Αφιέρωμα στο 90’s Metal – 1990 part 3

13 Δεκεμβρίου, 2018 - 14:30

Φτάσαμε αισίως στο τρίτο και τελευταίο μέρος της ανασκόπησης για το 1990, στα πλαίσια του αφιερώματος στα 90's. Βλέπουμε ποιοι δίσκοι βγήκαν τότε και μας πιάνει μία ψιλοκατάθλιψη, η αλήθεια είναι, και θα συναντήσουμε και στα επόμενα χρόνια πολύ σημαντικές και κομβικής σημασίας δουλειές. Το τελευταίο μέρος του αφιερώματος για το 1990 (το πρώτο το βρίσκουμε εδώ και το δεύτερο εδώ) περιλαμβάνει δίσκους από το γράμμα Q και μετά, αφού πάμε με αλφαβητική σειρά. Πραγματικά, μαγική χρονιά το 1990...

QUEENSRYCHE – “Empire” (ΕΜΙ)
Δεν νομίζω πως αγνοεί κάποιος αυτό το αριστούργημα στη χώρα μας. Το “Empire” εδραίωσε την... αυτοκρατορία των Αμερικάνων και τους εκτόξευσε σε πωλήσεις και αναγνωρισιμότητα. Σπρώχνει τον χαρακτήρα της μπάντας πέραν του σκεπτόμενου και πολιτικοποιημένου progressive metal, όπως το δίδαξαν στο προηγούμενο “Operation: Mindcrime”, διδάσκοντας πώς μπορείς να είσαι προοδευτικός αδειάζοντας τον όγκο από τον ήχο σου, απλοποιώντας τις μελωδίες σου και δίνοντας χώρο για να λάμψει η αρτιότητα του κάθε μέλους. Ένας πολυδιάστατος δίσκος, διπλός μάλιστα, που εξέπληξε αλλά δεν ξένισε το κοινό της μπάντας, αφού οι QUEENSRYCHE  γυάλισαν περεταίρω τον ήχο τους, ακούμπησαν συχνά το μελωδικό hard rock, έγραψαν περισσότερο για αγάπες, χωρισμούς και μοναξιά, παρά για πολέμους και ΜΜΕ. Ανοίγοντας με το “Best I can” οι συνειδητοποιημένοι Αμερικάνοι γράφουν τον πρώτο μέταλ ΑΜΕΑ-ύμνο, ενώ ακολουθεί το “The thin line” με το καλύτερο κόψιμο ever (“are you happy now?”) για να κλείσει την πρώτη πλευρά το “Jet city woman” που αναφέρεται σε μια γυναίκα στην γενέτειρά τους το Seattle. Το μελαγχολικό “Della Brown” με τρομερή ακουστική, έξοχη μπασογραμμή και ιστορία μια κοπέλας που αναζητά τον δρόμο της, πριν το εξαιρετικό “Another rainy night (without you)”, άλλο ένα ευθύ θέμα που δεν είναι να το ακούς μετά από χωρισμό, γιατί μπορεί να κόψεις φλέβες! Η δεύτερη πλευρά κλείνει με το κλασικό και τρισμέγιστο ομώνυμο τραγούδι, ένα έπος που καθόρισε τον ήχο του progressive metal για όλη την δεκαετία. Όλη η πεντάδα ήταν σε φόρμα, συνθετικά, εκτελεστικά και συναισθηματικά και το “Empire” ήταν το άλμπουμ που τους έβγαλε στην πρώτη ολοκληρωμένη headlining περιοδεία, πούλησε σχεδόν 4 εκατομμύρια παγκοσμίως και βοήθησε και τα προηγούμενα άλμπουμ τους να πάρουν τα πάνω τους. To “Resistance” που ανοίγει την τρίτη πλευρά είναι πιο ογκώδες, σαν να θέλει να κρύψει την αδυναμία του συνθετικά, αλλά με τα πνευστά να το ανεβάζουν. Μετά έρχεται η απόλυτη ραδιοφωνική στιγμή των ‘RYCHE, το τραγούδι που έμαθαν να τραγουδούν σε όλη την Αμερική, ακόμα κι αν αγνοούσαν την μπάντα, το “Silent lucidity” που έφτασε μέχρι το νο.7, προτάθηκε για Grammy κι έφερε επανάσταση με την ορχήστρα που προσέθεσε ο Michael Kamen. Ιστορική στιγμή. Το “Hand on heart” είναι πολύ ανάλαφρο, αλλά με όμορφο ρεφραίν, για να έρθει η τέταρτη πλευρά με δυο κομμάτια το “One and only” με το ταξιδιάρικο ριφ, το ρυθμό που παραπέμπει στο ξεκίνημα του άλμπουμ και το “Anybody listening?”. Το τελευταίο σε σειρά από τα έξι (ναι... 6!!!) singles που κυκλοφόρησαν στα δυο χρόνια που κρατήθηκαν στην επικαιρότητα, και ένα από τα αριστουργήματα των QUEENSRYCHE, που για άλλη μια φορά, μαρτυρά τον δρόμο που θα ακολουθήσει η μπάντα μουσικά, αφού μιλάμε για τραγούδι που σίγουρα συνδέει το “Empire” με το “Promised land”. Εκτός πάντως από το συνθετικό μέρος, πρέπει να εκθειάσουμε την παραγωγή του δίσκου αυτού, που είχε απίστευτη ακουστική (μέχρι τον επόμενο) και έσπρωξε την εμπορικότητα αλλά και την δημιουργικότητα των QUEENSRYCHE, κάτι που οφείλεται στον Peter Collins, αλλά και τον “Jimbo” Barton, το δίδυμο που δούλευε με τους RUSH, αλλά και στο “Midcrime”. Αυτά τα λίγα, για έναν από τους κορυφαίους δίσκους που μας προσέφερε το 1990.
Γιώργος “Best I can” Κουκουλάκης
 
 
 
QUIREBOYS - “A bit of what you fancy” (EMI)
Λίγα σχήματα αδίκησαν τον εαυτό τους τόσο, όσοι οι Βρετανοί QUIREBOYS. Με οδηγούς τον χαρακτηριστικής βραχνής φωνής τραγουδιστή Spike και κιθαριστικό τους δίδυμο, που δανειζόταν ιδέες από FACES, SMALL FACES, ROLLING STONES,μαζί με τους DOGS D’ AMOUR, μετέφεραν στα 90’s την Βρετανική μπλουζ ροκ σκηνή του τέλους της δεκαετίας του ‘60, μαζί με μια σεβαστή δόση από Αμερικάνικα μπλουζ. Το πιάνο (honky tonk), οι κιθάρες που παίζουν κάθε εκδοχή της πεντατονικής και αφήνουν λάσπη σε κάθε ακόρντο και ο στιχουργικός προσανατολισμός σε αλκοόλ, γυναίκες και καταστροφικές καταστάσεις, τους έκαναν το αντίστοιχο των BLACK CROWES και λοιπών σχημάτων της εποχής, από τις Η.Π.Α. Στην αρχική σύνθεση συμμετείχε ο μπασίστας Nigel Mogg, ανιψιός του Pete Way (UFO) , ενδεικτικό της νοοτροπίας του σχήματος, μουσικά αλλά και συμπεριφορικά.
Η μπάλα του hair metal τους πήρε μαζί της, αλλά ό Spike Gray, ποτέ δεν λοξοκοίταξε προς το L.A., αλλά μάλλον προς το Ανατολικό Λονδίνο και τον βιομηχανικό Βορρά. Στο ντεμπούτο άλμπουμ τους, οι FACES και ο Rod Stewart εκσυγχρονίζονται και ετοιμάζονται να κατακτήσουν τους πίνακες επιτυχιών με τραγούδια εθιστικά στην επανάληψη του ακούσματος σαν τα “7 o clock”, “Hey you”,”I don’t love you anymore” τραγούδια εύθυμα, διασκέδασης, τραγούδια μιας άλλης εποχής, με πολύ αλκοόλ και λίγες ουσίες, που θα άγγιζαν έστω και επιδερμικά τον κόσμο του hair metal αλλά σήμερα θα λέγαμε ότι ήταν οι προάγγελοι του retro rock κινήματος. Με τη βοήθεια της Sharon Osbourne θα κατακτούσαν τις Η.Π.Α , πριν ένα άλλο σχήμα με παρεμφερή ήχο τους στείλει στην αφάνεια, οι BLACK CROWES. 
Στέλιος Μπασμπαγιάννης
 
 
 
RAGE – “Reflections of a shadow” (Noise)
Το 1990 οι RAGE ήταν μία πολλά υποσχόμενη μπάντα, που είχε κυκλοφορήσει ήδη τέσσερις αξιόλογους δίσκους, συν έναν ακόμα ως AVENGER, και όλοι περίμεναν το επόμενο βήμα του συγκροτήματος που θα τους ανέβαζε την εμπορική αξία, αλλά και την εκτός Ευρώπης αναγνώριση. Με το σκεπτικό αυτό, η Noise, που ήταν η δισκογραφική εταιρεία της μπάντας εκείνη την εποχή, υπέγραψε ένα συμβόλαιο με την BMG για την διανομή των δίσκων των RAGE στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η BMG από την πλευρά της πίστευε πως το τευτονικό heavy metal των RAGE δεν θα ήταν ένας ήχος που θα αγκάλιαζε το αμερικάνικο κοινό. Έτσι πίεσε μέσω της Noise τους RAGE, να γίνουν ελαφρώς πιο μελωδικοί και με πιο πιασάρικα τραγούδια. Ήταν και η τεράστια επιτυχία των HELLOWEEN που είχε προηγηθεί πριν δύο χρόνια με τα “Keeper of the seven keys”, που ωθούσε τις εταιρείες σε τέτοιες κινήσεις που «μύριζαν» χρήμα. Το αποτέλεσμα ήταν οι RAGE να κυκλοφορήσουν το “Reflections of a shadow”, έναν πολύ καλό δίσκο μεν, αλλά αρκετά underrated. Underrated γιατί οι οπαδοί δεν δέχτηκαν αμέσως και ελαφρά την καρδία την αλλαγή των RAGE, σε ελάχιστα πιο soft φόρμες. Μετά από 28 χρόνια όμως ο δίσκος έχει να προσφέρει ακόμα πολύ όμορφες στιγμές όπως τα τραγούδια “True face in everyone”, “Nobody knows” και “Waiting for the moon”. Βέβαια, για όσους είδαν με κακό μάτι αυτή την κυκλοφορία, έπρεπε απλά να κάνουν δύο χρόνια υπομονή, καθώς η περίοδος που ακολούθησε, από το “Trapped!” μέχρι και το “Lingua mortis”, ήταν φυσικά και η καλύτερη της μπάντας μέχρι σήμερα και αυτή που μας έκανε να τους αγαπήσουμε.
Δημήτρης Μπούκης
 
