση τους… Οι ANACRUSIS είχαν φροντίσει από τα mid 80’s να δημιουργήσουν ένα σχετικό impact στους κύκλους του Αμερικανικού underground, αρχικά με demos κι εν συνεχεία μα το πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ “Suffering hour”. Οι επιταγές της εποχής ήθελαν το thrash να κερδίζει την μερίδα του λέοντος στη νεαρότερη μερίδα των μουσικών και κάπως έτσι το δισκογραφικό ταξίδι του mainman κιθαρίστα/τραγουδιστή Kenn Nardi ξεκινά με μπόλικα κλισέ, τραχύ ήχο αλλά και ένα τσουβάλι φιλοδοξίες και όνειρα.
Με το “Reason” άρχιζαν να τους μπαίνουν “δαιμόνια”… Ηχητικής φύσεως, βεβαίως βεβαίως. Θα μπορούσαν να οδεύσουν προς το death metal, ικανοποιώντας το πιο die hard ακροατήριο τους, εκείνοι όμως επέλεξαν να εμπλουτίσουν τον μουσικό τους καμβά με απότομα/απρόβλεπτα κοψίματα, αντισυμβατικούς ρυθμούς και τεχνικής φύσεως αλλαγές που ο μέσος μεταλλάς δυσκολεύονταν αισθητά να τα κάνει κτήμα του. Το παρατηρούσες από το εξώφυλλο, μπορούσες να το διαπιστώσεις διαβάζοντας ορισμένους τίτλους κομματιών όπως “Misshapen intent ”, “Child inside”, “Quick to doubt”, ή ακόμα ακόμα εμβαθύνοντας στο στιχουργικό τους  υπόβαθρο. Η όλη ατμόσφαιρα “μύριζε” obscurίλα… Μπάσο με ενεργητικότατη συμμετοχή, ερεβώδη/βιτριολικά φωνητικά και κιθαριστικά εμβαπτισμένα στην κολυμπήθρα του απρόβλεπτου, του μη αναμενόμενου. Εκτός κουτιού εν ολίγοις από έναν Nardi που διέθετε πυγμή και όραμα, προκειμένου να οδηγήσει τους ANACRUSIS στην ποθούμενη γη της επαγγελίας.
Προοδευτικό metal με thrash αποκλίσεις, στριφνό, πολύπλοκο ως σύλληψη αλλά εμπνευσμένο και καλοεκτελεσμένο, με την ανάλογη μουντή παραγωγή και τουλάχιστον πέντε συνθέσεις (“Stop me”, “Not forgotten”, “Silent crime”, “Afraid to feel”, “Quick to doubt”) να κερδίζουν στο νήμα τις υπόλοιπες. Η νέα εποχή των Αμερικανών εγκαινιάστηκε με το “Reason” και θα εξελιχθεί/κορυφωθεί στα επόμενα “Manic impressions” και “Screams and whispers”. Όσοι βλέπετε μαζεμένα τους κάτωθι “σεσημασμένους” ψυχάκηδες (VOIVOD, MEKONG DELTA, DEPRESSIVE AGE, CORONER, πρώιμοι SIEGES EVEN, CONFESSOR) καλώς ορίσατε στον μαγικό κόσμο των ANACRUSIS…
Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

 


ANNIHILATOR – “Never, neverland” (Roadrunner)
Το “Alice in hell” ήταν μία τεράστια επιτυχία για τους Annihilator και όταν ένα συγκρότημα γίνεται γνωστό με την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, οι απαιτήσεις για την επόμενη είναι τεράστιες. O Jeff Waters έπρεπε πρώτα όμως να λύσει ένα πρόβλημα πριν ξεκινήσει τις διαδικασίες του διάδοχου άλμπουμ του “Alice in hell”. Η αποχώρηση του Randy Rampage, ο οποίος έφυγε για να επιστρέψει στην παλιά του εργασία στο λιμάνι του Vancouver, άφησε κενή την θέση του τραγουδιστή. Ο Waters βρήκε τον αντικαταστάτη του Rampage στο πρόσωπο του Coburn Pharr, γνωστό για το πέρασμα του από τους OMEN. Με μία φρέσκια φωνή στο οπλοστάσιό του, o Waters επιστράτευσε το βαρύ οπλοστάσιο του από riffs, ανελέητα solos, μεγάλα refrain, ανεξάντλητο και άγριο shredding και την ιδέα ενός prequel για την αληθινή ιστορία της μικρής Alice. Το αποτέλεσμα ήταν στην αρχή της τότε νέας δεκαετίας να βγει το διαμάντι του speed thrash, “Never, neverland”. Από που να το πιάσουμε και που να το αφήσουμε! Να μιλήσουμε για ένα από τα πιο χαρακτηριστικά riff όλων των εποχών που ακούμε στο τραγούδι “Fun palace” ή για την αλκοολική ταχύτητα που είναι εμποτισμένη στο “Road to ruin”; Θέλετε μήπως να αναφερθούμε στο solo του “Stone wall”, στην τρέλα του “Phantasmagoria” ή στον συναισθηματισμό του “Never, neverland”; Το “Never, neverland” είναι απλά ένα αριστούργημα. Και για να καταλάβουμε ποια είναι η διαφορά του με το επίσης εξαιρετικό “Alice in hell”, αρκεί να το δούμε με την εξής οπτική γωνία.. To “Alice in hell” έκανε τους ANNIHILATOR γνωστούς σε όλο τον κόσμο. To “Never, neverland” τους έκανε τεράστιους.
Δημήτρης Μπούκης

 

ANTHRAX - "Persistence of time" (Megaforce)
Όταν κυκλοφόρησε αυτό το άλμπουμ, νούμερο 1 στις ΗΠΑ ήταν ο M.C. HAMMER, που άντεξε για 10 εβδομάδες εκεί, μην επιτρέποντας στους POISON να τον εκθρονίσουν. Η τάση της ροκ μουσικής άλλαζε και το ίδιο ίσχυε για το thrash. Οι ANTHRAX και ο ιθύνων νους, Scott Ian, ανέκαθεν αφουγκραζόταν και αφομοίωναν στην μουσική τους, τις μόδες οπότε δεν ήταν έκπληξη η πιο σκληρή προσέγγιση που έδειξαν στο "Persistence of time". Αυτό που εξέπληξε εν έτη 1990, ήταν η αποβολή του χιουμοριστικού ύφους που είχαν ενστερνιστεί παλαιότερα και οι πιο βαθυστόχαστοι, πολιτικοκοινωνικοί στίχοι τους. Με την εμπορική επιτυχία που είχαν γνωρίσει, ήρθαν και διάφορες απογοητεύσεις, που άλλαξαν και την διάθεσή τους. Ακόμα χειρότερα έκανε τα πράγματα, η καταστροφή της φωτιάς που ξέσπασε στο στούντιο που ηχογραφούσαν, με αποτέλεσμα να χάσουν τον εξοπλισμό τους. Το άλμπουμ, μουσικά και στιχουργικά ήταν πολύ πιο σκοτεινό και τραχύ, κάτι που δεν συμβάδιζε με τα φωνητικά του Belladona. Αυτό είχε επιφέρει τρομερές εντάσεις στο εσωτερικό των ANTHRAX, οπότε η αντικατάσταση του τραγουδιστή τους, ήταν θέμα χρόνου. Ευτυχώς όμως, το "Persistence..." εξακολουθεί να είναι μια ακόμα μουσική επιβεβαίωση της ποιότητας των Αμερικάνων thrashers, όπως και καθένα από τα προηγούμενα 4 άλμπουμ τους. Η μπάντα εκσυγχρονίστηκε στυλιστικά, στιχουργικά και μουσικά, με επαγγελματικές, συνειδητές κινήσεις και κατάφεραν όχι μόνο να επιβιώσουν, αλλά και να μεγαλώσουν στην αρχή της νέας δεκαετίας. Με το ένα πόδι στις ταχύτητες του παρελθόντος ("Time", "Gridlock") αλλά και στις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες τους ("In my world") οι ANTHRAX διαφοροποιούνται περισσότερο στο κιθαριστικό μέρος, με χαμηλά κουρδίσματα και πιο γεμάτο ήχο και παρουσιάζουν τα πρώτα ψήγματα αυτού που θα ακολουθήσει μελλοντικά ("H8 red"). Δεν νομίζω να μην βρίσκεται στην δισκοθήκη οποιουδήποτε αγαπά το συγκρότημα, αφού είναι δισκάρα, αλλά και ιστορικά είναι το πρώτο τους βήμα στον ήχο που κουβαλάνε μέχρι σήμερα. Τραγούδια όπως η διασκευή του "Got the time", το φοβερό "Keep it in the family" ανάγονται σε κλασικές τους στιγμές, ενώ το "Belly of the beast" είναι από τις καλύτερές τους συνθέσεις. Κλείνοντας να αναφέρουμε πως εδώ εμφανίζεται και ο Paul Crook, ως τεχνικός κιθάρας του Dan Spitz, που αργότερα αντικατέστησε τον τελευταίο.
Γιώργος "H8 Red" Κουκουλάκης 

 


ATOM SEED - “Get in line” (London)
Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, μια καινούργια δεκαετία πρόκειται να ανατείλει και ο σκληρός ήχος πέρα ότι έχει αρχίσει να γίνεται πολύπλευρος -θυμίζω ότι η σκηνή του εναλλακτικού ήχου είναι προ των πυλών, βλέπουμε ότι τα ηνία πλέον τη metal μουσικής τα κρατά η Αμερική, ξεκάθαρα. 
Η Βρετανία, μια χώρα που για δεκαετίες  υπήρξε μια τεράστια κοιτίδα  του metal, στα τέλη των 80’s δείχνει φτωχή όχι μόνο να ανταγωνισθεί την Αμερική και την πληθώρα  των φρέσκων  συγκροτημάτων της  αλλά και να παρουσιάσει κάτι το πραγματικά ενδιαφέρον. 
Οι ATOM SEED κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους σε μια  εποχή που η εμφάνιση των FAITH NO MORE είχε καταφέρει ήδη να προκαλέσει αίσθηση και το funk metal είχε ήδη αρχίσει να προβάλλεται από τον τύπο.
Ακούγοντας το “Get in line” μπορεί εύκολα κανείς να διακρίνει ότι η μεγάλη επιρροή της μπάντας δεν είναι άλλη από τους FNM (ήταν και στην ίδια δισκογραφική εταιρία μεταξύ άλλων)  και οι εξαιρετικές κριτικές από τον Βρετανικό τύπο είχε να κάνει εν μέρει για την μουσική της μπάντας αλλά περισσότερο νομίζω για να μπορέσει να καθιερωθεί κάποιο σχήμα από το νησί. 
Ακούγοντας τον δίσκο μετά από  τόσα χρόνια είναι αλήθεια ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν  πολύ καλό album του είδους που υπηρετούσαν  και συνθέσεις σαν τα “Get in line”, “What you say”, “Shake that thing” και ”What?” έχουν την ικανότητα να ακούγονται και φρέσκες αλλά και συνάμα ενδιαφέρουσες. 
Το “Get in line”ήταν εν τέλει ένας ενδιαφέρον  δίσκος που αντιπροσωπεύει επάξια την εποχή του και το βραχύβιο funk metal κίνημα. Για την ιστορία  οι ΑΤOM SEED εξαφανίσθηκαν τόσο γρήγορα όσο και εμφανίσθηκαν.
Γιάννης Παπαευθυμίου 

 

ATROCITY – “Hallucinations” (Nuclear Blast)
Τέλη των 80’s και στη Γερμανία η αργά αναπτυσσόμενη σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες death metal σκηνή αρχίζει να δείχνει τα κοφτερά της δόντια. Παλαιότερα συγκροτήματα όπως οι POISON δεν έχουν καταφέρει να κυκλοφορήσουν ολοκληρωμένη δουλειά ενώ νεότερα όπως οι MORGOTH, ATROCITY και αργότερα οι CREMATORY και FLESHCRAWL αρχίζουν να δραστηριοποιούνται. Ίσως οι νεότεροι να τους έχετε στο μυαλό σας ως ένα πειραματικό/ατμοσφαιρικό metal συγκρότημα με τις ιδιόμορφες διασκευές τους σε 80’s pop τραγούδια στο “Werk 80”, αλλά ναι, οι ATROCITY ήταν από τις πρώτες γερμανικές death metal μπάντες. Με καταγωγή από το Ludwigsburg, Baden-Württemberg κυκλοφορούν το 1988 το “Instigators” demo και ένα χρόνο μετά το “Blue blood” 7" EP από τη Nuclear Blast κάνοντας αίσθηση στο underground έχοντας επαφή με αρκετά συγκροτήματα της εποχής όπως ο MORBID ANGEL, PUNGENT STENCH και ENTOMBED. Για την ηχογράφηση του πρώτου τους άλμπουμ ταξιδεύουν μέχρι την Tampa της Florida και μπαίνουν στα θρυλικά Morrisound με παραγωγό τον Scott Burns (DEATH, OBITUARY, DEICIDE) όντας μία από τις πρώτες μπάντες μαζί με τους NAPALM DEATH του “Harmony corruption” που δούλεψαν στα εν λόγω studio. Επίσης λόγω του Scott Burns και τις επαφές του με τον Monte Conner, A&R της Roadrunner, κατάφεραν αρχικά να πάρει license το άλμπουμ για τις Η.Π.Α. η Roadrunner και να υπογράψουν αργότερα σε αυτήν. 
Αμέσως μετά επιστρέφουν στην Ευρώπη και πραγματοποιούν περιοδεία με τους CARCASS, DISHARMONIC ORCHESTRA, ENTOMBED και GODFLESH και τον Οκτώβριο κυκλοφορεί το ντεμπούτο τους με τίτλο “Hallucinations”. Με ένα από έργα του H.R Giger (Work #93, "Hommage an S. Beckett”) να κοσμεί το εξώφυλλο και στιχουργικά να βασίζεται σε μια φανταστική ιστορία του τραγουδιστή Alex Krull σχετικά με την κακοποίηση ενός νεαρού κοριτσιού και τις τραγικές επιπτώσεις που είχε μετέπειτα στη ζωή της μέχρι και τον θάνατό της οι ATROCITY παρέμειναν το ίδιο συναρπαστικοί και στο μουσικό περιεχόμενο. Προσωπικά με είχαν ιντριγκάρει οι φωτογραφίες των Mathias Röderer και Oliver Klasen με τα t-shirt των WATCHTOWER στο οπισθόφυλλο ενώ δήλωναν και οπαδοί των FATES WARNING με αποτέλεσμα το death metal τους να φλερτάρει αρκετά με αυτό των ATHEIST εκτός των κλασικών επιρροών από DEATH και MORBID ANGEL. Με τα τραγούδια να ανήκουν συνθετικά εξολοκλήρου στον κιθαρίστα Mathias Röderer, το “Hallucinations” πρόκειται για ένα αρκετά καλό αν και ιδιαίτερο death metal άλμπουμ, με ιδιόμορφα τραγούδια όπως τα “Hold out (To the end)” και “Defeated intellect” και την χρήση πλήκτρων στο “Last temptation” λίγο καιρό μετά τους NOCTURNUS του “The science of horror” demo και στο “The key”. Ότι πρέπει επίσης για τους φίλους των αρχαίων ATHEIST και MORBID ANGEL, ιδιαίτερα στα ala Trey Azaghtoth κιθαριστικά solo και αποτελεί απαραίτητη ακρόαση για όλου τους μύστες του old-school death metal.
Κώστας Αλατάς

 

