Αφιέρωμα στο 90’s Metal – 1990 part 2

12 Νοεμβρίου, 2018 - 21:45

Τελείωσε λοιπόν το αφιέρωμα στα τιμημένα 80’s, όπως συνηθίζουμε να λέμε και βλέποντας την πολύ μεγάλη ανταπόκριση που είχε, είπαμε να συνεχίσουμε το αφιέρωμα και στην επόμενη δεκαετία, στα 90’s. Εδώ πλέον, έχουμε πληθώρα κυκλοφοριών κάθε χρόνο κι εκεί που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80 υπήρχαν 60-70 δίσκοι που έβγαιναν το χρόνο, πλέον ο αριθμός αυτός υπερδιπλασιάζεται. Εκ των πραγμάτων λοιπόν, κάποιοι θα μένουν έξω, ώστε να μένουν γύρω στους 130-150 ανά έτος. Κλασικά, η σειρά θα είναι αλφαβητική και για λόγους ευκολίας όλων μας, θα χωρίζεται κάθε έτος σε 3 ή 4 μέρη. Όπως και να έχει όμως, το εγχείρημα είναι πολύ τολμηρό και μία τέτοιου είδους καταγραφή, όπως και της περασμένης δεκαετίας, απαιτεί πολύ κόπο και οργάνωση. Ελπίζουμε να αποδειχθεί τόσο πετυχημένο αλλά κι ευκολοδιάβαστο. Φτάνουμε στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος στο 1990 (διαβάστε το πρώτο μέρος, εδώ), με την χαρακτηριστική κασέτα που είχαμε κάποτε στο έντυπο, να έχει αντικατασταθεί από λίστα Spotify.

GAMMA RAY – “Heading for tomorrow” (Noise)
Στα τέλη της δεκαετίας του ‘80  κι ενώ το όνομα των HELLOWEEN έχει γιγαντωθεί μετά από την κυκλοφορία των δύο “Keeper of the seven keys”, έρχεται και σκάει σαν βόμβα η είδηση της αποχώρησης του Kai Hansen από την μπάντα. Οι προσωπικές διαφορές μέσα στο group, το κάκιστο τότε συμβόλαιο με τη Noise, αλλά και η “τυραννία” του management τον οδήγησαν να τα βροντήξει και να θέσει εαυτόν εκτός HELLOWEEN. Λίγο αργότερα και μέσα στο 1989, ξεκινάει τη δική του μπάντα με τη βοήθεια του φίλου του Ralf Scheepers (PRIMAL FEAR) στα φωνητικά, τους GAMMA RAY, οι οποίοι έμελλε να παίξουν ηγετικό ρόλο στη σκηνή του ευρωπαϊκού power metal, με τον Hansen να θεωρείται μετέπειτα ως ο «νονός» του ιδιώματος. 
Σαφέστατα λοιπόν, ο κόσμος που ανέμενε το ντεμπούτο των GAMMA RAY ήταν αρκετός, το οποίο κυκλοφόρησε με το έμπα της νέας δεκαετίας και πιο συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 1990. Οι κοινές αναφορές του “Heading for tomorrow” με τις τελευταίες δουλειές των HELLOWEEN ήταν κάτι παραπάνω από αρκετές και εμφανείς. Μελωδικό riffing, μπόλικες διπλομποτιές, ψιλά φωνητικά, αλλά και η διάχυτη επική διάθεση ήταν τα κύρια συστατικά του δίσκου. Το καταπληκτικό “Lust for life” ανοίγει το δίσκο και φέρνει αυτόματα στο νου την πρώην μπάντα του Hansen. Ο δίσκος περιλαμβάνει πολλά καλά κομμάτια όπως το προαναφερθέν, το «χαρούμενο» “Heaven can wait”, η μπαλάντα “The silence”, αλλά και το απόλυτο ίσως highlight του δίσκου, το επικό 14λεπτο ομώνυμο κομμάτι, στο οποίο ο Hansen δείχνει σε πολλά του σημεία την αγάπη που τρέφει για τους JUDAS PRIEST. Πέραν του άμεσα μουσικού κομματιού, στο “Heading for tomorrow” βρίσκουμε κι ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο του δίσκου και μάλιστα ένα εκ των βασικών συστατικών του ήχου των HELLOWEEN. Δεν είναι άλλο από τη διάθεση του χιούμορ που αποπνέουν πολλά κομμάτια, όπως τα “Money”, “Hold your ground” και “Free time”. Το πρώτο μάλιστα υπενθυμίζει και το πόσο σημαντική υπήρξε για το power ιδίωμα η μουσική των QUEEN. 
Συνολικά, το “Heading for tomorrow” μπορεί να μην αποτέλεσε για τη δισκογραφία των GAMMA RAY την καλύτερη δουλειά τους (έπρεπε να περάσουν ακόμα πέντε χρόνια για να συμβεί αυτό…), αλλά αναμφίβολα ήταν μια στιβαρή και αξιοσημείωτη κυκλοφορία, μέσω της οποίας ο αγαπημένος μας Kai έδωσε το στίγμα του, πως υπάρχει μουσική συνέχεια και μετά τους HELLOWEEN. Τα υπόλοιπα είναι πλέον ιστορία…
Θανάσης Μπόγρης

 


HEADHUNTER – “Parody of life” (CBH Records)
Το 1989 ο Schmier, τραγουδιστής των DESTURCTION, απολύεται από το σχήμα. Εκείνος αντί να μείνει άπραγος φτιάχνει τους HEADHUNTER με τους Jörg Michael (drums) και Uwe "Schmuddel" Hoffmann (από τους θρυλικούς Γερμανούς TALON). Έτσι στις αρχές της δεκαετίας βλέπει το φως της δημοσιότητας η παρθενική τους δουλειά “Parody Of Life”. Και αν το εξώφυλλο δεν σε προδιέθετε να ακούσεις την δουλειά, εντούτοις αν το έπαιρνες απόφαση δεν θα είχες δυσαρέσκεια σε κανένα σημείο του δίσκου. Τα τραγούδια έχουν γράψει οι Schmier και Hoffmann οπότε ήταν κάπως λογικό να είναι επηρεασμένοι από την τότε Γερμανική metal σκηνή και φυσικά από τα συγκροτήματα που συμμετείχαν. Αν και θα μπορούσαν λόγω του Michael που είχε παίξει σε πιο heavy/power metal groups,να έχουν ένα πιο heavy ύφος, εκείνοι προτίμησαν να διατηρήσουν το speed/thrash στοιχείο που τους είχε μάθει ο κόσμος, σε όλες τις συνθέσεις του δίσκου. Ειδικά το DESTRUCTION στοιχείο είναι διάχυτο σε όλο το δίσκο. 
Όσες φορές ακούω το “Trapped In Reality” πάντα σκέφτομαι πως και δεν «μπήκε» σε κάποιο δίσκο τους. Αν δεν τους έχετε ακούσει και σας αρέσουν οι παλιοί OVERKILL, οι DEATH ANGEL και οι EXODUS, τότε λογικά θα αγαπήσετε και τους HEADHUNTER. Το “Parody Of Life” τιμάει στο έπακρο το προαναφερθέντα μουσικά σχήματα αλλά και όλο το είδος. Ο Schmier τραγουδάει με τέτοια λύσσα, λες και απευθύνεται σε όσους τον εδίωξαν ίσως θέλοντας να τους «πει» πόσο λάθος έκαναν. Από την άλλη κάποιος πιο μυημένος θα εντυπωσιαστεί από τον τρόπο παιξίματος του Michael, αφού δεν τον είχαμε συνηθίσει έτσι, δείγμα ότι η πληθώρα των groups που έχει στο βιογραφικό του μόνο τυχαία δεν είναι. Ευτυχώς οι HEADHUNTER δεν έμειναν μόνο σε αυτή την κυκλοφορία, δημιουργώντας άλλα 3 albums μέχρι και το 2008, όπου μετά και την κυκλοφορία του “Parasite Of Society” μπήκαν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας σαν ένα συγκρότημα που άφησε το δικό του στίγμα στην σκληρή μουσική έστω και αν δεν έκαναν τις τρελές πωλήσεις.     
Θοδωρής Μηνιάτης 

 

HOUSE OF LORDS – “Sahara” (BMG)
Οι HOUSE OF LORDS στην πρώτη φάση της καριέρας τους, δηλαδή όταν ακόμη στο συγκρότημα ήταν ο Gregg Giuffria, κυκλοφόρησαν τρία αψεγάδιαστα hard rock albums τα οποία μέχρι και σήμερα μπορεί να θεωρούνται κλασικά του είδους αλλά ταυτόχρονα είναι και εγκληματικά υποτιμημένα. Είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που ενώ τα πάντα ήταν δομημένα στην εντέλεια εντούτοις η εμπορική επιτυχία δεν ήρθε ποτέ για τους HOUSE OF LORDS τουλάχιστον στο βαθμό που οι ίδιοι επιθυμούσαν και άλλα –λιγότερο ταλαντούχα- groups απολάμβαναν εκείνη την εποχή.
Το “Sahara” είναι ένας δίσκος που περίμενα να έρθει στο Happening εκείνη την εποχή καθώς το ντεμπούτο δύο χρόνια νωρίτερα μας είχε «ξετινάξει» ενώ και η παρουσία του Gene Simmons στην καθοδήγηση του σχήματος δεν μας άφηνε διόλου αδιάφορους (σαν KISS freaks που είμαστε). Η πρώτη μου επαφή με το άλμπουμ ήρθε φυσικά μέσω του MTV και της μπαλάντας “Remember my name” όπου η εκφραστικότητα του James Christian δεν άφηνε κανέναν ασυγκίνητο. Αργότερα παίχτηκε στο πάλαι ποτέ μουσικό κανάλι και ένα video για τη διασκευή στο “Can’t find my way home” (BLIND FAITH) το οποίο να σας πω τη μαύρη αλήθεια δεν μου «πολυμίλησε» τότε.
Συνθετικά το “Sahara” είναι άριστο, η μπάντα είναι αψεγάδιαστη, η παραγωγή κρυστάλλινη και είναι πραγματικά απορίας άξιο πως δεν έκανε μεγαλύτερη επιτυχία. Επιπλέον, το γεγονός ότι υπήρχαν πολλοί και εκλεκτοί καλεσμένοι (Rick Nielsen, Doug Aldrich, Chris Impellitteri, Mike Tramp κ.α.) έδινε μία έξτρα αίγλη στο όλο εγχείρημα. Κι όμως η επιτυχία δεν ήρθε. Το “Sahara” μπορεί να μην είναι το αγαπημένο μου άλμπουμ των HOUSE OF LORDS (αυτό θα είναι πάντα το “Demons down”) αλλά μπορώ να πω με σιγουριά ότι είναι το πιο δουλεμένο από άποψης παραγωγής από τους τρεις κλασικούς τους δίσκους. 
Σάκης Νίκας

 

IAN GILLAN - “Naked thunder” (Teldec)
Ο Ian Gillan στην πρώτη προσωπική και σοβαρή δουλειά του μετά την αποχώρησή του από τους DEEP PURPLE το 1989, δίνει το προσωπικό του στίγμα, δίχως την καταπίεση του «μελωδικού» Blackmore. Μουσική για να πιεις το ποτό σου στο μπαρ, χαζεύοντας αιθέριες υπάρξεις, παρέα με μαντράχαλους με τατουάζ και μακριά μαλλιά. Οι αιθέριες υπάρξεις θα είναι στο δίπλα μπαρ, παρέα με πολύ πιο cool τύπους και εσύ θα κουνάς το ποτήρι σου στους ήχους του “No good luck”. Ο Gillan δεν αρνείται το hard rock παρελθόν του και τις hard rock ρίζες του. Ακολουθεί όμως μια προσέγγιση πιο ραδιοφωνική, πιο μελωδική, για μην ξεχνάμε τις καταβολές του πριν τους DEEP PURPLE. Εκπλήσσει όπως πάντα, όταν θέλει κι εδώ ήθελε, στο “No more cane on  the brazos” ένα τραγούδι από την εποχή των σκλάβων στις φυτείες, μια κραυγή στην ελευθερία και συναρπάζει με την ζωντάνια και την ζωτικότητα του στα “Gut reaction”, “Moonshine”, ενώ δείχνει ότι θυμάται την τέχνη της ροκ μπαλάντας με αξιώσεις στο  “Loving on borrowed time”. Όσοι είχαμε την τύχη να τον δούμε στο φεστιβάλ της ΚΝΕ στο Ζάππειο (10.000 περίπου), ξέρουμε ότι το άλμπουμ λειτουργεί άψογα ζωντανά χάρη και στον εκπληκτικό συν συνθέτη και κιθαρίστα του, Steve Morris. Στο “Naked thunder” τον συνοδεύει πλειάδα γνωστών μουσικών του hard rock  χώρου, γεγονός που δεν αφήνει αμφισβήτηση για το επίπεδο της απόδοσης των συνθέσεων. Αυτό το άλμπουμ σήμανε ουσιαστικά την επιστροφή του στο hard rock που θα επιβεβαιωνόταν με την επιστροφή του οριστικά πλέον, λίγο καιρό αργότερα στους DEEP PURPLE. Παραμένει ίσως το καλύτερο του προσωπικό άλμπουμ, γιατί πειραματίζεται χωρίς να αφήνει την διάθεση του για «νεωτερισμούς» να τον απομακρύνει από αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα, να ουρλιάζει σαν λύκος στην πανσέληνο, όταν οι περισσότεροι συνομήλικοι του ψάχνουν τα πρωινά χάπια για πίεση και προστάτη.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

ICED EARTH – “Iced earth” (Century Media)
Οι ICED EARTH είναι γνωστό πως είναι μία από τις αγαπημένες μπάντες του ελληνικού κοινού. Το status όμως αυτό το απέκτησαν από το “Dark saga” και έπειτα και είναι άδικο αν σκεφτούμε τι δισκάρες έβγαλε η μπάντα πριν από εκεί. Αρκεί να θυμηθούμε πως μέχρι ΚΑΙ το “Burnt offerings”, το συγκρότημα του Jon Schaffer απευθυνόταν σε underground κοινό. Όλα όμως έχουν μια αρχή και η ιστορία των ICED EARTH ξεκινά το 1985, τότε που το γκρουπ αρχικά ονομαζόταν PURGATORY. To συγκρότημα έγραψε τρία demo και μετά από τρία χρόνια άλλαξε την ονομασία του σε ICED EARTH, ένα όνομα που έδωσε ένας πολύ καλός φίλος του Schaffer που πέθανε σε τροχαίο δυστύχημα, για τον οποίο γράφτηκε το τραγούδι “Watching over me” μερικά χρόνια αργότερα. Το 1989 οι ICED EARTH γράφουν το demo “Enter the realm” και πλέον όλα ήταν δρομολογημένα για να κυκλοφορήσει το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1990. Με τον Gene Adam στα φωνητικά, τον Randal Shawver στην κιθάρα, τον Dave Abell στο μπάσο και τον Mike McGill στα ντραμς, o Schaffer παρουσίασε έναν δίσκο πρωτόλειου αμερικάνικου heavy metal, με τα χαρακτηριστικά galloping ρυθμικά μέρη της κιθάρας του, που έγιναν σήμα κατατεθέν της μπάντας, να πιστοποιούν ένα ξεκάθαρο στιλ για τους ICED EARTH, κερδίζοντας έτσι τον δικό τους προσωπικό ήχο. Αν και ο δίσκος δεν έχει την καλύτερη παραγωγή, συνθετικά το άλμπουμ είναι εξαιρετικό, με τα τραγούδια “Iced earth”, “Colors”, “When the night falls” και “Written on the walls” να ξεχωρίζουν. Αν υπάρχει ένα μελανό σημείο στο “Iced earth” είναι τα φωνητικά του Gene Adam. Οι διαφορές στην ποιότητα της φωνής του με τους τραγουδιστές που τον διαδέχθηκαν είναι χαοτικές. Αρκεί να ακούσει κανείς τις εκτελέσεις των τραγουδιών του “Iced earth” από τον Matt Barlow στο “Days of purgatory”, για να καταλάβει την διαφορά. Ακόμα και έτσι όμως, το “Iced earth” είναι το πρώτο ιστορικό βήμα των ICED EARTH, με έναν προσωπικό ήχο που εξέλιξαν από δίσκο σε δίσκο, καταφέρνοντας να κερδίσουν την αγάπη όλων μας.
Δημήτρης Μπούκης

 


INCUBUS – “Beyond the Unknown” (Nuclear Blast)
Αν και πρόκειται για ένα από τα πρώτα death metal συγκροτήματα που είδαν τη δουλειά τους να κυκλοφορεί επίσημα, οι INCUBUS από τη Louisiana (μην μπερδευτείτε με αυτούς που έπαιζε ο Mike Browning πριν φορμάρει τους NOCTURNUS) παραμένουν από τα σχήματα που αρκετοί φίλοι του ακραίου ήχου αγνοούν. Μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους “Serpent temptation” από την Brutal Records το 1988 και την αποχώρηση του μπασίστα/τραγουδιστή Scott Latour, τα γεννημένα στη Βραζιλία αδέρφια Moyses M. Howard και Francis M. Howard αποφασίζουν να εγκατασταθούν μόνιμα στη Florida μιας και η death meal σκηνή ήταν αρκετά ενεργή εκείνη την περίοδο. Με την Brutal Records εκτός δράσης και μετά τη λύση του συμβολαίου τους με την αγγλική Metalworks, εμφανίζεται η γερμανική Nuclear Blast η οποία γνώριζε ήδη τους INCUBUS από το ντεμπούτο τους και θέλοντας να μπει κι αυτή να αποκτήσει στο roster της συγκροτήματα από το όλο και ανερχόμενο death metal ιδίωμα, τους υπογράφει στις αρχές του 1990 και τον Ιούνιο τα αδέρφια Howard μπαίνουν στα Morrisound Recording με παραγωγό τον Tom Morris (AGENT STEEL, CRIMSON GLORY, TOXIC, MORBID ANGEL) με τον Francis να αναλαμβάνει επίσης το μπάσο και τα φωνητικά εκτός από την κιθάρα. 
Ένα μήνα πριν στα Morrisound ηχογραφούσαν και οι CANNIBAL CORPSE το ντεμπούτο τους “Eaten back to life” με παραγωγό τον Scott Burns ο οποίος κάλεσε τους INCUBUS στο studio για να γνωριστούν τα δύο συγκροτήματα με τον Francis Howard να καταλήγει να ηχογραφεί μαζί με τον Glen Benton των DEICIDE φωνητικά για τα “Mangled” και “A skull full of maggots”. Εντωμεταξύ κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί όταν ο Max Cavalera είχε βρεθεί στα Morrisound για να ηχογραφήσει τα φωνητικά και να ολοκληρώσει τη μίξη του “Beneath the remains” με τον Scott Burns, ο οποίος λόγω κοινής καταγωγής είχε καλέσει τους INCUBUS στο studio για να γνωριστούν από κοντά με αποτέλεσμα οι Francis Howard και Scott Latour να αναλαμβάνουν μαζί με τους Kelly Shaefer (ATHEIST) και John Tardy (OBITUARY) τα backing vocals στο “Stronger than hate”. 
Με τους INCUBUS να έχουν μπει αρκετά προετοιμασμένοι για την ηχογράφηση μιας και τα τραγούδια του δίσκου τα δούλευαν για αρκετά μεγάλο διάστημα οι δυο τους μέχρι να τα φέρουν στην επιθυμητή μορφή, το “Beyond the unknown” κυκλοφορεί το φθινόπωρο του 1990 με εξώφυλλο από τον Steve Crisp, γνωστός αργότερα για τη δουλειά του στα “Stress related” των RIGHTEOUS PIGS και “Dark is the season” των BENEDICTION. Βελτιωμένοι σε όλους τους τομείς, το “Beyond the unknown” αποτελεί χαρακτηριστικό άλμπουμ μιας εποχής που το death metal ήταν στην ακμή του, με το thrash στοιχείο να μην έχει υποχωρήσει εντελώς δίνοντας τους έξτρα τσίτα στο συνολικό αποτέλεσμα θυμίζοντας SEPULTURA του “Schizophrenia” και του “Beneath the remains” εκτός των πιο κλασικών επιρροών όπως DEATH του “Leprosy” πχ ενώ θα αρέσει σίγουρα και στους οπαδούς συγκροτημάτων όπως οι DEMOLITION HAMMER, DARK ANGEL και λοιπών κάφρων. O ήχος του άλμπουμ είναι αρκετά καλός με ευδιάκριτα καταιγιστικά τύμπανα από τον Moyses Howard, ο οποίος δεν αναλώνεται σε άσκοπα blast-beat αλλά εφευρίσκει νέους τρόπους για να κρατάει το ενδιαφέρον κλέβοντας αρκετές φορές την παράσταση από τις μανιασμένες κιθάρες του αδερφού του με τα full-on Slayer-ικά lead και τα λυσσασμένα φωνητικά. 
Για την προώθησή του “Beyond the unknown” οι INCUBUS βγήκαν το 1991 σε περιοδεία στην Ευρώπη με τους DISHARMONIC ORCHESTRA στα πλαίσια της “Gods of thunder” tour αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς η συνέχεια δεν ήταν αυτή που αναμενόταν μιας και οι INCUBUS όντας ανενεργοί για μεγάλο διάστημα όταν ξεκίνησαν το 1999 να δουλεύουν πάνω στο τρίτο τους άλμπουμ, ένα άλλο συγκρότημα με το ίδιο όνομα οι γνωστοί alternative/funk rockers INCUBUS από τη California είχαν γίνει ήδη τεράστιο όνομα με τα άλμπουμ τους “S.C.I.E.N.C.E.” (1997) και “Make yourself” (1999) έχοντας αρκετή προβολή από το MTV με αποτέλεσμα οι deathsters INCUBUS να αλλάξουν το όνομά τους σε OPPROBRIUM χάνοντας την ίδια στιγμή το όποιο momentum. 
Κώστας Αλατάς