 
 
RATT – “Detonator” (Atlantic)
Αυτό είναι το τελευταίο πραγματικά σπουδαίο άλμπουμ των RATT. Ο δίσκος που διαδέχτηκε το μάλλον μέτριο “Reach from the sky” και βρήκε τους RATT να αναζητούν τη συνδρομή του Μίδα, Desmond Child, ο οποίος για μία δεκαετία ό,τι άγγιζε γινόταν χρυσός και εκτόξευε τη δημοτικότητα των συγκροτημάτων σε δυσθεώρητα ύψη. Το πρόβλημα είναι ότι κατά τη διάρκεια όλης αυτής της διαδικασία, πολλά συγκροτήματα άλλαζαν το γνώριμο ύφος τους υπακούοντας, τρόπον τινά, στις καθοδηγητικές γραμμές του Desmond. Το ίδιο πάνω κάτω συνέβη και με τους RATT οι οποίοι υποδέχονταν τη νέα δεκαετία με μοναδικό στόχο να επανακάμψουν εμπορικά ύστερα από τις σχετικά αναιμικές πωλήσεις του “Reach for the sky” (αναιμικές, πάντα για τα δεδομένα της δεκαετίας του ‘80, έτσι;).
Πολλοί οπαδοί της μπάντας κατηγόρησαν το αγαπημένο τους συγκρότημα για «ξεπούλημα» καθώς απώλεσε τον κλασικό «βρώμικο», in your face χαρακτήρα των τραγουδιών προκειμένου να αγγίξει περισσότερο τα αμερικάνικα ραδιόφωνα με έναν πιο λουστραρισμένο και μελωδικό ήχο. Η απουσία του Beau Hill πίσω από την καρέκλα του παραγωγού συνετέλεσε προς αυτή την κατεύθυνση αλλά ειλικρινά είμαι της άποψης ότι αυτή η αλλαγή ήταν απαραίτητη προκειμένου οι RATT να βγουν από το συνθετικό τέλμα στο οποίο είχαν υποπέσει και το οποίο είχε δειλά δειλά εμφανιστεί ήδη από το 1986. Κομμάτια σαν το “Lovin’ you is a dirty job”, “Givin’ yourself away”, “Shame shame shame”, “One step away” απέδειξαν περίτρανα ότι οι RATT μπορούσαν και έπρεπε να κατακτήσουν την κορυφή των charts. Για αυτό το σκοπό ο Desmond έφερε μαζί του τον Jon Bon Jovi και τη φίλη του από τους DESMOND CHILD AND THE ROUGE, Myriam Valle προσδίδοντας έτσι έναν ογκωδέστερο και πιο αναγνωρίσιμο ήχο στα δεύτερα φωνητικά.  
Δυστυχώς το “Detonator” ήταν το τελευταίο άλμπουμ όπου οι Robin Crosby (R.I.P.) & Juan Croucier μοιράζονταν το ίδιο studio. Το τέλος μίας εποχής ήταν πιο ορατό από ποτέ για τους RATT οι οποίοι όμως είχαν καταφέρει να αγγίξουν μία ολόκληρη γενιά οπαδών στην Αμερική. Και αυτό δεν είναι διόλου αμελητέο.
Σάκης Νίκας
 
 
 
RAZOR – “Shotgun justice” (Fringe Product)
Έχοντας στο ενεργητικό τους πέντε διαμάντια αλήτικου thrash metal στο διάστημα ‘85 - ‘88 (“Executioner’s song”, “Evil invaders”, “Malicious intent”, “Custom killing”, “Violent restitution”), οι RAZOR από το Ontario του Καναδά, μετά την αποχώρηση του Stacey “Sheepdog” McLaren, καλούνται να σχεδιάσουν τον επόμενο τους δίσκο με νέα δεδομένα. Μπαίνει ο τραγουδιστής Bob Reid (ο οποίος συνεχίζει από τότε μέχρι και σήμερα) στο συγκρότημα, και το Μάρτιο του ευλογημένου για το thrash metal έτους 1990, βγαίνει στα δισκοπωλεία το “Shotgun justice”. Με εμφανείς διαφορές στη φωνητική προσέγγιση, που ήταν πιο “σκαμμένη” σε σχέση με τη πιο τσιριχτή του McLaren, ο Reid περνάει τις εξετάσεις στα μυαλά και τις καρδιές των οπαδών των RAZOR με άριστα, πατώντας πάνω σε κομμάτια-φυσική συνέχεια του εκπληκτικού “Violent restitution”. 
Από τις πρώτες νότες του “Miami”, μέχρι τις τελευταίες του “The pugilist”, έχουμε άλλο ένα μανιφέστο των RAZOR, μιας μπάντας που δε μασάει τα λόγια της. Είτε μιλάει για τις δυσκολίες που αντιμετωπίσανε σαν συγκρότημα, δηλώνοντας παράλληλα ποιοι είναι και τι ρόλο βαράνε (“Stabbed in the back”, “The pugilist”, “Violence condoned”, “American luck”), είτε καθημερινές ιστορίες βρωμόξυλου, φόνου και τσαμπουκά (“Brass knuckles”, “Shotgun justice”, “Electric torture”, “Meaning of pain”, “Cranial stomp”, “Parricide”), είτε για την κοινωνική ενότητα υπό ένα αναρχικό πρίσμα (“United by hatred”) είτε τέλος, για την εγκληματικότητα (“Miami”). Δυστυχώς το τελευταίο άλμπουμ για τον drummer Rob Mills, κάτι που θα οδηγούσε τους RAZOR, μετά το επόμενο δίσκο τους (“Open hostility” (1991) - γράφτηκε με drum machine), να μπουν στο πάγο για 5 ολόκληρα χρόνια έως ότου επιστρέψουν το 1997 με το ως τώρα τελευταίο τους άλμπουμ, το “Decibels”. Η μοίρα χτυπάει ξανά τους RAZOR, μέσω της μάχης που έδωσε ο Dave Carlo με το καρκίνο του οπτικού νεύρου. Κάτι που δεν τον σταματάει από το να παίζει (όσοι ήταν το 2015 στο Κύτταρο, ξέρουν) και να γράφει τη μουσική που τόσο αγαπάει.
Οι εποχές αλλάζουν, οι μόδες αλλάζουν σαν τα πουκάμισα και τα δεδομένα επίσης. Αυτό που δεν αλλάζει με τίποτα όμως, όσα χρόνια κι αν περάσουν, είναι ότι μπάντες σαν τους RAZOR αποτελούν ένα φωτεινό παράδειγμα τιμιότητας, επιμονής και υπομονής ανεξαρτήτως ιδιώματος. Το αυτό ισχύει και γι’ αυτό το αλήτικο διαμάντι του είδους, 28 χρόνια μετά τη κυκλοφορία του. 
Γιάννης Σαββίδης
 
 
 
RIOT - “The privilege of power” (Epic)
Δύσκολο πράγμα να έχεις κυκλοφορήσει δύο χρόνια πριν ένα “Thundersteel”. Σε φορτώνει με ένα βάρος που για τους περισσότερους θα ήταν δυσβάσταχτο. Δυσβάσταχτο όμως υπό ποια έννοια; Να μη το ισοφαρίσουν ποτέ; Όχι μόνο. Ένας τέτοιος δίσκος θα μπορούσε να γίνει η αιτία να λιώσουν κάτω από αυτόν, να διαλυθούν και να περάσουν στη λήθη. Έχουμε δει ουκ ολίγα τέτοια περιστατικά στη πενηντάχρονη εποποιία του rock. Αυτό όμως, δεν τρόμαξε τους Νεοϋορκέζους θρύλους, οι οποίοι μετά το κατατροπωτικό «Ατσαλοκέραυνο» έβαλαν στοίχημα με τον ίδιο τους τον εαυτό να (ξανα) πετύχουν. Και το κατάφεραν. Πήραν το “Thundersteel”, το «μπόλιασαν» με hard rock, το «έντυσαν» με τρομπέτες και λοιπά πνευστά πρωτοπορώντας, εισήγαγαν μεγάλες εισαγωγές και samples και, αντάμα με μια σχεδόν progressive αισθητική, βγήκαν στο στρατί προς μια ακόμη πορεία προς τη δόξα.
Το “The privilege of power” είναι ίσως πιο «δύσκολο» στις πρώτες ακροάσεις από τον προκάτοχό του, αλλά το τελικό συμπέρασμα το καθιστά ισάξιό του. Τόσο, που η συμμετοχή του μεγάλου JL Turner σε ένα ακόμη ρεσιτάλ ερμηνείας στο “Killer” δείχνει απλά μια επιπλέον προσθήκη, και τίποτα παραπάνω. To ίδιο και η διασκευή στο “Racing with the Devil on a spanish highway” του Al di Meola. Πολλοί θα γυρίσουν και θα πουν πως εδώ, υπάρχουν μερικές απάτητες κορυφές για την ίδια ακόμη τη μπάντα. Πως εδώ ακούμε τον θεό Tony Moore στις καλύτερες ερμηνείες της σύντομης, δυστυχώς, καριέρας του. Πως εδώ ο Bobby Jarzombek χαρίζει στην ανθρωπότητα το καλύτερο power drumming από καταβολής κόσμου και αρχής χρόνου, στο “Black leather and glittering steel” (σ.σ: χτυπιέσαι μόνο και μόνο από τον τίτλο, τι να λέμε τώρα). Ότι τελικά, ΑΥΤΟ είναι το καλύτερο RIOT album. Κάποιοι άλλοι δε, πως αυτό το τελευταίο είναι και το καλύτερο τραγούδι που ακούστηκε ποτέ σε δίσκο των Νεοϋορκέζων. Όλοι οι παραπάνω, ίσως να έχουν και δίκιο ξέρετε. Ένα ακόμη ΕΠΟΣ λοιπόν στο βιογραφικό της πλέον υποτιμημένης μπάντας του πλανήτη, η οποία αμέσως μετά από αυτό, έκανε αυτό που έπρεπε: άλλαξε ξανά στυλ και ύφος και κυκλοφόρησε το εντελώς διαφορετικό “Nightbreaker”, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή γεμάτη εξίσου ονειρικές στιγμές, για την οποία θα πούμε όταν έρθει η ώρα. Γνωστά και αναμενόμενα πράγματα δηλαδή για τους RIOT, την ΠΡΩΤΗ heavy metal μπάντα των Η.Π.Α…
Δημήτρης Τσέλλος
 