ATROPHY – “Violent by Nature” (Roadracer Records)
Ο δεύτερος και μέχρι στιγμής τελευταίος δίσκος των ATROPHY, βρήκε τους thrashers από την Αριζόνα σε μια συνθετική ωρίμανση. Λιγότερο ωμοί από το ντεμπούτο τους, “Socialized Hate”, αλλά σαφέστατα πιο τεχνικοί και ευφυείς, οι ATROPHY  μας προσφέρουν στο “Violent by Nature” για μια ακόμα φορά thrash metal υψηλής ποιότητας. Το “Violent by Nature” ενδεχομένως να μην είναι τόσο άμεσο όσο το ντεμπούτο τους αλλά το άλμπουμ γίνεται με κάθε ακρόαση, το λιγότερο εθιστικό. Και πώς να μην είναι δηλαδή, όταν ο δίσκος ξεκινά με τον thrash τυφώνα “Puppies and Friends” και αμέσως μετά ακολουθεί το καταιγιστικό  ομώνυμο κομμάτι με το πορωτικό break στο ρεφραίν του, που δεν μπορεί να αφήσει κανένα σοβαρό thrasher ασυγκίνητο. Προσωπικά αγαπημένα τραγούδια, εκτός των δυο προαναφερθέντων  είναι τα “Slipped Through the Cracks”, “Forgotten but Not Gone” και φυσικά το απίστευτο “Right to Die”. Όλος ο δίσκος είναι γεμάτος από έξυπνα riffs και χαρακτηρίζεται από την πολύ καλή συνεργασία που έχουν μεταξύ τους το κιθαριστικό δίδυμο των Chris Lykins και Rick Skowron. Η παραγωγή του δίσκου έγινε για μια ακόμη φορά από τον Bill Metoyer ενώ το τετράχρονο αγόρι στο εξώφυλλο είναι ο μετέπειτα θετός γιος του Max Cavalera, Richie. Το “Violent by Nature” οδήγησε τη μπάντα σε περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη μαζί με τους SACRED REICH, CORONER, και FORCED ENTRY και αμέσως μετά ο Chris Lykins ανακοίνωσε την αποχώρηση του από τη μπάντα και από τη μουσική γενικότερα καθώς έγινε δεκτός στο Ιατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου του Yale. Η Roadrunner, απέσυρε το συμβόλαιο της από τη μπάντα, φοβούμενη ότι η αποχώρηση του βασικού συνθέτη των ATROPHY θα είχε αντίκτυπο στη μετέπειτα πορεία τους, Μοιραία η μπάντα οδηγήθηκε στη διάλυση, μέχρι το 2015 οπότε και επανασυνδέθηκαν με τα 3/5 της αρχικής σύνθεσης (Zimmerman, Gulotta, Kelly και δυο νέους κιθαρίστες) και ετοιμάζουν νέο άλμπουμ με την προοπτική να κυκλοφορήσει το 2019. Κρατούμε τα δάχτυλα σταυρωμένα και ευχόμαστε να είναι το ίδιο καλό όσο τα δύο άλμπουμ τους.
Θοδωρής Κλώνης

 

BATHORY - “Hammerheart” (Black Mark)
To Drakkar ζυγώνει την ακτή. Οι αμέριμνοι ως τότε ντόπιοι, πανικόβλητοι, τρέχουν να σώσουν τις ζωές τους. Οι πολεμιστές αποβιβάζονται, η επιδρομή ξεκινά. Θάνατος, φωτιά, κραυγές πόνου και πανικού, κανένα έλεος (“Shores in Flames”). Κάποιοι από τους πολεμιστές, λίγοι, θα πέσουν νεκροί. Η “Valhalla” θα ανοίξει τις πύλες της, οι Βαλκυρίες θα τους μεταφέρουν στους ώμους τους και εκεί, στο πλάι των θεών και των προγόνων τους, θα ξεκουραστούν και θα χαρούν την επουράνια αιώνια ζωή. Αυτό είναι άλλωστε το πεπρωμένο κάθε Viking. Να γεννηθεί, να μεγαλώσει και να πεθάνει ζώντας μια ζωή μέσα σε δύο στοιχεία της Φύσης (“Baptized in Fire and Ice”), με τιμή, χωρίς να χαμηλώσει το κεφάλι. Είναι μια παράδοση ζωής που περνά από πατέρα σε γιο (“From Father to Son”). Και όταν η ώρα του θανάτου φτάσει, όσοι μείνουν πίσω θα τραγουδούν ένα “Song to Hall up High”, για να ξεπροβοδίσουν τους ένδοξους νεκρούς. Έτσι έμαθαν να ζουν οι κάτοικοι του κόλπου, χρόνια τώρα, μέχρι που ένας μυστηριώδης άνδρας που φορούσε έναν χρυσό σταυρό και κήρυττε την ειρήνη, ήρθε στις ακτές τους (“One Rode to Asa Bay”). Τα υπόλοιπα, είναι ιστορία…
Το δεύτερο άλμπουμ της επικής πρώτης εποχής των BATHORY (αν και το πρώτο τους epic κομμάτι είναι το “Enter the Eternal Fire” στο black μανιφέστο του “Under the Sign of the Black Mark”), είναι ένα αριστούργημα που όσα μειονεκτήματα έχει, με μια ιδιαίτερη ικανότητα τα μετατρέπει σε προτερήματα. Ο Quorthon είναι θεόφαλτσος, αλλά κανείς δεν μπορεί να τραγουδήσει αυτούς τους παιάνες όπως αυτός. Είναι σχετικά κουλός, αλλά αυτές οι δύο-τρεις νότες του solo στο “One Rode to Asa Bay”, αρκούν ώστε να διαλύσουν κάθε επίδοξο ή φτασμένο guitar hero. Η παραγωγή ακούγεται λες και έρχεται ο ήχος από μια σπηλιά, αλλά ποτέ κανείς ήχος δεν ακούστηκε τόσο επικός. Και εκτός αυτών των χαρακτηριστικών, η μεγαλοπρέπεια, το Wagner-ικό συναίσθημα και η διάθεση να αποκτήσει η μουσική των MANOWAR μια πολύ πιο πομπώδη υφή, ήρθαν και έφτιαξαν αυτό το ακατέβατο 10άρι. Γιατί μη ξεχνάμε, πως όλα ξεκίνησαν όταν το “Into Glory Ride” και το “Hail to England”, έφτασαν σε εκείνο το λιμάνι της Στοκχόλμης… Δίσκος - κόσμημα, υπεράνω ειδών και προσωπικών προτιμήσεων.
Υ.Γ: Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι το “The Funeral of a Viking” του Sir Frank Dicksee (1853-1928)
Δημήτρης Τσέλλος

 

BELIEVER – “Sanity obscure” (R.E.X. Music)
Ένα χρόνο μετά το ντεμπούτο τους “Extraction from mortality”, οι BELIEVER εξελίσσουν τον ήχο τους έχοντας έναν πιο tech-thrash προσανατολισμό και με ομοϊδεάτες εκείνη την εποχή συγκροτήματα όπως οι ANACRUSIS, HELLWITCH και TOURNIQUET που έκαναν επίσης τα πρώτα τους βήματα. Με έντονο χριστιανικό υπόβαθρο, στοιχείο στο οποίο πάτησε και προώθησε η Roadrunner όταν ανέλαβε το σχήμα λίγο καιρό μετά οι BELIEVER δεν αισθάνονται και τόσο άνετα κάτω από την Christian metal ταμπέλα μιας και οι ίδιοι δεν περιορίζονταν μονάχα εκεί στιχουργικά έχοντας ένα πιο ακαδημαϊκό τρόπο έκφρασης. Με νέο μπασίστα τον Wyatt Robertson και το ίδιο επιτελείο με το ντεμπούτο τους οι BELIEVER δουλεύουν πάνω στη δεύτερή τους δουλειά με τον τίτλο “Sanity obscure”. Αρκετά πιο heavy σε ότι αφορά το ηχητικό αποτέλεσμα, το άλμπουμ δεν υστερεί σε ταχύτητα, με μανιώδεις μπουκωμένες κιθάρες και τσίτα τύπου “Extreme Aggression” (KREATOR). Στριφνά riff, άρρωστες μελωδίες, τσίτα παίξιμο, ακουστικές σφήνες  όλα συντελούν σε ένα άλμπουμ που εκφράζει αρκετά την ανήσυχη πτυχή του ακραίου ήχου της εποχής. Με το riff του ομότιτλου τραγουδιού να δανείζεται ως βασικό θέμα το θρυλικό παιχνίδι Doom (E1M6 – “On the Hunt”) και το “Stop the madness” να βασίζεται στιχουργικά στην εξάρτηση των ναρκωτικών όπου κάποιοι θα το θυμάστε ως slogan στο οπισθόφυλλο των κυκλοφοριών της Roadrunner, το “Sanity obscure” σήμερα μνημονεύεται κυρίως για το “Dies Irae (Day of wrath)”. Πιθανότατα έχουμε να κάνουμε με το πρώτο συμφωνικό metal τραγούδι, με χρήση soprano, κλασικών εγχόρδων και μελοποίηση του ομώνυμου ποιήματος του Tomás de Celano και μέρος των επιμνημόσυνης ακολουθίας των Ρωμαιοκαθολικών μέχρι το 1970.  Μπορεί να είχαν γίνει κάποιες απόπειρες όπως στο “Into the pandemonium” των CELTIC FROST ή στην περίπτωση των MEKONG DELTA όπου είχαν ήδη παρεισφρήσει οι επιρροές από την κλασική μουσική όπως και οι διασκευές τους σε έργα του Μodest Μussorgsky αλλά οι BELIEVER προσέγγισαν τον κλασικό ήχο διαφορετικά. Με το όραμα του κιθαρίστα/τραγουδιστή Kurt Bachman να εμπνέεται αρχικά από το “Requiem” του Wolfgang Amadeus Mozart και με τη βοήθεια του φίλου του Scott Laird ο οποίος είχε συμμετάσχει και στο “Extraction from mortality” παίζοντας βιολί και βιόλα και την αδερφή του και soprano τραγουδίστρια Julianne Laird να ερμηνεύει στα λατινικά, το “Dies Irae (Day of wrath)” αποτελεί μία από τις πρώτες απόπειρες όπου η κλασική μουσική εναρμονίζεται με τον metal ήχο με μαεστρία. Όσοι γουστάρατε Jackass και ασχολιόσασταν με skateboard κτλ πιθανότατα να το έχετε ακούσει στο soundtrack του skate video του “CKY2K” το 2000. Για την προώθηση του “Sanity obscure”, οι BELIEVER βγήκαν σε περιοδεία με τους Άγγλους deathsters BOLT THROWER και με τους Καναδούς thrashers SACRIFICE.
Κώστας Αλατάς

 

BLACK CROWES - “Shake your money maker” (American)
Την εποχή που τα Αμερικάνικα σχήματα φόραγαν βερμούδες και «έπαιζαν» thrash ή στενά δερμάτινα κι έπαιζαν βρώμικο, φωνακλάδικο hard rock, οι ξεχασμένοι στο χρόνο, με τα βελούδινα και κοτλέ παντελόνια BLACK CROWES, ήρθαν για να μας δείξουν ότι όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν. Από την αρχή γνώρισαν επιτυχία στο ροκ κοινό, αλλά οι ίδιοι δεν έπαψαν να είναι bluesmen και χιπιά,/φρικιά παγιδευμένα στις αρένες των 90ς . Με τη μουσική τους να δανείζεται στοιχεία από τους μεγάλους σόουλ καλλιτέχνες των 60’s, την ψυχεδέλεια και το πρώιμο hard rock των 70’s, το νότιο ροκ των ALLMAN BORTHERS οι BLACK CROWES σε μια εποχή υπερβολών, ήταν το κερασάκι σε μια τούρτα υπερβολών. Με το που το δοκίμαζες, σε έπιανε η πικρή γεύση του αλλόκοτου, μαζί με την γλύκα της ανάμνησης της μουσικής από μουσικούς που αγαπάνε τη μελωδία, το ρυθμό και την επαφή με τον ακροατή. Τα τραγούδια πιο σφιχτά και από τα τζιν του Robert Plant, σε ταρακουνάνε για τα καλά. “Jealous again”, ‘Hard to handle”, “She talks to angels”, “Sister luck”. Όλα βγαλμένα από τα swinging 60’s, γεμάτα ρυθμό, τσαμπουκά, αίσθημα, πράγματα που μαζί με την εκ φύσεως σκοτεινή και μελωδική μουσική τους, έδωσε τον αέρα ενός σχήματος, που ζούσε στο παρελθόν και δημιουργούσε στο μέλλον. Από τα πιο επιτυχημένα καλλιτεχνικά ντεμπούτα στο χώρο του hard rock, έδειξε ότι οι ρίζες των 60’s,70’s για τους μουσικούς, είναι βαθιές, ειδικά στις Η.Π.Α.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

BLACK SABBATH – “Tyr” (I.R.S. Records)
Αγέρωχο και μεγαλοπρεπές, το δέκατο πέμπτο άλμπουμ των BLACK SABBATH  και τρίτο με τον Tony Martin στα φωνητικά υποτιμήθηκε απίστευτα όταν κυκλοφόρησε, για να δικαιωθεί αργότερα αφού πέρασε τη δοκιμασία του χρόνου. Περισσότερο επικό, παρά doom, το “Tyr”, σε αντίθεση με την αντίληψη αρκετών, δεν είναι concept δίσκος καθώς μόνο η τριλογία “The Battle of Tyr/ Odin’s Court” / Valhalla”ασχολείται με τον γιο του Όντιν και τη Σκανδιναβική Μυθολογία. Ο δίσκος είναι μαγευτικός όπου η ερμηνεία του Martin είναι εκπληκτική. Αλλά και οι συνθέσεις του Iommi δεν πάνε πίσω. Η ατμόσφαιρα όπως είπαμε, είναι επική, με την προαναφερθείσα τριλογία και το εναρκτήριο “Anno Mundi” να αφήνουν ανεξίτηλο το στίγμα τους, το κλασικό πια “Jerusalem” να αποτελεί αδυναμία πολλών οπαδών, ενώ ευχάριστη έκπληξη αποτελεί το “The Law Maker” καθώς κινείται σε υψηλές ταχύτητες, και αυτό είναι κάτι που δεν το συνηθίζουν οι SABBATH. Από εκεί και πέρα υπάρχουν και δυο κομμάτια, τα “The Sabbath Stones” και “Heaven In Black” τα οποία ενώ κινούνται στον πιο παραδοσιακό αργόσυρτο ρυθμό των SABBATH, ακούγονται και αυτά πιο επικά. Παραφωνία; Ναι, υπάρχει, και αυτή ακούει στο όνομα “Feels Good to Me” . Όπως έχει παραδεχτεί και ο ίδιος ο Iommi, η μπαλάντα μπήκε στο δίσκο αποκλειστικά για να κυκλοφορήσει ως single και δεν ταιριάζει μουσικά με τα υπόλοιπα κομμάτια. Όπως και να έχει το πράγμα, το “Tyr” είναι ένας εκπληκτικός δίσκος που κλείνει με ιδανικό τρόπο την τριλογία των δίσκων με τον Martin και βέβαια αυτονόητο ότι θεωρείται απαραίτητος για κάθε σοβαρή δισκοθήκη. Δίσκος-κόσμημα.
Θοδωρής Κλώνης

 

BLIND GUARDIAN – “Tales from the twilight world” (No Remorse)
90’s. ΛΑΤΡΕΜΕΝΑ, τόσο λιτά, τόσο απέριττα, τόσο απλά και όμορφα! Ναι, τα 80’s έδωσαν ογκόλιθους και έβγαλαν μπάντες που είναι η κορυφή της μουσικής μας και δεν πρόκειται να ξαναβγούν σε τέτοιο επίπεδο (τουλάχιστον εμπορικά), όμως τα 90’s είναι άλλη φάση. Άλλη η μαγεία τους. Άνοιξε όλο αυτό το ιδίωμα που λέμε heavy metal με την ευρεία έννοιά του. Βγήκαν νέα είδη, βγήκαν ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ δισκάρες, τα πάντα πήγαν ένα βήμα παραπέρα. Επομένως τα επόμενα αφιερώματά μας σε αυτές τις 10 μαγικές χρονιές, τα περιμένω προσωπικά πως και πως! Αλλά αρκετά με αυτά και πάμε να δούμε ένα δίσκο που ανοίγει αυτή τη χρυσή δεκαετία και το κουτάκι της «ιερής τετράδας» για τους βάρδους από τη Γερμανία.
Το “Tales from the twilight world” των BLIND GUARDIAN, είναι μεν ο τρίτος δίσκος του συγκροτήματος, όμως είναι ο πρώτος που τους έδωσε το μεγαλύτερο «σπρώξιμο» για τη μετέπειτα επιτυχία τους. Είναι ο πρώτος από τα τέσσερα σερί διαμάντια τους (“Somewhere…”, “Imaginations…”, “Nightfall”) και για μία μεγάλη μερίδα οπαδών τους (κυρίως άνω των 35 ετών) είναι και ο αγαπημένος. Εδώ οι GUARDIAN αρχίζουν και βρίσκουν μία ισορροπία μεταξύ των πρώτων δύο, πιο speed άλμπουμ τους, με τη μετέπειτα πορεία τους. Αρχίζουν και διαμορφώνουν περισσότερο προσωπικό ήχο, υιοθετούν μία πιο μελωδική προσέγγιση στα τραγούδια τους, πιο επική συνάμα, βάζουν στο παιχνίδι χορωδίες, o Hansi (μακρυμάλλης ακόμα) να κρατάει και το μπάσο, ενώ αχνοφαίνονται για πρώτη φορά και οι επιρροές της μπάντας από την κλασική μουσική σε αρκετά σημεία. Ο έρωτας με τον κόσμο του φανταστικού και ειδικά με τον Tolkien πλέον γίνεται ακόμα πιο εμφανής και σαν αποτέλεσμα; Ένας δίσκος που είναι ο ουσιαστικός προπομπός του μαγικού μεγαλείου που θα ακολουθούσε και που η συντριπτική πλειοψηφία των κομματιών του αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των live τους, ακόμα και σήμερα. “Traveler in time”, “Welcome to dying”, “Lord of the rings”, “Lost in the twilight hall” (O ΥΜΝΟΣ), “The last candle” είναι κομμάτια που είτε όλα μαζί είτε εναλλάξ πάντα υπάρχουν σε εμφανίσεις των Βάρδων, ενώ τα μόνα που δεν έχουμε ακούσει στην Ελλάδα είναι τα “Tommyknockers” και “Goodbye my friend” (αν δε με απατάει τραγικά η χιλιοκαμμένη με τα τόσα live GUARDIAN στην Ελλάδα μνήμη μου). Ο δίσκος αποκτάει μία έξτρα μαγεία με τη συμμετοχή του Kai Hansen (HELLOWEEN, GAMMA RAY, IRON SAVIOR) στα φωνητικά του “Lost in the twilight hall” και παίζοντας σόλο στο “The last candle”, ενώ και ο Piet Sielck (IRON SAVIOR, SAVAGE CIRCUS), τότε δεύτερος μηχανικός ήχου στα άλμπουμ των Βάρδων, προσφέρει στα δεύτερα φωνητικά. Μέγιστος οπαδός ο Piet, αφού μετά από κάποια χρόνια έκανε και τη μπάντα-φόρο τιμής στους GUARDIAN, τους SAVAGE CIRCUS, μαζί με τον πρώην drummer τους, τον Thomen Stauch, αλλά και σταθερός βοηθός, «πίσω από την κουρτίνα» στα πρώτα τους βήματα.
Στο “Tales…”, οι Βάρδοι συνεργάζονται για πρώτη φορά με το Θεό Andreas Marschall και έτσι όλη η μαγεία του δίσκου έρχεται να ντυθεί ιδανικά και με το εξώφυλλο και booklet που σχεδίασε ο μετέπειτα πιστός συνεργάτης τους για ακόμη 3 άλμπουμ… και όλως τυχαίως είναι εκεί στα 4 κορυφαία της καριέρας τους.
Αυτός ο δίσκος τους έδωσε το πρώτο μεγάλο συμβόλαιο, αυτό με την Virgin Records και είχε έρθει η ώρα και για την εμπορική τους «απογείωση». Κομβικό άλμπουμ, γεμάτο ποιότητα και γεμάτο κομματάρες που μνημονεύονται και σήμερα, 28 χρόνια μετά την κυκλοφορία του και δείχνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο το τι έπεται για τους αγαπημένους Βάρδους. 
“Look behind the mirror, I’m lost in the twilight hall”… 
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 