 

IRON MAIDEN – “No prayer for the dying” (EMI)
Η δεκαετία του 1990 δεν άρχισε με τους καλύτερους οιωνούς για το συγκρότημα. Η φυγή του Adrian Smith, οι τσακωμοί με τον Bruce Dickinson, οι διαφωνίες για το που θα κινηθεί ο δίσκος. Όλα αυτά είχαν φέρει μαύρα σύννεφα πάνω από το στρατόπεδο της Σιδηράς Παρθένας. Η μπάντα προχωράει με την μεταγραφή του Janick Gers, ο Steve Harris αποφασίζει και διατάζει για το ποια θα είναι η κατεύθυνση του δίσκου και όλη μαζί κλείνονται στο studio για τον διάδοχο του “Seventh son of a seventh son”. 
H αλήθεια είναι πως ότι και να κυκλοφορούσαν εκείνο το διάστημα θα βρισκόταν στη σκιά του προκατόχου του. Αυτά τα άλμπουμ βγαίνουν μία φορά στα χίλια χρόνια και ο αρχηγός το ήξερε πολύ καλά. Τι έκανε; Ένα άλμπουμ-επιστροφή στις ρίζες του συγκροτήματος. Υπάρχουν δύο τρόποι προσέγγισης του συγκεκριμένου δίσκου, η οπαδική και η αντικειμενική. Θα προτιμήσω την αντικειμενική καθώς οι περισσότεροι γνωρίζετε την πετριά που έχω με το συγκρότημα. 
Ο δίσκος, χωρίς να είναι απαραίτητα κακός, έδειξε για πρώτη φορά ότι οι IRON MAIDEN ήταν τρωτοί. Στα δέκα τραγούδια τους υπάρχουν οι συνθέσεις που φανερώνουν το μεγαλείο της μπάντας αλλά είναι λιγότερες από τις μισές. Τέτοιες είναι το ομώνυμο τραγούδι, το “Mother Russia”, το “Bring your daughter…to the slaughter” και το “Public enema number one”. Οι υπόλοιπες έξι συνθέσεις δεν έφτασαν σε καμία περίπτωση τα στάνταρ των Βρετανών Θεών χωρίς, επαναλαμβάνω, να είναι κακές στο σύνολό τους. Ακούμε μία πολύ street παραγωγή, εντελώς επίπεδη, η οποία ναι μεν ταιριάζει στο ύφος του δίσκου αλλά δε του δίνει καμία απολύτως δυναμική. Θεωρώ πως αν είχε δουλευτεί λίγο περισσότερο το άλμπουμ, ίσως να μιλάγαμε για ακόμα ένα αντικειμενικά αψεγάδιαστο διαμάντι. Οι MAIDEN ακούγονται κουρασμένοι αλλά και κορεσμένοι συνθετικά, κρατάνε το ύφος που τους έκανε τεράστιους αλλά για κάποιο λόγο, νομίζω ότι όλοι κινούνταν στον αυτόματο εκείνο το διάστημα. 
Ναι, πούλησε σαν τρελό, έφτασε μέχρι το #2 και έχει να υπερηφανεύεται πως έβγαλε το μοναδικό single που έφτασε μέχρι το #1 (“Bring your daughter…to the slaughter”). Δεν ήταν όμως ο δίσκος που θα σε άφηνε με το στόμα ανοιχτό. Στις μέρες μας πολλοί οπαδοί τον παρουσιάζουν σαν δισκάρα. Ίσως να ήταν αν μιλάγαμε για ντεμπούτο. Ίσως να ήταν αν είχε δουλευτεί λίγο περισσότερο. Αλλά όταν ένας δίσκος περιέχει τραγούδι από άνθρωπο που δεν ήταν στο συγκρότημα, στα δικά μου μάτια φαίνεται σαν έλλειψη έμπνευσης. 
Και επειδή δεν μπορώ να φοράω συνεχώς τον μανδύα του αμερόληπτου και αντικειμενικού, το “No prayer for the dying” στο δικό μου κεφάλι θα είναι μία ζωή έπος. 
Ντίνος “Benjamin Breeg” Γανίτης

 


JANE’S ADDICTION - “Ritual de lo habitual” (Warner) 
Senores y Senoras, nosotros tenemos mas influencia con sus hijos que tu tiene.Pero los queremos.Creado y regalo de Los Angeles, Juana's Adiccion. (μετ/ση: Κυρίες και κύριοι, έχουμε μεγαλύτερη επιρροή στα παιδιά σας απ’ ότι εσείς, αλλά τα αγαπάμε. Γεννημένοι και μεγαλωμένοι στο Λος Άντζελες, οι JANE’S ADDICTION).    
Με αυτά τα λόγια τηs Cindy Lair στο εναρκτήριο “Stop!” ξεκινά ο διάδοχος του “Nothing’s Shocking”, ενός δίσκου που όπως έχουμε ξαναπεί άνοιξε την πόρτα για τον εναλλακτικό ήχο που θα ερχόταν στα αμέσως επόμενα χρόνια. Ένας ήχος που εκτοξεύθηκε εμπορικά ύστερα από την αποδοχή που είχε από το νεανικό κοινό το “Nothing’s shocking”. Το εναρκτήριο και εκρηκτικό “Stop!” επιλέχθηκε για το πρώτο single από τον δίσκο και τα πήγε πολύ καλά, φθάνοντας στην πρώτη θέση των modern rock tracks όπου και έμεινε για δυο συνεχόμενες εβδομάδες. Το επόμενο single θα ήταν το θρυλικό “Τhree days”, ένα
κομμάτι υπεύθυνο και για εξώφυλλο που κοσμεί το “Ritual de lo habitual”. 
H ιστορία του τραγουδιού αφορά τον Perry Farrell, την κοπελιά του Casey Niccoli και την Xiola blue. Η τελευταία ήταν κορίτσι με ανήσυχο και καλλιτεχνικό πνεύμα που είχε γνωριστεί και είχε σχέση πριν από χρόνια με τον Farrell , επηρεάζοντάς τον και γοητεύοντάς τον ταυτόχρονα . Όταν η Xiola ήρθε να επισκεφτεί τους Farrell/ Niccoli για ένα τριήμερο στο L.A, προέκυψε ένα ερωτικό τρίγωνο που περιλάμβανε sex, ναρκωτικά και πολλή μουσική. Το δωμάτιο που πέρασαν κλεισμένοι αυτό το τριήμερο το ονόμασαν love garden και ήταν διακοσμημένο με κεριά, λουλούδια κτλ. To “ταξίδι” αυτό αποτυπώθηκε στους στίχους του δεκάλεπτου αυτού τραγουδιού- έπους. {Three ways was the morning. Three lovers, in three ways. We knew when she landed, three days she'd stay}
Δυστυχώς, η Xiola θα πεθάνει από υπερβολική δόση στο διαμέρισμα της στην Νέα Υόρκη σε ηλικία 19 ετών και για να τιμήσουν  την μνήμη της οι Farrell/ Niccoli σκέφθηκαν το γλυπτό που απεικονίζεται στο εξώφυλλο. Όσο αφορά το τελευταίο, η Warner είχε ήδη αντιμετωπίσει προβλήματα με το “Νothing’s shocking”, φανταστείτε τι έγινε όταν είδαν το νέο προτεινόμενο εξώφυλλο. Όμως αυτήν την φορά ο Perry Farrell ήταν ανένδοτος και τους έπεισε να κυκλοφορήσουν τον δίσκο με το δικό του εξώφυλλο, δεχόμενος όμως και ένα δεύτερο (το clean cover) όπου σε λευκό φόντο υπήρχε το όνομα του group και ο τίτλος του δίσκου. Στο κάτω μέρος υπήρχε ένα κομμάτι από το πρώτη τροποποίηση του Συντάγματος  που αφορούσε την ελευθερία του λόγου, άλλο ένα καυστικό σχόλιο από την πλευρά της μπάντας για την λογοκρισία. 
Ο κόσμος όμως προτίμησε να αγοράσει το εξώφυλλο με το γυμνό γλυπτό, κάνοντας το έτσι ένα εξώφυλλο που θα έμενε στην ιστορία της μουσικής. Εκεί όμως που πραγματικά εκτοξεύθηκε εμπορικά ο δίσκος, (ο οποίος έγινε 2 φορές  πλατινένιος και ξεπέρασε τις δύο εκατομμύρια πωλήσεις, φθάνοντας στο #19 των billboard album charts) ήταν  όταν κυκλοφόρησε το single του “Been caught stealing” και ακολούθησε και το ανάλογοι video clip του. Το τραγούδι αυτό κατάφερε να έχει συνεχόμενο airpaly και από τα mainstream ραδιόφωνα και ήταν τέσσερις εβδομάδες Νο 1 στα modern rock tracks και έμελε να είναι  η μεγαλύτερη επιτυχία τους μέχρι εκείνη την περίοδο. Το video clip δε, το είχε σκηνοθετήσει η κοπελιά του Farrell, Casey Niccoli, και προτάθηκε υποψήφιο στην κατηγορία Best alternative video του MTV το 1991 και το κέρδισε κιόλας, γεγονός όμως που ούτε καν συγκίνησε τον Perry Farrell μιας και ήταν αντίθετος με το πνεύμα του MTV και αυτό που αντιπροσώπευε.  
Παρόλη την μεγάλη επιτυχία, τα μέλη της μπάντας ήταν σε μια δύσκολη φάση, που η κούραση, οι διαπροσωπικές σχέσεις και τα ναρκωτικά τους είχαν καταβάλει. Ο Perry ήταν σε μια διαρκή κόντρα με τον μπασίστα  Eric Avery, μια κόντρα που ξεκίνησε λίγο παλιότερα όταν ο τελευταίος μεθυσμένος την έπεσε στην Niccoli, την γκόμενα  του Perry κάτι που ο Farrell δεν του το συγχώρησε ποτέ. Ο Dave Navarro δηλώνει επίσης ότι δεν έχει καθόλου μνήμες από τις ηχογραφήσεις του δίσκου, παρότι αυτές κράτησαν πέντε συνολικά μήνες.     
Όταν έφθασε η ώρα για την περιοδεία του δίσκου, η οποία κράτησε δεκατρείς μήνες, όλα τα παραπάνω προβλήματα διογκώθηκαν με αποτέλεσμα ένα καλό και ένα κακό. Το καλό είναι ότι δημιουργήθηκε το festival Lollapalloza μετά από σκέψη του Farrell με τεράστια επιτυχία και το κακό είναι ότι κάπου εδώ θα έρθει και η διάλυση της μπάντας, στο peak της καλλιτεχνικής και εμπορικής της επιτυχίας. 
Το “Ritual de lo habitual” είναι ένα μνημείο του alternative metal ήχου, ένα μουσικό κομψοτέχνημα που φανερώνει μια διαφορετική πτυχή του σκληρού ήχου που όμοιό του δεν έχει ξαναβγεί μέχρι σήμερα. Γιατί πολλοί επηρεάσθηκαν από τον ήχο και την φιλοσοφία των JANE’S ADDICTION, κανείς όμως δεν μπόρεσε ποτέ να φθάσει την μαγεία τους.      
Γιάννης Παπαευθυμίου 

 

JON BON JOVI - "Blaze of glory" (Mercury)
Μετά το "New Jersey", τις ατελείωτες περιοδείες και την μπάντα του να είναι στα πρόθυρα της διάλυσης, o Jon Bon Jovi αποδέχεται την πρόκληση/πρόσκληση να γράψει ένα σόλο άλμπουμ βασισμένο και εμπνευσμένο από το δεύτερο μέρος του γουέστερν "Young Guns". Αυτό προέκυψε αφού τον προσέγγισαν για να συμπεριλάβουν το ήδη επιτυχημένο "Wanted dead or alive" το οποίο όμως, μόνο ως τίτλος ταίριαζε με την ιστορία του Billy the Kid. Λίγο η αφορμή του κρυφού του απωθημένου να μπει στο Χόλυγουντ, λίγο η περίεργη κατάσταση που επικρατούσε στην μπάντα και λίγο η ιδέα της καταξίωσης ως σόλο καλλιτέχνη, οδηγούν τον Αμερικάνο να γράψει 10 τραγούδια, εκ των οποίων τα τέσσερα κυκλοφόρησαν ως single, με ένα πέμπτο (το "Santa Fe") να κυκλοφορεί μόνο για σκοπούς προώθησης. Το όνομα των BON JOVI, η εμπορικότητα του Jon, αλλά και τα εξαιρετικά τραγούδια με έντονες country επιρροές, οδηγούν το "Blaze of glory" σε μια απίστευτη εμπορική επιτυχία. Από την αρχή το ομώνυμο τραγούδι έπιασε κορυφή και οδήγησε τον JBJ στο να κερδίσει Grammy, Χρυσή σφαίρα αλλά και Όσκαρ! Ο μακρυμάλλης (ακόμα) τραγουδοποιός άρπαξε και την ευκαιρία για να συνεργαστεί με εξαιρετικούς μουσικούς όπως ο Jeff Beck, o Elton John, o Randy Jackson, o Danny Kortchmar, o Aldo Nova αλλά και ο Kenny Aronoff που παίζει τύμπανα σε όλο τον δίσκο. Οι ακουστικές στιγμές ξεχειλίζουν από συναίσθημα, όπως το "Blood money", ακόμα και με τέτοιο θέμα, οι μπαλάντες είναι παθιασμένες, με αποκορύφωμα το "Dyin' ain't much of a livin'", ακόμα κι αν καταπιάνεται με τον θάνατο ή το "Santa Fe" που κρύβει μια οργή στην προσευχή που κάνει ο Kid πριν την μεγάλη μάχη του. Βέβαια, περισσότερο απ' όλα, τα αστέρια που λάμπουν είναι το ομώνυμο τραγούδι που όλοι μας ξέρουμε, το εκρηκτικό "Never say die" αλλά και το "Miracle", με το ανεξήγητο βίντεο, αλλά με υπέροχο ρεφραίν. Για πρώτη φορά οι στίχοι του δεν είναι ερωτικοί σε ένα ολόκληρο άλμπουμ, αφού πρόκειται για την ζωή του Billy the Kid, κάτι που πιστεύω ότι αποτέλεσε και εφαλτήριο για την μεγαλύτερη στιχουργική σοβαρότητα που ακολούθησε στις δουλειές των BON JOVI. Να αναφέρουμε μάλιστα, πως σε αυτή την ταινία ο Jon έκανε μια μικρή εμφάνιση, την πρώτη του κινηματογραφικά. 
Γιώργος "Bang a drum" Κουκουλάκης

 

 