 
 
 
SACRED REICH – “The American way” (Metal Blade)
Ήδη με το “Surf Nicaragua” EP, οι SACRED REICH είχαν αποδείξει πως αυτό που μας είχαν επιδείξει με το ντεμπούτο τους “Ignorance” δεν ήταν τυχαίο. Οι thrashers από το Phoenix της Arizona αφού ισοπέδωσαν τους πάντες με την εμφάνισή τους το 1989 στο Dynamo Festival μαζί με συγκροτήματα όπως οι FORBIDDEN, ARMORED SAINT και SAVATAGE και την κυκλοφορία του αντίστοιχου “Alive at the Dynamo” live EP, την ίδια χρονιά μπαίνουν στα Cornerstone Recorders με παραγωγό τον Bill Metoyer (SLAYER, D.R.I., FLOTSAM AND JETSAM, TROUBLE) για την ηχογράφηση του δεύτερου άλμπουμ τους. Το αποτέλεσμα ήταν το “The American way” ένα άλμπουμ που ενώ διατηρούσε εν μέρει την επιθετικότητα του “Ignorance” το συγκρότημα έδινε την ίδια στιγμή έμφαση στα πιο πιασάρικα mid-tempo σημεία τους και στο νεύρο που σου προσφέρει ένας πιο σφιχτός groovy ρυθμός, στοιχείο που συναντούσαμε όλο και πιο συχνά στο thrash μετά την κυκλοφορία του “…And justice for all” των METALLICA. Το εναρκτήριο “Love…Hate”, τα “The American way” και “The way it is” που ακολουθούν αποτελούν ένα απίστευτο σερί τραγουδιών που δεν σου αφήνουν περιθώριο για δεύτερες σκέψεις. Οι SACRED REICH έχουν συνειδητοποιήσει πως τα 90’s έχουν μπει για τα καλά, το αισθανόσουν στον αέρα τότε πως κάτι είχε αλλάξει, δεν γινόταν ενσυνείδητα αλλά σε τραβούσε από μόνο του το ρεύμα της εποχής. Πάντα κοινωνικά ευσυνείδητοι στιχουργικά, έδειχναν τη δυσαρέσκειά τους για την κυβέρνηση Bush και τους δυσαρεστούσε το γεγονός πως υπήρχε κόσμος που κρίνει αρνητικά έναν λαό και μια χώρα λόγο της εκάστοτε διεφθαρμένης κυβέρνησης και ο τραγουδιστής/μπασίστας Phil Rind στο “The American way” παραμένει καυστικός και δίνοντας με την χαρακτηριστική χροιά του ένα μήνυμα πως εάν θέλουμε να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο πρέπει να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα. Στο ίδιο μήκος κύματος και το εξώφυλλο του γνώριμου στην μπάντα Paul Stottler ο οποίος είχε επιμεληθεί και το αντίστοιχο του “Violent by nature” των ATROPHY την ίδια χρονιά. Το “Who’s to blame” αποτελεί ένα απολαυστικό μουσικά τραγούδι με φοβερή και ωμή τοποθέτηση πάνω στο θέμα της αδιαφορίας των γονιών για τα παιδιά τους και του τι συμβαίνει στο ίδιο τους σπίτι παίρνοντας ως αφορμή τα γνωστά περιστατικά όπου γονείς νεαρών παιδιών που αυτοκτόνησαν θεώρησαν υπεύθυνη τη μουσική που άκουγαν υποβάλλοντας αγωγή εναντίον συγκροτημάτων και καλλιτεχνών όπως οι JUDAS PRIEST και ο Ozzy Osbourne. To “I don’t know” αποτελεί μία από τις πιο old-school συνθέσεις με καταιγιστικό drumming από τον Greg Hall λιγάκι πριν το κλείσιμο του δίσκου με το “31 flavors” στο οποίο με έντονο χιούμορ και funk διάθεση την οποία συναντούσαμε και ακούγαμε εμβόλιμα ήδη σε αρκετές metal μπάντες συνοψίζοντας στον στίχο “There's so much music for you to choose / So don't just be a metal dude it's cool, fool” ότι αναφέρουμε παραπάνω περί μουσικών τάσεων της εποχής. Το άλμπουμ καταφέρνει να μπει στα Billboard 200 charts κατακτώντας τη θέση #153 με το video-clip του “The American way” να εμφανίζεται στην ταινία “Encino man” του 1992. 
Ακολουθεί περιοδεία στις Η.Π.Α και στον Καναδά με τους OBITUARY και FORCED ENTRY και αντίστοιχη ευρωπαϊκή με τους ATROPHY η οποία πέρασε και από τη χώρα μας τον Οκτώβριο του 1990 (χωρίς τους ATROPHY) ενώ εμφανίζονται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στο Dynamo Festival μαζί με τους DEATH ANGEL, SEPULTURA, VICIOUS RUMORS, TROUBLE και MORDRED. Την επόμενη χρονιά κυκλοφορούν το “A question” EP αυτή τη φορά από την Hollywood Records, εταιρεία που ανήκει στη Disney Music Group διασκευάζοντας το “Let’s have a war” των FEAR, ο Greg Hall αποχωρεί με τον μέχρι πρόσφατα drummer των MACHINE HEAD, Dave McClain (S.A. SLAYER) να τον αντικαθιστά κάνοντας το ντεμπούτο του με τους SACRED REICH ανοίγοντας για τους FLOTSAM AND JETSAM μαζί με τους PANTERA και WRATHCHILD AMERICA στην Arizona. Ο κύκλος εμφανίσεων για την προώθηση του “The American way” κλείνει περιοδεύοντας στην Ευρώπη μαζί με τους SEPULTURA με τους οποίους είχαν κοινό management και τους HEATHEN και αργότερα στις Η.Π.Α. με SEPULTURA, NAPALM DEATH και SICK OF IT ALL.
Κώστας Αλατάς
 
 
 
SACRIFICE – “Soldiers of misfortune” (Fringe Product)
Καναδάς και thrash metal: μια σχέση φλογερού έρωτα και άγριου πάθους που κρατάει από τις χρυσές εποχές του ιδιώματος ως και τις μέρες μας. ANNIHILATOR, RAZOR, VOIVOD, EXCITER, INFERNAL MAJESTY, SLAUGHTER και το αντικείμενο του παρόντος κειμένου: SACRIFICE. Συγκρότημα κυρίως underground δυναμικής θα έλεγε κανείς, με σπουδαία ιστορία που δεν έχει αγνοηθεί από κανέναν (ρωτήστε τους SINISTER και τους CANNIBAL CORPSE που τους διασκεύασαν). Εδώ θα ρίξουμε μια βουτιά στο παρελθόν τους, και πηγαίνουμε στο σωτήριον έτος 1990. Μετά από 2 εκπληκτικούς δίσκους [“Torment in fire” (1986), “Forward to termination” (1987) ] που κυκλοφόρησαν από την ίδια εταιρεία (Diabolic Force), οι SACRIFICE επιστρέφουν μετά από ένα διάστημα 3 ετών με τον τρίτο δίσκο τους. Ο τίτλος αυτού; “Soldiers of misfortune”. 
O δεύτερος δίσκος για τον οποίο γύρισαν video clip (o πρώτος ήταν το “Forward to termination” για το “Re-Animator”), συγκεκριμένα για το εναρκτήριο κομμάτι του, “As the world burns”. Ένα κομμάτι που συνοψίζει τη μουσική και στιχουργική ωριμότητα των SACRIFICE, δείχνοντας τη περιβαλλοντολογική τους ευαισθησία, δίνοντας μια γλαφυρή περιγραφή. Εδώ συνεχίζεται η φυσική εξέλιξη της μπάντας, από το πρωτόλειο thrash μακελειό του “Torment in fire” και το πιο μουσικά ώριμο “Forward to termination” στο απόλυτα μεστό απ’ όλες τις απόψεις (πρωτίστως τη στιχουργική) “Soldiers of misfortune”. 
Εδώ οι στίχοι πραγματεύονται την ίδια τη ζωή και πράγματα πέρα από αυτή τη ζωή: το θάνατο και τη παράνοια μέσα από τα μάτια ενός στρατιώτη (“Soldiers of misfortune”, δεύτερο video clip του δίσκου), την απέχθεια απέναντι στη ψευτιά (“In defiance”), τις φιλοσοφικού τύπου ερωτήσεις και τους προβληματισμούς για τη μετά θάνατον ζωή (“Existence within eternity”), το προκαθορισμένο της ύπαρξης των ανθρώπων βάσει μιας “προφητείας” ως αφηρημένη έννοια που μπορεί να υπονοεί κρατικό έλεγχο των ζωών μας (“Pawn of prophecy”), τις διδαχές παλαιότερων πολιτισμών που μέσα στο χρόνο οι απόγονοι τους ξεχάσαμε (“Lost through time”), το σιωπηλό θυμό και την απογοήτευση του ανθρώπου για την κατάσταση του κόσμου (“A storm in the silence”) και τέλος, το δυσοίωνο του μέλλοντος ενός ολόκληρου πολιτισμού, σαν μια τρομακτικά επίκαιρη προφητεία, ακόμα και σήμερα (“Storm (after the rain)”).
28 χρόνια μετά, το “Soldiers of misfortune” συγκινεί με τη μεστότητα του, όποιον βρέθηκε στο δρόμο του. Κάνοντας πολύ κόσμο τότε και τώρα να σκεφτεί απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που θέτει, μια και παραμένουν τρομακτικά επίκαιρα. Μπορεί ποτέ να μην έφτασαν τη δημοφιλία των ANNIHILATOR φερ’ ειπείν, η θέση τους με τέτοια άλμπουμ στην thrash metal ιστορία είναι καπαρωμένη, και το όνομα γραμμένο, με χρυσά γράμματα.
Γιάννης Σαββίδης
 