CANNIBAL CORPSE – “Eaten back to life” (Metal Blade)
Buffalo, New York 1988. Εκεί ξεκίνησαν τα πάντα για τους CANNIBAL CORPSE. Μετά τη διάλυση δύο τοπικών death/thrash σχημάτων, τους TIRANT SIN και BEYOND DEATH, οι Chris Barnes, Bob Rusay και Paul Mazurkiewicz από τους πρώτους και οι Jack Owen και Alex Webster από τους δεύτερους αποφάσισαν να φορμάρουν ένα συγκρότημα όπου θα πήγαιναν ένα βήμα παραπέρα από αυτό που έκαναν οι αγαπημένες τους μπάντες όπως οι SLAYER, DEATH, KREATOR, SODOM και όχι μόνο στην ταχύτητα αλλά και στους στίχους φτάνοντας το κυριολεκτικά στα άκρα σε όλους τους τομείς, ξεκινώντας φυσικά από το ίδιο το όνομα του συγκροτήματος, έμπνευση του μπασίστα Alex Webster. Από τα πρώτα live των CANNIBAL CORPSE, ήταν η εμφάνισή τους ως support των DARK ANGEL τον Μάρτιο του 1989 μαζί με τους BAPHOMET και ATTAKK όπου τα μέλη των support συγκροτημάτων για να προωθήσουν το live όσο περισσότερο μπορούσαν μοίρασαν χιλιάδες flyer έξω από τη συναυλία των METALLICA μαζί με τους QUEENSRYCHE η οποία είχε πραγματοποιηθεί μία εβδομάδα νωρίτερα. Ο τραγουδιστής Chris Barnes, επίσης πρώην μέλος των LEVIATHAN, δούλευε εκείνη την εποχή σε ένα από τα δισκάδικα της αλυσίδας Cavages. O ιδιοκτήτης του δισκάδικου, John Grandoni, είχε επαφές με τον label manager και μετέπειτα πρόεδρο της Metal Blade, Mike Faley και πρότεινε στον Barnes να του προωθήσει το demo των CANNIBAL CORPSE. Ο Mike Faley o οποίος έμενε κι αυτός στο Buffalo πριν μετακομίσει στο Los Angeles και προσληφθεί στη Metal Blade πάσαρε την κασέτα στo μεγάλο αφεντικό Brian Slagel όπου με τη σειρά του ενθουσιάστηκε μονάχα από τους τίτλους των τραγουδιών και ιδιαίτερα από το πρώτο τραγούδι “A skull full of maggots” και πριν ακόμη ακούσει πως παίζουν θεώρησε πως θα έπρεπε να τους υπογράψει. 
Το death metal ήταν σε έξαρση τότε και η Metal Blade συγκριτικά με την Earache και τη Roadrunner δεν είχε υπογράψει κάποιο death metal συγκρότημα, οπότε τον Ιούλιο του 1989 τους έστειλε συμβόλαιο συνεργασίας για επτά άλμπουμ αμέσως χωρίς καν να έχει υπάρξει σοβαρό ενδιαφέρον από άλλες εταιρείες. Τον Φεβρουάριο του 1990 ταξίδεψαν με van από το Buffalo μέχρι τη Tampa της Florida ώστε να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο τους στα Morrisound Recording με παραγωγό τον guru του ήχου Scott Burns. Εκείνην την περίοδο οι INCUBUS και DEICIDE ηχογραφούσαν επίσης τα άλμπουμ τους εκεί γι’ αυτό και στα “Mangled” και “A skull full of maggots” ακούμε τα ουρλιαχτά των Francis Howard και Glen Benton οι οποίοι συμμετέχουν ως καλεσμένοι. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1990 και είχε τον τίτλο “Eaten back to life”. 
Το άλμπουμ αποτέλεσε σοκ ακόμη και για την όλο και αναπτυσσομένη και πιο ακραία death metal σκηνή. Έχοντας ανακαλύψει τον σχεδιαστή Vincent Locke από τη δουλειά του με στο “Dead world” comic του ζητούν να αναλάβει το εξώφυλλο και επηρεασμένος από τον τίτλο του δίσκου που είχε σκεφτεί ο Paul Mazurkiewicz και τους στίχους των τραγουδιών, το τελικό αποτέλεσμα με το ζόμπι που τρώει τα εντόσθιά του έχοντας ως φόντο ένα νεκροταφείο σε συνδυασμό με το αιματοβαμμένο λογότυπο του Barnes ήταν ακριβώς αυτό που αποζητούσαν οι CANNIBAL CORPSE. Μουσικά δεν είχαν αποβάλει ακόμη εντελώς τις old-school thrash επιρροές τους αλλά με το death metal στοιχείο να υπερισχύει και οι πρώιμες brutal αναφορές τόσο στο παίξιμο όσο και στη κυριολεκτικά βοθρώδη φωνή του Chris Barnes να προμηνύουν το μέλλον. Tο shock/horror rock του Alice Cooper και των KISS στα 70’s ή ακόμη και αυτό που έκαναν οι GWAR εκείνη την εποχή δεν μπορεί να συγκριθεί με την ακρότητα που εξέπεμπαν και ιδιαίτερα στους στίχους τους οι CANNIBAL CORPSE και αυτό είχε ως αποτέλεσμα το άλμπουμ να λογοκριθεί στην Γερμανία όπως και σε αρκετές άλλες χώρες. Μέχρι και στο ένθετο με τους στίχους υπήρχε η δήλωση: “This album is dedicated to the memory of Alferd Packer, the first American cannibal (R.I.P.)”. Όπως και να’ χει το “Eaten back to life” έκανε αίσθηση στο underground αλλά οι επόμενες κυκλοφορίες ήταν αυτές που θα έδειχναν πόσο πιο ακραίοι θα μπορούσαν να γίνουν. Αξίζει να σημειωθεί η εμφάνισή τους στο “A day of death” festival στο Buffalo στις 20 Οκτωβρίου 1990 όπου εμφανίστηκαν μαζί με συγκροτήματα όπως οι AUTOPSY, BAPHOMET, IMMOLATION, MORTICIAN, GOREAPHOBIA, SUFFOCATION, DECEASED, RADIATION SICKNESS κ.α.
Κώστας Αλατάς

 

CELTIC FROST – “Vanity/Nemesis” (Noise)
Το “Cold lake” άφησε καμένη γη πίσω του… Και μόνο που ο Warrior είχε το σθένος να συνεχίσει τους CELTIC FROST, είναι από μόνο του κατόρθωμα. Κράτησε τον Curt Victor Bryant στη δεύτερη κιθάρα και τον Stephen Priestly πίσω από το drumkit και ξαναέφτιαξε τις σχέσεις του με τον έτερο Martin Eric Ain, ο οποίος έκανε και δεύτερα φωνητικά σε τρία κομμάτια πέρα από τα μέρη του μπάσου.
Οι σχέσεις των μελών της μπάντας ήταν στο καλύτερο δυνατό σημείο και οι CELTIC FROST θα απέδιδαν συνθέσεις με έναν υπερμοντέρνο – για την εποχή πάντα – ήχο. Χωρίς να θέλουν να «ξαναδούν» με άλλη οπτική το μεγαλείο των πρώτων τους δίσκων, η δυάδα Warrior-Ain θα κατάφερναν να ορίσουν ηχητικά και το ατμοσφαιρικό metal των mid 90’s – η ηχητική συγγένεια με το “Mandylion” των THE GATHERING δεν είναι τυχαία.
Το “Vanity/Nemesis” είναι ο λιγότερο πειραματικός δίσκος τους και αυτό το γεγονός τους ανάγκασε να προσδιορίσουν τον επόμενο ως το “Into the pandemonium part2”. Δυστυχώς δεν ακούσαμε παρά λίγα μέρη στη συλλογή που κυκλοφόρησε τα επόμενα χρόνια και το “Vanity/Nemesis” απέτυχε στο να ξανακερδίσει τους οπαδούς τους. Δεν είναι μόνο ότι σαν συνθέσεις δεν είχαν τη βαρύτητα που έχει το όνομα τους, αλλά και η αδυναμία του δίσκου να έχει κομμάτια που θα έμεναν έστω και μετά από πολλές ακροάσεις. Καθόλου τυχαία στις συναυλίες της επανασύνδεσης τους δεν παρουσίασαν ούτε ένα από το τέταρτό τους full length. Αντίθετα από άλλες μπάντες εδώ δεν μπορούμε να μιλάμε για κύκνειο άσμα. Μπορούμε να μιλάμε μόνο για την απέλπιδα προσπάθεια δύο ευφυέστατων μουσικών να ξαναβάλουν το τρένο τους στις πετυχημένες ράγες που ο Warrior κατέστρεψε με το “Cold lake”. Απευθύνεται αποκλειστικά στους ορκισμένους οπαδούς τους και καθόλου τυχαία δεν θα ακούσετε ούτε στο ραδιόφωνο, ούτε σε κάποιο club κομμάτι από το “Vanity/Nemesis”. Απλά κρίμα για την προσπάθεια…
Λευτέρης Τσουρέας

 

CHASTAIN - “For Those Who Dare” (R/C Records)
Μετά από μια τετράδα πολύ καλών δίσκων, ήρθε τούτο δω το άλμπουμ να συμπληρώσει τη πεντάδα της πρώτης περιόδου των CHASTAIN, της μπάντας του κιθαρίστα David T. Chastain. Το τελευταίο του με τη θρυλική Leather Leone στη φωνή, τον θηλυκό Dio όπως την χαρακτήρισαν πολύ εύστοχα τότε, μέχρι την επάνοδό της το 2013. Η συνταγή ίδια, αν και ελαφρώς παραλλαγμένη. US heavy metal, με κάπως πιο «χαμηλοκουρδισμένες» κιθάρες τη φορά αυτή, όπως ακούγονται για παράδειγμα στο “The Mountain Whispers” ή στο “Secrets of the Damned”, και πιο σύγχρονο ήχο σε σημεία. Όχι, δεν ανέβηκε στο τραίνο των PANTERA o Chastain. Εξακολουθεί να είναι «παλαιοημερολογίτης». Εξακολουθεί να χρησιμοποιεί νεοκλασσικές κλίμακες στη μουσική του. Να «shred-άρει α λα παλαιά». Μπορεί το “For Those Who Dare” να μην έχει τεράστιες στιγμές σαν το “The Voice of the Cult”, έχει όμως πολλά τραγούδια που αβίαστα χαρακτηρίζονται ως «πολύ καλά», όπως το ομώνυμο που έγινε και video clip, το “Please Set Us Free”, το “Night Of Anger” και η πολύ καλή διασκευή στο “Barracuda” των HEART. Προσωπικά, μου έχει κρατήσει καλή συντροφιά πολλές φορές.
Δημήτρης Τσέλλος

 

CINDERELLA - “Heartbreak station” (Mercury)
Πριν ο Tom Keifer χάσει τη φωνή του, καθώς τα φώτα του sleaze χάνουν τη λάμψη τους, αποφασίζει με τη σύμφωνη γνώμη των υπόλοιπων CINDERELLA να δώσει ένα άλμπουμ γεμάτο από την μουσική παράδοση που τον μεγάλωσε. Τα blues, η country, οι ήχοι της Νέας Ορλεάνης και το rock n’ roll των 50’s, οι STONES και οι AEROSMITH, βρίσκουν τον δρόμο τους στο αρένα hard rock των CINDERELLA και δημιουργούν ένα άλμπουμ που αν έβγαινε με το ξέσπασμα της Αμερικάνα μια δεκαετία, αργότερα θα τους έκανε ακόμη μεγαλύτερο όνομα. 
Οι στιγμές που ξεχωρίζουν πολλές, το ομώνυμο, αλλά και τα “Shelter me” και ”Loves got me doin’ time”, “Love gone bad”. Τα γκόσπελ δεύτερα φωνητικά, η έντονη παρουσία του οργάνου αλλά και των πνευστών, δίνει ένα άλμπουμ κοντά στο”Permanent vacation”, των AEROSMITH, πλούσιο σε ηχοχρώματα, δίχως την αλήτικη ατμόσφαιρα των ντεμέκ μηχανόβιων του ΛΑ, αλλά γεμάτο ρυθμό, ένταση και πιασάρικες μελωδίες… Η εμπορική του αποτυχία έδωσε στο σχήμα χρόνο να σκεφτεί, για τις επόμενες κινήσεις του αλλά έδειξε και στον κόσμο ότι οι CINDERELLA δεν ήταν το σχήμα της μιας επιτυχίας. Η επιστροφή τους μερικά χρόνια αργότερα με το πιο σκληρό ”Still climbing”, δεν έδωσε την ώθηση, που περίμεναν αλλά δεν είχε και την ποικιλομορφία και ποιότητα και το όραμα του “Heartbreak station”. 
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