JUDAS PRIEST – “Painkiller” (Columbia)
Αντί προλόγου, να ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή για να μην έχουμε παρεξηγήσεις. Το “Painkiller” ΔΕΝ είναι το καλύτερο άλμπουμ των JUDAS PRIEST. Είναι όμως ένα από τα καλύτερά τους και οπωσδήποτε από τους καλύτερους, αν όχι ο καλύτερος δίσκος της δεκαετίας που εξερευνούμε. Ας ξετυλίξουμε όμως το κουβάρι του παρασκηνίου πίσω από αυτόν τον ιστορικό και τόσο εμβληματικό δίσκο που, πραγματικά έχει μεγάλο ενδιαφέρον.
Το 1989 ο επί χρόνια ντράμερ της μπάντας Dave Holland, αποχωρεί από τους JUDAS PRIEST. Αιτία, επισήμως, θέματα υγείας και οικογενειακής φύσεως. Η ουσία όμως ήταν αλλού. Από το “Ram It Down” κιόλας, οι PRIEST έδειξαν ψήγματα σαφέστατης επιθετικότητας, ανεβάζοντας τις ταχύτητες στο κόκκινο, σε ρυθμούς που δεν μπορούσε να πιάσει ο Holland, γι’ αυτό μάλιστα οι κακές γλώσσες λένε ότι στα γρήγορα κομμάτια του “Ram It Down” χρησιμοποιήθηκε drum machine. Αντικαταστάτης του, ο Αμερικανός (και πρώτος μη Βρετανός μέλος της μπάντας) Scott Travis, γνωστός από τη θητεία του στους RACER X. Ο Travis, όντας φανατικός οπαδός των PRIEST από παλιά, είχε φτάσει στο σημείο ως έφηβος να σκέφτεται να στήσει το drum kit του εκεί όπου οι PRIEST παρκάριζαν το tour bus τους με την ελπίδα να τον προσέξουν. Ο Jeff Martin,τραγουδιστής των RACER X και φίλος του Rob Halford, ενημέρωσε τον Travis ότι οι PRIEST ψάχνουν για ντράμερ. Ο πανύψηλος Αμερικανός πέρασε με επιτυχία τις πρόβες με τη μπάντα και τα υπόλοιπα, όπως λένε, είναι ιστορία, ενώ ο Travis κατέχει αυτή τη θέση μέχρι και σήμερα. 
Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στις αρχές του 1990 στη Γαλλία με παραγωγό τον Chris Tsangarides. Ήταν οι πρώτη φορά από το 1978 που οι PRIEST δεν ηχογραφούσαν με παραγωγό τον Tom Allom και δεύτερη που συνεργάζονταν με τον Tsangarides από το 1976 και το “Sad Wings Of Destiny”. Όμως ένα αναπάντεχο γεγονός έρχεται να ταράξει την ηρεμία της μπάντας και να αναβάλλει την κυκλοφορία του δίσκου.
Οι PRIEST σέρνονται στα δικαστήρια κατηγορούμενοι ως ηθικοί αυτουργοί για την απόπειρα αυτοκτονίας των James Vance και Raymond Belknap το 1985. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι δύο νεαροί αυτοπυροβολήθηκαν επηρεασμένοι από ένα κρυφό μήνυμα που υπήρχε στο “Better By You, Better Than Me” στο “Stained Class” με αποτέλεσμα τον άμεσο θάνατο του Belknap, και του Vance  τρία χρόνια αργότερα εξαιτίας επιπλοκών. Η δίκη ξεκινά τον Ιούλιο του 1990 και μονοπωλεί το ενδιαφέρον του κόσμου. Είναι πραγματικά συγκλονιστικά τα πλάνα από το δικαστήριο με τον Halford να τραγουδά a capella το ρεφραίν του επίμαχου κομματιού προσπαθώντας να αποδείξει ότι το φερόμενο ως “do It” κρυφό μήνυμα που δήθεν επηρεασε τους νεαρούς, δεν είναι τίποτα άλλο από την ανάσα που έπαιρνε ο τραγουδιστής ανάμεσα στους στίχους.
Η δίκη ολοκληρώνεται στις 24 Αυγούστου με την μπάντα να αθωώνεται πανηγυρικά. Λίγες μέρες αργότερα, στις 3 Σεπτεμβρίου, το “Painkiller” σκάει σαν βόμβα στα ράφια των δισκοπωλείων.
Το ομώνυμο κομμάτι ανοίγει τον δίσκο “συστήνοντάς” μας στην εισαγωγή του τον νέο ντράμερ, και μετά… χαμός. Διαστημικές κιθάρες, riffs από άλλο γαλαξία και ένας Halford να ακούγεται σαν να αφήνει ελεύθερη όλη την οργή του που κρατούσε καταπιεσμένη τόσο καιρό. Ο ακροατής μένει έκπληκτος. Είναι heavy metal; Σαφέστατα. Είναι όμως και κάτι άλλο, είναι το metal μιας νέας εποχής που οριοθετείται με αυτό το κομμάτι. Τα πράγματα ηρεμούν λίγο (είπαμε, λίγο) με τα “ Hell Patrol” και “All Guns Blazing” για να έρθουμε στα speed metal έπη  (ναι, speed metal) “Leather Rebel” και “Metal Meltdown”. Το “Nightcrawler” είναι ένα σκοτεινό, φανταστικό κομμάτι ενώ οι κλασικές φόρμες επανέρχονται στο “Between The Hammer And The Anvil”. Έκπληξη μεγάλη το απίστευτα ρυθμικό “A Touch Of Evil” και μετά από μια μικρή ανάπαυλα (“Battle Hymn”) ο δίσκος κλείνει με το επικό “One Shot At Glory” αφήνοντας τον ακροατή με το στόμα ανοιχτό που προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τι άκουσε τα προηγούμενα 46 λεπτά.
Η παραγωγή είναι εκπληκτική, ενώ το δίδυμο Tipton/ Downing για μια ακόμη φορά παραδίδει μαθήματα κιθαριστικής μαεστρίας. O Scott Travis κερδίζει αμέσως τις εντυπώσεις δείχνοντας ότι είναι ο ιδανικός για αυτή τη θέση, ενώ ο Metal God… είναι ο Metal God. Συγκλονιστικός, απίστευτος!
Κατά την προσωπική μου εκτίμηση το “Painkiller” στάθηκε δίσκος ορόσημο τόσο για τους PRIEST όσο και για τη δεκαετία του 1990 αφού επηρέασε άπειρες μπάντες, τόσο συνθετικά όσο και ηχητικά. Και μπορεί όπως είπα στην αρχή να μην είναι το καλύτερο άλμπουμ των PRIEST, απέδειξε όμως περίτρανα γιατί οι PRIEST ήταν, είναι και θα είναι η μεγαλύτερη heavy metal μπάντα. Και αυτό είναι κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης.
Θοδωρής Κλώνης

 

KING’S X - “Faith hope love” (Atlantic)
Οι KING’S X είναι από τα πλέον υποτιμημένα συγκροτήματα στην ιστορία του ευρύτερου rock. Και πραγματικά ποτέ δεν κατάλαβα τον λόγο. Ή μάλλον, τον έχω καταλάβει, αλλά δεν μπορώ να τον δεχτώ. Ήταν πέραν του επιτρεπτού ορίου ανοικτόμυαλοι και προοδευτικοί φαίνεται, για τον μέσο rocker των late 80’s - early 90’s. Βασικά, ακόμη είναι. Όταν άλλωστε «παντρεύεις» τον Hendrix, τους RUSH τους BEATLES και το alternative με τη soul, τη funk, τη folk και τη gospel, μάλλον αυτόματα μειώνεται κατά πολύ το target group σου.
Οι KING’S X είναι trio. Power trio, ο ορισμός του. Ακούγονται σαν δεκατρείς. Doug Pinnick σε μπάσο και φωνή, Ty Tabor σε φωνή, κιθάρες και sitar, Jerry Gaskill σε φωνή και τύμπανα/κρουστά. Εννέα χορδές στις κιθάρες, δώδεκα χορδές στο μπάσο, αχαλίνωτη φαντασία στα τύμπανα, φωνητικά όμορφα, καθάρια, προσιτά, με ιδιαίτερες προς τα πάνω εξάρσεις (και gospel χροιά από τον Pinninck), κλασσικά όργανα, πνευστά…
Το άλμπουμ είναι τόσο ομοιόμορφο, που δύσκολα θα μπορέσεις να επιλέξεις τα highlights του. Θα διάλεγα όμως τα “Moanjam” (χαμός), “Six broken soldiers”, το ομώνυμο και το “Legal kill” (folk αριστούργημα), ως τα πιο αντιπροσωπευτικά. Hard rock, progressive rock, art rock, funk rock ή κι εγώ δεν ξέρω τι, δεν έχει σημασία. Αυτό που μετράει, είναι η ρουφιάνα η ποιότητα, που τρέχει από μανίκια και τσέπες. Κάντε έστω και τώρα τη χάρη στον εαυτό σας και ακούστε αυτό το αριστούργημα. Και αν δεν θέλετε να ακούσετε εμένα, ακούστε τον Ritchie Blackmore, οποίος θεωρεί τη μπάντα ως ένα τεράστιο σχήμα και διακαής του πόθος είναι να συνεργαστεί κάποτε με τον Pinnick, τον «καλύτερο μπασίστα και τραγουδιστή του κόσμου». Όλα τα άλλα, είναι οδοντόκρεμες.
Δημήτρης Τσέλλος

 


KING DIAMOND - “The eye” (Roadrunner Records)
O King Diamond με το “The eye” κυκλοφόρησε τον τελευταίο αδιαμφισβήτητα κορυφαίο δίσκο του. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν έχει βγάλει χάλια δίσκο, αλλά το “The eye” είναι το τελευταίο από μία σειρά αριστουργημάτων που ξεκίνησαν με το  “Fatal portrait” και κατέληξε σ’ αυτόν. Είναι σίγουρα ο πιο απλός μουσικά δίσκος, με πιασάρικα riff που σου σκαλώνουν στο νου, όπου φυσικά και εδώ μέσα υπάρχουν τα αβυσσαλέα solo του Andy La Rocque, τα διεστραμμένα φωνητικά του King και τραγούδια κλασικά πλέον στην metal δισκογραφία.
Οι ιστορίες που εξελίσσονται στον δίσκο δεν είναι μία, αλλά πολλές διαφορετικές που καταπιάνονται όμως με την περίοδο του 17ου αιώνα την ιερά εξέταση, την σεξουαλική βία σε καλόγριες και το κάψιμο “μαγισσών”. Η διαφορά με τους προηγούμενους δύο, είναι ότι ενώ στους προηγούμενους η εξιστόρηση των ιστοριών γίνεται από τους πρωταγωνιστές, σε αυτό το άλμπουμ γίνεται από τον αφηγητή. Τραγούδια όπως το “1642 imprisonment”, “Behind these walls”, “The meetings”, το τραγούδι με το φρενήρες solo “The curse” και τα προσωπικά αγαπημένα “Eye of the witch” και “Burn” είναι δείγματα μουσικής που θα ζήλευε ο οποιοσδήποτε καλλιτέχνης. Στο μεγαλύτερο μέρος του δίσκου αντιμετωπίζουμε ένα άλμπουμ γεμάτο συναίσθημα. Το συναισθηματικό εύρος που προσφέρει η προσέγγιση στον “The Eye”, τον κάνει πιο ευκολοάκουστο, ενώ το εξαιρετικό έργο του La Rocque είναι σεμιναριακού επίπεδου, με λεπτομέρεια στην μελωδία. Υπάρχει μία ισορροπία στον δίσκο μεταξύ μελωδίας-καταιγιστικών σόλο και φωνής και ενώ η μελωδία θα έλεγα είναι βασικό χαρακτηριστικό του δίσκου, υπάρχουν ταχύτερες και βαρύτερες στιγμές στο “Behind these walls”, στο “Into the convent” και στο θεϊκό “Burn”, το οποίο διαθέτει έναν από τους πιο κατάλληλους συνδυασμούς κιθάρας και βιολιού που έχουν γραφτεί ποτέ σε κλασικό heavy metal τραγούδι.
Ο δίσκος αυτός θα είναι ο πρώτος χωρίς τον Mickey Dee στα drums και ενώ πολλοί κατηγόρησαν τον King Diamond ότι χρησιμοποίησε drum machine, ο ίδιος το έχει αρνηθεί. Τα drums παίχτηκαν από τον Snowy Shaw όπου τρία χρόνια αργότερα θα ενταχθεί στους MERCYFUL FATE. Ο δίσκος αυτός θα αποτελέσει το πέμπτο και τελευταίο μιας σειράς “Ευαγγελίων” για το Metal,  μετά το “Fatal portrait”, το “Abigail”, το “Them” και το “Conspiracy”. Από εκεί και μετά δεν έπιασε τα ίδια επίπεδα αλλά πάντα είχε αξιοπρεπείς και δυνατές κυκλοφορίες.
Θάνος “Thanoz” Κολοκυθάς

 


KREATOR – “Coma of souls” (Noise)
Στις αρχές των 90’s οι KREATOR ήταν ήδη μία εκ των βασικότερων και πιο επιτυχημένων μπαντών του ευρωπαϊκού thrash metal και όχι μόνο. Το συγκρότημα όμως πριν ξεκινήσει με τις ηχογραφήσεις του πέμπτου άλμπουμ του, έπρεπε να προχωρήσει σε μία βασική αλλαγή. Ο νευρικός κιθαρίστας Jorg Trzebiatowski, ο οποίος δεν συμμετείχε καθόλου στις ηχογραφήσεις των προηγούμενων δίσκων, παρά μόνον στις περιοδείες, ενώ ήταν κανονικό μέλος της μπάντας, έπρεπε να αντικατασταθεί. Μετά την κοινή συναινέσει απομάκρυνση του, οι KREATOR ενέταξαν στο έμψυχο δυναμικό τους τον Frank “Blackfire” Gosdzik, γνωστός τότε από το πέρασμα του σε μία άλλη σπουδαία γερμανική thrash μπάντα, τους SODOM. Έχοντας ως παραγωγό για ακόμα μία φορά τον Randy Burns, οι KREATOR ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις του νέου τους άλμπουμ που θεωρείται από πολλούς ως το καλύτερο τους. Πιο μελωδικοί από ποτέ, εντάσσοντας στον thrash metal όλεθρο τους στοιχεία από τις επιρροές τους που δεν είναι άλλες από τους JUDAS PRIEST και τους IRON MAIDEN, οι KREATOR κυκλοφόρησαν τον Μάρτιο του 1990 το “Coma of souls”, έναν δυνατό και τουλάχιστον επικό δίσκο, που δήλωσε με τον πιο βροντερό τρόπο ότι οι KREATOR δεν θα έμπαιναν στη νέα δεκαετία μένοντας προσκολλημένοι στο old school thrash metal. Αντιθέτως, το “Coma of souls” άνοιξε τον δρόμο για τους KREATOR ώστε να πειραματιστούν ακόμα περισσότερο και ταυτόχρονα να εξελίξουν τον ήχο ενός ολόκληρου ιδιώματος, καταφέρνοντας να ικανοποιήσουν τους φανατικούς οπαδούς του είδους, ενώ την ίδια χρονική στιγμή οι ίδιοι είχαν γίνει πόλος έλξης για πολύ μεγαλύτερο κοινό, καθώς η δημοτικότητα τους είχε εκτοξευτεί. Άλμπουμ όπως τα “Extreme aggression” και “Coma of souls”, βάπτισαν τους KREATOR ως το καλύτερο ευρωπαϊκό thrash metal συγκρότημα. 
Δημήτρης Μπούκης

 


LETHAL – “Programmed” (Metal Blade)
Το shock τεράστιο. Και δύσκολα μετρήσιμο εκείνη την εποχή. Η χρονιά μπορεί να έγραφε 1990 αλλά η ψυχή είχε ούγια 1987. Όταν οι Αμερικανοί από το Kentucky συστήθηκαν στους underground κύκλους με το παρθενικό τους demo “The arrival”, δηλαδή. Και χρειάστηκαν περίπου τέσσερα χρόνια ώστε να κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους μέσω της Metal Blade. Οι αρχικές προσδοκίες γρήγορα έδωσαν την θέση τους σε ένα μανιφέστο ωμής -αλλά και ταυτόχρονα αφάνταστα τεχνικής και ρυθμικής- προσέγγισης στο power metal της καθόλου μακρινής προηγούμενης δεκαετίας. Μιας δεκαετίας που από το 1983 και μετά ήταν υπόθεση ως επί το πλείστον των Αμερικανών που βάζοντας φωτιά στο NWOBHM, εκτόξευσαν το h.m. σε δυσθεώρητα ύψη!
Οι LETHAL θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως πνευματικά τέκνα των QUEENSRYCHE. Με ολίγη από CRIMSON GLORY. Δεν αντέγραφαν όμως. Εξέλιξαν ακόμα περισσότερο το ιδίωμα και το “τάισαν” με μπόλικες δόσεις τεστοστερόνης. Ακούγοντας τον σπουδαίο ερμηνευτή που απαντά στο όνομα Tom Malicoat, δεν χωρά αμφιβολία πως το “Programmed” ήταν ηχογραφημένο αποκλειστικά για να σπάει σβέρκους από το ατελείωτο headbanging. Στην αυγή των 90’s, το κουιντέτο παραδίδει μαθήματα έξυπνης διαχείρισης ενός, ιδιαίτερα αγαπημένου στις τάξεις των απανταχού μεταλλάδων, ήχου, που δεν στέκεται στα καθιερωμένα και τετριμμένα αλλά φιλοδοξεί να του δώσει επιπλέον ένταση, διατηρώντας “ζεστό” το ανάλογο κοινό αλλά και στρατολογώντας νέους ακολουθητές. Οι κιθάρες – ξυράφια των Eric Cook (RIP) και Dell Hull, ο ρυθμικός οδοστρωτήρας των Glen Cook στο μπάσο και αδερφός του Eric & Jerry Hartman στα τύμπανα, αποτέλεσαν εχέγγυα ποιότητας και συνθετικής οξυδέρκειας που αποτυπώνεται σε όλη του την έκταση και μεγαλοπρέπεια στον δίσκο. Δέκα συνθέσεις που τιμούν όχι μόνο τους δημιουργούς τους (στην προκειμένη περίπτωση ο ρόλος του Malicoat είναι καταλυτικός) αλλά και όσους δεν έκλεισαν την πόρτα σε ένα ύφος που σταδιακά έδειχνε να έχανε την δυναμική του στις νέες εξελίξεις που διαμορφώνονταν στην μεταλλική κοινότητα.
Η καλλιτεχνική αξία αλλά και η κληρονομιά που άφησε στο διάβα του το “Programmed” είναι αναντίρρητα τεράστια, κρίμα πραγματικά που οι ίδιοι οι LETHAL δεν κατόρθωσαν στις επόμενες δουλειές τους (αν και κινούμενοι σε διαφορετικό ηχητικό μοτίβο) όχι να το ξεπεράσουν αλλά έστω να πλησιάσουν στο ελάχιστο την ανεξέλεγκτη ορμητικότητα ενός “Fire in your skin” που με το καλημέρα καταδεικνύει τις άγριες διαθέσεις των Αμερικανών. Από εκεί και έπειτα “χάνεται” η μπάλα με το ομώνυμο κομμάτι, το καταιγιστικό τρίλεπτο του “Plan of peace” και τα υπέροχα “Another day”, “What they’ve done”. Σε κατάσταση απόλυτης έκστασης μας οδηγούν τα μεγαλειώδη “Obscure the sky” και “Immune” (προσωπικά κολλήματα του γράφοντα) και επίλογος με ένα ακόμα μικρό διαμαντάκι, το “Killing machine”που κλείνει την αυλαία ενός πραγματικά σπουδαίου -no fillers- δίσκου που εντυπωσιάζει με την ευθύτητα και την πώρωση που προκαλεί ακόμα και σήμερα. Κι ας έχουν περάσει 28 ολόκληρα χρόνια… Ξανά και ξανά ως την αιωνιότητα!!! 
Γρηγόρης Μπαξεβανίδης   

 

LITTLE CAESAR – “Little Caesar” (Geffen)
Το πρώτο ολοκληρωμένο στούντιο άλμπουμ των LITTLE CAESAR (που πήραν το όνομα τους από μια αλυσίδα Αμερικάνικων πιτσαριών) έσκασε σαν κεραυνός στην σε ύπνωση από την λακ του L.A., Ευρώπη. Ο Ron Young και η παρέα του είχαν ήδη κυκλοφορήσει ένα ep και προχώρησαν με τη βοήθεια της Geffen σε παραγωγή Bob Rock στην κυκλοφορία του πρώτου στούντιο άλμπουμ τους. Στο MTV ανάμεσα σε ξασμένα μαλλιά και εθισμένους σε ουσίες, εμφανίστηκε μια παρέα με τατουάζ, αγάπη για τις μηχανές και μια βαθιά αίσθηση της μουσικής. Οι LITTLE CAESAR είχαν πάρει την δόση τους από τους AEROSMITH όσο και τη soul της Motown και της Stax. Το γρέζι στη φωνή του Young με τις αιχμηρές βρώμικες κιθάρες των Apache δημιουργούσαν ένα χαρμάνι δυνατό σαν τον πρώτο καφέ της ημέρας σε συνεργείο που στρώνει τους δρόμους της Αμερικανικής ερήμου. Τα τραγούδια δεν είχαν πολύ γυάλισμα και φιοριτούρες, δεν είχαν ψεύτικο θυμό και δήθεν τσαμπουκά. Είχαν θράσος και αλητεία του δρόμου, όχι του πεζοδρομίου του Sunset Strip. Γιατί θέλει θράσος, θάρρος και ικανότητα για να διασκευάσεις το “Chain of fools” της Aretha Franklin  και να το κυκλοφορήσεις ως βίντεο, σε ένα κοινό που ήταν αμιγώς λευκό και με μικρή σχέση με την «Βασίλισσα» . Πάρω όλα αυτά ο Ron Young και η παρέα του στάθηκαν κάτι παραπάνω από άξιοι, να κάνουν ένα soul ύμνο, hard rock άσμα με τσαμπουκά, που κοσμεί την δισκογραφία τους. Στο άλμπουμ θα βρούμε συνθέσεις γεμάτες rock n’ roll χαρακτήρα σαν τα “Rock n’ roll state of mind”, “Hard times”, “Down and dirty”, “In your arms”. Κιθάρες από τις πιο καλές στιγμές των AEROSMTIH, λιτό ρυθμικό πλαίσιο και μια φωνή που μαγνητίζει με το βάθος και το πάθος της. Η συμμετοχή του Ron Young στο “Terminator 2” σε μια μικρή σκηνή, που τον πετά ο Άρνολντ έξω από το παράθυρο ενός μπαρ με μηχανόβιους, αποτέλεσε άλλη μια στιγμή πρόσκαιρης δόξας. Το επόμενο άλμπουμ, πιο στεγνό, πιο σκληρό, δεν οδήγησε παρά στην μερική απόσυρση εν όψει του grunge, με τον Young να «δανείζει» τη φωνή του στους βραχύβιους αλλά εκπληκτικούς MANIC EDEN και μια μικρή συμμετοχή στους FOUR HORSEMEN. Σήμερα οι LITTLE CAESAR συνεχίζουν με αλλαγές μελών, με τον Young ακατάβλητο φωνητικά, παράγοντας έξοχα άλμπουμ αμερικανικού hard rock σαν το φετινό  “Eight” περιοδεύοντας, ενώ ο ίδιος έχει και επιτυχημένη εκτός μουσικής καριέρα. Για όσους τα 90’s είχαν hard rock άρωμα, το LITTLE CAESAR είναι από τα άλμπουμ που σημάδεψαν τα ακούσματα τους.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης

 

LIVING COLOUR - “Time’s up” (Epic)
Mπορεί οι LIVING COLOUR να μην ήταν το πρώτο έγχρωμο hard rock σχήμα μιας και ο τίτλος αυτός πάει στους FISHBONE, αλλά σίγουρα ήταν το πιο επιτυχημένο. Το ντεμπούτο τους “Vivid” που κυκλοφόρησε το 1988 κατάφερε να πουλήσει 2 εκατομμύρια κόπιες, έβγαλαν 2 πολύ επιτυχημένα singles, είχαν συνεχόμενο airplay από το κραταιό ΜΤV την εποχή εκείνη και κέρδισαν και το βραβείο  best new artist στα 1989 MTV video music Awards. 
Μετά από ένα super επιτυχημένο πρώτο album, o διάδοχός του προκαλεί πάντα ένα άγχος σε κάθε μπάντα. Οι LIVING COLOUR όμως, παιδιά μεσοαστικών οικογενειών που ήταν μαζί και έπαιζαν μουσική πολλά χρόνια πριν η εμπορική επιτυχία τους χτυπήσει την πόρτα, το μόνο άγχος που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν να μπορέσουν να συνεχίσουν το μουσικό τους όραμα.
Έτσι με τον (ίδιο) παραγωγό Εd Stasium (ΤALKING HEADS, RAMONES) θα μπουν  στο studio για το “Time’s up”. Mόνο που αυτήν την φορά και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας εκτός του κιθαρίστα Vernon Reid θα φέρουν τις δικές τους ιδέες, με συνέπεια το τελικό αποτέλεσμα να είναι o πιο πολυσυλλεκτικός δίσκος της πορείας τους. Δίσκος που φέρει επιρροές από funk, jazz, blues, hip-hop και pop στον hard rock πυρήνα της μουσικής τους.
Ο δίσκος κατάφερε και έφτασε μέχρι το # 13 στα billboard 200 και έγινες χρυσός, έβγαλε πέντε singles (“Type”, “Τime’s up”, “Elvis is dead”, “Love rears it’s ugly head” και “Solace of you”. Ακούγοντας αυτά και μόνο, καταλαβαίνει κανείς το μουσικό εύρος που καλύπτεται στα αυλάκια του. 
Επίσης μια πλειάδα guest μουσικών κάνουν την εμφάνιση τους στον δίσκο, με πιο διάσημα  ονόματα αυτά των Mick Jagger, Little Richard (τεράστιος θεός του rock’ n’ roll, συμμετέχει στο “Εlvis is dead”), Queen Latifah (μεγάλη μορφή του hip-hop και εξαιρετική ηθοποιός επίσης, συμμετέχει στο “Under cover of darkness”) και Maceo Parker (σαξοφωνίστας του James Brown μεταξύ άλλων, συμμετέχει και αυτός στο “Elvis is dead”).
Με αυτόν τον δίσκο, οι LIVING COLOUR κέρδισαν το Grammy στην κατηγορία best hard rock performance και συμμετείχαν στην πρώτη Lollapalloza περιοδεία του 1991, παρέα με ηχηρά ονόματα της εποχής όπως οι JANE’S ADDICTION, NIN,FISHBONE, ROLLINS BAND και Ιce-T  μεταξύ άλλων. Μια περιοδεία που έδωσε 26 συναυλίες και έκανε κέρδη εννέα  εκατομμύρια δολάρια
Γιάννης Παπαευθυμίου 

 

LOVE / HATE - “Blackout ion the red room” (Columbia)
Είναι κάποιοι δίσκοι που ξεχωρίζουν από κάποιους άλλους, λόγω του συναισθηματικού δεσίματος μαζί τους. Ένας τέτοιος είναι για μένα το πρώτοι album των LOVE/ HATE, που όταν κυκλοφόρησε, θυμάμαι να μην το βγάζω από το πικάπ και πραγματικά το είχα λιώσει  το βινύλιο. Σε μια χρονιά (1990) που αποτελεί ορόσημο για το heavy metal και τους δίσκους που έβγαλε (JUDAS PRIEST, SLAYER, MEGADETH, AC/DC, PANTERA, DEATH,  ΑLICE IN CHAINS και τόσα άλλα), έκανε το ντεμπούτο της μια “αλήτικη” μπάντα από το Los Angeles με τσαμπουκά και δυναμική και τα φόντα για μεγάλη καριέρα. 
Tα είχαν όλα πραγματικά, μια μεγάλη εταιρία από πίσω τους, ένα διάσημο παραγωγό σαν τον Tom Werman (Ted Nugent, TWISTED SISTER, MOTLEY CRUE, L.A GUNS) τη νεανική ορμή  που αποτυπώθηκε εξαιρετικά στο ντεμπούτο τους αυτό, έναν ήχο που διάθετε την sleaze αλητεία και τσαμπουκά των GUNS N’ ROSES και SKID ROW και μια δόση funk metal που συμβάδιζε με την εποχή του. Επιπλέον έναν χαρισματικό τραγουδιστή όπως ήταν ο Jizzy Pearl, έναν πολύ καλό κιθαρίστα (Jon  E.Love), ένα δυναμικό και σφικτό rhythm section και διέθεταν και μια ντουζίνα ωραία κομμάτια. 
Ξεχωρίζουν το ομώνυμο με το απίστευτο groove- άρισμα και την δυναμική του που ανοίγει τον δίσκο, τα “Rock queen” και το “Tambleweed” είναι από τις καλύτερες συνθέσεις που υπάρχουν εδώ μέσα ενώ το “Why do you think they call it dope?” με τον funk metal χαρακτήρα του κατάφερε να κερδίσει ένα πολύ καλό rotation στο Ηeadbangers Ball του ΜΤV και να προωθήσει εξαιρετικά το όνομα της μπάντας. Eπιπλέον, στα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια θα ήθελα να προσθέσω και  τα “One more round”, “Slutsy tipsy”, “She’s an angel” και “Mary Jane”, σε ένα δίσκο χωρίς fillers πραγματικά. 
H μπάντα εκεί που ήταν headliners στο club Whisky a Go Go στο Los Angeles, βρέθηκε με την κυκλοφορία του δίσκου να παίζει σε αρένες σαν support στον Dio. Μετά δε την επιτυχία στο MTV του “Why do you think they call it dope?”, επιλέχθηκαν να ανοίξουν για τους AC/DC και την “Thunderstruck” περιοδεία τους, μια περιοδεία που κράτησε 12 εβδομάδες  για τους LOVE/ HATE και κάθε βράδυ καλούνταν να παίζουν μπροστά σε είκοσι χιλιάδες κόσμο.
Οι LOVE/ HATE συνέχισαν δυναμικά και με τον επόμενο δίσκο τους “Wasted in
America” (1992), αλλά τα μουσικό κλίμα είχε ήδη αλλάξει δραματικά για τις μπάντες από το 
Los Angeles, συμπαρασύροντας μαζί και πραγματικά αξιόλογα σχήματα όπως ήταν οι LOVE/ HATE. Πολύ κρίμα!
Γιάννης Παπαευθυμίου

 


LYNCH MOB – “Wicked sensation” (Elektra)
Η είδηση της διάλυσης των DOKKEN το 1989 έπεσε σαν κεραυνός εν...καταιγίδα ανάμεσα στους οπαδούς της μπάντας καθώς όλοι ξέραμε τη δυσλειτουργική σχέση ανάμεσα στους Don Dokken & George Lynch αλλά κατά βάθος δεν θέλαμε να πιστέψουμε ότι το ονειρικό αυτό ταξίδι των 7 ετών και των 5 δίσκων θα έφτανε ποτέ στο τέλος του. Δυστυχώς, η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο και ο Lynch αποχώρησε κακήν κακώς αποφασισμένος, ωστόσο, να ξεκινήσει κάτι δικό του όπου τις αποφάσεις θα τις έπαιρνε πλέον ο ίδιος. Δημιούργησε τους LYNCH MOB, μπήκε στο studio το φθινόπωρο του 1989 και κυκλοφόρησε στις αρχές του 1990 το ντεμπούτο “Wicked sensation” αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές από τον μουσικό τύπο και τους fans εκείνη την εποχή.
Έχοντας δίπλα του, τον σπουδαίο τραγουδιστή Oni Logan (ο οποίος συνετέλεσε τα μέγιστα στις συνθέσεις των κομματιών), τον Mick Brown από τους DOKKEN και τον Anthony Esposito στο μπάσο, ο Lynch ήθελε τότε όχι μόνο να αποδείξει ότι υπήρχε ζωή μετά τους DOKKEN αλλά ταυτόχρονα ότι θα ξεπερνούσε σε φήμη και επιτυχία το πρώην συγκρότημά του. Αυτά διαμήνυε στους δημοσιογράφους τότε ο σπουδαίος κιθαρίστας και το “Wicked sensation” άφηνε πολλές υποσχέσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Η παραγωγή του Max Norman δεν ήταν τόσο «γυαλισμένη» και η έμφαση δινόταν στις κιθάρες που όπως αναμενόταν βρίσκονταν στο προσκήνιο. Τα ευφάνταστα κιθαριστικά μέρη του Lynch «έδεναν» γάντι με τις μελωδικές γραμμές των φωνητικών του Logan ο οποίος μπορεί να μην είχε την εκφραστικότητα του Don αλλά έκανε άψογα τη δουλειά του. Τα κομμάτια αυτά καθαυτά ήταν σαφώς πιο σκληρά σε σχέση με τους DOKKEN και ενείχαν μία πιο blues-based ή αν προτιμάτε μία πιο street αισθητική που δεν ήταν διόλου σπάνια τότε. 
Το “Wicked sensation” είναι ένα κλασικό δείγμα αμερικάνικου hard rock των αρχών της δεκαετίας του ‘90 και φαντάζομαι ότι όλοι οι fans του Lynch και της εξάχορδης θεάς ενθουσιάστηκαν με το τελικό αποτέλεσμα. Η απάντηση του Don Dokken βέβαια ήταν πιο εκκωφαντική λίγους μήνες μετά με το “Up from the ashes” αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία...
Σάκης Νίκας

 

MACALPINE – “Eyes of the world” (Polygram)
Ένας δίσκος που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την υπόλοιπη δισκογραφία του βιρτουόζου κιθαρίστα, Tony MacAlpine. Έχοντας βγάλει δύο εξαιρετικά instrumental άλμπουμ, το “Edge of insanity” και το “Maximum security”, μόλις βγήκε ο δίσκος, έσπευσα να τον αγοράσω, περιμένοντας ένα ακόμα δισκάκι που θα μου διέλυε τα αυτιά και θα με τρέλαινε με την κιθαριστική του ευφυΐα. Βάζοντας το βινυλιάκι στο πικάπ όμως, αυτό που έβγαινε ήταν ένα μελωδικό hard rock, με πολλά AOR στοιχεία. Δηλαδή μπόλικοι TNT, με ολίγη από DOKKEN, αλλά και –γιατί όχι;- STRYPER. Μπαλάντες, σόλο ανύπαρκτα και φυσικά φωνητικά από τον Alan Sehorn, έναν τύπο που δεν είχε τραγουδήσει πουθενά μέχρι τότε και το όνομά του δεν ξανακούστηκε στο μέλλον, επίσης!!!
Ο δίσκος, συνολικά, δεν είναι καθόλου κακός. Θα τον κατέτασσα στην πρώτη κατηγορία του hard rock, με καλύτερη παραγωγή από τους instrumental δίσκους του Macalpine, αλλά μιλάμε για μία καραμπινάτη προσπάθεια να εκμεταλλευτεί την εμπορική επιτυχία του hard rock. Άργησε όμως 2-3 χρόνια τουλάχιστον, αφού δεν ακούστηκε ποτέ και πουθενά το “Eyes of the world” και δεν έκανε την παραμικρή επιτυχία, όπως συνήθως γίνεται με προσπάθειες όπου κάποιος μουσικός ξεφεύγει από την πεπατημένη του για να πουλήσει μερικά αντίτυπα παραπάνω. Το άλμπουμ, μάλιστα, ήταν το μόνο που βγήκε κάτω από το όνομα MACALPINE κι όχι με το ονοματεπώνυμό του, όπως γινόταν μέχρι τότε. Όπως και να έχει, υπάρχουν τραγουδάρες μέσα, όπως το “Wild ride”, το εναρκτήριο “The world we live in”, το “funky” “The hard way” ή το “Tear it down”. Αν ακούτε hard rock, μπορείτε κάλλιστα να το τσεκάρετε, αν όμως περιμένετε να ακούσετε κάτι βιρτουόζικο, neoclassical κτλ, θα απογοητευτείτε. Βέβαια, πόσοι τέτοιοι υπάρχουν στην Ελλάδα, που να εκτιμούν το ταλέντο του Tony MacAlpine, αν υπολογίσει κανείς ότι στη συναυλία του, που ήρθε με μουσικάρες να τον συνοδεύουν, δεν πάτησαν πάνω από 40 άτομα;
Σάκης Φράγκος

 

YNGWIE MALMSTEEN – “Eclipse” (Polydor)
Το “Eclipse” ήρθε σε μια εποχή που τα πράγματα έπαιρναν διαφορετική τροπή στον τομέα “neoclassical power metal”! Στη πραγματικότητα, οι ισορροπίες που ο ίδιος ο Yngwie είχε οριοθετήσει είχαν πια αλλάξει από τον ίδιο, για μια ακόμη φορά. Κανείς άλλος δεν μπορούσε άλλωστε να το κάνει αυτό. Τα εμπορικά στοιχεία έγιναν περισσότερα, οι bluesy καταβολές βγήκαν ακόμη ευκρινέστερα στην επιφάνεια, και το baroque στοιχείο έπαψε να είναι ο μοναδικός πρωταγωνιστής. Τα προεόρτια τα είχαμε ακούσει στο καταπληκτικό “Odyssey”, και απλά εδώ ολοκληρώθηκε το puzzle. 
Στο “Eclipse” o Malmsteen έχει μαζί του μια τρομερή μπάντα (όπως σχεδόν πάντοτε) που την κράτησε για δύο δίσκους, αυτόν και τον επόμενο, το “Fire and ice”. Στα φωνητικά ο Goran Edman, ο οποίος μπορεί να υστερούσε των προκατόχων του Soto, Boals, Turner (ποιος δεν θα υστερούσε δηλαδή;), αλλά η απόδοσή του εδώ είναι όπως πάντα καταπληκτική. Υποτιμημένος τραγουδιστής κατά τη γνώμη μου. Στο μπάσο και στο κοντραμπάσο ο απίστευτος Svante Henrysson, τον οποίο συναντάμε στην ευρύτερη rock σκηνή ως session μουσικό στους BRAZEN ABBOT, Kee Marcelo, Joe Tempest, GLORY και LION’S SHARE, σε έναν και μόνο δίσκο από τον καθένα τους. Και αυτό διότι δεν ανήκει στον ευρύτερο metal κύκλο αλλά είναι ένας εξαιρετικός και καταξιωμένος μουσικός που παίζει κλασσικά έγχορδα σε μεγάλες ορχήστρες, είναι μέλος της jazz σκηνής και συνθέτει συμφωνικά έργα και μουσική δωματίου. Μάλιστα είναι ο μοναδικός όσων είχαν αυτή τη θέση στη μπάντα του Yngwie, μαζί με τον επίσης θεό Randy Coven κάποια χρόνια αργότερα, που ακούσαμε να σολάρει σε κάποια κομμάτια μαζί με τον Malmsteen και που έθεσε το μπάσο σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο πολύς Marcel Jacob για παράδειγμα, δεν το έκανε ποτέ, είχε πιο «μετριοπαθή» στάση… Στα τύμπανα ο ικανότατος Michael von Knorring των NORDEN LIGHT και ο μακαρίτης πια Mats Olausson, ήρωας των πλήκτρων και συνοδοιπόρος του Yngwie για 19 ολόκληρα χρόνια, να συνεισφέρει τα μέγιστα στις…ατμόσφαιρες.
Όλα όσα αγαπήσαμε στον υπερφίαλο παπατρέχα, είναι εδώ. Το “Making love” είναι ένα μελωδικό, refrain-άτο hard rock άσμα με πολυφωνικά μέρη, σαν το “Heaven tonight” ένα πράγμα, ενώ το “Bedroom Eyes” ακούγεται λες και μπήκαν στο studio ο Hendrix με τον Van Halen και τους είπε πως θα παίξουν ο ίδιος ο Yngwie. Ο γρήγορος, ευθύβολος και λυρικός Malmsteen που τόσο αγαπήσαμε «καθρεπτίζεται» στα “Motherless child”, “Demon driver” και “See you in hell (Don’t be late)”, ενώ στο “Devil in disguise” ακούμε ένα κομμάτι του οποίου την εισαγωγή τουλάχιστον  ξεπατίκωσαν οι STRATOVARIUS, CRYPT SERMON και το μισό ευρωπαϊκό power metal όταν ήθελε να παίξει σε επικό mid - tempo. Στο “Judas” και στο “What do you want” είμαι βέβαιος πως ακούω τους Europe να παίζουν (ξανά) neoclassical power metal και το άπω ανατολίτικο “Faultline”, βαρύ και στακάτο, θα μπορούσε κανείς να πει πως είναι το μικρό αδερφάκι του “Black star” με λόγια όμως τη φορά αυτή. Εννοείται πως δεν θα μπορούσε να λείπει μια όμορφη αισθαντική μπαλάντα σαν το “Save our love” και το ομότιτλο κομμάτι είναι ένα από τα καλύτερα οργανικά που έχει γράψει ποτέ ο ψηλός, βασισμένο φυσικά σε κλασσικές κλίμακες.
Κάποτε ο δίσκος αυτός «θάφτηκε» ανηλεώς από κάποιους που απλά αδυνατούσαν πλέον να παρακολουθήσουν τον ΜΕΓΑ Σουηδό. Συγκρινόμενος με όσους προηγήθηκαν, ναι, υστερεί. Ως αυτόνομη όμως, ξεχωριστή πρόταση, είναι έπος. Πλέον, μπορώ εύκολα να γελάσω στα μούτρα των παραπάνω κυρίων, απολαμβάνοντας μια εξαιρετική κατάθεση ταλέντου, ερμηνειών, ποιότητας και ναι, εγωισμού. Γιατί έχει περίσσιο από αυτό το κάθε σιχαμένο τσουτσέκι, δεν γίνεται να μην τον έχει ο ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ Yngwie!
Δημήτρης Τσέλλος