 
 
SADUS – “Swallowed in black” (Roadracer)
Έχοντας ξαμολήσει ένα λυσσασμένο άλμπουμ όπως το ντεμπούτο τους “Illusions”, οι SADUS από την Antioch της California καταφέρνουν το 1989 με το demo τους “The wake of severity” το οποίο περιλάμβανε τρία τραγούδια από το επερχόμενο του άλμπουμ να υπογράψουν στην Roadracer και από αυτήν να κυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά η νέα τους δουλειά “Swallowed in black”. Έχοντας μπει τον Μάιο του 1990 στα Fantasy Studios στο Berkeley με παραγωγό τον Michael Rosen ο οποίος είχε δουλέψει με συγκροτήματα όπως οι DEATH ANGEL, FORBIDDEN, TESTAMENT και VICIOUS RUMORS, οι SADUS ακούγονται αμετανόητοι και πιστοί στο τσιτωμένο thrash metal τους παιγμένο με τόση οργή που έμπαιναν σε καθαρά death metal χωράφια. Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούγοντας το άλμπουμ για τα επόμενα 44 λεπτά που διαρκεί έχεις ξεχάσει να πάρεις ανάσα μιας και το μανιασμένο γρονθοκόπημα του Jon Allen, οι κιθάρες των Rob Moore και Darren Travis με την βιτριολική φωνή του τελευταίου και last but not least ο τεράστιος Steve DiGiorgio που μπορεί να μην έχει εδραιωθεί ακόμα στο κτήνος που γνωρίζουμε σήμερα αλλά ο τύπος ήταν πάντα απλά ήταν από τότε και παραμένει ένας από τους καλύτερους metal μπασίστες. Αρκετά κοντά στον ήχο των πρώιμων ATHEIST και  λιγότερο ευθύ από ντεμπούτο τους, οι SADUS με το “Swallowed in black” παίρνουν τον ήχο του “Illusions” και τον πάνε ένα βήμα παραπέρα με πιο τεχνικό και απαιτητικό παίξιμο και πιο σύνθετες ενορχηστρώσεις και όλα αυτά με τέτοια περίσσεια λύσσα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως απάντηση του αμερικάνικου thrash metal ήχου στο “Pleasure to kill” των KREATOR. 
Παραμένει εντυπωσιακό πως βρυχάται το μπάσο του DiGiorgio και πως τονίζει με τις μελωδικές του γραμμές τα riff χωρίς να χάνει το ρόλο του μέσα στο συγκρότημα αλλά την ίδια στιγμή τον ακούς να ξεσαλώνει δημιουργώντας μία νοητή γραμμή ανάμεσα σε αυτόν και τον Cliff Burton διαμέσου του επίσης τεράστιου Roger Patterson των ATHEIST. Σε συνεντεύξεις μάλιστα της εποχής δήλωνε πως άκουγε αρκετά εκείνη την εποχή τα “Social grace” (PSYCHOTIC WALTZ), “Master of reality” (BLACK SABBATH) και υλικό από το επερχόμενο ντεμπούτο των SOLITUDE AETURNUS, “Into the depths of sorrow”. Στιχουργικά οι SADUS δεν ξεφεύγουν από τη thrash metal στιχομυθία της εποχής όπως η παγκόσμια αποσύνθεση και σήψη και λοιπές περιβαλλοντολογικές ανησυχίες με σχεδόν μηδαμινή αισιοδοξία με εξώφυλλο από τον Alvin Petty, υπεύθυνο για τα εξώφυλλα των “Victims of deception” (HEATHEN) και “No escape” (HEXX), με πιο γνωστή του δουλειά το single του “Creeping death” (METALLICA). Με νέα δισκογραφική να τους στηρίζει πλέον, οι SADUS βγαίνουν σε περιοδεία στις Η.Π.Α. μαζί με τους SEPULTURA και OBITUARY ενώ στην Ευρώπη στα πλαίσια της Crush Jesus Christ Tour 1991 περιοδεύουν με τους MORBID ANGEL και UNLEASHED. Εντωμεταξύ η Roadracer επανακυκλοφορεί το 1991 το “Illusions” με διαφορετικό τίτλο (“Chemical exposure”) και εξώφυλλο ενώ οι DEATH δανείζονται τον Steve DiGiorgio για την ηχογράφηση του θεόπνευστου “Human” και τα υπόλοιπα είναι απλά ιστορία…
Κώστας Αλατάς
 
 
 
SAINT VITUS – “V” (Hellhound Records)
Οι SAINT VITUS είναι από τα πρώτα σχήματα που μαζί με τους WITCHFINDER GENERAL, PAGAN ALTAR, SOLITUDE AETURNUS, TROUBLE, CANDLEMASS, PENTAGRAM, COUNT RAVEN κλπ έχουν δημιουργήσει δίσκους-κολοσσούς, ορίζοντας τον doom ήχο. Από το πρώτο ομώνυμο album τους το 1984, έγραφαν τραγούδια που «βρωμάνε σαπίλα» με βασανιστικά αργές ταχύτητες και ριφ άκρως μεταλλικά. Το group για μένα έχει τραγούδια που αποτελούν το ιδανικό soundtrack για έναν μελλοθάνατο που οδεύει σιγά-σιγά προς το τέλος του, ή για όποιον θέλει να «χαλαρώσει» με παράνομη ουσία. Το 1990 τους βρίσκει να κυκλοφορούν την πέμπτη δουλειά τους που απλά ονομάζεται “V”, χωρίς καμία ηχητική διάφορα από τα προηγούμενα albums. Συνθέσεις που τιμούν στο έπακρο τους πατέρες όλων, BLACK SABBATH, με «ωμό» ήχο σε κάθε τραγούδι και υποβόσκουσα ατμόσφαιρα ταινίας τρόμου, φυσικά χαροποίησαν όλους τους οπαδούς και του συγκροτήματος αλλά και του ήχου. Στο όλο τελικό αποτέλεσμα μεγάλο «μερίδιο ευθύνης» είχε ο τραγουδιστής Robert Scott Weinrich, γνωστότερος σαν “Wino”, ο οποίος για τρίτη συνεχόμενη δουλειά και τελευταία του με τους SAIN VITUS μέχρι τότε, «απογείωσε» την κάθε σύνθεση. Για τους μη γνωρίζοντες ο εν λόγω καλλιτέχνης είναι ένας από τους πιο γνωστούς στο είδος με πολύ μεγάλη συνεισφορά και στα ορισμένα αργότερα «μουσικά παρακλάδια» stoner και sludge. Στο “V”, δίσκος που ήταν ο πρώτος ο οποίος δεν κυκλοφόρησε από την εταιρία τους, SST Records, υπάρχουν μόνο 8 τραγούδια και ακούγονται λες και ηχούν από τα έγκατα της γης, με πιο γνωστό το “Ice Monkey” που μερικά χρόνια μετά διασκεύασαν οι DOWN, τα οποία απλά θα επιβεβαίωναν ότι το group ήταν σε τρελή φόρμα και συνθετικό οίστρο για άλλη μια δισκογραφική κίνηση. Ο δίσκος κοσμεί κάθε ενημερωμένη metal δισκοθήκη, ό,τι είδος και αν ακούει ο συλλέκτης. Αν σας αρέσει ο ήχος και το ιδίωμα και για κάποιο λόγο δεν έχετε γνωριστεί ακόμα με τους SAIT VITUS, κάντε το γρήγορα, δεν θα σας απογοητεύσουν.  
Θοδωρής Μηνιάτης        
 
 
 