COUNT RAVEN – “Storm Warning” (Active)
Η δεκαετία του 1980 σίγουρα δεν χαροποίησε καθόλου όλους αυτούς που αρέσκονται να ακούνε doom metal σχήματα. Βεβαίως στην εν λόγω περίοδο, ότι εμπεριείχε τον όρο μόνο αδιάφορο δεν το λες. Την αρχή όπως όλοι γνωρίζουν την έκαναν οι BLACK SABBATH (που για πολλούς είναι οι μόνοι νονοί στο heavy metal) μια δεκαετία πριν. Τα «παιδιά» τους στα 80’s απλά πήραν την σκυτάλη και προσθέτοντας περισσότερη «βρωμιά» στον ήχο τους δημιούργησαν δίσκους που θα μνημονεύονται για πάντα. Ότι κυκλοφόρησαν οι WITCHFINDER GENERAL, SOLITUDE AETURNUS, TROUBLE, CANDLEMASS, SAINT VITUS και PENTAGRAM ήταν δίσκοι-κολοσσοί που θα χαρακτηρίζουν τον doom ήχο. 
Η δεκαετία του 1990 θα «έδινε» στον ήχο μεγαλύτερη αίγλη με καινούργιες κυκλοφορίες των παραπάνω, αλλά το κυριότερο, με νέα «φρέσκα» συγκροτήματα που θα μεγάλωναν κατά πολύ την γκάμα των groups που έπαιζαν doom. Ένα από αυτά ήταν και οι COUNT RAVEN, ένα σχήμα που με την μετέπειτα πορεία του θα έκανε πάρα πολλούς οπαδούς να τους αγαπήσουν ιδιαιτέρως. Το ντεμπούτο τους “Storm Warning” νομίζω «τάραξε άμεσα τα νερά» της δισκογραφίας στην αυγή της δεκαετίας. Ακολουθώντας πιστά την ηχητική δομή κυρίως των 3 προαναφερθέντων συγκροτημάτων, δημιούργησε ένα δίσκο που κοσμεί κάθε ενημερωμένη metal δισκοθήκη, ότι είδος και αν ακούει ο συλλέκτης. Οι COUNT RAVEN γράφουν τραγούδια που «βρωμάνε σαπίλα» με αργές ταχύτητες και ριφ που άκρως μεταλλικά. Επέλεξαν να μην έχουν την «θεατρικότητα» των CANDLEMASS αλλά έναν πιο «ωμό» ήχο όπως οι SAINT VITUS ή οι TROUBLE. Οι συνθέσεις τους, που οι γνωρίζοντες θα ανακάλυπταν ότι ήταν η τέλεια ηχητική μίξη όλων των δίσκων του doom metal στα 80’s, για όσους δεν τους έχουν ακούσει, θα μπορούσαν πολύ εύκολα να αποτελούν το soundtrack ενός μελλοθάνατου όταν εκείνος οδηγείτο στην αγχόνη. Στο όλο τελικό αποτέλεσμα «μερίδιο ευθύνης» είχε ο τραγουδιστής Christian Linderson, μια χαρακτηριστική φωνή που θα ακούγαμε τα επόμενα χρόνια πολύ συχνά, αφού θα συμμετείχε μέχρι και το κοντινό παρόν σε αρκετά groups, πάντα όμως υπό την doom ηχητική κατεύθυνση. Να σημειώσουμε για όσους δεν το ξέρουν, ότι το “Storm Warning” τα μέλη του σχήματος το αφιέρωσαν στην 13χρονη Heather O’Rourke, το γνωστό καλοκάγαθο κοριτσάκι των ταινιών Poltergeist. 
Οι COUNT RAVEN με το “Storm Warning” έβαλαν και αυτοί τα θεμέλια έτσι ώστε ο κόσμος να μάθει άλλο ένα σχήμα που θα τιμούσε τον όρο doom metal. Αν δεν έχετε ψάξει κάποιο από τα παραπάνω groups (εξαιρώντας βεβαίως τους BLACK SABBATH) και σας αρέσει ο ήχος και το ιδίωμα, παρακαλείσθε να το κάνετε σίγουρα γιατί όλοι, συμπεριλαμβανομένων και των COUNT RAVEN, θα σας κάνουν σίγουρα «κλικ».         
Θοδωρής Μηνιάτης

 

DAMN YANKEES – “Damn Yankees” (Warner)
Όταν οι NIGHT RANGER αποφάσισαν να ρίξουν τίτλους τέλους στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 κανείς δεν περίμενε ότι ο Jack Blades θα έβρισκε τον παλιόφιλο του Tommy Shaw και θα σχημάτιζαν ένα απίστευτο supergroup αφού το line-up συμπληρωνόταν από τον τρελό Ted Nugent και τον φανταστικό drummer Michael Cartellone. Και το αποτέλεσμα; Με μία λέξη: ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ! Προσωπικά, όταν διάβαζα τότε στα ξένα περιοδικά της εποχής τις κριτικές για το δίσκο –πριν φτάσει στην ελληνική αγορά- δεν πίστευα αυτά που διάβαζα. Αναρωτιόμουν πως ήταν δυνατόν o Blades να κυκλοφορήσει κάτι καλύτερο από NIGHT RANGER! Και όμως! Το ομώνυμο ντεμπούτο των DAMN YANKEES έσκασε σαν μία βόμβα μεγατόνων στους απανταχού hard rock fans όλου του κόσμου! 
Δίχως ίχνος υπερβολής οι DAMN YANKEES ηχογράφησαν ένα αριστούργημα! Άφησαν για τις επόμενες γενιές ένα hard rock διαμάντι το οποίο θα απολαμβάνουμε μέχρι να αποδημήσουμε εις Κύριον! 10 τραγούδια το ένα καλύτερο από το άλλο. Μία μπάντα που αποπνέει υγεία και βγάζει μία μοναδική ενέργεια στα τραγούδια της. Οι Shaw & Blades δημιουργούν ένα απίστευτο συνθετικό δίδυμο ενώ ο πάντα εκκεντρικός Ted «σπέρνει» με την κιθάρα του. “Comin’ of age”, “High enough”, “Come again”, “Bad reputation”, “Tell me how you want it”…ΘΕΕ ΜΟΥ, ΤΙ ΔΙΣΚΑΡΑ!!! Τα πολλά λόγια είναι φτώχια. Εδώ έχουμε την καλύτερη δουλειά που έχει παρουσιάσει ποτέ ο Jack Blades –αν δεν το έχετε καταλάβει ακόμη είμαι κολλημένος με τον ηγέτη των NIGHT RANGER- με εξαίρεση το ανυπέρβλητο “Midnight madness”. To ομώνυμο άλμπουμ των DAMN YANKEES είναι ο απόλυτος ορισμός, είναι η επιτομή, είναι η αποθέωση του αμερικάνικου hard rock! Ευχαριστούμε Jack, Tommy, Ted, Michael…
Σάκης Νίκας

 

DANZIG - “II: Lucifuge” (Def American Recordings)
Δύο χρόνια μετά τον πάταγο που προκάλεσε το ομώνυμο ντεμπούτο τους, ο Evil Elvis και η παρέα του επέστρεψαν για να συνεχίσουν το μοχθηρό έργο τους. Υπό την καθοδήγηση και πάλι του Rick Rubin, το “II: Lucifuge” σου προσφέρει τις ίδιες και ίσως ακόμη πιο έντονες σκοτεινές συγκινήσεις, που δε γίνεται εκ των πραγμάτων να το αγνοήσεις. Με τη βάση να παραμένει σταθερή στα blues του αμερικάνικου νότου, τον ήχο να είναι όσο ξερός πρέπει και το background και τις εμπειρίες του Glenn και των λοιπών να κάνουν αισθητή την εμφάνισή τους, από το πρώτο slide του “Long way back from hell” μέχρι το πιο-SABBATH-πεθαίνεις “Pain in the world”, έχεις να αντιμετωπίσεις ένα σύνολο τραγουδιών που σου μένουν χαραγμένα με την πρώτη κιόλας ακρόαση. Είτε αυτό οφείλεται στην εφιαλτική και στεντόρια φωνή του mastermind itself, είτε στις κιθάρες-ξυράφια, που σε σκίζουν στα δύο με κάθε άρπισμά τους. Δίσκος σπάνιας ομορφιάς, στον ήχο του οποίου ο Danzig επένδυσε σχεδόν το σύνολο της υπόλοιπης καριέρας του και από τους πλέον κλασικούς της εξεταζόμενης δεκαετίας.
Γιώργος Κόης

 

DEATH – “Spiritual Healing” (Combat Records)
Εκτιμώ ότι το τρίτο άλμπουμ των DEATH, εκτός από το γεγονός ότι είναι μια από τις καλύτερες δουλειές τους, είναι και ο πλέον κομβικός δίσκος στην καριέρα τους. Σε αυτόν τον δίσκο ο Chuck Schuldiner, αρχίζει να δίνει στους DEATH τη μορφή που οραματιζόταν. Πολύπλοκες και απίστευτα τεχνικές συνθέσεις, που ξέφευγαν από τα στεγανά του τυπικού death metal, χωρίς όμως να χάνουν την death metal υπόσταση τους. Με συμπαραστάτη τον βιρτουόζο James Murphy και στο rhythm section τους Terry Butler στο μπάσο και Bill Andrews στα τύμπανα, το “Spiritual Healing” είναι, με μια λέξη, φανταστικό. Οι Schuldiner και Murphy δημιουργούν ένα από τα καλύτερα κιθαριστικά δίδυμα στο χώρο του death metal, που πραγματικά πρέπει κάποιος να τον ακούσει αυτόν τον δίσκο μόνο και μόνο για το κιθαριστικό όργιο που γίνεται εκεί μέσα. Τα φωνητικά του Evil Chuck παραμένουν… evil, χωρίς όμως την τραχύτητα και το βάθος που είχαν στο “Leprosy” ενώ και οι στίχοι αρχίζουν να απομακρύνονται από την gore θεματολογία και ασχολούνται με πιο γήινα θέματα. Όσο για τις συνθέσεις… ο δίσκος αποτελείται από 8 κομμάτια πραγματικού μακελειού, με τους Schuldiner και Murphy να σπέρνουν τον όλεθρο, παραδίδοντας παράλληλα και μαθήματα υψηλής τεχνικής. Μιλάμε από τις περιπτώσεις που όλες οι συνθέσεις είναι εκπληκτικές, χωρίς ούτε ένα filler (όπως όλα τα άλμπουμ των DEATH, να τα λέμε αυτά!) αλλά μια προσωπική προτίμηση στα “Altering The Future” (που προοριζόταν να δώσει το όνομα του στον τίτλο του άλμπουμ), στο ομώνυμο και στο “Low Life” την έχω. Η συνέχεια γνωστή, καθώς ο Murphy αποχώρησε και οι Butler και Andrews αποφάσισαν να κάνουν περιοδεία ως DEATH χωρίς τον Schuldiner (!!!!!) και με δυο session κιθαρίστες, ενώ ο Schuldiner θεωρούσε ότι η περιοδεία αυτή θα ήταν ζημιογόνα για τη μπάντα καθώς κατά την εκτίμηση του δεν ήταν σωστά οργανωμένη. Ο Schuldiner κινήθηκε νομικά εναντίον των Butler και Andrews πέτυχε τόσο την κατοχύρωση του brand name των DEATH και την απόλυση των δύο παραπάνω. Το γεγονός αυτό ήταν καταλυτικό για την μετέπειτα πορεία των DEATH αφού ο Schuldiner αποφάσισε να συνεχίσει τη μπάντα μόνο με session μουσικούς. Όπως και να έχει όμως, το “Spiritual Healing” είναι ο δίσκος που κατέδειξε την μουσική προσωπικότητα και ευφυία του Schuldiner και έδειξε πόσο πρωτοπόρος ήταν αυτός ο άνθρωπος. Δίσκος-τομή για τους DEATH αλλά και για το death metal γενικότερα. Απαραίτητο όπως όλη η δισκογραφία τους.
Θοδωρής Κλώνης

 

DEATH ANGEL – “Act III” (Geffen)
Έχουν περάσει δύο χρόνια από την κυκλοφορία του “Frolic through the park” και το όνομα των DEATH ANGEL γίνεται συνεχώς όλο και μεγαλύτερο. Βρισκόμαστε στη μετά “…And justice for all” περίοδο που του το thrash metal απολαμβάνει τη μεγαλύτερη δημοτικότητά του και όλο και περισσότερα συγκροτήματα ξεπετιούνται από το εν λόγω ιδίωμα με τις πολυεθνικές εταιρείες να προσφέρουν δισκογραφικό συμβόλαιο στις περισσότερες από αυτές. Στα πλαίσια όλης αυτής της δημοτικότητας και το κυνήγι των λαγωνικών που απαρτίζουν τα A&R τμήματα των εταιριών οι DEATH ANGEL υπογράφουν με τη Geffen με τη βοήθεια του Tom Zutaut, άνθρωπος πίσω από τους GUNS N’ ROSES εκείνη την περίοδο. Ο drummer Andy Galeon μας είχε δηλώσει σχετικά στο Rock Hard: «Ήταν το 1990 όταν οι μάζες ασχολήθηκαν με το thrash, οι μπάντες ήταν σε πολυεθνικές και περιόδευαν με αρκετή επιτυχία σε όλο τον κόσμο. Όταν όμως η μουσική βιομηχανία και ο pop κόσμος παίρνει χαμπάρι ένα νέο είδος ή μόδα όπως την αποκαλούν, λατρεύουν να ομογενοποιούν ή να εξασθενούν την αγνότητα και τον πυρήνα μιας σκηνής προσπαθώντας ενσυνείδητα να πουλήσουν δίσκους και προκαλούν τους καλλιτέχνες να συμβιβάσουν τον ήχο και όλο τους στυλ». 
Έχοντας υλικό σχεδόν 35 τραγουδιών, τον Σεπτέμβριο του 1989 μπαίνουν στα Dodge City Sound studio στη California με παραγωγό τον θρυλικό Max Norman ο οποίος είχε δουλέψει στο παρελθόν με τον Ozzy Osbourne στα “Blizzard of Ozz” και “Diary of a madman” όπως επίσης με Υ&Τ, ARMORED SAINT και SAVATAGE και συνεργάζονται πάνω στο τρίτο τους άλμπουμ. Έχοντας αρκετό εξοπλισμό και πολύ μεγαλύτερο budget απ’ ότι είχαν ποτέ στο παρελθόν αλλά και με εκπροσώπους της εταιρείας να μπαινοβγαίνουν στο studio προκαλώντας εκνευρισμό στα μέλη του συγκροτήματος, η εμπειρία του παραγωγού τους σε συνδυασμό με την επιθυμία των DEATH ANGEL να επιτύχουν το όραμα τους συντέλεσαν στο να κυκλοφορήσουν ένα από τα καλύτερά τους άλμπουμ.  To “Act III” κυκλοφορεί τον Απρίλιο του 1990 και το αποτέλεσμα ικανοποιεί οπαδούς και Τύπο παρά το γεγονός πως ηχητικά ξεφεύγει από τη νόρμα που επικρατούσε στις τάξεις του thrash metal εκείνη την εποχή. Εκτός των τραγουδιών στο τυπικό ύφος των DEATH ANGEL όπως το εναρκτήριο “Seemingly endless time” και “Stop”, έκπληξη προκαλούν οι μπαλάντες “Veil of deception” με τις φωνητικές αρμονίες και τις QUEEN καταβολές όπως φυσικά και η επίσης μπαλάντα “A room with a view” με φωνητικά από τον κιθαρίστα Rob Cavestany ο οποίος έδειχνε από αρκετά νωρίς πως είχε μία κλίση προς τον ακουστικό ήχο. Το άλμπουμ είναι γεμάτο από εκπληκτικά τραγούδια όπως τα προαναφερθέντα, τα “Ex-Tc” και “Disturbing the peace” που φέρνουν τον παλιό τους κλασικό ήχο στα 90’s και φυσικά τα “Discontinued” και “Stagnant” με τις funk επιρροές οι οποίες μπορεί να είχαν εκδηλωθεί και στην προηγούμενη δουλειά τους αλλά στο “Act III” συμπληρώνουν με μαεστρία το ψηφιδωτό όλων αυτών των επιρροών που ενέπνευσαν τους DEATH ANGEL και αποτέλεσε προπομπό όλων αυτών των ανήσυχων συγκροτημάτων που κυριάρχησαν στα χρόνια που ακολούθησαν συμβολίζοντας τον θαρραλέο χαρακτήρα των 90’s και του πόσο μπορούσε να εξελιχθεί ο thrash metal ήχος. 
Οι DEATH ANGEL δεν δίστασαν να βγουν έξω από τον προστατευτικό τους κλοιό, επεκτείνοντας τις μουσικές τους προτιμήσεις και επιρροές δείχνοντας πραγματική προοδευτική εξέλιξη σε όλους τους τομείς και αυτό το έκαναν πάρα πολύ καλά. Με τα “Seemingly endless time” και “A room with a view” να γυρίζονται σε video-clip, με το πρώτο να σκηνοθετεί ο Matt Mahurin, ο οποίος στη συνέχεια συνεργάστηκε με τους METALLICA στο “The Unforgiven”, QUEENSRYCHE, ALICE IN CHAINS, SOUNDGARDEN κ.α. αποκτώντας ένα σχετικό airplay στο MTV και το δεύτερο να κυκλοφορεί με το ακρωνύμιο D.A. μιας και υπήρχαν σκέψεις να χρησιμοποιούν συχνότερα αυτό το όνομα στο μέλλον ώστε να αποφευχθεί η όποια παρανόηση πως πρόκειται για κάποιο death metal συγκρότημα που τότε είχαν αρχίσει να κάνουν όλο και περισσότερο την εμφάνισή τους. Ακολούθησε περιοδεία με FORBIDDEN / VICIOUS RUMOURS στην Ευρώπη και εμφανίστηκαν ως headliners στο Dynamo Open Air festival με τους SACRED REICH, SEPULTURA, VICIOUS RUMOURS, TROUBLE και MORDRED να προηγούνται ενώ στις Η.Π.Α. περιόδευσαν πάλι με τους FORBIDDEN με την προσθήκη συγκροτημάτων ως special guest σε κάποιες πόλεις όπως οι ATHEIST, PSYCHOTIC WALTZ, SANCTUARY, RIGOR MORTIS, REALM και Chris Poland και φυσικά η headline εμφάνισή τους στο Milwaukee Metalfest IV. Εντωμεταξύ η προηγούμενη εταιρεία τους, η Enigma, κυκλοφορεί χωρίς την άδειά τους το live άλμπουμ “Fall from grace” ηχογραφημένο από μία εμφάνιση τους στο Amsterdam κατά την διάρκεια προώθησης του “Frolic through the park” το 1989 με το λογότυπο του συγκροτήματος να μην υπάρχει στο εξώφυλλο. Πρόκειται για εντελώς πρόχειρη δουλειά με το συγκρότημα να ανακαλύπτει την εν λόγω κυκλοφορία στην Tucson, Arizona ενώ βρίσκονταν εκεί για συναυλία. 
Εκτός αυτού κι ενώ τα πάντα φαινόντουσαν ρόδινα για τους DEATH ANGEL και όλα αυτά στην ηλικία γύρω στα 18-22, ένα τραγικό συμβάν τους κόβει τη φόρα όταν στη διαδρομή από την Arizona προς το Las Vegas τρακάρουν με το RV tour-bus τους με αποτέλεσμα ο drummer τους Andy Galeon να τραυματιστεί σοβαρά και να μεταφερθεί με ελικόπτερο σε νοσοκομείο του Las Vegas. Χωρίς να έχουν συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί λίγες μέρες μετά την 1η Δεκεμβρίου 1990 αντί της προγραμματισμένης εμφάνισης των DEATH ANGEL στο Omni όπου είχαν μάλιστα σκοπό να την ηχογραφήσουν για ένα μελλοντικό live άλμπουμ, πραγματοποιείται μία συναυλία με σκοπό να συγκεντρωθούν λεφτά ώστε να καλυφθούν τα ιατρικά έξοδα για τον Andy Galeon. Εκεί εμφανίστηκαν οι Dennis Pepa και Mark Osegueda των DEATH ANGEL παίζοντας ένα μικρό ακουστικό σετ, οι FORBIDDEN όπως επίσης οι PENILE WARTS οι οποίοι δεν ήταν άλλοι από τους Jason Newsted και Kirk Hammett των METALLICA, oι Lee Altus και David White των HEATHEN και Troy Lucketta των TESLA που βρέθηκαν να τζαμάρουν σε διασκευές των TYGERS OF PAN TANG, SWEET, MOTORHEAD, METALLICA κ.α. Η ατυχία του συγκροτήματος ήταν τόσο μεγάλη που λόγω του ατυχήματος δεν κατάφεραν να συμμετάσχουν στην αμερικάνικη Clash Of The Titans περιοδεία με τους SLAYER, MEGADETH και ANTHRAX με τη θέση τους να παίρνουν οι ALICE IN CHAINS ενώ στην Ευρώπη τους είχαν καλέσει να ανοίξουν για τους JUDAS PRIEST και ANNIHILATOR με τους PANTERA στο τέλος να τους αντικαθιστούν. Δυστυχώς δεν ήταν γραπτό να γίνουν το επόμενο μεγάλο thrash metal συγκρότημα και μετά από κάποιες εμφανίσεις στην Ιαπωνία με τον Chris Contos των ATTIDUDE ADJUSTMENT και μετέπειτα drummer των MACHINE HEAD προσωρινά πίσω από τα τύμπανα, ο Mark Osegueda αποχωρεί από τους DEATH ANGEL και μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, η Geffen τους διώχνει ενώ και οι υπόλοιπο αρχίζουν να αισθάνονται την ανάγκη να απομακρυνθούν από αυτό το μαύρο σύννεφο που είχε αρχίσει να μαζεύεται πάνω από τα κεφάλια τους με αποτέλεσμα να διαλύσουν το συγκρότημα και να αφοσιωθούν αρχικά στο ακουστικό σχήμα THE PAST και μετέπειτα στους THE ORGANIZATION ενώ ο Mark Osegueda πέρασε από audition ώστε να αντικαταστήσει τον Joey Belladonna στους Anthrax το 1992. To 1999 o Mark Osegueda θα συνεργαστεί ξανά με τους Rob Cavestany και Andy Galeon στους SWARM μέχρι που το 2001 ως DEATH ANGEL θα εμφανιστούν όλοι τους εκτός του κιθαρίστα Gus Pepa στη φιλανθρωπική συναυλία για τους Chuck Billy (TESTAMENT) και Chuck Schuldiner (DEATH) οι οποίοι μάχονταν τότε με τον καρκίνο και αναζωπύρωσε την επιθυμία τους να βρεθούν ξανά όλοι μαζί με αποτέλεσμα να δισκογραφούν με επιτυχία μέχρι και σήμερα.
Κώστας Αλατάς