 

MASTER – “Master” (Nuclear Blast)
Από τους πρωτεργάτες του death metal ήχου, οι MASTER από το Chicago μπορεί να κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1990 αλλά η δράση τους είχε ξεκινήσει ήδη από το 1983. Ο drummer Bill Schmidt βρέθηκε να παίζει πρώτη φορά με τον μπασίστα Paul Speckmann στους WAR CRY οι οποίοι έπαιζαν σε πιο heavy metal ύφος με επιρροές από BLACK SABBATH και συγκροτήματα του N.W.O.H.M. όπως οι ANGEL WITCH και WITCHFINDER GENERAL, με την επαναηχογράφηση του “Forbidden evil” από το “Trilogy of terror” demo (1982) να συμπεριλαμβάνεται στη θρυλική συλλογή “Metal Massacre IV” της Metal Blade. Με τον Bill Schmidt να έχει ήδη αποχωρεί φορμάροντας τους MASTER και τον Paul Speckmann να ακολουθεί δυσαρεστημένος από την αλλαγή τους ύφους των WAR CRY σε πιο εμπορικά/glam μονοπάτια κι έχοντας περάσει νωρίτερα από audition για τη θέση του μπασίστα στους TROUBLE την οποία πήρε τελικά ο Sean McAllister, αφουγκράζονται το νέο ρεύμα της εποχής που δεν είναι άλλο από το thrash metal, χωρίς να έχουν ξεπεράσει το σοκ της πρώτης ακρόασης του “In league with Satan / Live like an angel” των VENOM. Απογοητευμένοι που δεν μπορούσαν να βρουν τον κατάλληλο κιθαρίστα, διαλύουν το συγκρότημα με τον Bill Schmidt να πηγαίνει στους thrashers MAYHEM INC και τον Paul Speckmann να ιδρύει τους DEATH STRIKE οι οποίοι και κυκλοφορούν το 1985 το “Fuckin' death” demo σε πιο death metal μονοπάτια με υλικό που προοριζόταν αρχικά για τους MASTER προκαλώντας αίσθηση στο underground που έβραζε εκείνη την εποχή κυκλοφορώντας επίσημα από την Nuclear Blast το 1991. Την ίδια χρονιά οι MASTER επαναδραστηριοποιούνται έχοντας πλέον στη σύνθεσή τους και τον κιθαρίστα των DEATH STRIKE, Chris Mittleburn και κυκλοφορούν ένα rehearsal demo επαναηχογραφώντας κάποια από τα τραγούδια. 
Βρισκόμαστε ακόμα στο 1985 όπου οι MASTER έρχονται σε επαφή με την Combat με σκοπό να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο τους το οποίο είχε ήδη ηχογραφηθεί στα Seagrape studios με λεφτά που του είχε αφήσει ο πατέρας του από κληρονομιά, αλλά δυστυχώς τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως θα ήθελαν μιας και η συμφωνία στραβώνει την τελευταία στιγμή μετά από παράλογες απαιτήσεις που επέβαλλαν οι MASTER ύστερα από προτροπή του διάσημου παραγωγού και manager των THE RUNAWAYS, Kim Fowley, τον οποίον είχαν βρει τυχαία στο studio χρεώνοντάς τους ένα δολάριο το λεπτό για να διαβάσει το συμβόλαιο και τριακόσια δολάρια μετά όλα πήγαν στράφι. 
Με τους MASTER να διαλύονται για δεύτερη φορά, ο Paul Speckmann φορμάρει του FUNERAL BITCH και αργότερα τους ΑΒΟΜΙΝΑΤΙΟΝ, με τους τελευταίους να υπογράφουν στη Nuclear Blast. Εντωμεταξύ οι rough μίξεις του ακυκλοφόρητου άλμπουμ των MASTER είχαν διαρρεύσει αποκτώντας θρυλικές διαστάσεις στο tape-trading underground με μέλη των CARCASS, NAPALM DEATH, DEATH και BENEDICTION να αναφέρονται σε αυτούς και μετά από προτροπή των Mitch Harris (μετέπειτα μέλος των NAPALM DEATH) και Joe Caper των RIGHTEOUS PIGS οι οποίοι είχαν ήδη κυκλοφορήσει δύο άλμπουμ στη Nuclear Blast κατάφεραν να υπογράψουν και οι MASTER με τον Monte Conner της Roadrunner να ενδιαφέρεται επίσης. Ο Paul Speckmann ανασταίνει τους MASTER και καλεί τους Bill Schmidt και Chris Mittleburn να επαναηχογραφήσουν το χαμένο άλμπουμ του '85 με την προσθήκη κάποιων τραγουδιών δίνοντάς του άλλη μία ευκαιρία αλλά δυστυχώς ξεκινάει ένας άλλος νέος κύκλος απορρίψεων μιας και η Nuclear Blast δεν εγκρίνει το τελικό αποτέλεσμα λόγω του φτωχού ήχου. Οι Bill Schmidt και Chris Mittleburn αποχωρούν από το συγκρότημα και ο Paul Speckmann με τη βοήθεια του drummer των ΑΒΟΜΙΝΑΤΙΟΝ, Aaron Nickeas και τον κιθαρίστα Jim Martinelli (BURNT OFFERING, TORMENT) κάνει τρίτη απόπειρα να ηχογραφήσει το άλμπουμ, αυτή τη φορά στα Morrisound Recording στην Tampa της Florida με παραγωγό τον Scott Burns (OBITUARY, DEATH, SEPULTURA) αλλά απορρίπτεται ξανά από τη Nuclear Blast η οποία καταλήγει να κυκλοφορήσει την προηγούμενη ηχογράφηση αλλά με τον Scott Burns να αναλαμβάνει τη μίξη και την προσθήκη triggers στα τύμπανα, προσθήκη η οποία δεν άρεσε καθόλου στον Speckmann αλλά έκανε πίσω και το “Master” κυκλοφορεί επιτέλους επίσημα το 1990.
Έχοντας χάσει το momentum τους μιας και τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν εντελώς διαφορετικά εάν το “Master” είχε κυκλοφορήσει το 1985 και ως πρωτεργάτες του death metal ήχου πλέον να είχαν άλλο status, τα τραγούδια παραμένουν ακατέργαστα και ωμά λες και το death metal και ο ακραίος ήχος είχε παραμείνει όπως αρχικά είχε σκάσει τις πρώτες μέρες με συγκροτήματα όπως οι MANTAS, SLAUGHTER και REPULSION, με επιρροές από συγκροτήματα όπως οι VENOM, SLAYER, HELLHAMMER και αρχαίο punk/hardcore. Στιχουργικά οι MASTER διέφεραν από τις υπόλοιπες death metal μπάντες της εποχής μιας και είχαν περισσότερες κοινωνικές ανησυχίες και δεν υμνούσαν τον θάνατο ή τον σατανισμό πχ ενώ και το παίξιμό τους ήταν πιο χύμα κάνοντας πιο αισθητό το γεγονός πως το “Master” ήταν περισσότερο ένα proto-death metal άλμπουμ παρά μία κυκλοφορία που αντικατόπτριζε τις τάσεις που επικρατούσαν στο death metal τότε. Η ιδιαίτερη διασκευή τους στο “Children of the grave” των BLACK SABBATH έχει ενδιαφέρον ενώ είχε συμπεριληφθεί στη συλλογή της Nuclear Blast, “Death …Is just the beginning” και αποτελεί καλή ευκαιρία  να αναφέρουμε πως το όνομα του συγκροτήματος προήλθε από στίχο του “Lord of this world” από το “Master of reality”.
Ακολούθησε περιοδεία το φθινόπωρο του 1990 υπό την ονομασία “Fleisch tour” μαζί με PUNGENT STENCH και ABOMINATION ενώ για την ιστορία να αναφέρουμε πως το “Master” επανακυκλοφόρησε το 2008 με την αυθεντική μίξη χωρίς τα triggers από την Displeased Records, η ηχογράφηση στα Morrisound Recording ως SPECKMANN PROJECT από τη Nuclear Blast το 1991 ενώ η χαμένη ηχογράφηση του 1985 βρήκε κι αυτή τον δρόμο της μιας και κυκλοφόρησε με τον τίτλο “Unreleased 1985 album” από την From Beyond Productions το 2003. 
Κώστας Αλατάς

 

MEGADETH – “Rust In Peace” (Capitol Records)
Το 1988 ήταν μια χαοτική χρονιά για τους MEGADETH. Από τη μία κυκλοφόρησαν το τρίτο τους, πολύ καλό “So Far, So Good… So What?” και εμφανίστηκαν στο Monsters of Rock στο Donington μπροστά σε 100.000 κόσμο μαζί με IRON MAIDEN, KISS, HELLOWEEN, GUNS N’ ROSES και DAVID LEE ROTH. Από την άλλη το χρόνιο πρόβλημα των μελών της μπάντας με τα ναρκωτικά, κυρίως των δύο Dave, και καθώς και διάφορες εσωτερικές κόντρες, οδήγησαν τη μπάντα σε τέλμα. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο Dave Mustaine να απολύσει με συνοπτικές διαδικασίες τον ντράμερ Chuck Behler και τον κιθαρίστα Jeff Young. Και ενώ ο αντικαταστάτης του Behler βρέθηκε γρήγορα στο πρόσωπο του Nick Menza καθώς ήταν ο τεχνικός στα τύμπανα του Behler, η αναπλήρωση του Young δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. 
Πολλοί κιθαρίστες πέρασαν από ακρόαση, ανάμεσα τους μερικά τρανταχτά ονόματα, όπως ο Jeff Waters των ANNIHILATOR, ο Dimebag Darell των PANTERA, ο Slash των GUNS N’ ROSES. Ήταν όμως ο Marty Friedman, περισσότερο γνωστός από τους CACOPHONY με τους οποίους είχε ηχογραφήσει δύο άλμπουμ, καθώς και ένα solo, το “Dragons’ Kiss”, που εντυπωσίασε τον Mustaine και τον υποχρέωσε να του δώσει το χρίσμα του εκλεκτού. 
Οι MEGADETH μπάινουν στο στούντιο για πρώτη φορά καθαροί από εξαρτήσεις και τον Σεπτέμβριο του 1990 κυκλοφορύν το τέταρτο δίσκο τους με τίτλο “Rust In Peace”. O δίσκος, είναι πραγματικά εκπληκτικός. Η μπάντα ακούγεται εντελώς απελευθερωμένη, με τον Mustaine να δίνει τον καλύτερο του εαυτό, τόσο στιχουργικά όσο και συνθετικά. Όσο για τα νέα μέλη της μπάντας, ο Menza αποδεικνύεται κλάσεις ανώτερος από τον προκάτοχό του, ενώ οι Mustaine και Friedman συνθέτουν ένα δίδυμο κιθαριστικής ονείρωξης, με τα solos τους κυριολεκτικά να αστράφτουν. Όσο για τα κομμάτια είναι όλα τους εκπληκτικά, μια thrash πανδαισία που ξεκινά με το “Holy Wars…The Punishment Due” και καταλήγει στο “Rust In Peace…Polaris” και ενώ ο εμβρόντητος ακροατής έχει απολαύσει ενδιάμεσα κομματάρες όπως τα “Hangar 18” , “Take No Prisoners” και “Tornado Of Souls”. Η έμπνευση του Mustaine πραγματικά ξεχειλίζει μέσα από κάθε νότα,έχοντας γράψει riffs που σκοτώνουν αλλά αφήνει και τον απαραίτητο χώρο στον Friedman κυριολεκτικά να οργιάσει. Το “Rust In Peace” θεωρείται, και δίκαια, ένας από τους καλύτερους, αν όχι ο καλύτερος δίσκος των MEGADETH. Είναι τόσο καλός που πιστεύω ότι οι άσπονδοι φίλοι του Mustaine στους METALLICA, θα ένιωσαν ένα μικρό τσίμπημα ζήλειας ακούγοντάς το.  
Θοδωρής Κλώνης

 

MEKONG DELTA – “Dances of death (and other walking shadows)” (Aaarrg Music)
Από πού να ξεκινήσεις και που να τελειώσεις με αυτούς εδώ του τύπους και με αυτόν εδώ τον κολοσσό. Εγώ λέω να ξεκινήσω από το καταπληκτικό εξώφυλλο και να πάω προς τα ενδότερα του δίσκου. Αισθάνομαι νιάνιαρο, μερμήγκι, για να μπορέσω να γράψω δύο αράδες για κάτι τόσο παρανοϊκό, κάτι τόσο μεγάλο. Γιατί εδώ μιλάμε για ομηρικό έπος, όχι για έναν απλό δίσκο. 
Το “Dances of death (and other walking shadows)” κυκλοφόρησε για να μείνει στην ιστορία, άφθαρτο, ανεξίτηλο, αιώνιο. Υπάρχουν πολλοί λίγοι δίσκοι εκεί έξω που μπορούν να αγγίξουν την τελειότητά του. Δεν είναι και το ποιο εύκολο πράγμα στον κόσμο να γράψεις έναν δίσκο με τέσσερα μόλις τραγούδια και να μείνεις στην ιστορία. Βασικά είναι ακατόρθωτο. Και όμως, τούτοι εδώ οι τύποι το έκαναν πράξη και μας το σέρβιραν απλόχερα στη μούρη για να μπορούμε να γράφουμε σήμερα δύο αράδες. 
Γιατί όταν το πρώτο τραγούδι του δίσκου διαρκεί 17 λεπτά, είναι χωρισμένο σε οχτώ ενότητες και με το που τελειώνει νομίζεις ότι άκουσες ένα πεντάλεπτο τραγούδι, τότε το μόνο σίγουρο είναι πως εκείνη τη στιγμή οι MEKONG DELTA είναι οι απόλυτοι κυρίαρχοι του παιχνιδιού και εσύ απλά ένα πιόνι στην σκακιέρα που σε κάνουν ότι θέλουν, έρμαιο στις ορέξεις της μπάντας. Φανταστείτε πως αυτός ο δίσκος βγήκε το 1990 και αναλογιστείτε πόσα κιλά μαγκιάς κουβαλούσαν πάνω τους αυτοί οι τύποι για να κάνουν κάτι τέτοιο! Αδιανόητο! Το “Transgressor” που ακολουθεί σου μεταφέρει όλη την τρέλα και την παράνοια που έχουν στα κεφάλια τους οι MEKONG DELTA, πρώτον γιατί μπορούν και δεύτερον για να σου δώσουν και σένα το όποιο μυαλό σου έμεινε, στο χέρι. Το progressive ή tech thrash τους, βρήκε την απόλυτη εφαρμογή του σε τούτο το άλμπουμ. Οι μπασογραμμές στο “True believers” σε τρελαίνουν μαζί με την φωνή και τα γέλια του Doug Lee για να σε πάνε απευθείας στο “Night on a bare mountain”. Και πείτε μου όλοι εσείς, ποια μπάντα έχει πράξει κάτι ανάλογο στο heavy metal. 17λεπτο τραγούδι για αρχή του δίσκου, 10λεπτο για κλείσιμο! Δηλαδή, μιλάμε για το απόλυτο χάος! Οι MEKONG DELTA κεντάνε και σε στέλνουν ως το Δαφνί με ζουρλομανδύα μπας και γίνεις καλά μετά από αυτόν εδώ τον όλεθρο που μόλις τελείωσε. 
Τι να πεις. Λέξεις δε χωράνε. Βασικά, δεν μπορείς να αρθρώσεις μετά από αυτό το μπουνίδι που έχεις φάει στα μουτσούνια μετά την ακρόαση του δίσκου. Μιλάμε για άλμπουμ – επιτομή του συγκεκριμένου ήχου, δίσκος – σταθμός, φωτεινός φάρος, Ευαγγέλιο. Αυτές είναι και μερικές φράσεις που άνετα μπορούν να χρησιμοποιηθούν δίπλα σε αυτό το κόσμημα. Η λέξη «χάος» είναι πολύ μικρή! 
MUST HAVE για όλους όσους ακούνε αυτή τη μουσική! 
Ντίνος “Benjamin Breeg” Γανίτης

 

MIND OVER FOUR - “The Goddess” (Caroline Records/Virgin)
Όταν ξεκινάει η γνωστή κουβέντα για τα “what-if” συγκροτήματα της μουσικής μας, σίγουρα κάποιος καμένος θα εκστομίσει την περίπτωση των MIND OVER FOUR και θα υπάρξει σύγχυση στο ακροατήριο. Ποτέ δεν ήταν φτιαγμένοι για να κάνουν την επιτυχία, για αυτό και τα albums τους βρίσκονται (αν βρεθούν) στο τμήμα προσφορών, εκεί που πέφτει πολύ σκόνη και οι τιμές είναι στα όρια του δωρεάν. Το κράμα μεταξύ του funk, crossover, tech-thrash και prog που θα συναντήσεις στο “The Goddess” είναι τόσο δύσπεπτο, που μέχρι να καταλάβεις τι παίζεται, έχει απλά τελειώσει η ακρόαση του δίσκου. Η ατυχία των MIND OVER FOUR είναι ότι εκείνη την εποχή μεσουρανούσαν οι FAITH NO MORE, η progressive σκηνή δεν ήταν στα καλύτερά της, οι δισκογραφικές υπέγραφαν σωρηδόν ότι ξανθό είχε μπόλικη λακ στα μαλλιά και ο scouter που προσέφερε το δισκογραφικό συμβόλαιο μάλλον βρέθηκε στα μαύρα κατάστιχα της Caroline. Γι’ αυτό και αγνοηθήκαν από τους πολλούς και αποσυρθήκαν ησύχως και μέσα στην πλήρη ανωνυμία πέντε χρόνια αργότερα. Δέκα τραγούδια με διάρκεια από δύο έως τέσσερα λεπτά υπάρχουν εδώ, αλλά είναι τόσο μεστά και πλούσια συναισθημάτων, που απαιτούν την απερίσπαστη προσοχή σου και τη διάθεση να ανακαλύπτεις και κάτι καινούργιο κάθε φορά που σκάει η βελόνα στο εναρκτήριο “Prayer for the dying”. Δώσε στον εαυτό σου την ευκαιρία και ανακάλυψε μια από αυτές τις μπάντες που ξεκάθαρα λόγω συγκυριών δεν έγινε τόσο τεράστια όσο θα έπρεπε.    
Γιώργος Κόης

 

 