SANCTUARY - "Into the mirror black" (Epic)
Τώρα μάλιστα... Και πρέπει εγώ τώρα να βρω λεξούλες και να συντάξω προτασούλες για να μιλήσω για το "Into the mirror black"... 
(2,5 ώρες μετά)
Το "Into the mirror black" είναι ο 2ος δίσκος μετά το ντεμπούτο τους "Refuge denied" 2 χρόνια νωρίτερα, και ο "τελευταίος" ουσιαστικά για την πρώτη περίοδο της μπάντας, μιας και επανασυνδέθηκαν χρόνια αργότερα, μετά την διάλυση των NEVERMORE. 
Αυτή τη φορά στην καρέκλα του παραγωγού δεν κάθεται ο Dave Mustaine, αλλά ο "πολύς" Howard Benson, και το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό. Έντονο το thrash στοιχείο, "καλογυαλισμένη" όσο χρειάζεται η παραγωγή, με όλα τα όργανα να αναδεικνύονται σωστά, οι συνθέσεις μοσχοβολάνε κλασικό U.S. metal, αλλά φλερτάρουν έντονα σε σημεία με power/prog αναφορές. Αλησμόνητα riff, έξυπνα σόλο, rhythm section για σεμινάριο, και ΜΟΝΟ ΕΠΗ στο tracklist. Δηλαδή, no filler. 
Ο λόγος που δεν αναφέρομαι στον μακαρίτη Warrel Dane (μου λείπεις ακόμα ρε γαμώτο...) και στη τέχνη που έχει προσφέρει (και) εδώ, είναι γιατί θα γράφω λεξούλες και προτασούλες για ώρες. Λίγο πολύ όλοι ξέρουμε και σεβόμαστε το ταλέντο του σε στίχους, μουσική, φωνή και ερμηνεία. Αθάνατος και απροσπέλαστος.
Το κομμάτι "Future Tense" που ανοίγει τον δίσκο, και γυρίστηκε και video clip παίρνοντας τον χρόνο του στο Headbangers Ball του MTV, είχε γεμίσει την Υδρόγειο κάποιον Απρίλιο πίσω στο μακρινό 1997, κατά την επίσκεψη των NEVERMORE παρέα με τους ICED EARTH. Στο πάνω ράφι επίσης και οι ύμνοι "Taste revenge", "Epitaph", "Eden lies Obscured" και το οδυνηρό ομότιτλο "The mirror black", χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα υστερούν. 
Διαχωρίζοντας την 1η περίοδο των SANCTUARY από την επανασύνδεσή τους, το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι τα 2 πρώτα albums και κυρίως το "Into the mirror black", γράφτηκαν τότε, ακούγονται εσαεί και μένουν στην Ιστορία του heavy metal μας φορώντας περήφανα την ταμπέλα "Classics". 
Και επίσης, δεν μου βγάζεις από το μυαλό οτι στο εξώφυλλο είναι ο Κώστας Καζάκος...
Μίμης Καναβιτσάδος
 
 
 
SCATTERBRAIN – “Here comes trouble” (Ιn- Effect)
Δεν ξέρω πόσοι πλέον θυμούνται αυτήν εδώ την μπάντα από την Νέα Υόρκη η οποία κυκλοφόρησε δύο ιδιαιτέρους πραγματικά δίσκους στις αρχές των 90’s. 
Δημιουργήθηκαν  από τρία μέλη των LUDICHRIST  μετά την διάλυση των τελευταίων και το “Ηere comes trouble”  ήταν το ντεμπούτο τους. Ο ήχος των SCATTERBRAIN είχε επιρροές από το thrash metal των ANTHRAX, SUICIDAL TENDENCIES  και των S.O.D από την μία, αλλά και το funk metal των  FAITH NO MORE από την άλλη. Μην ξεχνάμε ότι μόλις είχε κάνει την εμφάνισή του το funk metal ιδίωμα, που είχε πολύ σύντομη πορεία όμως. 
Το σπουδαίο με αυτούς ήταν ότι ήταν και πολύ καλοί παίχτες (δεν διστάζουν να διασκευάσουν μέχρι και Mozart εδώ ) αλλά είχαν και εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ, κάτι που γίνεται αμέσως  αντιληπτό κοιτώντας και μόνο το εξώφυλλο του δίσκου. 
Οι συνθέσεις του δίσκου θα ικανοποιήσουν όσους αρέσκονται στο groovy funky metal με thrash πυρήνα, αφού εδώ μέσα θα βρουν συνθέσεις που πραγματικά τα σπάνε σε αυτό το είδος. Τα “Don’t call me dude” και “Down with the ship” βγήκαν σε singles και είναι τόσο απολαυστικά και τα αντίστοιχα video clip τους που προτείνονται  σε όσους θέλουν να μπουν στο πνεύμα του σχήματος. 
Ειδικά το “Down with the ship” έχει πλάκα να προσπαθείς να ανακαλύψεις τα riffs που δανείζονται από άλλες μπάντες, όπως ΜΕΤΑLLICA, AEROSMITH, YES, LED ZEPPELIN, IRON MAIDEN, Hendrix, Billy Squier, Phil Collins, DOORS αλλά και το σήμα του Γούντι του Τρυποκάρυδου. Όλα αυτά υπάρχουν σε αυτό το κομμάτι. 
Ήταν αρχές των 90’s, ο σκληρός ήχος είχε αρχίσει να αλλάζει και η μπάντα αυτή ξέφευγε από τα στερεότυπα του σκληρού ήχου. Είχε την διάθεση για χαβαλέ και σάτιρα και το έπραξε με τον δικό της τρόπο και παίρνοντας τα ανάλογα ρίσκα. Και οι δύο τους δίσκοι που κυκλοφόρησαν είναι πάρα πολύ καλοί και ο χρόνος έρχεται να τους δικαιώσει, αφού το “Here comes trouble” ακούγεται φρέσκο ακόμα και σήμερα και ας έχουν περάσει 28 ολόκληρα χρόνια από πάνω του. 
Γιάννης Παπαευθυμίου 
 
 
 
SCORPIONS – “Crazy world” (Mercury)
Η δεκαετία του ‘80 υπήρξε αρκετά προσοδοφόρα για τους SCORPIONS οι οποίοι βρέθηκαν στην καλλιτεχνική και εμπορική τους ακμή με δίσκους που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη μουσική και τραγούδια που μέχρι σήμερα όχι μόνο θεωρούνται κλασικά αλλά τα γνωρίζει η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου (ακόμη και αυτοί που δεν ασχολούνται με τη rock μουσική). Η αυγή της νέας δεκαετίας βρίσκει το γερμανικό συγκρότημα να διαρηγνύει τους δεσμούς του από τον μόνιμο παραγωγό τους, τον Dieter Dierks, και να προσλαμβάνει τον Keith Olsen o οποίος ήταν γνωστός για τη συνεργασία του με τους FOREIGNER, JOURNEY, WHITESNAKE κ.α. 
Το “Crazy world” ήταν ένα σαφώς πιο εμπορικό άλμπουμ που στόχευε κατεξοχήν στην αμερικάνικη αγορά και το πρώτο single “Tease me please me” δεν άφηνε απολύτως κανένα περιθώριο αμφισβήτησης για αυτό. Η Mercury προωθεί σεμιναριακά το δίσκο και το video clip παίζεται κατά κόρον στο MTV. Και αν το δεύτερο single (“Don’t believe her”) δεν εκτόξευσε τις πωλήσεις του “Crazy world”, αυτό τα κατάφεραν τα δύο επόμενα singles, οι μπαλάντες: “Wind of change” και “Send me an angel”. Ναι, ξέρω...οι παραδοσιακοί fans των Σκορπιών μάλλον δεν μπορούν να ακούσουν πια τα εν λόγω κομμάτια. Ωστόσο, μην ξεχνάτε ότι ο πολύς κόσμος τρελαίνεται για αυτά και συρρέει στους μεγαλύτερους συναυλιακούς χώρους για να τα απολαύσει. Επιπλέον, το διαχρονικό μήνυμα για παγκόσμια ειρήνη του “Wind of change” δεν θα πρέπει να αφήνει κανέναν αδιάφορο ενώ χαιρόμαστε ιδιαιτέρως που ο Klaus Meine επέμεινε να συμπεριληφθεί στην τελική ηχογράφηση το χαρακτηριστικό σφύριγμα/σήμα κατατεθέν του τραγουδιού.
Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν το “Crazy world” σαν το τελευταίο κλασικό άλμπουμ των SCORPIONS. Προσωπικά, θεωρώ ότι το “Face the heat” του 1993 μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του κλασικού δίσκου. Ωστόσο, οι πωλήσεις και μόνο του “Crazy world” απέχουν παρασάγγας σε σχέση με όλες τις κατοπινές δουλειές των Γερμανών και αυτό σίγουρα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Θα ήταν παράλειψη, τέλος, αν δεν αναφέραμε την καταλυτική συνεισφορά του Jim Vallance στη σύνθεση των κομματιών (μεταξύ των οποίων και του αγαπημένου μου “Lust or love”).
Σάκης Νίκας
 
 
 