 

DEEP PURPLE - “Slaves and masters” (RCA)
Αυτή τη φορά δεν θέλησα να γράψω ιστορικά στοιχεία για το συγκεκριμένο άλμπουμ, ή να διαφωτίσουμε γεγονότα εκείνης της περιόδου, αυτό θα το κάνω άλλη φορά. Ας μην ασχοληθούμε ούτε με το παρασκήνιο, ούτε με το προσκήνιο εκείνης της περιόδου. Αυτή τη φορά θέλω να παραθέσω τις σκέψεις μου σχετικά με το “Slaves and masters”, το πιο αμφισβητούμενο άλμπουμ των DEEP PURPLE, το οποίο μαζί με το “Come taste the band” ακόμα διχάζουν τους φίλους της μπάντας. Η πραγματικότητα είναι ότι ακόμα και σήμερα μεγάλη μερίδα σκληροπυρηνικών οπαδών τους το βλέπουν με στραβό μάτι... Δεν ανήκω σε αυτή τη κατηγορία. Εγώ θα πω την υποκειμενική μου αλήθεια. Αυτό το άλμπουμ, το θεωρώ ως ένα από τα πέντε καλύτερα τους, γιατί πολύ απλά δε του λείπει απολύτως τίποτα, έχει σημεία διαφορετικότητας κι έχει πολλά καλά τραγούδια. Ναι, δεν έκανε την επιτυχία που θα έπρεπε, επισκιάστηκε από την αποχώρηση του Ian Gillan και την αναπάντεχη πρόσληψη του Joe Lynn Turner, αλλά αλήθεια τώρα, ποιος έχει να πει το παραμικρό για την ποιότητα των συνθέσεων εδώ;  Ας είμαστε σοβαροί... Το 90% των επικριτών του “Slaves and masters” είμαι σίγουρος ότι μόνο επιφανειακά το έχουν αγγίξει και αυτό γιατί είτε ο ήχος και καλά δεν είναι τόσο Purple όσο θέλουν, είτε γιατί υπάρχει ο Turner στα φωνητικά. Δηλαδή βλακείες, αν ήταν εδώ ο Gillan, θα λέγατε ότι είναι το πιο προοδευτικό άλμπουμ της μπάντας, μουσικά ένα βήμα πιο μπροστά κλπ.. Αλλά από την άλλη όταν το έκαναν αυτό οι PURPLE στο “House of the blue light” που όντως ήταν μουσικά ένα βήμα πιο μπροστά από το “Perfect strangers” έδωσε κανείς σημασία; Όχι. Σοβαρά λάθη που κάνουν οι οπαδοί όταν κάτι αλλάζει σε μια μπάντα και έχει συμβεί το ίδιο πράγμα πολλές φορές. Βέβαια με τα χρόνια ένα σοβαρό ποσοστό οπαδών πλησίασε ξανά αυτή τη δουλειά των DEEP PURPLE, και πραγματικά άλλαξε άποψη. 
Εσείς που είστε τόσο πολύ κατηγορηματικοί, για πείτε μου, ποιο τραγούδι ζητάτε στα clubs από τα μετέπειτα άλμπουμ των Purple; Ίσως οι πιο ψαγμένοι ΜΟΝΟ το “Sometimes I feel like screaming” και έχουν βγάλει από τότε πόσα άλμπουμ!! Και από την επανένωση του ‘84 και μετά; Μόνο το “Perfect strangers” άντε και με το πολύ ζόρι κανένα “Knocking at your backdoor”. Τρία τραγούδια ρε φίλε όλα κι όλα, από 35 χρόνια καριέρας μετά το reunion, και δε γουστάρετε το “Slaves and masters” γιατί τραγουδά ο Turner;  Μα είμαστε σοβαροί; Εκτός αν γουστάρετε να μείνετε μια ζωή στο “Highway star”... Για να μην τα πολυλογούμε, ναι, σαφώς και πλησιάζει το άλμπουμ των ήχο των RAINBOW και αυτό είναι λογικό διότι κιθαρίστας, παραγωγός τραγουδιστής και βασικοί συνθέτες είναι οι ίδιοι άνθρωποι. Επιπλέον, αναρωτιέμαι σε ποιο μετέπειτα άλμπουμ τους έχουν τόσα πολλά τραγούδια ποιότητας σαν τα “King of dreams”, “Fortuneteller”, “The cut runs deep”, “Truth hurts” (ύμνος), “Breakfast in bed” “Fire in the basement”... Βρείτε μου μαζεμένα έξι καλά τραγούδια σ' ένα μετέπειτα άλμπουμ των DEEP PURPLE... Ή μήπως επειδή τραγουδά ο Gillan δεν τρέχει τίποτα; Μπορεί ο Τurner να μην φτάνει τις νότες του, αλλά την εκφραστική blues φωνή που έχει μόνο επί Coverdale την συναντήσαμε στους DEEP PURPLE. Μελανό σημείο; Ναι, το “Love conquers all”. Τέλος πάντων, είναι πραγματικά κρίμα ένα τόσο ποιοτικό άλμπουμ σαν το “Slaves and masters” (ναι, είναι πιο FM oriented άλμπουμ, και;) να συνάντησε τέτοια αδιαφορία από μεγάλη μερίδα οπαδών της μπάντας και σήμερα κάποιοι να λοξοκοιτάνε προς την ποιότητά του και να ξεροβήχουνε καταπίνοντας τα τότε πικρά σχόλια τους. Πραγματικά κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και ακούστε σήμερα πάλι (ή για πρώτη φορά) το “Slaves and masters...  Αυτά τα ολίγα... 
Δημήτρης Σειρηνάκης 

 


DEICIDE – “Deicide” (Roadrunner Records)
Αρχές δεκαετίας του 1990 και κάτι σάπιο αρχίζει να αναδύεται από τους βάλτους της Florida. Ήδη το death metal είχε αρχίσει να γίνεται δημοφιλές από μπάντες όπως οι DEATH, οι OBITUARY και πιο παλιά οι POSSESSED, αλλά η βόμβα που έσκασε τον Ιούνιο του 1990 δεν είχε προηγούμενο. Μιλάμε φυσικά για το ντεμπούτο άλμπουμ των DEICIDE που έχει σαν τίτλο το όνομα τους. Η μπάντα λεγόταν AMON και είχε ηχογραφήσει 2 demos προτού προσελκύσουν το ενδιαφέρον της παντοδύναμης τότε Roadrunner Records και αλλάξει το όνομά της σε DEICIDE ύστερα από απαίτηση της Ολλανδικής εταιρείας. Ωμό και κτηνώδες όσο δεν πάει, το “Deicide” είναι ένας δίσκος που ξεχειλίζει από πρωτόγονη δύναμη. Riffs ξυράφια από τους αδερφούς Hoffman που θα ζήλευαν ακόμα και οι SLAYER, ένας απίστευτος βομβαρδισμός στα τύμπανα από τον τρομερά υποτιμημένο Steve Asheim και ένας Glen Benton να αλυχτά και να ουρλιάζει σαν σκύλος της Κόλασης. Αφήνω ασχολίαστη την εν γένει συμπεριφορά του Benton με τους ανάποδους σταυρούς στο μέτωπο και όλες τις κατά καιρούς περίεργες δηλώσεις του και στεκόμαστε στο σκοτεινό μεγαλείο του “Deicide”. 33 λεπτά ανελέητου σφυροκοπήματος χωρίς έλεος με κομμάτια που ακόμα και τώρα προκαλούν δέος στον ανυποψίαστο ακροατή. 10 συνθέσεις που συναγωνίζονται η μία την άλλη σε ωμότητα, με τα “Dead By Dawn” , “Crucifixation” και το ομώνυμο να παίρνουν βραχεία κεφαλή. Αν ποτέ έρθει η Κόλαση στη Γη το “Deicide” θα ήταν το ιδανικότερο soundtrack για τον ερχομό της Αποκάλυψης.  Δίσκος ογκόλιθος για το death metal, ανεπανάληπτο ντεμπούτο, αξεπέραστο ακόμα και από τους ίδιους.
Θοδωρής Κλώνης

 

DEMOLITION HAMMER - “Tortured Existence” (Century Media)
Δίσκος για τραμπούκους. Δίσκος - ωδή στη κλωτσοπατινάδα. Thrash ‘till death, πριν εισχωρήσουν στη μουσική των DEMOLITION HAMMER groove neo - metal στοιχεία και την κάνουν... ας μη το πω καλύτερα. Μίσος, πολύ μίσος. Σαρωτική δουλειά, με πολλές αναφορές στο death metal (καθαρά μουσικά, όχι στα φωνητικά, αυτά ακούγονται έτοιμα για καυγά). Θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις μια μίξη SLAYER, ANTHRAX και DEATH εποχής “Spiritual Healing”. Πως σου ακούγεται ο συνδυασμός; Δεν είναι μούρλια; Ε, είναι.
Έχετε θέματα ψυχολογικής πίεσης; Θέλετε να ξεσπάσετε κάπου; Νιώθετε οργή, πόνο, άγχος, καταπίεση, κατάθλιψη; Φάγατε πολύ για βράδυ και δεν μπορείτε να χωνέψετε; Η λύση σε όλα αυτά τα προβλήματα είναι απλή: Παίρνετε το “Tortured Existence”, το βάζετε στο pick up, στο cd player, στο κασσετόφωνο, στο windows media player τέλος πάντων, ανεβάζετε την ένταση του ποτενσιόμετρου, και μετά από 40 περίπου λεπτά, θα είστε μια χαρά. Ψυχικά και σωματικά. Μόνο το παραπάνω πείραμα, να γίνει σε χώρο κενό από παντός είδους αντικείμενα, δεν χρειάζεται να καταστρέψετε ό,τι υπάρχει γύρω σας. Στο κάτω κάτω, τι περιμένετε από έναν δίσκο που ξεκινά με τραγούδι που έχει τίτλο “.44 Caliber Brain Surgery”;
Δημήτρης Τσέλλος

 

DESTRUCTION – “Cracked brain” (Noise)
Ώρες-ώρες οι μεταλλάδες, είμαστε τόσο μα τόσο περίεργοι… Εκεί, στα 90’s, όταν κυκλοφορούσαν δίσκοι που ήταν λίγο διαφορετικοί ή χωρίς κάποια κομβικής σημασίας μέλη στο εκάστοτε γκρουπ, ως επί το πλείστον είχαμε προδιαγεγραμμένη μία αρνητική στάση. Τα τελευταία χρόνια όμως, αυτή μας η στάση, τείνει να αλλάζει και να γίνεται εντελώς αντίθετη, δηλαδή φτάνει σχεδόν μέχρι την αγιοποίηση αυτών των δίσκων!!! Εντάξει, το “Cracked brain”, δεν έχει θεοποιηθεί, αλλά τουλάχιστον οι τραγικές αντιδράσεις των οπαδών των DESTRUCTION μόλις είχε βγει, με έκαναν να πάω αμέσως να αγοράσω το βινύλιο, τότε, πριν από 28 χρόνια, για να δω ποιος ήταν ο δίσκος που με τόση ζέση έβριζαν…
Και ξέρετε κάτι; Ποτέ δεν κατάλαβα τι έβρισκαν τόσο άσχημο στο “Cracked brain”… Εντάξει, ήταν ο πρώτος δίσκος τους, χωρίς τον Schmier στο μπάσο και τα φωνητικά. Μαζί σας ρε σύντροφοι. Αλλά ο Andre Grieder των Ελβετών POLTERGEIST που κλήθηκε να τον αντικαταστήσει, δεν έκανε δα και τόσο άσχημη δουλειά. Συμφωνώ, ότι δεν είχε την χαρακτηριστική χροιά του Schmier (κάπως σαν Souza ή Baloff μου φέρνει), όταν όμως ο πανύψηλος Γερμανός είχε δηλώσει ότι δεν τον ενδιέφερε άλλο η μουσική και είχε φτιάξει εστιατόριο, τι άλλο μπορούσε να κάνει ο κιθαρίστας Mike Sifringer από τη στιγμή που δεσμευόταν και με συμβόλαιο και ήδη είχαν ξοδέψει πολλά χρήματα από το recording budget σε πανάκριβο στούντιο;
Για να μην πολυλογούμε, εμένα το “Cracked brain”, μου αρέσει περισσότερο από τον προκάτοχό του, το “Release from agony”. Έχει αυτά τα αρρωστημένα κιθαριστικά θέματα, που πάντα υπήρξαν αναπόσπαστο κομμάτι των DESTRUCTION, ενώ σε σημεία μου φέρνουν στο μυαλό πλέον EXODUS και κυρίως TESTAMENT, μαζί με πολύ αξιόλογες συνθέσεις, όπως το ομώνυμο κομμάτι, το “Ripping you off blind”, το”Frustrated” ή το “No need to justify” (που είναι πολύ περίεργο για τα δεδομένα τους). Πριν κλείσω αυτές τις γραμμές, δύο ακόμη παρατηρήσεις: Το “S.E.D.”, όπως διαβάζουμε στους στίχους, είναι η ακροστοιχίδα για το “Socialist’s Eternal Death”. Κάνοντας την αντίστοιχη ψακτική, “S.E.D.” ήταν το μοναδικό «κόμμα» που υπήρχε στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Κάντε τώρα την αναγωγή στον χωροχρόνο (ο δίσκος κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά την πτώση του τείχους) κι έχετε την πλήρη δικαιολογία. Τέλος, βλέπω πολύ κόσμο να παραπονιέται για τη διασκευή στο “My Sharona”. Ναι κι εγώ τη βρίσκω αχρείαστη. Το επιχείρημα αρκετών όμως, είναι ότι βρίσκεται στη μέση του άλμπουμ και κάνει κοιλιά. Για μία ακόμη φορά, θα υπενθυμίσω ότι την περίοδο εκείνη, οι κυκλοφορίες έβγαιναν σε βινύλιο και κασέτα αρχικά. Το “My Sharona”, έκλεινε την πρώτη πλευρά του βινυλίου, δεν ήταν το πέμπτο τραγούδι σ’ ένα CD με εννιά κομμάτια…
Σάκης Φράγκος