GARY MOORE – “Still got the blues” (Virgin)
Το “Still got the blues” είναι ένα τόσο σπουδαίο και γνωστό σημείο αναφοράς για τους οπαδούς του blues rock και γενικά του ηλεκτρικού blues με «τραγανά» ριφ που παίζονται σε distortion πετάλια και όπου τα σόλο είναι δυνατά και εξίσου παραμορφωμένα. To “Still got the blues” είναι ο ορισμός του ηλεκτρικού shred blues πολύ πριν ο Joe Bonamassa ή ο Erik Sardinas το εκτοξεύσουν σε ακόμα πιο εμπορικά ύψη. Και εννοείται φυσικά πως μιλάμε για έναν δίσκο-ορόσημο για κιθαρίστες όπως ο Bonamassa που χρωστάει πολλά στον αγαπημένο Ιρλανδό. Απ’ την άλλη, μιλάμε και για τη μεγάλη και απροσδόκητη στροφή του παλαίμαχου ροκ κιθαρίστα των THIN LIZZY και G-FORCE γνωστού επίσης και για κάποια heavy metal διαμάντια από τη προσωπική του καριέρα που άφησαν εποχή όπως τα “Corridors of power” (1982), “Wild frontier” (1987) και “After the war” (1988). Σε όσους μεταλλάδες και αν μιλήσω, το “Still got the blues” δυστυχώς πέφτει μακριά από την υπόληψή τους, γιατί όπως και να το κάνουμε, δεν είναι μάλλον εύκολο να δεχτείς μια τόσο απότομη στροφή σε ύφος, είδος και ήχο άσχετα ότι στα blues ο Moore παρέμεινε φουλ ηλεκτρικός και βιρτουόζος. Ωστόσο, αν και προφανώς η πρώιμη 80’s φάση του GARY MOORE είναι και η αγαπημένη μου περίοδος, η γενιά μου μεγάλωσε με τις blues μπαλάντες του τιτάνα κιθαρίστα και με τις cheesy αλλά διαχρονικές μελωδίες του “Still got the blues”. Από τη πρώτη νότα της ομώνυμης μπαλάντας ξέρεις τι έρχεται και έχεις μπει αυτόματα στο ανάλογο mood. Και αν είσαι επιπλέον έφηβος σε σχολικό πάρτι, σίγουρα έχεις κάνει και συ ένα κλασσικό slow dance στο ρυθμό του “Still got the blues”. Αν κιόλας πηγαίνεις στο τοπικό ωδείο για μαθήματα κιθάρας δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχεις κάτσει να βγάλεις ή να σου μάθει ο δάσκαλος τη μελωδία ίσως και τα σόλο του κομματιού. Γι αυτό και μόνο, το “Still got the blues” έχει εξέχουσα θέση στη καρδιά και το μυαλό μου. 
Φίλιππος Φίλης 

 


MORBID SAINT - “Spectrum of death” (Avanzada Metalica)
Τώρα για αυτόν εδώ το δίσκο, δεν ξέρω τι μπορεί κανείς να γράψει που να τον περιγράφει όσο το δυνατόν πιστότερα. Οι Αμερικανοί κυκλοφόρησαν έναν δίσκο που θα ήταν το ιδανικό ηχητικό «χαλί» σε έναν καυγά (εννοείται με ξύλο, όχι στα λόγια) μεταξύ δαιμόνων στα βάθη της Κολάσεως. Ταχύ, τραχύ, βάρβαρο, βίαιο, «τραμπούκικο» και «αούγκανο», το “Spectrum of death” είναι από τους πιο “in your face” δίσκους που θα έχεις τη τιμή και το προνόμιο να ακούσεις αγαπητέ μου εκκολαπτόμενε thrasher, όσο θα ανακαλύπτεις το αγαπημένο σου είδος. Το “Agent orange” αν παιζόταν από χουλιγκάνους. “Lock up your children”, “Scars”, “Beyond the gates of hell” για ανελέητη κλωτσοπατινάδα, με τον υπόλοιπο δίσκο φυσικά να μην υστερεί. Να σημειωθεί πως το άλμπουμ έχει κυκλοφορήσει με δύο εξώφυλλα. Το ένα που δείχνει διάφορα κρανία μαζεμένα και τον τίτλο χαραγμένο πάνω σε κάποια από αυτά, και φυσικά το ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ που ήδη κοίταξες και θαύμασες πιο πάνω, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο ετεροθαλής αδερφός του Eddie των IRON MAIDEN.
Δημήτρης Τσέλλος

 


MOTHER LOVE BONE – “Apple” (Polydor)
Να έχεις βγάλει ένα δίσκο, μόνο ένα δίσκο και αυτός όχι απλά να θεωρείται σπουδαίος, αλλά και πυλώνας ενός ολόκληρου μουσικού ιδιώματος και να πατάνε πάνω σου τόσοι σπουδαίου καλλιτέχνες μετά. Να έχεις στις τάξεις της μπάντας μία ομάδα μουσικών που μετά από χρόνια θα μπορούσες να τους πεις και all-star, με δεδομένο την πορεία που ακολούθησαν και τις μπάντες στις οποίες πήγαν και έπαιξαν. Και να είσαι όμως από την άλλη μία τόσο σημαντική μορφή όπως φάνηκε, αλλά τα ναρκωτικά να μη σε αφήνουν όχι μόνο να δεις το τι κατάφερες, αλλά ούτε το δίσκο σου στα ράφια των δισκοπωλείων και να πάρεις «τζούρα» του τι κατάφερες. Λάθος «τζούρα». 
Το “Apple” των MOTHER LOVE BONE, είναι απλά λιτά και απέριττα μία ΔΙΣΚΑΡΑ, από αυτές που δε βγαίνουν κάθε μέρα. Είναι από τους δίσκους που οριοθέτησαν το πώς θα ακούγεται το grunge, το alternative rock (και alternative metal), γενικότερα ένα τεράστιο παρακλάδι του γενικότερου rock ήχου μίας ολόκληρης δεκαετίας, των 90’s. 
Οι MOTHER LOVE BONE δημιουργήθηκαν το 1987, από πρώην μέλη των GREEN RIVER και MALFUNKSHUN και το εξαιρετικό πακέτο των μελών τους κατάφερε να κυκλοφορήσει αυτό το μοναδικό από όλες τις απόψεις άλμπουμ στις 19 Ιουλίου 1990, λίγους μήνες μετά το θάνατο του τραγουδιστή τους, Andrew Wood (19 Μαρτίου) από υπερβολική δόση ηρωίνης. Στο παρελθόν είχε μπει τουλάχιστον 2 φορές για αποτοξίνωση, η μία μάλιστα το 1989.
Στο “Apple” θα ακούσετε ένα ηχόχρωμα τόσο γνωστό μετέπειτα από μπάντες όπως οι ALICE IN CHAINS, PEARL JAM, SOUNDGARDEN, FAITH NO MORE, NIRVANA, SCREAMING TREES, MAD SEASON και τόσες άλλες. Άλλωστε οι μουσικοί των MOTHER LOVE BONE έγιναν μετά τη διάλυση της μπάντας μουσικοί και ιδρυτές κάποιων εξ αυτών των συγκροτημάτων, ενώ το 1991 θα υπάρξει και η κυκλοφορία του “Temple of the dog”, των TEMPLE OF THE DOG, μίας μπάντας φόρος-τιμής στον Wood των MOTHER LOVE BONE, από το φίλο του, Chris Cornell (SOUNDGARDEN), με τους Stone Gossard και Jeff Ament από τους MOTHER LOVE BONE να είναι σε ρυθμική κιθάρα και μπάσο αντίστοιχα. Οι Gossard και Ament, μετά τους MOTHER LOVE BONE πήγαν και ίδρυσαν μία άλλη «μπαντούλα» του χώρου, τους PEARL JAM και τα υπόλοιπα είναι απλά ιστορία των 90’s. Απλά αν κάτσετε και δείτε το ποιοι συνδέονται μουσικά με ποιους εκείνα τα χρόνια, θα βρεθείτε σε έναν λαβύριθνο, αλλά αξίζει.
Το “Apple” είναι ένα υπέροχο άλμπουμ. Έχεις τις γκρούβες του, τα μπαλαντοειδή του, τα πιο ατμοσφαιρικά περάσματα, όλο αυτό το όμορφο ηχόχρωμα του Seattle και μπροστά την ιδιαίτερη φωνή του Wood, μίας περσόνας που έδειχνε ότι θα μπορούσε να πάρει τη μπάντα από το χεράκι προς την επιτυχία. Δε χρειάζεται να ειπωθούν πολλά για τη μουσική του δίσκου, όταν επηρέασε τόσα σχήματα (και άλλα τόσα μικρότερα) που είπαμε πιο πάνω. Αν ακούτε αυτόν τον ήχο και δεν έχετε ακούσει το “Apple”, διορθώστε απλά το «έγκλημα» που έχετε διαπράξει.
Σεβασμός!
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


NAPALM DEATH – “Harmony corruption” (Earache)
Έχοντας συνέλθει αλλά όχι ξεπεράσει το αρχικό σοκ που είχαν προκαλέσει τα “Scum” και “From enslavement to obliteration” στο ανυποψίαστο underground κοινό, οι NAPALM DEATH συνεχίζουν απτόητοι να εξαπολύουν το grindcore τους προς κάθε κατεύθυνση με αρκετή επιτυχία. Το line-up είχε παραμείνει σταθερό από την προηγούμενή τους κυκλοφορία και αποτελούταν από τον τραγουδιστή Lee Dorrian, τον κιθαρίστα Bill Steer, τον μπασίστα Shane Embury και τον Mick Harris πίσω από τα τύμπανα και τον Μάιο του 1989 μπαίνουν στα Slaughterhouse Studios με τον Colin Richardson για να ηχογραφήσουν το “Mentally murdered” EP το οποίο έμελλε να είναι και το τελευταίο τους με αυτή σύνθεση. Κατά της διάρκεια της περιοδείας στην Ιαπωνία με τους S.O.B., οι σχέσεις μεταξύ των μελών είχαν ψυχρανθεί με το συγκρότημα να έχει χωριστεί στα δύο με τους Harris/Embury από τη μία πλευρά και τους Dorrian/Steer από την άλλη. O αυταρχικός χαρακτήρας του Mick Harris ο οποίος ήταν και το παλαιότερο μέλος των NAPALM DEATH ήταν ένας από τους λόγους αλλά ο βασικότερος ήταν όταν ο Lee Dorrian συνειδητοποίησε πως μέρος από τα λεφτά που δικαιούταν από τις πωλήσεις τα πήρε κρυφά το αφεντικό της Earache, Digby Pearson, ώστε να χρηματοδοτήσει την περιοδεία στην Ιαπωνία με αποτέλεσμα να αποχωρήσει από το συγκρότημα και να φορμάρει τους doomsters CATHEDRAL με το που γυρίσει πίσω στο Coventry. O Bill Steer θεώρησε πως δεν τράβαγε άλλο η φάση και είχε έρθει ο καιρός να αφοσιωθεί στο άλλο του συγκρότημα τους CARCASS.
Ο Mick Harris ζητάει από τον τραγουδιστή των BENEDICTION και περιστασιακό roadie της μπάντας Mark "Barney" Greenway να έρθει στο συγκρότημα ενώ κίνηση ματ αποτελεί η μεταγραφή του κιθαρίστα Jesse Pintado από τους Αμερικάνους TERRORIZER οι οποίοι είχαν διαλύσει πριν καν κυκλοφορήσει το “World downfall” ένα από τα καλύτερα και επιδραστικότερα grindcore άλμπουμ όλων των εποχών και με αυτό το line-up περιοδεύουν τον Νοέμβριο του 1989 ως headliners μαζί με τους MORBID ANGEL, CARCASS και BOLT THROWER στα πλαίσια της “The Grindcrusher Tour» στην Αγγλία και αργότερα στην υπόλοιπη Ευρώπη μονάχα με τους MORBID ANGEL ενώ πραγματοποιήθηκαν και οι πρώτες τους εμφανίσεις στις Η.Π.Α. αμέσως μετά. Στα πλαίσια της ανανέωσης προσλαμβάνουν και τον επίσης Αμερικάνο κιθαρίστα των RIGHTEOUS PIGS, Mitch Harris, στους NAPALM DEATH, γνώριμο στο συγκρότημα κι από τη συνεργασία του με τον Mick Harris στους DEFECATION και με πενταμελής πλέον σύνθεση δουλεύουν πάνω σε νέο υλικό. Με το αμερικάνικο death metal να αποκτά όλο και μεγαλύτερη δημοτικότητα οι NAPALM DEATH δεν μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστοι, ειδικά τα παλαιότερα μέλη Harris/Embury οι οποίοι λάτρευαν τον ήχο που είχαν βγάλει οι DEATH στο “Leprosy” και αποφάσισαν να ταξιδέψουν μέχρι την Tampa της Florida για να ηχογραφήσουν στο ίδιο studio και με τον ίδιο παραγωγό και η επιλογή δεν ήταν άλλη από τα Morrisound Recording και τον Scott Burns μπροστά από την κονσόλα. Δυστυχώς υπήρξαν διάφορα προβλήματα κατά την ηχογράφηση με τον Mick Harris να έρχεται σε αντιπαράθεση με τον Scott Burns μιας και ο διάσημος παραγωγός δεν έμενε ικανοποιημένος από την απόδοση του drummer. Όταν ολοκληρώθηκαν οι ηχογραφήσεις και οι δύο πλευρές θεώρησαν πως ο λεγόμενος Florida death metal ήχος με την καθαρότητα που είχε δεν ταίριαζε σε ένα συγκρότημα από το Birmingham με grindcore παρελθόν όπως ήταν οι NAPALM DEATΗ και αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια σε αρκετούς οπαδούς όταν κυκλοφόρησε επίσημα τον Ιούλιο του 1990. Κερασάκι στην τούρτα οι guest εμφανίσεις των John Tardy και Glen Benton στο “Unfit Earth” όπως συνηθίζονταν σε κάθε ηχογράφηση στα Morrisound δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο την υποστήριξη των death metal συγκροτημάτων εκείνη την εποχή στοιχείο που σύμφωνα με δηλώσεις μελών των NAPALM DEATH είχε σταματήσει να συμβαίνει στη grind/punk-hardcore σκηνή.
Οι πρώτες αντιδράσεις των πιο σκληροπυρηνικών ήταν απογοητευτικές μιας και δεν τους καθόταν καλά να ακούν τους πρωτεργάτες του ωμού grind ήχου να επιδίδονται σε death metal ύφος το οποίο εκείνη την εποχή γινόταν όλο και πιο δημοφιλές και σε πιο μακροσκελείς συνθέσεις και από τη στιγμή που δεν υπήρχε κανένα ιδρυτικό μέλος στο συγκρότημα απαιτούσαν να αλλάξουν μέχρι και όνομα. Για να είμαστε δίκαιοι αυτή η σκληρή κριτική αδικεί το “Harmony corruption” το οποίο είναι ένα εξαιρετικό death metal άλμπουμ με τα χαρακτηριστικά grindcore ξεσπάσματα που μας είχαν συνηθίσει οι NAPALM DEATH. Απλά τα death metal στοιχεία που είχαν ήδη μπει στη μουσική τους από το “Mentally murdered” EP λειτουργούσαν πλέον ως βάση των τραγουδιών πλέον με τον ήχο από τα Morrisound να υποσκελίζουν τον ωμό grind χαρακτήρα της μπάντας αλλά δεν παύει το συγκρότημα να ακούγεται ακραίο και αδυσώπητο με τα όργανα να ακούγονται πλέον πιο καθαρά, το παίξιμο να γίνεται πιο σφιχτό εξελίσσοντας τις δομές των τραγουδιών χωρίς όμως να υστερούν σε ταχύτητα. Στιχουργικά το γενικό θέμα του άλμπουμ όπως αφήνει να φανεί και ο τίτλος τους άλμπουμ καταπιάνεται με όλα αυτά που διαταράσσουν την ισορροπία μεταξύ των ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο όπως τα ναρκωτικά, η καταπίεση, η θρησκεία και η κατάθλιψη δείχνοντας πως οι NAPALM DEATH παραμένουν ανήσυχοι και μακριά από τη gore/evil θεματολογία που συναντούσαμε κατά κόρον στο death metal.
Το άλμπουμ εμπορικά τα πήγε καλά και τους έβγαλε στο δρόμο για το αμερικάνικο σκέλος της “Grindcrusher” περιοδείας έχοντας αυτή τη φορά από κάτω τους GODFLESH του πρώην κιθαρίστα τους Justin Broadrick και τους NOCTURNUS. To “Suffer the children” κυκλοφόρησε ως single όπως επίσης η βιντεοσκοπημένη εμφάνισή τους στο Salisbury Arts Centre στις 30 Ιούνιο 1990 στην Αγγλία σε VHS με τίτλο “Live corruption”.
Κώστας Αλατάς 

 

NOCTURNUS – “The key” (Earache)
Ορμώμενοι από την σκηνή που γέννησε τις μεγαλύτερες death metal μπάντες, οι NOCTURNUS από την Φλόριντα, κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους με τίτλο “The key” και μένουν στην ιστορία του ήχου, ως το πρώτο σχήμα αυτής της φουρνιάς, που χρησιμοποίησε εκτεταμένα πλήκτρα και sci-fi αναφορές στην μουσική του. Το concept του δίσκου συνδυάζει τις κλασικές time-travelling ιστορίες (“Destroy the manger”), την αντιχριστιανική στιχουργία (“BC/AD”) και φανταστικές δυστοπίες που θυμίζουν σκηνικά “Dune” (“Empire of the Sands”). Αντίστοιχα η εξαιρετικά τεχνική μουσική τους, διαθέτει μοναδική δυναμική που ίσως έλειπε από τις αντίστοιχες κυκλοφορίες των ATHEIST και CYNIC. Το death metal των NOCTURNUS, στέκει εγγύτερα στο πραγματικά προοδευτικό metal για πολλούς, διότι δεν εφάρμοσε μονάχα κανόνες τεχνικής κατάρτισης, αλλά κυρίως ρίσκαρε με “εξωτικά” στοιχεία που ταίριαξαν απόλυτα με το όραμα των συνθετών. Επίσης να καταθέσω ότι το κιθαριστικό δίδυμο Davis-McNenney είναι πιθανότατα ένα από τα πιο υποτιμημένα δίδυμα του αμερικανικού metal. Εξωγήινο παίξιμο από το πρώτο μέχρι το τελευταίο κομμάτι.
Αλέξανδρος Τοπιντζής

 


OBITUARY – “Cause Of Death” (Roadracer Records)
Όπως ενδεχομένως θα έχετε διαπιστώσει όσοι διαβάζετε το παρόν αφιέρωμα, το 1990 ήταν μια πολύ καλή χρονιά για το death metal. Ενδεικτικά να πούμε ότι οι DEICIDE κυκλοφόρησαν το χαοτικό ντεμπούτο τους, οι άρχοντες DEATH το ασύλληπτο “Spiritual Healing” και ετούτοι εδώ οι λεβέντες από τη Florida το δεύτερο τους άλμπουμ, με τίτλο “Cause Of Death”. Είχε προηγηθεί το ντεμπούτο τους, “Slowly We Rot” ένα χρόνο νωρίτερα. Στο “Cause Of Death” έχουμε μια σημαντική προσθήκη στις τάξεις της μπάντας και αυτή δεν είναι άλλη από τον παιχταρά James Murphy ο οποίος είχε ήδη αφήσει τα διαπιστευτήρια του μερικούς μήνες νωρίτερα, ως κιθαρίστας των DEATH στο “Spiritual Healing”. Κατά την ταπεινή μου άποψη το “Cause Of Death” είναι ενδεχομένως ο καλύτερος δίσκος των OBITUARY. Τα πάντα είναι προσεγμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Από το εκπληκτικό εξώφυλλο του Michael Whelan (CIRITH UNGOL κανείς;) που μάλιστα προοριζόταν για εξώφυλλο του “Beneath The Remains” των SEPULTURA, μέχρι το ένθετο trivia όπου δεν υπήρχαν οι στίχοι των κομματιών παρά μόνο σκόρπιες φράσεις προκαλώντας τον δύστυχο ακροατή να αποκρυπτογραφήσει τα γρυλίσματα του John Tardy και να βρει σε ποιο κομμάτι ανήκε η κάθε φράση. Όσο για το περιεχόμενο του δίσκου, χάος και όλεθρος. Τα φωνητικά του John Tardy είναι ικανά να προκαλέσουν πολιτισμικό σοκ για όποιον έρχεται σε πρώτη επαφή με τη μπάντα. Γρυλίσματα βαθιά και σπηλαιώδη, δείχνουν ξεκάθαρα γιατί ο Tardy θεωρείται ένας από τους επιδραστικότερους death metal τραγουδιστές. Τα κομμάτια είναι όλα η επιτομή του death metal, με τα riffs να θερίζουν κεφάλια και με ορισμένες συγκλονιστικές στιγμές όπως τα “Chopped In Half”, “Find The Arise”, “Turned Inside Out” και φυσικά το ομώνυμο, ενώ κερασάκι στην τούρτα αποτελεί η διασκευή στο “Circle Of The Tyrants” των CELTIC FROST. Και βέβαια ο James Murphy στα solos για μια ακόμη φορά να εντυπωσιάζει. Ένας δίσκος-διαμάντι για το death metal, το “Cause Of Death” είναι η προφανή σας επιλογή αν θέλετε να έχετε μόνο ένα άλμπουμ από τους OBITUARY. Επιβάλλεται.
Θοδωρής Κλώνης