SECRECY – “Art in motion” (Noise)
Αναπολώ τα 90’s. Για μια σειρά από λόγους… Κυρίως γιατί απέδειξαν πως υπάρχει ζωή μετά την χρυσή δεκαετία του ’80 και έβαλαν τα γυαλιά σε όσους πίστευαν το αντίθετο. Βεβαίως και πάντα θα υπάρχουν οι ρετρολάγνοι αλλά δεν μπορεί να τα έχεις όλα. Το άνθισμα/ξεπέταγμα προς την κορυφή του προοδευτικού metal αλλά και του power metal ήταν ένα συμβάν που “δεν κάθισε” και ιδιαίτερα καλά σε όσους είχαν συνηθίσει ένα συγκεκριμένο μοτίβο και έκλειναν τα μάτια στις νέες προκλήσεις που έφερνε μαζί της η δεκαετία του ’90. Η Ευρώπη σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος της διαιώνισης του είδους, με την Αμερική να στέκεται ανήμπορη να ακολουθήσει τις εξελίξεις και να βλέπει την παντοκρατορία της να χάνεται μέσα από τα χέρια της. Εξαιρέσεις σαφώς και υπήρξαν –και μάλιστα φωτεινές- αλλά απεδείχθησαν λιγοστές μπροστά σε ένα πανευρωπαϊκό κίνημα που καθόρισε και στιγμάτισε εν πολλοίς μία ολόκληρη γενιά.
Διακατέχομαι από μία ανεξήγητη έλξη για την Γερμανική progressive metal σκηνή εκείνης της περιόδου… Ανεξήγητη; Δε νομίζω… Σκοπίμως δεν αναφέρω ονομαστικά όλους εκείνους που την ανέδειξαν σε πρωταγωνίστρια χώρα. Μέσα από το συγκεκριμένο αφιέρωμα θα αναφερθούμε διεξοδικά στα πεπραγμένα μίας συνομοταξίας ξεχωριστών καλλιτεχνών που έκαναν πράξη το όραμα τους να ξεφύγουν από τους τετριμμένους ήχους μπολιάζοντας το heavy metal με νεωτεριστικές ντόπες που μας άφησαν με ανοιχτό το στόμα! Επί του προκειμένου, όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα ντεμπούτο που τσακίζει κόκκαλα! Μία παθολογική αδυναμία του γράφοντος, έναν δίσκο που βάζει στον μεταλλικό χάρτη ένα ιδίωμα που στην πορεία θα θριαμβεύσει. Αποτέλεσε μία από τις πρώτες απόπειρες γερμανικής μπάντας να δώσει τον απαιτούμενο πλουραλισμό στα πνευματικά της τέκνα ώστε αυτά να ξεφύγουν από τις πεπατημένες οδούς της προηγούμενης δεκαετίας. Αν και τους είχαν προλάβει οι τεράστιοι SIEGES EVEN αλλά και –έστω κινούμενοι από διαφορετικό σημείο εκκίνησης- οι MEKONG DELTA στις πρώτες τους δουλειές, εδώ, ίσως, για πρώτη φορά ομιλούμε για αμιγώς progressive metal υλικό! SECRECY λοιπόν… Πέντε μουσικοί που αφού μας είχαν βάλει στην πρίζα με εκείνο το μνημειώδες demo tape “Like burning one’s boats” το 1988, ήρθαν με την αυγή των 90’s να κεφαλαιοποιήσουν την αδιαμφισβήτητη διαύγεια συνθετικού πνεύματος, παραδίδοντας μας ένα κομψοτέχνημα του ιδιώματος! 
Με ρυθμούς που μόνο συνηθισμένους δεν τους αποκαλείς, φωνητικά που αποπνέουν μια αλλόκοτη διαφορετικότητα, κιθάρες (τρεις παρακαλώ!) πότε να “γεμίζουν” τις συνθέσεις με όμορφα ακουστικά σημεία και άλλοτε να τις οδηγούν σε ιδιαίτερα δυναμικές στιγμές, breaks που αφοπλίζουν, refrains που υποδηλώνουν πως το κουιντέτο είχε συγκεκριμένο τρόπο που αντιλαμβάνονταν την μουσική του και δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να αναδείξει τις δεδομένες προσωπικές δεξιότητες των μελών του εις βάρος του συνόλου, μπάσο και τύμπανα που έκαναν αισθητή την παρουσίαση τους και δεν λειτουργούσαν απλά υποστηρικτικά… Αυτό και πολλά άλλα ήταν το “Art in motion” με τον τόσο ταιριαστό τίτλο, την πολύ καλή παραγωγή, ένα σπάνιο αμάλγαμα λυρισμού και ελεγχόμενης πολυπλοκότητας, ένας εγκληματικά αγνοημένος δίσκος ακόμα και από ανθρώπους που κινούνται εντός των τειχών, μία ωδή στην τελειότητα δια χειρός SECRECY. Και αν ακόμα και για τους ίδιους αποδείχθηκε τεράστιο βάρος που στο “Raging romance” δεν κατόρθωσαν να κρατήσουν δίχως να λυγίσουν ελαφρώς, υπάρχουν τα “Trisome XXI”, “A new beginning”, “Coroner’s inquest”, “Like burning one’s boats” και “The fear to feel”, πρώτα μεταξύ ίσων, να μας υπενθυμίζουν στο διηνεκές την απαστράπτουσα μαγεία αυτού του δίσκου. Και δεν μπορώ να φανταστώ το επιπλέον του λογικού shock που θα παθαίναμε κάποιοι εξ υμών αν τους βλέπαμε να ανοίγουν τις εν Ελλάδι συναυλίες των FATES WARNING και SANCTUARY το 1990… 
Γρηγόρης Μπαξεβανίδης
 
 
 
SIEGES EVEN - “Steps” (Steamhammer)
Αν το Ευρωπαϊκό progressive/technical/math/thinking metal έπρεπε να αφήσει ένα και μόνο δίσκο ως κληρονομιά, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το “A sense of change”. Για να συμβεί αυτό, χρειάστηκε μια μεγαλειώδης μετάβαση από το speed/thrash/technical metal του πρώτου άλμπουμ “Life changes” στο δεύτερο, επικά τεχνικό, σκεπτόμενο, άλμπουμ τους. Με το δύσκολο για την εποχή του “Steps”, οι SIEGES EVEN, προετοιμάστηκαν να κατακτήσουν τον Όλυμπο του τεχνικού metal, μαζί με τους WATCHTOWER, DREAM THEATER, FATES WARNING κι όταν έφτασαν εκεί ξέχασαν να συνεχίσουν την πορεία τους. 
Η Γερμανική μουσική μηχανή ακριβείας με βασικά γρανάζια τα αδέλφια Holzwarth που έπαιξαν ή δημιούργησαν στο πέρασμα του χρόνου αρκετά σχήματα, άξια ακούσματος, δίνει ένα ρεσιτάλ σύνθεσης και εκτέλεσης στο δεύτερο άλμπουμ τους. Το έτερο μισό Markus Steffen (κιθάρα) με τον Arno Menses (φωνή σε πιο πρόσφατες δουλειές) σχημάτισε αργότερα τους RUSH-ικούς SUBSIGNAL. Οι επιρροές από jazz,fusion, κλασική μουσική, kraut rock, είναι παντού στο άλμπουμ διάχυτες. Μελωδίες που δομούνται και αποδομούνται πάνω σε συγχορδίες της κιθάρας τις οποίες διασπείρουν σε ηχητικά τοπία, οι εναλλαγές ρυθμού ενός μπασίστα και ντράμερ, που βρίσκονται σαν αδέλφια (sic) σε κάθε νότα, σε κάθε αλλαγή, σε κάθε πέρασμα. Οι επιρροές από το τεχνικό κομμάτι των RUSH είναι παραπάνω από εμφανείς ,όπως και στοιχεία των μεγάλων σχημάτων της jazz rock/fusion των 70’s, WEATHER REPORT, MAHAVISNU ORCHESTRA, Miles Davies (“Witches Brew”). Το άλμπουμ είναι μια ωδή στην τεχνική και προάγγελος, ηχογραφημένη πρόβα του επόμενοι άλμπουμ-αριστουργήματος που ακούει στο όνομα “A change of seasons”. Τεχνικό, σκεπτόμενο, ευφυές, του λείπει η μεγάλη στιγμή της αναλαμπής που θα το απογειώσει στο κλασικό. Αν «ενοχλεί» κάτι είναι ο τραγουδιστής Franz Herde σε κάποια σημεία, γιατί απλά προσπαθεί να είναι metal σε έναν μη metal δίσκο. Ο τραγουδιστής, μάλλον η σταθερότητα στον τραγουδιστή, ήταν πάντα θέμα για το συγκεκριμένο σχήμα. Η θεατρικότητα αρκεί, όταν μιλάει η προοδευτικότητα στην μουσική, που έβαλε τα θεμέλια για την prog/math/metal σκηνή των 00’s.Το συγκεκριμένο άλμπουμ ακούγεται σαν υπόκρουση σε ταινία του Fritz Lang αλλά και σαν soundtrack σε μια περιήγηση σε οποιοδήποτε βιομηχανικό τοπίο, διαλέξετε. Απολαύστε το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που όρισε το Ευρωπαϊκό progressive metal… Αν και στη συναυλία τους στην Αθήνα, λίγοι τους τίμησαν, σε αντίθεση με την βαρύτητα και σημασία του ονόματος τους..
Στέλιος Μπασμπαγιάννης
 
 
SLAUGHTER - "Stick it to ya" (Chrysalis)
Δύο μέλη των VINNIE VINCENT INVASION αποχωρούν από τη μπάντα. Ο λόγος για τον Mark Slaughter και τον Dana Strum και μαζί με τους Tim Kelly και Blas Elias δημιουργούν τους SLAUGHTER το 1988 με σκοπό να κάνουν επιτυχία στο mainstream ακροατήριο της σκληρής μουσικής. Δύο χρόνια αργότερα κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους που ονομάζεται "Stick it to ya". Και το κυκλοφόρησαν και στην αρχή του χρόνου για να κουβαλήσουν μαζί τους κάτι από την μαγεία της δεκαετίας που έφευγε. Σωστή κίνηση. Απολογισμός; Τέσσερα hit singles και δύο εκατομμύρια πωλήσεις, έτσι για αρχή.
Είναι από τους δίσκους που δε μπορείς να γράψεις πολλά καθώς οι λέξεις χάνουν το νόημά τους από ένα σημείο και μετά, Φθείρονται, γίνονται επαναλήψιμες και όποιο κοσμητικό επίθετο και να προσθέσεις δίπλα τους, απλά θα εξατμιστούν και είναι κρίμα. Μιλάμε για έναν από τους καλύτερους δίσκους που κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του '90 και σίγουρα μέσα στην πεντάδα από το συγκεκριμένο ιδίωμα του glam/hair/sleaze/hard rock, πείτε το όπως θέλετε. Όπως και να το ονομάσετε, η αίγλη που κουβαλάει μαζί του αυτό το αριστούργημα δεν πρόκειται να χαθεί εις τον αιώνα τον άπαντα. Πάρε το "Up all night", το "Fly to the angels", το "Mad about you", το "Spend my life", πάρε όλο τον δίσκο και ξεκίνα να τον ακούς. Και άμα, λέω άμα, βρεις έστω και μία μέτρια στιγμή πολύ θα ήθελα να μου την αναφέρεις για να καγχάσω. Ήταν τόσο μεγάλη επιτυχία του δίσκου που η εταιρεία τους προχώρησε μέσα στο ίδιο έτος να ρίξει στην αγορά ένα ΕΡ με τίτλο "Stick it live" όπου και περιείχε πέντε τραγούδια live από αυτό το μνημειώδες ντεμπούτο. 
Όπως είπα και στην αρχή, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Είναι δίσκος όπου δεν περιγράφεται με προτάσεις. Η καλύτερη περιγραφή είναι το χαμόγελό σου και ο ενθουσιασμός σου ακριβώς εκείνη τη στιγμή που θα ξαναπατήσεις το play για να ακούσεις το άλμπουμ από την αρχή... Γιατί "Up all night, sleep all day". Δε γίνεται αλλιώς!
Ντίνος "Benjamin Breeg" Γανίτης
 