 

BRUCE DICKINSON – “Tattooed millionaire” (EMI)
Ένα χρόνο μετά τον προσωπικό δίσκο του Adrian Smith, κυκλοφόρησε η πρώτη προσωπική δουλειά του Bruce Dickinson. Οι δύο αυτές δουλειές είχαν αρκετά κοινά μεταξύ τους. Αρχικά, ήταν κάτι διαφορετικό σε σχέση με τη Σιδηρά Παρθένα καθώς και οι δύο επέλεξαν άλλη μουσική κατεύθυνση. Ο Bruce Dickinson αποφάσισε να κινηθεί σε πιο hard rock μονοπάτια σε σχέση με τον band mate του και τα κατάφερε εξίσου καλά και αυτός. Επίσης, υπήρχαν τριβές μεταξύ του ίδιου και του Steve Harris καθώς ο τραγουδιστής φαίνεται να σκεφτόταν όλο και πιο πολύ την προσωπική του καριέρα παρά τους Βρετανούς Θεούς. Αλλά αυτό είναι άλλο κομμάτι της ιστορίας. 
Ο Bruce Dickinson ξεκίνησε να σκέφτεται έναν προσωπικό δίσκο από την στιγμή που του έγινε πρόταση να γράψει ένα τραγούδι για την ταινία “Εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες Νο5”. Συνεργάστηκε με τον Janick Gers, το κομμάτι άρεσε και έτσι πάρθηκε η απόφαση να μπει στο στούντιο και να ηχογραφήσει κάτι δικό του. Βέβαια το “Bring your daughter…to the slaughter” δεν μπήκε στο άλμπουμ καθώς ο Steve Harris το ζήτησε για τους MAIDEN κάνοντάς το, το μοναδικό Νο1 single στην ιστορία της μπάντας. 
Για όσους δεν έχουν ακούσει τον δίσκο, να ξέρετε πως δεν έχει καμία σχέση με τα δύο κορυφαία άλμπουμ που κυκλοφόρησε αργότερα, μέσα στην δεκαετία. Ακούμε μία πολύ πιο hard rock έκδοση του τραγουδιστή, με τους AC/DC, τους DEEP PURPLE, τους STYX και τους LED ZEPPELIN να είναι οι βασικές του επιρροές. Το θέμα είναι ότι τις κάνει να φαίνονται τόσο πολύ που στην ουσία, εκείνη την εποχή, ήταν κάτι που πολύς κόσμος δε το περίμενε. Τραγούδια όπως το ομώνυμο, το βιογραφικό “Born in ‘58”, “Son of gun”, το “Dive, dive, dive” και το “Gypsy road”,  είναι άκρως χαρακτηριστικά του τι θέλει να κάνει ο Dickinson και δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το πόσο πολύ ήθελε να κάνει κάτι δικό του και να προσπαθήσει με τις δικές του δυνάμεις να σταθεί όρθιος, μακριά από την σιγουριά των IRON MAIDEN. Ο Janick Gers αποδεικνύει γιατί πήγε στους MAIDEN και έμεινε καθώς η σφραγίδα του στον δίσκο είναι εμφανέστατη, με τα Blackmore-ικά solos να σε κερδίζουν από την πρώτη κιόλας ακρόαση. 
Εν κατακλείδι, αυτή η πρώτη δουλειά του Βασιλιά Βρασίδα είχε θετικό πρόσημο. Δημιούργησε έναν δίσκο που ξεδίπλωσε όλες του τις επιρροές και τις έδεσε μεταξύ τους ώστε να έχουμε ένα άλμπουμ το οποίο είναι απόλυτα ισορροπημένο. Ναι, διαφορετικό από ότι είχε κάνει μέχρι τότε αλλά μεστό και ολοκληρωμένο. Ο Bruce είχε ανέβει στο τραίνο και δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Τα υπόλοιπα τα έγραψε η ιστορία και θα ασχοληθούμε κάποια άλλη στιγμή. 
Ντίνος “Benjamin Breeg” Γανίτης

 

DIO - “Lock Up The Wolves” (Vertigo)
Αν πρέπει να γράψω το ποιος ήταν ο Ronnie James Dio, μάλλον από σπόντα είσαι εδώ εσύ που με διαβάζεις ή τώρα ξεκινάς ως πιτσιρίκος το ατελείωτο ταξίδι σου στις θάλασσες της rock μουσικής, οπότε σε δικαιολογώ εν μέρει. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί, λίγοι θέλω να πιστεύω πως είναι, που όταν η κουβέντα φτάνει στη προσωπική του καριέρα, αγνοούν πως δεν είναι μόνο το “Holy Diver” και το “Last In Line” οι μεγάλοι του δίσκοι. Το ξέρω πως όπως σε όλους τους καλλιτέχνες, έτσι και στη περίπτωση του Κοντού υπάρχουν οι κλασσικές στιγμές, οι πιο μέτριες (ναι, είχε και τέτοιες), αλλά υπάρχουν και οι κρυμμένοι θησαυροί που σε περιμένουν κάπου σε μια γωνίτσα, να τους αφιερώσεις χρόνο και να ανακαλύψεις την αξία τους. Ένας τέτοιος θησαυρός, είναι το “Lock Up The Wolves”. Να, το βλέπεις εκεί κάτω που σε κοιτάζει;
Για αυτόν εδώ τον δίσκο, δεν μπορείς να γράψεις μία - δύο παραγράφους και να τελειώσεις. Μετά από δεκαοκτώ χρόνια συνεχούς παρουσίας και δημιουργίας στα δικά μας «χωράφια», o Dio δεν είχε να αποδείξει τίποτα και ως solo καλλιτέχνης. Το “Dream Evil” όμως που προηγήθηκε, έδειχνε ότι η αρχική σπιρτάδα και ο ενθουσιασμός που διακατείχε τους τρεις πρώτους δίσκους, κάπου είχε αρχίσει να χάνεται. Δισκάρα μεν, αλλά… Πιθανότατα αυτό να το κατάλαβε και ο ίδιος ο Ronnie, κρίνοντας πως χρειάζεται μια ριζική αλλαγή στη μπάντα του, ώστε όχι μόνο να μη πέσει στη παγίδα του κορεσμού, αλλά και να εισέλθει στη νέα τότε δεκαετία του ’90 με αξιώσεις. Ο «κρυστάλλινος» και πιο «τσαχπίνικος» ήχος των τεσσάρων πρώτων δίσκων, έδωσε τη θέση του σε έναν «βαρύτερο», που ακολουθούσε τις επιταγές της εποχής του και που συνδύαζε τη μέχρι τότε κληρονομιά του Ronnie με έναν νεωτεριστικό αέρα που μόνο απαρατήρητος δεν περνούσε. Τα νέα μέλη «κούμπωσαν» άψογα (Teddy Cook στο μπάσο, πίσω από τα τύμπανα ο «πολλά βαρύς» Simon Wright, στα πλήκτρα ο Jens Johansson και στις κιθάρες ο 18χρονος Rowan Robertson) και το “Lock Up The Wolves” ήταν το τελευταίο άλμπουμ όπου ο μεγαλύτερος παραμυθάς του rock ασχολήθηκε με ιστορίες φαντασίας και “sword and sorcery” θεματολογία, αφού στη συνέχεια θα άνοιγε παρένθεση και θα έκανε στροφή προς πιο μοντέρνες οδούς, χωρίς επιτυχία η αλήθεια είναι.
«Μαζώματα» και fillers δεν θα βρεις εδώ. Είναι τόσο ομοιογενές το τελικό αποτέλεσμα που πραγματικά προκαλεί θαυμασμό, ενώ συγκεντρώνεται αριστοτεχνικά ολόκληρη η μέχρι τότε καριέρα του Μεγάλου Κοντού, σε έναν δίσκο. Αναφορές από την πρώτη νότα των ELF, ως τη τελευταία του “Dream Evil”! Αυτό όμως που φαίνεται με το πρώτο άκουσμα του δίσκου, είναι πως ο μικρός Rowan κυριολεκτικά λάμπει. Φαντάζει ως ένας φτασμένος κιθαρίστας, ως ένα όνομα πρώτης γραμμής, και όχι ως ο πιτσιρικάς που ανακαλύφθηκε μόλις και κάνει τα πρώτα του βήματα! Πολλές φορές κλέβει τη παράσταση και από τον ίδιο τον Ronnie, και αν αυτό σας φαίνεται υπερβολικό, δεν έχετε παρά να μάθετε από κάποια σχετική συνέντευξη τη γνώμη του ιδίου για τον τότε κιθαρίστα του. Η υπόλοιπη μπάντα, θες από ντροπή, θες από ενθουσιασμό, έχει βαλθεί να αβαντάρει αυτόν τον θρασύτατο αλλά ικανότατο μικρό όσο καλύτερα γίνεται, ειδικά ο Wright ο οποίος έχει αυτό το τόσο λατρεμένο «μονολιθικό» παίξιμο και χτυπά κέντρο κάθε φορά στα ταλαίπωρα δέρματά του. Ιδανικό για το ύφος μπάσο από τον Teddy Cook, που του άνοιξε τον δρόμο για σημαντικά πράγματα στο μέλλον και εξίσου ιδανικά πλήκτρα από τον έτσι κι αλλιώς ικανότατο Jens Johansson, ο οποίος προσαρμόζεται πανεύκολα από το πρώτης γραμμής παίξιμο που είχε ως τώρα σε περισσότερο «παρασκηνιακό - επικουρικό». Είναι πραγματικά κρίμα για αυτό ειδικά το line up, το γεγονός ότι δεν ηχογράφησε κάτι άλλο πέραν αυτού του δίσκου. Είχε όλα τα φόντα να εξελιχθεί σε μια μεγα-μπάντα ολκής, αλλά δυστυχώς οι εταιρείες τότε είχαν άλλη άποψη και έσπρωξαν προς μια αναβίωση των BLACK SABBATH, που έλαβε σάρκα και οστά με το “Dehumanizer”. Τα τραγούδια δε που περιέχει αυτή εδώ η δουλειά, καλύπτουν όλα τα γούστα. Up tempo κομμάτια όπως τα “Wild One”, “Why Are They Watching Me” και “Walk on Water”, ατμοσφαιρικά μεγαθήρια σαν το “Born On The Sun”, το “My Eyes” και φυσικά το τρομερό ομότιτλο, πανέμορφα ακουστικά μέρη, υπέρβαρα riffs, έντονες μελωδίες…
Το “Lock Up The Wolves” είναι ακριβώς ο δίσκος αυτός που θα τον αξιολογήσεις ανάλογα με το τι έχεις ακούσει ως τώρα. Πιο δύσκολος στις πρώτες ακροάσεις από τους σαφώς πιο «πιασάρικους» προκάτοχούς του, θέλει περισσότερο χρόνο για να σε κερδίσει, αλλά στο τέλος ακόμη και αν ανήκεις στους πιο απαιτητικούς και δύσκολους των ακροατών, θα παραδεχτείς την αξία του. Προσωπική άποψη: Το “Lock…” είναι μια από τις καλύτερες στιγμές του Ronnie James Dio, συμπεριλαμβανομένου κάθε μα ΚΑΘΕ σταθμού της καριέρας του. Over and Out.
Δημήτρης Τσέλλος

 


DORO – “Doro” (Vertigo)
Με αυτό το άλμπουμ έμαθε ο κόσμος στην Αμερική ότι η πρώην τραγουδίστρια των WARLOCK είχε ξεκινήσει μία solo καριέρα. Ναι, είχε προηγηθεί την περασμένη χρονιά το “Force majeure” αλλά στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ούτε καν ακούστηκε με αποτέλεσμα πολλοί να θεωρούν το ομώνυμο αυτό άλμπουμ σαν την απαρχή της προσωπικής πορείας της Γερμανίδας τραγουδίστριας. Από νωρίς στο τιμόνι μπήκε ο μπασίστας των KISS, Gene Simmons, ο οποίος φρόντισε να συγκεντρώσει πολλούς session μουσικούς για την ηχογράφηση του δίσκου. Ο ίδιος φρόντισε να δουλέψει πάνω στην «βαριά» προφορά της Doro ώστε να έχει κάποια τύχη να ακουστεί στα ραδιόφωνα ενώ αμέσως έδωσε βάρος και στο image της ξανθιάς τραγουδίστριας αφού, ως γνωστόν τότε, το MTV καθόριζε τις τύχες των καλλιτεχνών με ένα μόλις video-clip.
H ομώνυμη δουλειά της Doro είναι πράγματι από τις καλύτερες στιγμές της πλούσιας δισκογραφικής καριέρας της. Ο ήχος είναι σαφέστατα Αμερικάνικος και οι metal εξάρσεις των WARLOCK (αλλά και του “Force majeure”) έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Τη θέση τους έχουν δώσει σε έναν πιο hard rock ήχο ενώ και οι συνθέσεις είναι άριστα προσαρμοσμένες στο κλίμα της εποχής ή για να ακριβολογούμε στο κλίμα των late 80’s. Οι Tommy Thayer, Todd Jensen, Kevin Valentine, Pat Regan, Chris Frazier, Chuck Wright είναι μονάχα μερικά από τα ονόματα που συμμετέχουν στην ηχογράφηση του άλμπουμ ενώ οι διασκευές στα “Only you” (KISS), “Rock on” (BLACK N’ BLUE) & “I had too much to drink” (ELECTRIC PRUNES) ταιριάζουν με την όλη ατμόσφαιρα αν και ελαφρώς εξεζητημένες. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το κομμάτι “Something wicked this way comes” είναι ένα outtake του “Hot in the shade” των KISS ενώ σαφέστατα το απόλυτο highlight είναι το “Unholy love” όπου γυρίστηκε και σχετικό video με ικανοποιητικό airplay.
Το “Doro” μπορεί να μην είναι το καλύτερο πόνημα της Metal Queen αλλά σίγουρα ικανοποίησε όλους τους οπαδούς της και σίγουρα είναι εγκληματικό που δεν παίζει στα live της κάτι από το συγκεκριμένο άλμπουμ. 
Σάκης Νίκας

 