 

THE OBSESSED - “The Obsessed” (Hellhound Records)
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Scott "Wino" Weinrich έχει παίξει σημαντικό ρόλο  στην ανάπτυξη και τη συντήρηση της αμερικανικής metal underground σκηνής. Ο μουσικός που έχει πάρα πολλούς δίσκους στο παλμαρέ του που θεωρούνται κλασικοί και επιδραστικοί, με το “Born Too Late” να θεωρείται κατά πολλούς ίσως o κορυφαίος του, έχει αρκετά Projects όπως οι SPIRIT CARAVAN, οι HIDDEN HAND, οι SHRINEBUILDER κ.α. Οι OBSESSED όμως θα είναι το πρώτο και το πιο επιδραστικό project του απ’ όλα.
Ο δίσκος “Obsessed”, έχει τραγούδια που είχαν γραφτεί το 1985, ένα χρόνο πριν την πρόσληψη του στους SAINT VITUS. Οι SAINT VITUS στα τέλη της δεκαετίας ’80 άλλαξαν εταιρία και μετά από τέσσερις δουλειές με την SST, το 1990 συνεργάστηκαν με την Hellhound για τον δίσκο “V”. Μέσω της εταιρίας αυτής και αφού του έδωσε την δυνατότητα να “προχωρήσει” την προσωπική του δουλειά που την είχε μισοτελειωμένη από το ‘85, το έπραξε χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο δίσκος και η εν γένει  ατμόσφαιρα και  διάθεση του έχει επιθετικά και στραβωμένα τραγούδια όπως τα "The way she fly", "Ground out", "Red disaster" και "Inner turmoil" αλλά προσωπικά τα αγαπημένα μου από το άλμπουμ, είναι τα πιο αργά κομμάτια όπως τα "Tombstone highway", "Forever midnight" και "River of soul". Αυτά τα τραγούδια ξεδιπλώνουν το πάθος, τη μελαγχολία, την ομορφιά, και εκθέτουν πραγματικά την ευελιξία του Wino και όλο το εύρος που μπορεί να επεκταθεί ως καλλιτέχνης. Οι OBSESSED είναι ουσιαστικά ο Wino. Μπορεί να θεωρηθεί ως ένα σόλο έργο του, καθώς είναι το επίκεντρο και ο βασικός συνθέτης. Ο αριθμός των πανέμορφων και ευπροσάρμοστων riff που μας προσφέρει, μόνο σε αυτό το άλμπουμ, είναι εκπληκτικός.
O Wino έχει ένα πολύ ξεχωριστό ύφος, τόσο φωνητικά όσο και στην κιθάρα. Η μουσική των OBSESSED είναι πολύ διαφορετική από αυτή που κάνει με τους SAINT VITUS και είναι λογικό καθώς ο Dave Chandler ήταν, είναι και θα είναι πάντα ο κύριος τραγουδοποιός τους. Αλλά η συνεισφορά του είναι σημαντικότατη στην επίδραση που είχαν οι SAINT VITUS στο χώρο. Γνωρίζει πραγματικά πώς να δημιουργήσει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, είτε με τη φωνή, είτε με την κιθάρα είτε με τους στίχους του, και μπορώ μόνο να πω ότι το “The obsessed” αξίζει περισσότερη αναγνώριση και επιβάλλεται να βρίσκεται σε κάθε δισκοθήκη.
Θάνος “Thanoz”Κολοκυθάς

 

PANTERA - "Cowboys from hell" (ATCO)
Σπάνια ο τέταρτος δίσκος ενός συγκροτήματος ακούγεται σαν ντεμπούτο, σε σημείο όπως αυτό έγινε με τους PANTERA. Μουσικά είχαν μεταλλαχθεί σε μια επιθετική μπάντα που συνδύαζε δύναμη και όγκο με κλασικό metal και πλέον βρήκαν στο πρόσωπο του Terry Date, έναν παραγωγό που θα το εκσυγχρόνιζε, σε σημείο να αλλάξει τον ρου της μουσικής σκηνής. Οι PANTERA είναι η μεγαλύτερη μπάντα που έβγαλε η δεκαετία αυτή και οι δυνατότητές τους φάνηκαν από αυτό το άλμπουμ. Λίγο η ένταση στα τύμπανα και τα κέρματα στις μπότες του Vinnie Paul, κάτι η αγανάκτηση και ο θυμός στην φωνή του Phil Anselmo, αρκετό από το groove του Rex Brown, αλλά πρωτίστως η κιθαριστική ευφυία του Dimebag Darrell, έκαναν του Τεξανούς να ακούγονται σαν τους Μεσσίες μιας σκηνής που απειλούνταν να εξαφανιστεί. Τα τραγούδια του άλμπουμ είναι σε απίστευτο βαθμό διαφορετικά από το παρελθόν τους, αλλά πάραυτα είναι εξαιρετικά. Από το δυναμικό κι ανεπανάληπτο ομώνυμο κομμάτι, στον οδοστρωτήρα του "Primal concrete sledge", το παρανοϊκό "Psycho holiday" με την Halford-ική κραυγή του Anselmo, το αξεπέραστο "Domination" που έκανε το "One" να ακούγεται τόσο απλό, αλλά και το "Cemetary gates" που έδωσε νέο νόημα στον όρο power-ballad! Μιλάμε για ένα άλμπουμ που σύντομα κλείνει 30 χρόνια ύπαρξης, αλλά μυρίζει φρέσκο όσο ένας φρεσκοτριμμένος καφές! Δεν υπάρχει κάτι που να μειώνει την αξία του CFH κι ευτυχώς ο κόσμος το αγκάλιασε, επιβραβεύοντας την παρέα που δεν τα παράτησε για 10 περίπου χρόνια. Ο Diamond Darrell, δίχως να αφήσει πίσω του τις εμμονές του με τους KISS, κατάφερε να αναδειχθεί στον νέο guitar hero του heavy metal. Είτε φταίνε τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, είτε αυτά τους έδιναν έμπνευση, η πραγματικότητα είναι μία: οι PANTERA ξαναέγραψαν τους κανόνες για το heavy metal με αυτόν εδώ τον δίσκο. Ναι, οι επιρροές από το "...And justice for all" είναι έκδηλες. Ε, και; Οι Αμερικάνοι το τερμάτισαν και ο κόσμος μας πήρε καινούργιο νόημα!
Γιώργος "Medicine man" Κουκουλάκης

 

PARADISE LOST – “Lost paradise” (Peaceville)
Καλησπέρα σας, είμαστε οι PARADISE LOST και ήρθαμε να σας μαυρίσουμε την ψυχή. Θα μπορούσε να είναι και ένα intro αν οι PARADISE LOST έβγαιναν σε κάποιο μαγαζί της Εθνικής Οδού πριν σκάσει η φωνή «Ηλία ρίχτο» και αυτό ισοπεδωθεί.
Τα 90’s είναι η εποχή που το metal «άνοιξε» όσον αφορά τα είδη του. Βγήκαν νέα είδη, υποείδη, κάποια από αυτά γνώρισαν μεγάλη επιτυχία μάλιστα και φυσικά δημιουργήθηκαν μπάντες που θεωρούνται από τις μεγάλες της δεκαετίας. Μία από αυτές είναι φυσικά και οι PARADISE LOST από τους βασικούς ηγέτες ενός πιο «μαύρου» ήχου, του doom/death metal και μετέπειτα gothic metal ας πούμε για να είναι όλοι χαρούμενοι με τις ταμπέλες.
Με έτος ίδρυσης το 1988 στο ερωτικό Halifax της Αγγλίας και μετά από 3 demos (must), το 1990 οι PARADISE LOST παρουσιάζονται στο metal κοινό με την κυκλοφορία του “Lost paradise” της τότε όχι τόσο γνωστής, αλλά μετέπειτα τόσο σημαντικής για τα 90’s Peaceville Records.
Το “Lost paradise” είναι πρωτόλειο. Είναι ένας νέος κόσμος που σκάει, με μπάντες όπως τους κυρίους εδώ, τους MY DYING BRIDE και τους ANATHEMA να μας τον γνωρίζουν. Δεν ξέρω πολύ κόσμο για να είμαι ειλικρινής (βασικά… κανέναν!!!) που να θεωρεί το “Lost paradise” το αγαπημένο του άλμπουμ PARADISE LOST ή έστω να το θεωρεί το καλύτερο. Άλλωστε είναι τρομερά δύσκολο όταν στα καπάκια μετά έβγαλαν κάτι “Gothic”, “Icon”, “Draconian times”. Όμως για την εποχή που βγήκε είναι σημαντικότατο άλμπουμ. Οι PARADISE LOST μόλις μας συστήνονται και αρχίζουν και επηρεάζουν κόσμο και κοσμάκη στο metal και ειδικά με τα 3 επόμενα άλμπουμ τους θα ανέβουν ψηλά (ως και το θρόνο) της ιεραρχίας του ήχου και θα προσφέρουν νέα γενιά σχημάτων που θα ακολουθήσουν το δρόμο τους. Ο δίσκος είναι γεμάτος τη σκοτεινή ατμόσφαιρα του doom/death, τα πλήκτρα, τις ελλείψεις και τα λάθη τόσο στις ηχογραφήσεις, όσο και στην παραγωγή, μοιάζει ακόμα σε στιγμές με demo, όμως έχει όλα αυτά τα μαγικά της «πρώτης φοράς», της αρχής, για να το πούμε απλά του «γράφω μουσική που γουστάρω να παίξω χωρίς να με νοιάζει αν θα πουλήσει». Και μπορεί η ίδια η μπάντα να έχει ξεχάσει στην ουσία αυτό το δίσκο (η επαναηχογράφηση των “Our saviour” και “Frozen illusion” στα “Tragic Illusion 25” και “Medusa” δε μου λέει κάτι, γιατί ξαφνικά θυμήθηκαν τώρα αυτά στα οποία είχαν ρίξει μαύρη πέτρα τόσα χρόνια), όμως δεν παύει να είναι το πρώτο βήμα. Το σημαντικό πρώτο βήμα τόσο για αυτούς, όσο και για ένα νέο ήχο. Και όταν κάτι δημιουργεί «σχολή» και επηρεάζει κόσμο, δε μπορεί παρά δικαιωματικά να καταλαμβάνει θέση στο πάνθεον ενός ήχου. Και αυτό συμβαίνει με το “Lost paradise” των πιτσιρικάδων τότε από την Αγγλία. Ότι και να έκαναν μετά, όσο και να άλλαξαν στην πορεία, όσο και αν ξενέρωσαν κόσμο με διάφορα πράγματα (πχ συναυλίες τους), οι PARADISE LOST ήταν μία σπουδαία μπάντα των 90’s και αυτό δεν της το αφαιρεί κανείς!
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


ROBERT PLANT – “Manic nirvana” (Es Paranza)
Ο πέμπτος δίσκος του Robert Plant έμελε να είναι ο πιο heavy σε σχέση με ότι είχε κυκλοφορήσει στην solo καριέρα του έως εκείνη την στιγμή και παραμένει σίγουρα ως ένας από τους πιο heavy δίσκους στην καριέρα του συνολικά. Γενικότερα ήταν το λιγότερο radio-friendly άλμπουμ και δίχασε αρκετά τους οπαδούς καθώς κάποιοι το βρήκαν αριστούργημα, ενώ άλλοι οπαδοί της δισκογραφίας του, μετά το “Now & Zen”, δεν ενθουσιάστηκαν ιδιαίτερα. Προσωπικά ανήκω στην πρώτη κατηγορία και τον θεωρώ έναν από τους καλύτερους που έχει κυκλοφορήσει.
Το “Manic nirvana” ήταν το δεύτερο από τα τρία άλμπουμ που ο Plant συνεργάστηκε με τον πληκτρά και κιθαρίστα Phil Johnstone, ακολουθώντας την εμπορική επιτυχία του “Now and Zen”, που κυκλοφόρησε δύο χρόνια νωρίτερα. Ο Johnstone που είναι συμπαραγωγός στο άλμπουμ με τους Plant και Mark Stent κατάφεραν να κυκλοφορήσουν την πιο πετυχημένη Pop εκδοχή που θα μπορούσε να έχει ένας πετυχημένος Rock δίσκος των LED ZEPPELIN. Πολλά τραγούδια ξεχωρίζουν όπως το “Liar's dance”, “Watching you” το “I cried” και τα  Hits του δίσκου “Hurting Kind (I've got my eyes on you)” και το “Big love”. Τα τζαμαρίσματα γι’ αυτό το άλμπουμ “γέννησαν” μερικά κομμάτια τα οποία δεν θα κυκλοφορούσαν μέχρι και το boxset του Plant το 2006, με τον τίτλο “Nine Lives”, συμπεριλαμβανομένου του κορυφαίου "One love", το οποίο είναι από τα αγαπημένα μου και σίγουρα ένα από τα καλύτερα του. Ο Johnstone είναι από τους ανθρώπους που πίστευαν ότι πρέπει ο Plant να παίζει και τραγούδια από την δισκογραφία των LED ZEPPELIN στις συναυλίες του. Και μετά την άρνησή του για χρόνια (καθώς δεν ήθελε να τον θυμούνται μόνο ως τραγουδιστή των LED ZEPPELIN) το κατάφερε και από τον τελευταίο δίσκο της συνεργασίας τους “Fate of Nations” συμπεριέλαβε και τραγούδια από την δισκογραφία των ZEPS κάτι που το έχει κρατήσει μέχρι και σήμερα.
Ο δίσκος αυτός ήταν αποτέλεσμα ενός καλλιτέχνη που δεν είχε να αποδείξει τίποτα και σε κανένα και δεν φοβήθηκε να πειραματιστεί στο βαθμό που επιθυμούσε ο ίδιος, αδιαφορώντας για την κριτική που θα λάμβανε. Εκ του αποτελέσματος... σωστά έπραξε.
Θάνος “Thanoz” Κολοκυθάς

 

POISON – “Flesh & blood” (Capitol)
Το 1990 μπορεί να θεωρείται από πολλούς η αρχή του τέλους για το παραδοσιακό hard rock όπως αυτό γεννήθηκε και γιγαντώθηκε την προηγούμενη δεκαετία αλλά ακόμη ο κόσμος συνέχιζε να στηρίζει αυτά τα συγκροτήματα, κάτι βέβαια που θα άλλαζε δύο σχεδόν χρόνια μετά. Ωστόσο, το 1990 ήταν μία ακόμη κραταιά χρονιά για το ιδίωμα και οι POISON ήταν η ζωντανή απόδειξη αφού το τρίτο πόνημά τους, το “Flesh & blood” όχι μόνο κατάφερε να συσπειρώσει περαιτέρω το fan base τους αλλά να δημιουργήσει μία ακόμη μεγαλύτερη στρατιά οπαδών της μπάντας. Οι λόγοι για αυτό ήταν βασικά τρεις: α) το πρώτο single “Unskinny bop” παιζόταν συνέχεια στο MTV, β) τα “Ride the wind”, “Something to believe in” & “Life goes on” ήταν κλασικά POISON κομμάτια συντελώντας ακόμη περισσότερο στην μεγάλη δυναμική του δίσκου και γ) όλες οι κοπέλες κάτω των 18 (και όχι μόνο) στην Αμερική είχαν στο δωμάτιο τους ένα poster του Bret Michaels...πιθανότατα δίπλα σε αυτό του Jon Bon Jovi. Όλα αυτά «εκτόξευσαν» το “Flesh & blood” το οποίο σκαρφάλωσε στο #2 του Billboard πουλώντας εν τέλει πάνω από 8 εκατομμύρια παγκοσμίως!
Αμιγώς μουσικά, ο τρίτος δίσκος των POISON (ο οποίος έμελλε να είναι και ο τελευταίος τους κλασικός) είχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία του πρόσφατος παρελθόντος της μπάντας, δηλαδή up tempo tracks, party anthems, αισιόδοξους στίχους και μία γενικότερη rock n’ roll διάθεση για την οποία ήταν γνωστή η τετράδα από το Pennsylvania. Την ίδια στιγμή όμως σε αρκετά τραγούδια υπήρχε και μία πιο blues κιθαριστική διάθεση και μία πιο «σοβαρή» διάσταση στους στίχους καθιστώντας το “Flesh & blood” το πιο ώριμο άλμπουμ των POISON μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή. Βέβαια, στους επιφανειακούς και εφήμερους ακροατές κάτι τέτοιο δεν έγινε αισθητό καθώς το “Unskinny bop” σχεδόν επισκίασε τα πάντα διατηρώντας έτσι για τους POISON το προφίλ μίας «ρηχής» μπάντας που θα τους καθιστούσε λίγα χρόνια μετά εκ των βασικών αποδιοπομπαίων τράγων. Όχι ότι οι POISON επεδίωξαν ποτέ να βάλουν τη δήθεν ταμπέλα μίας σοβαροφανούς μπάντας αλλά λέμε... Η αμέσως επόμενη δισκογραφική τους απόπειρα ήταν το καθαρόαιμο blues αλμπουμ “Native tongue” με τον Richie Kotzen να παίζει πρωτεύοντα ρόλο σε αυτή την πορεία. 
Σάκης Νίκας

 

CHRIS POLAND – “Return to Metalopolis” (Enigma)
Η πρώτη δισκογραφική απόπειρα του βιρτουόζου κιθαρίστα Chris Poland, αφότου απολύθηκε από τους MEGADETH μετά το “Peace sells… but who’s buying”, ήταν ένα instrumental άλμπουμ, το οποίο περιείχε ιδέες που, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, δεν μπορούσαν να μπουν σε δίσκο του Mustaine και της παρέας του. Μετά τον θόρυβο που είχαν προκαλέσει οι δηλώσεις των μελών των MEGADETH, για την εκτενή χρήση ναρκωτικών ουσιών εκ μέρους του Poland και το τραγούδι “Liar”, όπου καταφερόταν φραστικά εναντίον του, περιμέναμε τη μουσική του απάντηση. Instrumental άλμπουμ, αποφάσισε ο Poland, έχοντας τον αδερφό του, Mark, στα τύμπανα. Οι αναφορές στο πρώην σχήμα του, σαφέστατες, από το εναρκτήριο τραγούδι: “Club ded”. Θέλετε κάτι άλλο; Το παίξιμο σε όλον τον δίσκο, είναι εξαιρετικό, οι jazz επιρροές είναι πολύ πιο εμφανείς αφού το Bay Area thrash, δεν χωρά τέτοιους πειραματισμούς. Εντάξει, δεν πρόκειται για δίσκο που άφησε εποχή, αλλά τουλάχιστον τα μισά του κομμάτια, είναι από καλά έως πολύ καλά, όπως το “Alexandria” ή το “Heinous interruptus”. Η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, ήταν η δημιουργία των DAMN THE MACHINE λίγα χρόνια αργότερα, με ένα και μοναδικό άλμπουμ που έβγαζε μάτια, αλλά και μηδαμινή ανταπόκριση του κόσμου. Αυτά όμως είναι μία άλλη ιστορία…
Σάκης Φράγκος