 
 
SLAYER – “Seasons in the abyss” (Def American Recordings)
Με αυτό το album οι Σφαγείς μπήκαν στο πάνθεον των μεγάλων της σκληρής μουσικής για πάρα πολλούς λόγους. Είναι σίγουρα το επιστέγασμα της τρελής πορείας που είχαν στα 80’s φτάνοντας να πατήσουν την κορυφή του thrash με το “Reign in blood” και στη δική τους με το “South of heaven”. Πολλοί έχουν συνυφασμένο το “Seasons in the abyss” ως μια μίξη των δύο αυτών album, γεγονός που θαρρώ ότι το αδικεί. 
Καταρχήν ηχητικά εδώ οι SLAYER κατάφεραν να ακούγονται ακριβώς όπως θα μπορούσε κάποιος να τους φανταστεί σε μια συναυλία τους. Μπορεί το 1986 να έβγαλαν τον ΑΠΟΛΥΤΟ ήχο στη σκληρή μουσική, κάπου εδώ πέτυχαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ακρότητα και στις μεστές συνθέσεις. Τολμώ να πω ότι έχουμε να κάνουμε με έργο και όχι απλά με δίσκο, γιατί κάθε σύνθεση έχει μια ιδιότυπη ταυτότητα τόσο ξεχωριστή που κάνει το αποτέλεσμα μοναδικό. Τι σχέση μπορεί να έχει η δομή του “War ensemble” με τα επίσης γρήγορα “Spirit in black” και “Hallowed point”; Απόδειξη του γεγονότος ότι ο Hanneman δεν είχε μια μανιέρα σύνθεσης κομματιών. Ήξερε πώς να δομήσει τις ιδέες του με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι ενδιαφέρουσες ακόμα και μετά από πολλαπλές ακροάσεις, γεγονός που δεν είχε ποτέ ο Kerry King. Κι όμως εδώ τα “Expendable youth” και “Temptation” ακούγονται ενδιαφέροντα – καθόλου τυχαία αν θυμάμαι καλά εκείνη την περίοδο έκανε μαθήματα κιθάρας!
Ναι, πιστεύω ακράδαντα ότι κάπου εδώ αυτή η τετράδα λειτούργησε άψογα σαν ομάδα και όχι μόνο στιχουργικά στο “War ensemble”. Κάθε σημείο του δίσκου είναι μελετημένο κατά τέτοιο τρόπο που μπορούμε να μιλάμε για τραγούδια με αυτόνομο λόγο ύπαρξης, κάτι εξαιρετικά σπάνιο στο τοπίο του extreme metal που η ομοιογένεια είναι standard των περισσότερων συγκροτημάτων. Είναι λοιπόν το “Seasons in the abyss” o ΟΡΙΣΜΟΣ της εξέλιξης που μπορεί να έχει ένα group; Για εμένα ναι! Επιπροσθέτως είναι και το ταβάνι τους ως μουσικοί με τον Lombardo να μην φλυαρεί όσο στο “South of heaven”! Ο τρόπος που εισάγει τα γυρίσματα του είναι τόσο ταιριαστός με τις εναλλαγές ρυθμών που έχουν οι ρυθμικές όλων των κομματιών. Τα lead κιθαριστικά θέματα είναι τόσο αρμονικά ενταγμένα στο “Skeletons of society”, που πραγματικά αναρωτιέσαι γιατί ποτέ δεν το έπαιξαν live αυτό το φοβερό κομμάτι! Ο Araya στο “Temptation” πειραματίστηκε και με τα «πειραγμένα» φωνητικά, δίνοντας για πρώτη φορά έναν άλλο τόνο σε σύνθεση των SLAYER – αυτό προχώρησε παραπέρα στο “Divine intervention” τέσσερα χρόνια μετά.
Αν κάποιος μου έλεγε ότι δεν έχει ακούσει SLAYER ποτέ του, θα του έκανα ό,τι μου έκαναν κι εμένα στην εφηβεία μου: Θα του έδινα το “Decade of aggression”, που είναι για εμένα το ΑΠΟΛΥΤΟ live album της σκληρής μουσικής! Καθόλου τυχαία ηχογραφήθηκε την περίοδο εκείνη στην οποία η τετράδα αυτή σάρωνε πραγματικά τα πάντα επί σκηνής! Είναι, λοιπόν, το “Seasons in the abyss” ο πιο ολοκληρωμένος τους δίσκος; Για εμένα ναι, έχοντας λιώσει την επανέκδοση του βινυλίου του, γράφοντας αυτές τις γραμμές – η πρώτη έκδοση του βινυλίου είναι πραγματικά χάλια! Όπως και να έχει εδώ οι SLAYER αποχαιρετούν την εξελικτική τους πορεία στα album τους και αφήνουν πίσω τους μόνο φοβερές κυκλοφορίες με την αρχική τους τετράδα! Όσες φορές και να τον ακούσω, πάντα κάτι θα με εκπλήσσει: Τη μια οι φωνητικές γραμμές του Araya με την άριστη τοποθέτηση των στίχων πάνω στους ρυθμούς και την άλλη η μοναδική ικανότητα που είχε μέχρι τότε ο Hanneman να συνθέτει μελωδίες με ήχο που σε στοιχειώνει όπως το ομότιτλο κολοσσιαίο τραγούδι που κλείνει το δίσκο και οπτικοποιήθηκε μοναδικά σε video clip!
Λευτέρης Τσουρέας
 
 
 
MAT SINNER – “Back to the bullet” (Ariola)           
Ο Mat Sinner, για τους γνωρίζοντες, είναι ένας από τους πιο γνωστούς Γερμανούς μουσικούς στην μέχρι τώρα ιστορία του hard rock/heavy metal, όχι για την πρωτοπορία του στο παίξιμο του μπάσου, οργάνου που έχει επιλέξει να παίζει, αλλά για την πληθώρα σχημάτων που έχει συμμετάσχει και την διοικητική ενασχόλησή του με μεγάλη δισκογραφική εταιρία. Το 1982 δημιουργεί τους SINNER, και κυκλοφορεί μέχρι το 1987 6 δίσκους που ως επί το πλείστον τιμούσαν ηχητικά την Γερμανική σκηνή της δεκαετίας του 1980, και στο metal αλλά και στο hard ύφος και στυλ των σχημάτων. Το 1987 αποφασίζει να βάλει για λίγο διάστημα το συγκρότημα «στον πάγο» και έτσι μέχρι την επανεμφάνισή τους το 1992, ο ίδιος κυκλοφορεί την solo δουλειά “Back to the bullet”. Ο δίσκος ηχητικά ακροβατεί ανάμεσα στο Γερμανικό και Αμερικανικό hard/heavy ύφος αφού τα τραγούδια φέρνουν στο μυαλό όλα τα σχήματα που ήταν τότε στην ακμή τους και στις δυο χώρες με όλα τα μουσικά χαρακτηριστικά τους. Ο Sinner προσπάθησε να δώσει μια πιο εμπορική χροιά στα τραγούδια μάλλον για να κάνει το «μεγάλο βήμα» στην Αμερική, αλλά βάση αποτελέσματος μάλλον «δεν του πολυβγήκε». Οι συνθέσεις χωρίς να είναι αδιάφορες δεν είχαν αυτό το κάτι ιδιαίτερο για να πρωταγωνιστήσουν. Τα τραγούδια είχαν ωραίες μελωδίες, κυρίως mid tempo μέρη με κάποια σε πιο γρήγορες ταχύτητες, σχετικά ευκολομνημόνευτα ρεφραίν και καλή ατμόσφαιρα και την ακρόαση αλλά μέχρι εκεί. Πέρναγες καλά όταν τα άκουγες, αλλά δεν υπήρχε το υλικό να σε συνεπάρει και να θες να τα ακούς ξανά και ξανά. Πιο πολύ με αυτή την δουλειά διατήρησε το όνομά του «ζεστό» στον κόσμο, παρά έδωσε στους οπαδούς τραγούδια που θα μείνουν αξιομνημόνευτα. Σαφώς καθένας θα βρει ωραίες στιγμές στο δίσκο και τραγούδια που θα αγαπήσει αλλά θα είναι μονάδες και όχι σύνολο. Ευτυχώς από την άλλη, δεν έπεσε στην εμπορική παγίδα του να κάνει ένα ακόμα πιο μελωδικό δίσκο «ακουμπώντας» το glam. Το “Back to the bullet” είναι ένα αξιόλογο album αλλά και να λείπει από μια ολοκληρωμένη δισκοθήκη, μάλλον δεν πειράζει.   
Θοδωρής Μηνιάτης 
 
 
 