ENTOMBED – “Left hand path” (Earache)
Ενώ στην Αμερική και στην Αγγλία ο ακραίος ήχος είχε αρχίσει να απλώνει τα θανατηφόρα πλοκάμια του σε ολόκληρη σχεδόν την υφήλιο, στην Στοκχόλμη μία παρέα δεκαεφτάχρονων είχε άθελά της στιγματίσει ένα ολόκληρο ιδίωμα δίνοντάς του μία εντελώς νέα πτυχή σε ότι είχε ήδη ακουστεί μέχρι τότε. Αρχικά με το όνομα NIHILIST και παραμένοντας ενεργοί την τριετία 1987-1989 κυκλοφορώντας μονάχα τρία demo, ο drummer Nicke Andersson, οι κιθαρίστες Leif "Leffe" Cuzner και Alex Hellid, ο τραγουδιστής L-G Petrov και ο μπασίστας Johnny Hedlund κατάφεραν παρά τις έντονες επιρροές από NAPALM DEATH, REPULSION, AUTOPSY και MASSACRE να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο death metal underground. Η συνεργασία τους με τον Tomas Skogberg, ιδιοκτήτη και ηχολήπτη των Sunlight Studios στο “Only shreds remain” demo όρισε τον λεγόμενο σουηδικό death metal ήχο σε συνδυασμό με τον χαρακτηριστικό buzz ήχου που έβγαζαν οι κιθάρες με το Heavy Metal πετάλι παραμόρφωσης της Boss το οποίο είχε αγοράσει ο Leffe, δίνοντας κυρίως έμφαση στις μεσαίες συχνότητες. 
Όταν η οικογένεια του Leffe μετακόμισε στον Καναδά, οι υπόλοιποι τον αντικατέστησαν με τον κιθαρίστα των MORBID, Ulf "Uffe" Cederlund, χωρίς να μαθαίνουμε έκτοτε κάποιο νέο από τον Leffe κι αυτό μέχρι το 2006 όταν μαθεύτηκε πως έβαλε τέλος στη ζωή του δια απαγχονισμού.  Τον Σεπτέμβριο του 1989 ανακοινώνουν πως διαλύονται ώστε τρεις μέρες μετά να εμφανιστούν ξανά στο προσκήνιο με τους ENTOMBED αλλά χωρίς τον Johnny Hedlund. Οι ίδιοι δήλωναν πως ήθελαν να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα αλλά η πραγματικότητα ήταν πως ήθελαν να συνεχίσουν χωρίς τον Hedlund με τον οποίον είχαν μουσικές διαφορές και τον συναντούμε αργότερα στους UNLEASHED με τους οποίους συνεχίζει μέχρι και σήμερα. Το αρχικό πλάνο των ENTOMBED ήταν να παραμείνουν τρίο σχήμα με τους Uffe, Nicke Andrerson και L-G όπως ακριβώς ηχογράφησαν και το πρώτο τους demo “But life goes on” άλλα τελικά πρότειναν και στον Alex Hellid να συμμετάσχει μιας και ήταν πολύ καλός τους φίλος και αξιόλογος κιθαρίστας. Τον Δεκέμβριο του 1989 μπαίνουν στα γνώριμα Sunlight Studios με παραγωγό τον Tomas Skogberg, με τους Uffe και Nicke Anderson να αναλαμβάνουν και το μπάσο μιας και ο προηγούμενος μπασίστας τους, David Blomqvist (CARNAGE, DISMEMBER) αποχώρησε λίγες μέρες πριν τις ηχογραφήσεις του άλμπουμ και τον Ιούνιο του 1990 το ντεμπούτο τους με τίτλο “Left hand path” κυκλοφορεί από την Earache. 
Η πρώτη επαφή με τον ιδιοκτήτη της εταιρείας, Digby "Dig" Pearson είχε γίνει το 1988 όταν ο ίδιος ακολουθούσε τους NAPALM DEATH στην ευρωπαϊκή τους περιοδεία και όταν βρέθηκαν στην Στοκχόλμη όπου οι NIHILIST είχαν κανονίσει να εμφανιστούν ως support του έδωσαν κάποια demo τους. Ενώ υπήρχε αρχικά η σκέψη να τους προτείνει να βγάλουν δίσκο η τελική απόφαση πάρθηκε όταν ο Nicke Anderson του έστειλε το “But life goes on” και τον ενημέρωσε για το νέο του συγκρότημα και τους υπέγραψε για τέσσερα άλμπουμ. Το “Left hand path” ηχογραφήθηκε μέσα σε 100 ώρες, κόστισε 11.000 σουηδικές κορώνες, σχεδόν €1.000 και κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1990 γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία και με ικανοποιητικές πωλήσεις. Με πέντε από τα δέκα τραγούδια και συγκεκριμένα τα “Abnormally deceased”, “Revel in flesh”, “When life has ceased”, “Supposed to rot” και “Morbid devourment” να τα έχουμε ξανακούσει στο παρελθόν από τους NIHILIST και εξώφυλλο από τον Dan Seagrave ο οποίος είχε επιμεληθεί και το “Altars of madness” των MORBID ANGEL, οι ENTOMBED είχαν ήδη ένα κλασικό death metal άλμπουμ κι ένα από τα καλύτερα του ιδιώματος. Στο ένθετο του δίσκου δεν συμπεριλαμβάνονται οι στίχοι κι αυτό γιατί δεν τους ικανοποιούσαν πλέον αυτοί των παλαιότερων τραγουδιών και στη θέση τους εκτός της ευχαριστήριας λίστας αναφέρουν και τις επιρροές τους όπως τους REPULSION, SLAYER, R.A.V.A.G.E., DEATHSTRIKE, AUTOPSY, Christopher Young (Αμερικάνος συνθέτης κινηματογραφικών ταινιών, αρκετών τρόμου όπως το “Hellraiser”) και τους Νορβηγούς VOMIT. 
Στο ομότιτλο τραγούδι παίζουν ένα απόσπασμα από το βασικό θέμα της σειράς ταινιών τρόμου “Phantasm” το οποίο είχαν χρησιμοποιήσει έναν χρόνο νωρίτερα και οι Ούγγροι TORMENTOR του Attila Csihar ως intro στο “Anno domini” demo του 1989 και η εξέλιξη τους από την εποχή των NIHILIST είναι ολοφάνερη σε όλους τους τομείς. Χαμηλοκουρδισμένες κιθάρες, με εντελώς προσωπικό ήχο που βασίστηκε πάνω τους σχεδόν ολόκληρη η σουηδική σκηνή και συνεχίζει να επηρεάζει μέχρι και σήμερα νέα συγκροτήματα σε εγκληματικό βαθμό και ένα attitude που δεν εναρμονιζόταν με αυτό που είχαμε συνηθίσει από τις death metal μπάντες που προέρχονταν κυρίως από την Αγγλία και τις Η.Π.Α τότε. To drumming του Nicke Anderson δεν αναλωνόταν σε ανούσια blast-beats και ακραίες ταχύτητες αλλά είχε ένα πιο minimal και σφιχτό παίξιμο, με χαρακτηριστικά σκασίματα και γεμίσματα δηλώνοντας σε συνεντεύξεις του οπαδός συγκροτημάτων εκτός death metal όπως οι THE CULT, DANZIG, SOUNDGARDEN, VOIVOD και κάποιων gothic rock σχημάτων ενώ οι τεράστιες κιθάρες πάταγαν πάνω σε γερές μελωδικές γραμμές και ξεσηκωτικούς ρυθμούς με αρκουδιάρικα φωνητικά από τον L-G Petrov. Ακολουθεί ευρωπαϊκή περιοδεία με τους CARCASS και εμφανίζονται από κοινού με συγκροτήματα όπως οι BOLT THROWER, GODFLESH, ATROCITY, DISHARMONIC ORCHESTRA και XYSMA, με τον Lars Rosenberg από τους CARBONIZED να αναλαμβάνει το μπάσο. Με το “Left hand path” η Σουηδία έδειχνε να έχει μπει γερά στο παιχνίδι κι αυτό ήταν μονάχα η αρχή.
Κώστας Αλατάς

 


EVERY MOTHER’S NIGHTMARE - “Every mother’s nightmare” (Arista/BMG) 
H μπάντα αυτή από το Nashville είχε τα εχέγγυα για μια μεγάλη πορεία, παρόλα αυτά η αλλαγή της τάσης του σκληρού ήχου στις αρχές των 90’s, προφανώς ήρθε για να πάρει και αυτούς η μπάλα, μαζί με πολλούς άλλους είναι η αλήθεια.  
Το ντεμπούτο τους που παρουσιάζεται εδώ, διέθετε μια σειρά  από πολύ καλά εφόδια. Μια μπάντα  με ενέργεια και τσαμπουκά και έναν ήχο που βρίσκεται  ανάμεσα στους  MOTLEY CRUE και στους SKID ROW. Επίσης το sleaze hard rock ύφος τους, είχε και μια μικρή τζούρα του Νότου απ όπου κατάγονται (για του λόγου το αληθές υπάρχει η διασκευή στο “Long haired country boy” των CHARLIE DANIELS BAND)  και επίσης βρισκόντουσαν στην Αrista, μια από τις πιο μεγάλες πολυεθνικές εκείνη  την εποχή και λέγεται ότι τους επέλεξε ο ίδιος Clive Davis προσωπικά!
Μια σειρά από δυναμικά hard rock κομμάτια σαν τα “Hard to hold”, “Walls come down”( πρώτο single), “Εz come, ez go”, “Dues to pay” ,”Listen up” και η αλά SKID ROW μπαλάντα, “Love can make you blind” (το δεύτερο single) μας παρουσιάζουν στο ντεμπούτο τους, 
Η αλήθεια είναι ότι ο δίσκος με ενθουσιάζει ακόμα κ σήμερα, 28 χρόνια μετά την κυκλοφορία του (ναι, έβγαιναν κι εδώ τέτοιοι δίσκοι, το δικό μου έχει ακόμα την  ζελατίνα του θρυλικού Rock City) και παρότι το επόμενό τους βγήκε το 1993, η εποχή που αντιπροσώπευε ο ήχος τους και το παρουσιαστικό τους είχε οριστικά παρέλθει. 
Για την ιστορία, λέγεται ότι ο ντράμερ τους Jim Phipps έμοιαζε πάρα με τον Sebastian Bach, γεγονός που τους έδινε εκείνη την εποχή extra credit ανάμεσα στον γυναικείο πληθυσμό. Όσοι πάντως αρέσκεστε σε αυτόν τον ήχο και δεν τον έχετε ακούσει, καλό θα είναι να το κάνετε σύντομα. Θα ενθουσιαστείτε. Σας το εγγυώμαι.
Γιάννης Παπαευθυμίου 

 

EXHORDER – “Slaughter in the Vatican” (Roadrunner)
Τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει «καραμέλα» η σύγκριση των EXHORDER με τους PANTERA, κάτι που δεν είχε ακουστεί καθόλου τις δύο περασμένες δεκαετίες. Για να είμαστε ειλικρινείς, είναι προφανές ότι οι EXHORDER, είχαν παίξει νωρίτερα από τους Τεξανούς metallers αυτό το είδος του groove metal, που ξεκίνησε στο “Cowboys from hell” και στους επόμενους δίσκους τους εκτόξευσε στην στρατόσφαιρα. Δεν πρέπει να είναι και τυχαίο πως οι EXHORDER κατάγονται από τη Νέα Ορλεάνη.
Οι EXHORDER όμως, στο “Slaughter in the Vatican”, είχαν και πολλά διαφορετικά πράγματα. Ξεκινάμε από το εξώφυλλο. Ξέρετε πολλά γκρουπ που θα τολμούσαν να βάλουν δύο τύπους να σέρνουν τον Πάπα στην κρεμάλα σ’ ένα εξώφυλλο τίγκα στη βλασφήμια, που θα κυκλοφορούσε μάλιστα και από τη Roadrunner; Ξέρετε πολλά γκρουπ που θα τολμούσαν να βγάλουν τραγούδι με τον τίτλο “Anal lust” (και δεν θα έπαιζαν grind); Εντάξει, είναι επίσης προφανές ότι ο Phil Anselmo, μελέτησε πολύ καλά τον τρόπο που τοποθετούσε τη φωνή του ο Kyle Thomas (τον οποίο αργότερα τον είδαμε και στους ALABAMA THUNDERPUSSY, τους FLOODGATE και τους TROUBLE). Το θέμα όμως είναι πως τούτοι εδώ, έδειχναν και ήταν πιο death metallers. Δηλαδή ο ήχος των PANTERA, συνδυαζόταν με δίκαση-πολυβόλο και πάμπολλες επιρροές από σχήματα όπως οι DARK ANGEL ή οι DEMOLITION HAMMER, κάνοντας το τελικό αποτέλεσμα κολασμένο.
Χωρίς να το γνωρίζουν και οι ίδιοι, πρόλαβαν να επηρεάσουν σχεδόν όλο το κίνημα της Νέας Ορλεάνης, αλλά διαλύθηκαν μετά το επόμενο άλμπουμ τους και δεν απόλαυσαν καμία απολύτως επιτυχία. Από τον δίσκο αυτό όμως, έχουν γραφτεί έντονα στη μνήμη μας, έπη όπως το “Desecrator”, το “Exhorder”, το “Death in vain” και το “Slaughter in the Vatican”.
Σάκης Φράγκος

 


EXODUS – “Impact is imminent” (Capitol)
Εδώ πιθανότατα έχουμε τον ορισμό του αδικημένου ή υποτιμημένου δίσκου αφού το τέταρτο άλμπουμ των EXODUS παραβλέπεται συχνά αν και ανήκει στην κλασική, πρώτη περίοδο της μπάντας. Σίγουρα, δεν φτάνει τα επίπεδα του “Fabulous disaster” (ούτε καν λόγος φυσικά για το “Bonded by blood”) αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι κατώτερο από το “Pleasures of the flesh” το οποίο, κατά τη γνώμη μου, δεν ενέχει την ποιότητα του “Impact is imminent”. Το δίδυμο Gary Holt/Rick Hunolt εξαπολύει μία φρενήρη κιθαριστική επίθεση ενώ ο “Zetro” τραγουδάει σαν να μην υπάρχει αύριο! Αν ήταν και η παραγωγή ένα κλικ καλύτερη τότε θα ήμασταν περισσότερο ικανοποιημένοι αλλά μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για ένα thrash άλμπουμ, έτσι;
Αυτό που μου αρέσει περισσότερο στο “Impact…” είναι η ποικιλομορφία του αλλά και η...θαρραλέα (για thrash μπάντα) απόφαση των EXODUS να ενσωματώσουν κάπως πιο μελωδικά αλλά και πιο mid-tempo σημεία στο δίσκο. Το αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου τους δικαίωσε αφού το άλμπουμ δεν είναι διόλου μονοδιάστατο αν και εκείνη την εποχή οι κριτικές το αδίκησαν. Μην ξεχνάμε όμως ότι στην αυγή της νέας δεκαετίας του ‘90 πολλά ηγετικά, thrash συγκροτήματα «πειραματίζονταν» με πιο μελωδικές, groovάτες & mid-tempo συνθέσεις. Ήταν κάτι που το έκαναν τότε με επιτυχία οι DEATH ANGEL, οι TESTAMENT, οι ANTHRAX, οι MEGADETH, οι FORBIDDEN κ.α. Οι EXODUS ακολούθησαν αυτό το δρόμο και κομμάτια σαν τα “Only death decides” και “Changing of the guard” δικαίωσαν σε απόλυτο βαθμό την απόφασή τους.
Πιστεύω ακράδαντα ότι το “Impact is imminent” αξίζει μία δεύτερη ευκαιρία. Είναι ένα άλμπουμ που δικαίωσε τις προσδοκίες των δημιουργών του και ακούγεται το ίδιο «φρέσκο» με τότε. Κατά την γνώμη μου, είναι το τρίτο καλύτερο δημιούργημα των EXODUS. 
Σάκης Νίκας  

 

EXTREME - "II Pornograffitti"(A&M)
Συγκροτήματα όπως οι EXTREME, δεν δημιουργούνται συχνά. Έχουν φινέτσα, έχουν μαγκιά, έχουν τσαχπινιά, ακόμα και σιρόπια όταν θέλουν, αλλά μαζί έχουν και...funk. Όλα τα μέλη προσθέτουν κάτι στην μαγεία της μουσικής τους. Όλοι τους έχουν κάτι αξιοθαύμαστο. Αν και τα πρώτα δείγματα είχαν ήδη προϊδεάσει τα πλήθη για το φαινόμενο των EXTREME λίγους μήνες νωρίτερα, όταν κυκλοφόρησε το ντεμπούτο τους, η αλήθεια είναι πως στο "II Pornograffitti" παρουσίασαν όλα τους τα πρόσωπα. Στα 25 τους χρόνια, γράφουν μια στιχουργικά μεστή θεματολογία, μιλώντας για την φθορά της κοινωνίας από τα ναρκωτικά, το σεξ και την θρησκεία. Κάτι που παραμένει τόσο επίκαιρο. Όλα αυτά με μουσική μπολιασμένη με τεστοστερόνη, κιθάρες που ξυρίζουν και έναν Gary Cherone να δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας. Το άλμπουμ είναι γεμάτο τραγουδάρες και δικαίως φαντάζει αξεπέραστο για την μπάντα. Το "Decadence dance" ξεκινά με μια εισαγωγή από πιάνο, που δεν σε προετοιμάζει για τον κεραυνό που θα ακολουθήσει. Η έκρηξη που έρχεται ενάμιση λεπτό μετά με την κιθάρα του Nuno Bettencourt δεν υποχωρεί ούτε στο "Lil' Jack horny" με τα χάλκινα πνευστά, ούτε στο "When I'm president", ούτε στο "Get the funk out" με την εξαιρετική μπασογραμμή του Pat Badger. Όταν πέφτει η ένταση, πλημμυρίζει το συναίσθημα, με το "More than words", μια από τις καλύτερα ακουστικά τραγούδια ever, να τους εκτοξεύει μέχρι το νούμερο 1 και να δίνει ώθηση στις πωλήσεις του άλμπουμ και της καριέρας των παιδιών από την Βοστώνη. Δεν υπάρχει στιγμή που να ρίχνει το επίπεδο του "II Pornograffitti". Ακούστε τα "Money (in God we trust)", "Suzi (wants her all day what?)" ή το αγαπημένο μου "It('s a monster)" και θα καταλάβετε γιατί οι EXTREME είναι τόσο ιδιαίτεροι. Δίνουν σεμινάρια για το πώς μπορείς να γράψεις έξυπνη, τεχνική μουσική, που να έχει απήχηση. Αξίζει και μια αναφορά στο "Hole hearted", που αν και κλείνει τον δίσκο, αποτέλεσε και την δεύτερη μεγαλύτερή τους εμπορική επιτυχία. 
Γιώργος "When I'm president" Κουκουλάκης 