 

PRETTY MAIDS – “Jump the gun” (CBS)
Οι Δανοί PRETTY MAIDS ήδη από την δεκαετία του ‘80 είχαν κάνει μεγάλη αίσθηση στο μελωδικό hard rock κοινό με τα EP “Pretty Maids” (1983), “Red Hot And Heavy” (1985) και “Love Games” (1987) καθώς και τα 2 full length albums τους (“Red,Hot And Heavy” - 1984 και “Future World” - 1987). Άκρως παραγωγικοί όπως διαφαίνεται και από τις παραπάνω κυκλοφορίες, έδωσαν στον οπαδό τραγούδια που σαφώς χρειαζόταν, τιμώντας ηχητικά την Σκανδιναβική τους προέλευση. Η νέα δεκαετία, με την κυκλοφορία του “Jump The Gun”, απλά έβαλε άλλο ένα λιθαράκι στην αργότερα όλο και μεγαλύτερη γιγάντωση της φήμης του σχήματος. Συνθετικά δεν έκανε καμία απολύτως αλλαγή στο ύφος των τραγουδιών, έχοντας κομμάτια όλων την ταχυτήτων, φουλ στην μελωδία, με συνοδεία χορωδίας, με ριφ που έγραψαν την δική τους ιστορία, κυρίως στις συνειδήσεις των οπαδών. 
Εκτός των συνθέσεων όλη η κυκλοφορία ήταν πολύ προσεγμένη. Το εξώφυλλο το έφτιαξε ο Joe Petagno, μέχρι πριν από μερικά χρόνια υπεύθυνος για όλα τα front covers των MOTORHEAD, συμμετέχουν σε τραγούδια οι Ian Paice και Roger Glover των DEEP PURPLE με τον δεύτερο μάλιστα να είναι και ο παραγωγός του δίσκου.  Σίγουρα «ηχηρές» κινήσεις αλλά ευτυχώς δεν έμειναν σε αυτές. Ένα συγκρότημα κρίνεται εκ πρώτης από τις μουσικές που παράγει και έπειτα από το πόσο μπορεί να «σταθεί» επάξια στο σανίδι. Οι PRETTY MAIDS τουλάχιστον στο “Jump The Gun” έκαναν το καθήκον τους γράφοντας τραγούδια που έχουν μείνει για πάντα στο πάνθεον σαν all time classics. Τα “Lethal Heroes”, “Don’t Settle For Less”, “Rock The House”, “Savage Heart” (με βασικό ριφ που σε ανατριχιάζει παντού), “Jump The Gun”, “Attention” κλπ. Νομίζω ότι θα είναι η τέλεια συντροφιά κάθε νοήμονος οπαδού που θέλει τραγούδια με ηχητικό τσαγανό και τσαμπουκά, έχοντας και πολλά metal ψήγματα. Δυστυχώς η εταιρία τους περίμενε να γίνει το μεγάλο μπαμ με την εν λόγω δουλειά, αλλά δεν έγινε. Κάτι μάλλον τυχαίο αφού το υλικό υπήρχε όντας εκπληκτικό. Ίσως επηρέασε και η ξαφνική άνοδος του grunge που «κατέστρεψε» πολλά μουσικά σχήματα. Παρόλο που οι πωλήσεις δεν ήταν οι αναμενόμενες, εντούτοις το “Jump The Gun” θα είναι ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα μελωδικού hard rock. Απόδειξη αποτελεί ότι ακόμα και 28 χρόνια μετά τα τραγούδια που εμπεριέχονται ηχούν τόσο φρέσκα όσο και τότε. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και σήμερα μνημονεύονται σαν ένα πολύ καλό group με κυκλοφορίες που ακόμα «τα σπάνε». Αυτό αρκεί νομίζω.            
Θοδωρής Μηνιάτης 

 

PRIMUS – “Frizzle Fry” (Caroline)
Οι PRIMUS ήταν ένας από τους λόγους που τα 90’s ήταν απολαυστικά και περιπετειώδη. Μπορεί να ιδρύθηκαν το 1984 αλλά δεν βρίσκεις απομεινάρια περασμένων δεκαετιών στη μουσική τους. Ο μπασίστας, ιθύνων νους και τεράστια μορφή που ακούει στο όνομα Les Claypool αποτελεί κυριολεκτικά μία larger-than-life περσόνα που όμοια του δεν έχει υπάρξει και ούτε πρόκειται. Με έδρα το Bay Area της California κι έχοντας αρχικά το όνομα PRIMATE, ο Claypool μαζί με τον κιθαρίστα Todd Huth ηχογραφούν κάποια demo με διάφορους drummer να κάθονται πίσω από το drum-kit μέχρι που το συγκρότημα αναγκάζεται να το αλλάξει σε PRIMUS μιας και υπήρχε κι άλλη μπάντα με την ίδια ονομασία. 
Ο Les Claypool έχοντας προϋπηρεσία σε jazz/funk και R&B σχήματα καταφέρνει με τους PRIMUS και σκαρώνει ένα funk rock υβρίδιο το οποίο μπορεί να μην ήταν ομόηχο της thrash metal σκηνής που έβραζε εκείνη την εποχή στην ευρύτερη περιοχή αλλά ήταν οι εκρηκτικές live εμφανίσεις τους και το “Sausage” demo του 1988 που έκαναν αίσθηση στoυς λάτρεις του πιο πειραματικού ήχου αλλά και των μεταλλάδων. Του Les Claypool μάλιστα του είχαν ζητήσει οι METALLICA να περάσει από audition τον Οκτώβριο του 1986 όταν έψαχναν για αντικαταστάτη του Cliff Burton μετά από πρόταση του φίλου του από το σχολείο, του Kirk Hammett αλλά κρίθηκε ως overqualified για τη δουλειά όπως χαριτολογώντας έχουν σχολιάσει τα μέλη των METALLICA. 
To 1989 ο drummer τους Jay Lane αποχωρεί από τους PRIMUS για να αφοσιωθεί στους ska-funk rockers FREAKY EXECUTIVES οι οποίοι είχαν αρχίσει να γνωρίζουν σχετική επιτυχία με τον κιθαρίστα Todd Huth να ακολουθεί μιας και ήθελε να αφοσιωθεί στην οικογένειά του. O Les Claypool χωρίς να αφήνει τον χρόνο να πηγαίνει χαμένος επιστρέφει στο heavy metal συγκρότημα από το San Francisco, τους BLIND ILLUSION, με τους οποίους έπαιζε για ένα μικρό διάστημα την περίοδο 1979-1981 και μαζί τους ηχογραφεί το “Sane asylum” το 1988. Κιθαρίστας τους εκείνη την εποχή ήταν ο Larry LaLonde των θρυλικών POSSESSED οι οποίοι μόλις είχαν διαλύσει μετά την κυκλοφορία του “The eyes of horror” EP. 
Χωρίς να αφήνει την ευκαιρία να πάει χαμένη, ο Claypool ζητά από τον LaLonde να έρθει στους PRIMUS και αφού βρίσκουν τον drummer Tim "Herb" Alexander από τους MAJOR LINGO ηχογραφούν τις δύο εμφανίσεις τους στο Berkeley Square και τον Νοέμβριο του 1989 κυκλοφορούν το live album “Suck on this” από την εταιρεία τους Prawn Song Records. Ο λόγος που η πρώτη τους δισκογραφική δουλειά ήταν μία ζωντανή ηχογράφηση ήταν επειδή δεν είχαν αρκετά λεφτά ώστε να μπουν σε ένα κανονικό studio αλλά από την στιγμή που ήταν αρκετά δημοφιλείς και είχαν οπαδούς ο Les Claypool ζήτησε από τον πατέρα του να του δανείσει $3.000 ώστε να τυπώσει 1.000 αντίτυπα τα οποία ξεπούλησαν αμέσως και χρειάστηκε να ανατυπώσει ώστε να ανταπεξέλθει στη ζήτηση που υπήρχε. Με τη δημοτικότητά τους να αυξάνεται διάφορες εταιρίες προσπάθησαν τους προσεγγίσουν, με κάποια ξεφτέρια από αυτές να προτείνουν να αλλάξουν το στυλ τους σε πιο hard rock ύφος αλλά οι PRIMUS δεν φάνηκαν να πτοούνται και με τα λεφτά που είχαν συγκεντρώσει από τo “Suck on this” και από τα μπλουζάκια που τύπωναν οι ίδιοι μπαίνουν στα Different Fur studios χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο και με budget γύρω στα $11.000 ηχογραφούν το “Frizzle fry” με παραγωγό τον γνώριμο σε αυτούς Matt Winegar. Όταν ζητήθηκε μάλιστα από τα τρία μέλη να φέρουν κάποια άλμπουμ ως παραπομπή στο πως θέλουν να ακούγεται το άλμπουμ ο Tim Alexander έφερε άλμπουμ των SIOUXSIE AND THE BANSHEES, ο Les Claypool των YES και ο Larry LaLonde του Frank Zappa.
Το άλμπουμ κυκλοφορεί από την Caroline η οποία επανακυκλοφορεί και το “Suck on this” και οι PRIMUS συστήνονται σε όλο και περισσότερο κόσμο με ένα ρηξικέλευθο ντεμπούτο στο οποίο οι πρώτες νότες που ακούγονται είναι ο ρυθμός στο ride πιατίνι του “YYZ” των RUSH και με τραγούδια που είχαν συγκεντρώσει όλα αυτά τα χρόνια με τον παλιό τους κιθαρίστα Todd Huth να συμμετέχει παίζοντας ακουστική κιθάρα στο “The toys go winding down”. O ήχος των PRIMUS ήταν ολόφρεσκος και παρά το γεγονός ότι είχαν αρκετές funk επιρροές με το καταιγιστικό μπάσο του Claypool να κυριαρχεί δεν είχαν καμία σχέση με τους RED HOT CHILI PEPPERS ή τους FAITH NO MORE παρότι υπήρχε εκτίμηση για τις προαναφερθείσες μπάντες με τους τελευταίους να έχουν και φιλικές σχέσεις μιας και ο Mike Bordin τους επισκεπτόταν στο studio κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων ηχογραφώντας κάποια πίσω φωνητικά μαζί με άλλους φίλους τους συγκροτήματος που αναφέρονται ως Fart Sandwich Posse στα credits τους άλμπουμ. Σίγουρα ο Flea ήταν από τους πρώτους μπασίστες που έβγαλε το όργανο αρκετά μπροστά στο σύγχρονο τότε alternative rock αλλά ο Claypool θα λέγαμε πως το τερμάτισε, δίνοντάς του μία πιο avant-garde υφή δηλώνοντας επηρεασμένος από μπασίστες-θρύλους όπως οι Geddy Lee (RUSH), Larry Graham (SLY AND THE FAMILY STONE), Stanley Clarke (RETURN TO FOREVER), Louis Johnson, Chris Squire (YES), Tony Levin (KING CRIMSON, Peter Gabriel) αλλά και Paul McCartney (THE BEATLES) και Sting (THE POLICE). Παράδοξος ήταν επίσης και ο τρόπος που τραγούδαγε θυμίζοντας cartoon όπως τον Bugs Bunny ή τον Mr. Magoo όπως του είχε πει κάποτε ο Chuck D των PUBLIC ENEMY με τον ίδιο να δηλώνει πως βλέπει τον εαυτό του περισσότερο ως αφηγητή παρά ως τραγουδιστή εκφράζοντας την ίδια στιγμή την αγάπη του για κωμικούς όπως οι Dick Van Dyke και Andy Griffith και σε συνδυασμό με τους σαρκαστικούς και γεμάτους ειρωνεία στίχους του θα μπορούσαμε να βρούμε κοινές αναφορές με τον Captain Beefheart και φυσικά τον Frank Zappa. Από την πλευρά του ο Larry Lalonde είναι αισθητό πως έχει αλλάξει δραστικά από την εποχή που έπαιζε δαιμονισμένο thrash metal με τους POSSESSED αντλώντας πλέον έμπνευση από κιθαρίστες όπως οι Frank Zappa, Robert Fripp (KING CRIMSON), Adrian Belew (KING CRIMSON) και Snakefinger (THE RESIDENTS) και περισσότερο επιρρεπής σε πιο πειραματικές φόρμες παρά τον περιορισμένο εξοπλισμό γεμίζοντας με μαεστρία τον κενό χώρο που άφηνε το μπάσο χωρίς να χρησιμοποιεί τετριμμένες ή συνήθεις τεχνικές. Μαθητής του Joe Satriani, ποτέ του δεν ακούστηκε υπερφίαλος αποτελώντας στενό συνεργάτη του Les Claypool όλα αυτά τα χρόνια κι έχοντας πίσω τους έναν ε-κ-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό drummer όπως τον Tim Alexander με το απίστευτο groove και στιβαρό παίξιμο του οι PRIMUS δεν μπορούσαν να μείνουν για καιρό κρυφό χαρτί. 
Με το metal background αισθητό τόσο στον ήχο του όσο και στα πιο επιθετικά τραγούδια όπως τα “To defy the laws of tradition”, “Groundhog’s day” και “Mr. Knowitall” και με τα  δύο single του δίσκου, “John the Fisherman” και “Too many puppies” να ξεχωρίζουν με τη cameo εμφάνιση του Kirk Hammett στο video-clip του πρώτου και το δεύτερο να αποτελεί το πρώτο τραγούδι που έγραψε ποτέ του ο Les Claypool, το “Frizzle fry” σηματοδοτεί την έναρξη μιας συναρπαστικής πορείας που επισφραγίστηκε με μία κοινή περιοδεία-οργασμό του εναλλακτικού τότε ήχου με τους JANE'S ADDICTION και PIXIES.
Κώστας Αλατάς

 


PRONG – “Beg to differ” (Epic)
Αυτός ο δίσκος έχει χαρακτηριστεί με μία ατάκα, που μπορεί να μην είναι ολόσωστη και να ακούγεται και να είναι και λίγο προκλητική, αλλά ως ένα βαθμό είναι και ρεαλιστική. “Thrash metal before groove metal” και ας ανοίξει ο ασκός του Αιόλου.
Αν πάρεις ένα τσουκάλι και βάλεις μέσα τους ANTHRAX, τους METALLICA, τους SUICIDAL TENDENCIES και hardcore πινελιές (όλα της τότε εποχής έτσι;), έχεις τη μουσική των PRONG ειδικά σε εκείνα τα δύο μαζεμένα εξαιρετικά άλμπουμ, τα “Beg to differ” και “Prove you wrong”. Και το “Beg to differ” είναι thrash ρε παιδάκι μου. Είναι thrash, είναι crossover, είναι (και αυτό, όχι το μόνο) πρώτη ύλη για το μετέπειτα groove metal, είναι από τους δίσκους που κουνάνε το κεφάλι σου σαν τα κλασικά σκυλάκια που βάζανε κάποτε στο ταμπλό του αυτοκινήτου.
Η μπάντα άρχισε το 1986 από τον Tommy Victor στην κιθάρα (DANZIG, MINISTRY) και τον Mike Kirkland στο μπάσο, με τον Ted Parsons (SWANS, KILLING JOKE, JESU, GODFLESH) να κάθεται στα drums και να συμπληρώνει το τρίο. Κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ, “Force fed” το 1989 και με αυτό τους άκουσε και τους υπέγραψε η Epic Records (κολοσσός) και μέσω αυτής κυκλοφόρησαν το “Beg to differ” το 1990. Μπορεί να μην είναι το πιο πετυχημένο εμπορικά άλμπουμ τους (αυτό είναι το “Cleansing” που ήρθε 5 χρόνια μετά), όμως είναι ο δίσκος που τους έβαλε στα μεγάλα σαλόνια. Ο δίσκος που έχει το “For dear life”, κομμάτι που ήταν το intro του Headbanger’s Ball του πάλαι ποτέ ορθόδοξου MTV για χρόνια, ενώ το “Lost and found” έπαιζε σε διαφημιστικά του. Έχει εξώφυλλο από τον Pushead (κατά κόσμον Brian Schroeder) που έχει δουλέψει για μπάντες όπως οι METALLICA, MISFITS, CORROSION OF CONFORMITY, KYLESA DR. DRE κ.α. Για τους πιο «καμμένους», το εξώφυλλο του “Beg to differ” υπάρχει και σε αφίσα σε μία από τις κομμένες σκηνές του “Terminator 2”. Αποκαΐδια. 
Το “Beg to differ” αξίζει να ακουστεί. Αξίζει γιατί θα ακούσετε από πού επηρεάστηκαν πολλά άλμπουμ είτε groove metal είτε thrash/crossover metal των 90’s, θα ακούσετε παραγωγάρα για τότε, θα ακούσετε ωραία μουσική στην τελική και γιατί ποτέ δεν είναι αργά να ανακαλύπτουμε πράγματα σε αυτό τον ατελείωτο χώρο του heavy metal γενικότερα. Καλύτερο εμπορικά άλμπουμ της μπάντας, είπαμε, δεν είναι, όμως μουσικά μάλλον είναι αυτό. Ή αλλιώς το επόμενο, το “Prove you wrong”.  
Φραγκίσκος Σαμοΐλης

 


PSYCHOTIC WALTZ – “A social grace” (Rising Sun)
“…and the devil cried”. Το πρώτο κομμάτι του δίσκου, με τον οποίο έκλαψε κόσμος και κοσμάκης, αποδεικνύει από τις πρώτες νότες του, ότι το album που μας συστήθηκαν οι PSYCHOTIC WALTZ είναι μια μοναδική συλλογή θεάρεστων ύμνων, που δεν εκτιμήθηκαν και ίσως ακόμη δεν έχουν εκτιμηθεί δεόντως από την μουσική κοινότητα. Ίσως η μέτρια παραγωγή αλλά και το ιδιαίτερο ύφος της μουσικής του “A social grace” να μην κάνει σε όλους, όμως παραμένει ακόμα και σήμερα η αίσθηση ότι εάν υπάρχει ένα album που μπορεί να αναμετρηθεί με το “Images and words” στο progressive metal, τότε αυτό είναι το ντεμπούτο των PSYCHOTIC WALTZ. Με την στιχουργία του Buddy Lackey να ταξιδεύει τον ακροατή σε ονειρικούς (ή εφιαλτικούς) τόπους και τις κιθάρες των Brian McAlpin – Dan Rock να θυμίζουν σε όλους μας ότι η επίδειξη δεν αποτελεί εφαλτήριο προόδου. Κάθε σύνθεση του album αποτελεί και μια σύντομη διαδρομή από την πραγματικότητα στην μη-πραγματικότητα, ένα ενδιάμεσο στάδιο που ο εγκέφαλος εξασκεί και εξασκείται, ένα καλλιτεχνικό πλαίσιο που ο ακροατής συμμετέχει και δεν δέχεται απλά το ερέθισμα. Ελάχιστες κυκλοφορίες στον χώρο του metal το έχουν καταφέρει αυτό και 28 χρόνια μετά, κάθε ακρόαση του, αποτελεί και μια ξεχωριστή εμπειρία.
Αλέξανδρος Τοπιντζής

 

 

Σχόλια

Άλλα άρθρα του συντάκτη