 

EYEHATEGOD – “In the Name of Suffering” (Intellectual Convulsion)
Σε μια δεκαετία, συνώνυμη της μίξης των ειδών, με τους μουσικούς και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού να δοκιμάζουν τις αντοχές του rock/metal (κουρασμένου) κοινού, δεν άργησε κάποια μπάντα να συνδυάσει το heavy rock με το hardcore, με τους CORROSION OF CONFORMITY να τα πηγαίνουν εξαιρετικά στα μέσα των 80’s (“Eye for an Eye”, “Animosity”), αλλά να παρατάνε εν τέλει τον ήχο. Στα πλαίσια του underground, οι EYEHATEGOD το επιχειρούν ξανά με όλες τις πτυχές του ήχου να ακουμπούν τα άκρα και με το “In the Name of Suffering” καταφέρνουν να γεννήσουν ένα νέο είδος, όμως η Νέα Ορλεάνη θα τους καταπιεί και θα τους φτύσει.
Το sludge metal, όπως ονομάστηκε, αρκετά χρόνια αργότερα θα βρει την εμπορική απήχηση, οι EYEHATEGOD θα αργήσουν ίσως λίγο παραπάνω να αναγνωριστούν, ίσως και με δική τους ευθύνη. Η παροιμιώδης ωμότητα του δίσκου, σε συνδυασμό με το groove που χτίζει το δίδυμο Dale, LaCaze σε μπάσο/drums αποτελούν τα πρώιμα χαρακτηριστικά του στυλ τους. Και βέβαια η φωνή και οι στίχοι του Mike Williams.
Αλέξανδρος Τοπιντζής

 

FIELDS OF THE NEPHILIM - “Elizium” (Beggars Banquet)
Αν υπάρχει κάτι το οποίο κάνει την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στο “Elizium” και στους δύο προκατόχους του, αυτό είναι η βαριά και ασήκωτη ατμόσφαιρά του. Οι FIELDS OF THE NEPHILIM είχαν πλέον καθιερωθεί στη συνείδηση του κόσμου ως οι δεύτεροι, ισότιμοι στυλοβάτες του gothic rock και πλέον είχε έρθει η στιγμή να αποδείξουν το κάτι παραπάνω. Και αυτό το πέτυχαν εδώ στο μέγιστο βαθμό. Έχοντας μαζί τους στην παραγωγή τον Andy Jackson, γνωστό ως τον μηχανικό ήχου των PINK FLOYD από το “Final cut” μέχρι και το “The division bell”, το θέμα φαίνονταν ότι θα πήγαινε σε εντελώς άλλη, progressive τολμώ να πω, διάσταση. Μπορείς εύκολα να το αντιληφθείς άλλωστε, αφού μόλις η βελόνα ξεφύγει από το δίπτυχο “(Dead but dreaming)”/”For her light”, οι εκπλήξεις που σε περιμένουν είναι απρόσμενες. Οι ταχύτητες απλά δεν υπάρχουν, η εσωτερικότητα και το έρεβος έχουν την απόλυτη κυριαρχία και πρέπει εσύ να αντιμετωπίσεις το album όχι ως τραγούδια, αλλά ως μια ενιαία και αδιαίρετη ολότητα. Όταν θα φτάσεις στο σημείο αυτό, το “Elizium” θα είναι ο μουσικός, σκοτεινός, ιδιαίτερος συνοδοιπόρος που θα σε συντροφεύει για μια ζωή. Το magnum opus των FIELDS OF THE NEPHILIM κρίνεται από την ιστορία ως άκρως απαραίτητο για κάθε σοβαρή δισκοθήκη.  
Γιώργος Κόης

 

FIREHOUSE – “Firehouse” (Epic)
Μπορεί η δεκαετία να άλλαξε και να μη βρισκόμαστε στα ένδοξα 80’s αλλά όπως μου αρέσει να λέω, τα 80’s κράτησαν την αύρα τους τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ΄90. Θυμίζω, πως μιλάμε για την εποχή που το αμερικάνικο hard rock ή poser ή sleaze ή hair metal, γνώριζε ανεπανάληπτες δόξες σε όλα τα επίπεδα. Ήταν η εποχή που οι περισσότερες νεοσύστατες μπάντες ήθελαν να βρίσκονται σε αυτό το μουσικό πεδίο, είτε επειδή οι εταιρίες πίεζαν προς αυτή την κατεύθυνση είτε γιατί το γούσταραν. Οι FIREHOUSE εμφανίστηκαν από το πουθενά καθώς αποτελούν ανακάλυψη του Bon Jovi. Αυτός ήταν ο άνθρωπος που μίλησε, ώστε σήμερα να γράφουμε πέντε αράδες για έναν εκ των κορυφαίων δίσκων που έβγαλε η συγκεκριμένη μουσική.
Θα μου πείτε, υπάρχει κάτι το καινούργιο στον συγκεκριμένο δίσκο, κάτι το οποίο άλλαξε την πορεία της μουσικής ή κάτι άλλο; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι, αλλά μιλάμε για ένα καταληκτικό ντεμπούτο το οποίο έγινε δύο φορές πλατινένιο και χρυσό σε πάρα πολλές χώρες ανά την υφήλιο. Βλέπεις, ήταν δίσκος καταδικασμένος να πετύχει. Δε γινόταν αλλιώς. Ο δίσκος, από το εναρκτήριο “Rock on the radio” μέχρι την τελευταία νότα του “Helpless” ξεχειλίζει ποιότητα. Τι θες να σου αναφέρω; Για το “All she wrote” που σε αφήνει στήλη άλατος; Για το “Shake and tumble” που είναι ότι πιο χορευτικό έγραψε η μπάντα; Για τους απόλυτους ύμνους που ακούνε στα ονόματα “Overnight sensation” και “Helpless” ή για τα “Don’t walk away” και “Love of a lifetime” που βρισκόντουσαν σε κάθε κασέτα εκείνη την εποχή; Και ρωτάω πάλι. Υπάρχουν λέξεις που μπορώ να γράψω για να καλύψουν το μεγαλείο του συγκεκριμένου δίσκου; Θεωρώ πως η καλύτερη απάντηση είναι οι σηκωμένες… τρίχες, την πρώτη φορά που ακούσατε το άλμπουμ. Είμαι σίγουρος πως μείνατε με το στόμα ανοιχτό όπως και εγώ. Το θεωρώ δεδομένο. Βέβαια, το δικό μου αγαπημένο τραγούδι είναι το απόλυτα ταξιδιάρικο “Don’t treat me bad” καθώς έχω φτιάξει άπειρες εικόνες με το συγκεκριμένο τραγούδι. 
Κυρίες και κύριοι. Το άλμπουμ είναι κολοσσός. Δεν έχει καμία μέτρια στιγμή. Κυκλοφόρησε για να μείνει στην ιστορία και το έκανε με χαρακτηριστική άνεση. Δεν χρειαζόταν να κάνει και πάρα πολλά. Με τέτοια τραγούδια άλλωστε όλα ήταν παιχνιδάκι. Α, και ο ήχος στα τύμπανα όπως και όλες οι στάθμες – πηγές ήταν αυτές που χρησιμοποίησαν οι DREAM THEATER στο “Images an words”. Πείστηκες τώρα; Για να τα λέμε όλα!
Ντίνος “Benjamin Breeg” Γανίτης

 

FLOTSAM AND JETSAM – “When the storm comes down” (MCA)
Τα πράγματα είναι απλά κι έχουν γραφτεί αρκετές φορές (κι από εμένα), γι’ αυτόν το δίσκο. Οι FLOTS είχαν βγάλει τα θεϊκά “Doomsday for the deceiver” και “No place for disgrace” κι έφυγαν από την Elektra και υπέγραψαν στην πολυεθνική MCA. Εκεί, ένιωσαν πως ήταν η ευκαιρία τους να κάνουν το breakthrough και να πουλήσουν πολλά περισσότερα αντίτυπα, όπως είχαν κάνει αρκετά από τα σχήματα που είχαν «μεγαλώσει» παρέα. Έλα όμως που πρέπει να «το έχεις» και το κοινό σου να μπορέσει να ανεχτεί την αλλαγή του ήχου σου…
Το “When the storm comes down”, αρχικά πάσχει από μέτρια παραγωγή και μου είναι αδιάφορο αν την έκανε ο «πολύς» Alex Perialas. Είναι μία μέτρια παραγωγή. Το μεγάλο ζήτημα όμως, είναι οι πολλές μέτριες έως κακές συνθέσεις. Είναι ντροπή να υπάρχουν σε δίσκο των FLOTSAM AND JETSAM, ανύπαρκτα τραγούδια όπως τα “Deviation” ή “6, six, VI” ή το –και καλά αστείο- “K.A.B.” που κλείνει το δίσκο. Το “Suffer the masses” (για το οποίο γυρίστηκε και video clip) και το εναρκτήριο “The master sleeps”, ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, σ’ έναν μετρίως μέτριο δίσκο, που χαντάκωσε το σχήμα, παρότι το “Quatro” που ακολούθησε ήταν ένας πραγματικά καλός δίσκος, αλλά με το κακό προηγούμενο του “When the storm…”, κανείς δεν του έδωσε σημασία… Για την ιστορία, την κασέτα εταιρίας που είχα πάρει, την πέταξα στα σκουπίδια, αλλά επειδή είμαι γνωστός λάτρης σκουπιδιών, βρήκα την επανακυκλοφορία της Metal Mind αρκετά χρόνια μετά. Μην κάνετε το ίδιο λάθος. Οι FLOTSAM AND JETSAM έχουν πολλούς καλούς δίσκους σε όλες τις περιόδους τους. Σίγουρα το “When the storm comes down” ΔΕΝ είναι ένας απ’ αυτούς…
Σάκης Φράγκος

 

FORBIDDEN - “Twisted Into Form” (Combat Records)
Το 1990, το thrash είχε φτάσει στο peak του από πλευράς δημιουργικότητας, τόσο σε επίπεδο συγκροτημάτων όσο και σε επίπεδο δίσκων. Αν κάτσουμε και αναλογιστούμε ποιες μπάντες πρωταγωνιστούσαν και ποια άλμπουμ είχαν κυκλοφορήσει, θα καταλήξουμε γρήγορα στο συμπέρασμα πως από το 1982 - 1983 ως εκείνη τη χρονιά, είχαμε διανύσει μια χρυσή επταετία. Το “Forbidden Evil” (πρέπει να) θεωρείται σημαντικότατος δίσκος για το thrash metal. Και δικαίως, μιας και μιλάμε για ένα ντεμπούτο από αυτά που (πρέπει να) μνημονεύονται εις τους αιώνας των αιώνων. Το “Twisted Into Form” είχε δύσκολη αποστολή λοιπόν. Έπρεπε να σταθεί επάξια δίπλα στον προκάτοχό του. Το κατάφερε. Και όχι μόνον αυτό, αλλά πιθανότατα να είναι ακόμη καλύτερο.
Η φράση «πρέπει να» στη παρένθεση, δηλώνει αβεβαιότητα. Δεν ξέρω κατά πόσο οι FORBIDDEN έχουν τη θέση που τους αρμόζει. Προσωπικά, τους θεωρώ ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της αλυσίδας που ονομάζεται “thrash”, ειδικότερα του παρακλαδιού που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό του το τεχνικό κομμάτι. Εκεί οι FORBIDDEN θεωρούνται από τις ηγέτιδες δυνάμεις. Είδατε, εδώ δεν υπάρχει αυτό το (πρέπει να). Οι οπαδοί του tech - thrash, γνώστες, ελιτιστές, «μασόνοι», ξέρουν. Και όπως λατρεύουν τους HEATHEN, τους TOXIK, τους DEATH ANGEL, τους TESTAMENT και τους ONSLAUGHT της δεύτερης περιόδου (μόλις σας ανέφερα κάποια ενδεικτικά σχήματα για να δημιουργήσετε μόνοι σας όσοι δεν γνωρίζετε τον ήχο των Αμερικανών), λατρεύουν και τους FORBIDDEN. Με το έντονο METALLICA ύφος (το “Master of Puppets” βοήθησε τα μέγιστα στη διαμόρφωση μιας ολόκληρης «πτέρυγας» συγκροτημάτων στο thrash «κοινοβούλιο»), έναν Paul Bostaph σε σεμινάριο drumming και τα trademark φωνητικά του Russ Anderson, οι Καλιφορνέζοι στο “Twisted Into Form” χαρίζουν έναν δίσκο η αξιολόγησή του οποίου ξεκινά από το 10/10. Ακουστικά intros, ογκώδεις κιθάρες, riff after riff after riff, εναλλαγές συνεχείς και έξυπνα «δεμένες» μεταξύ τους… η πεμπτουσία του τεχνοκρατικού metal. Ο ορισμός του έξυπνου, ενήλικου thrash. Δίσκος - σταθμός.
Δημήτρης Τσέλλος

 

LITA FORD – “Stiletto” (RCA Records)
Πολυαγαπημένη καλλιτέχνιδα η Lita Ford. Βλέπετε, ήταν και είναι το απωθημένο για πολύ κόσμο εκεί έξω που ασχολείται με αυτή τη μουσική. Λίγο η ομορφιά της, λίγο η φωνή της, λίγο οι καλοί δίσκοι που κυκλοφόρησε, την έκαναν αρκούντως αρεστή στο μεγαλύτερο μέρος του ανδρικού μεταλλικού κοινού. Έχοντας στην πλάτη της έναν από τους καλύτερους δίσκους των 80’s, η Lita Ford έπρεπε να συνεχίσει στο ίδιο επίπεδο και να μπει δυναμικά στην δύσκολη, όπως φάνηκε, δεκαετία.
Μετά από μία δίλεπτη εισαγωγή η οποία σε παραξενεύει, ο δίσκος αρχίζει να κινείται σε γνώριμα επίπεδα. Το “Hungry” είναι τραγούδι σήμα κατατεθέν της ιέρειας του metal και κάνει τον ακροατή άμεσα δικό της με την αμεσότητα του τραγουδιού. Η συνέχεια με το “Dedication” για να μας παρουσιάσει μία alternative πλευρά της μουσικής της, δανειζόμενη στοιχεία από μουσικά είδη που μόλις άρχισαν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα. Το ομώνυμο τραγούδι είναι από αυτά που έμειναν στην ιστορία καθώς μιλάμε για ένα ασύλληπτο κομμάτι, μεστό, σε mid tempo ρυθμό, χαρακτηριστικό της τραγουδίστριας! Το “Lisa” είναι μία μπαλάντα από αυτές που έβγαιναν με το κιλό εκείνη την εποχή για να συνεχίσει ο δίσκος με το “The ripper”, το οποίο και είναι μία καλοπαιγμένη αλητεία που σε πιάνει από το λαιμό και σε ανεβάζει στα ύψη! Το “Big gun” είναι κλασικό τραγούδι της δεκαετίας που πέρασε, χορευτικό και συνάμα δυνατό και μελωδικό ενώ στο “Only women bleed” ο δίσκος πέφτει καθώς μιλάμε για μία άκρως συναισθηματική μπαλάντα με τα πλήκτρα να είναι αυτά που έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, δίνοντας την δική της εκδοχή στο τραγούδι του Alice Cooper. Τα καλύτερα τα φύλαξε για το τέλος η πανέμορφη Lita. Η τριάδα των “Bad boy”, “Aces and eights” και “Cherry red” στην κυριολεξία σκοτώνει, με το τελευταίο να είναι βγαλμένο από κάποιο b-side από τα sessions του “Hysteria” των DEF LEPPARD. Ιδανικό τελείωμα. 
Η Lita Ford κατάφερε να μπει με το δεξί στη δεκαετία του ’90. Μας χάρισε έναν δίσκο αντάξιο της μέχρι τότε ιστορίας της που στέκεται πολύ άνετα μέσα στα καλύτερα άλμπουμ εκείνης της χρονιάς. Δροσερό καλοπαιγμένο hard rock / A.O.R. Τι άλλο να γράψω; Η τελευταία φράση τα λέει όλα!
Ντίνος “Benjamin Breeg” Γανίτης

Σχόλια

Άλλα άρθρα του συντάκτη