SODOM – “Better off dead” (SPV)
To 1989 ήταν μια κομβική χρονιά για τους SODOM καθώς από τη μία κυκλοφόρησαν το φοβερό “Agent orange”, από την άλλη οι Sodomaniacs υπέστησαν ένα ισχυρό σοκ καθώς ο κιθαρίστας τους, ο ταλαντούχος Frank Blackfire αποχώρησε για να προσχωρήσει στις τάξεις των KREATOR. Απτόητος ο Tom Angelripper βρίσκει τον αντικαταστάτη του Blackfire στο πρόσωπο του Michael Hoffman, κιθαρίστα των ASSASSIN, και κυκλοφορούν ένα χρόνο αργότερα το “Better off dead”. Ο δίσκος διακατέχεται από μία έντονη MOTORHEAD χροιά, ιδίως στα solos του Hoffman, εξάλλου ο Angelripper δεν έκρυψε ποτέ την αγάπη του στον Lemmy.  Για μια ακόμη φορά οι SODOM παραδίδουν σεμινάρια καταιγιστικού thrash από το εναρκτήριο “An eye for an eye” (εμπνευσμένο από την ταινία “The punisher” με τον Dolph Lundgren του 1989) μέχρι το δίδυμο αδερφάκι του “Ausgebombt”, το “ Stalinorgel” που κλείνει τον δίσκο. Ενδιάμεσα, ο κακός χαμός. Τι να πάρεις και τι να αφήσεις. Κομμάτια όπως το ομώνυμο, το “Shellfire defense” και “Capture the flag” πιστοποιούν ότι οι SODOM εξακολουθούν να γράφουν με επιτυχία κομμάτια σε ταχύτητες που ζαλίζουν. Από την άλλη υπάρχουν κομμάτια λιγότερο γρήγορα αλλά εξίσου πωρωτικά όπως τα “Bloodtrails” και “Never healing wound”, το μελωδικό (για SODOM) “Resurrection” αφιερωμένο στον πατέρα του Angelripper και βέβαια το κλασικό, ασύλληπτο έπος που ακούει στον τίτλο “The saw is the law”. Προσθέστε και δυο όμορφες διασκευές, μία στο “Turn your head around” των TANK και μία στο “Cold sweat” των THIN LIZZY και το αποτέλεσμα είναι άλλος ένας κλασικός SODOM δίσκος και ίσως ο πιο MOTORHEAD δίσκος της καριέρας τους.
Θοδωρής Κλώνης
 
 
 
STEELHEART - “Steelheart” (MCA)
Υπάρχει ένα είδος που λέγεται “hard ‘n’ heavy” και το οποίο καλύπτει μια τεράστια μερίδα συγκροτημάτων και καλλιτεχνών του σκληρού ήχου οι οποίοι συνδύασαν το hard rock των KISS και AEROSMITH με το heavy metal των JUDAS PRIEST. Σε αυτό το τόσο αγαπημένο μας hard ‘n’ heavy λοιπόν, ένας από τους καλύτερους δίσκους είναι το “Steelheart”, της μπάντας που όπως φημολογείται πήρε το όνομά της από την ομώνυμη ηρωίδα της σειράς “Silverhawks”. Θριαμβευτική είσοδος στα charts των Η.Π.Α και της Άπω Ανατολής, αρένες, πέντε (5) video - clips, πλατινένιο status. Ένας καταπληκτικός, άκρως υποτιμημένος κιθαρίστας που ονομάζεται Chris Risola - δάσκαλος μουσικών όπως ο Moby και ο Paul Nelson, ο «βράχος» John Fowler στα τύμπανα και ο ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ (έτσι, να σκάνε οι πολέμιοί του) Miljenko Matijevic στη φωνή. Τζιν σκισμένα, western μπότες, εκπληκτικές πουκαμίσες (αυτή η μπλε στο ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ “I’ll never let you go” είναι αριστούργημα και είχα μια ίδια κάποτε, άσχετο), κάθε λογής χαϊμαλιά, απίστευτη παραγωγή (ο καλύτερος ήχος τυμπάνων που ακούστηκε ποτέ στο είδος, μαζί με αυτόν του ντεμπούτου των FIREHOUSE, ρωτήστε και τον Portnoy), ΜΠΑΛΑΝΤΑΡΕΣ, γρήγορα, καθαρά μεταλλικά σημεία, χορευτικές, αλανιάρικες συνθέσεις, ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ το ρημάδι… Όλα εδώ, όλα εις τη νιοστή. Ξέρετε, κάποιες φορές αναρωτιέμαι… Αν δίσκοι όπως αυτός ή το “Don’t come easy” των TYKETTO για παράδειγμα είχαν έρθει το 1986 - 1987, πόσο περισσότερο θα είχαν άραγε βοηθήσει τους δημιουργούς τους να αποκτήσουν ένα τεράστιο status; Δεν ξέρουμε, εικάζουμε, αλλά όλα δείχνουν πως θα είχαν κάνει ακόμη περισσότερη αίσθηση. Αν λοιπόν οι GREAT WHITE είναι για σας «ευαγγέλιο», αν το ντεμπούτο των FIREHOUSE είναι για σας ο καλύτερος δίσκος του 1990 (αναφέρεται ξανά γιατί είναι σχεδόν αδελφικοί δίσκοι) και αν θέλετε να ακούσετε ΜΝΗΜΕΙΩΔΗ φωνητικά (ξανά ξύδι όσοι στραβώνετε αλλά τον τύπο τον «ζαχάρωνε» κάποτε μέχρι και ο Iommi για να τραγουδήσει σε δίσκο του), τότε να ξέρετε, με το “Steelheart” θα πάθετε ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΣΟΚ. Οι υπόλοιποι, που το κατέχετε, ήδη το έχετε βάλει να παίζει, έτσι; Σας κατάλαβα μπαγασάκια!
Δημήτρης Τσέλλος
 
 
 
STRYPER - "Against the law" (Enigma)
Οι STRYPER κατάφεραν με το "In God we trust" να επιτύχουν την πιο mainstream και ραδιοφωνική πλευρά του εαυτού τους και η αλήθεια είναι ότι το κατάφεραν περίφημα. Η δεκαετία του 1990 είχε μόλις ανατείλει και οι Christian Metallers από την Αμερική έπρεπε να κάνουν την επόμενη κίνηση στην κιτρινόμαυρη σκακιέρα τους. Τι επέλεξαν; Να δημιουργήσουν τον πιο heavy δίσκο στην έως τότε καριέρα τους.
Η μπάντα διάλεξε μία άλλη αισθητική χωρίς να χάσει ούτε στο ελάχιστο τη δυναμική της. Ο Michael Sweet τραγουδάει σε πιο μεσαίες κλίμακες, τα τραγούδια παραμένουν σε mid tempo ρυθμούς αλλά και στις κλασσικές γρήγορες φόρμες που η μπάντα μας είχε συνηθίσει με τις προηγούμενες κυκλοφορίες της, ενώ υπάρχει και η καθιερωμένη μπαλάντα για να "παγώσει" την ακρόαση του δίσκου. Αυτό που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι που λείπουν τα χορωδιακά μέρη ή αν θέλετε να το θέσω καλύτερα, δεν υπάρχουν σε τόσο μεγάλο βαθμό. Στον δίσκο, αν θέλει να βρεις αδυναμίες, θα τις βρεις, Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι τα τραγούδια είναι απλά γραμμένα, δεν έχουν πολύπλοκα μέρη και γενικά πως οι STRYPER κινήθηκαν σε σίγουρες βάσεις προκειμένου να αποφύγουν ενδεχόμενο πατατράκ. 
Προσωπικά, πιστεύω πως ο δίσκος είναι πάρα μα πάρα πολύ καλός. Δείχνει ότι η μπάντα σε εκείνο το σημείο της καριέρας της ήξερε πάρα πολύ καλά και τι ήθελε να πράξει αλλά και πως να το μεταφέρει στον έξω κόσμο, την εποχή δε που το grunge μεγάλωνε σε δημοτικότητα και αρκετά σχήματα του χώρου έπαιρναν την κάτω βόλτα. Μιλάμε, λοιπόν, για έναν δίσκο που όχι μόνο στάθηκε επάξια στην ιστορία του συγκροτήματος αλλά και που κατάφερε να τους κρατήσει στο προσκήνιο για μερικά χρόνια ακόμα, και αυτό στην προκειμένη περίπτωση είναι το πιο σημαντικό
Ντίνος "Benjamin Breeg" Γανίτης
 
 
 
SUICIDAL TENDENCIES – “Lights… Camera… Revolution” (Epic Records)
Απλά, λιτά και απέριττα, το πιο κομβικό άλμπουμ που έβγαλαν ποτέ οι SUICIDAL TENDENCIES (για το καλύτερο θα διαφωνήσουμε πολλοί και με διάφορα άλμπουμ) και μάλιστα για πολλούς και διάφορους λόγους.
Έχοντας ήδη 4 δουλειές στο ενεργητικό τους, το “Lights… Camera… Revolution” που βγήκε το 1990, είναι αυτό που εδραίωσε για τα καλά τη μπάντα και τους έδωσε τρομακτική αναγνώριση. Με τον Robert Trujillo κανονικό πλέον μέλος (αφού στο “Controlled by hatred…” ναι μεν είναι στο lineup του δίσκου, όμως το μπάσο δεν είχε γραφτεί από αυτόν, αλλά κυρίως από τους δύο κιθαρίστες του σχήματος, Rocky George και Mike Clark) συνεισφέροντας μάλιστα συνθετικά και σε ένα εκ των κορυφαίων κομματιών του δίσκου, “Lovely”), οι S.T. έχουν ένα τρομερό lineup, γεμάτο παικταράδες και σε συνδυασμό με τον τσαμπουκά με τον οποίο είχαν μεταγγίσει στο DNA τους μάλλον από τη μέρα που γεννήθηκαν αυτοί οι άνθρωποι, παίρνουν το crossover thrash που μας είχαν συνηθίσει και το φέρνουν πιο κοντά στο thrash, όμως έχοντας και επιρροές μέχρι και από funk. Άλλωστε, πόσο κακός μπορεί να είναι ένας δίσκος όταν με το «καλημέρα σας» σου σκάει στο κεφάλι ένας εκ των ύμνων των 90’s, το “You can’t bring me down”;
Στιχουργικά, οι S.T. και πάλι είναι επικριτικοί, ίσως λίγο περισσότερο αυτή τη φορά, πλησιάζοντας το thrash metal και σε αυτόν τον τομέα, ακόμα παραπάνω από ότι στα προηγούμενα 4 άλμπουμ τους. Η αλλαγή αυτή στον ήχο της μπάντας, σε συνδυασμό με την τόσο δυναμική παραγωγή (από τα χέρια του Mark Dodson που είχε δουλέψει ήδη με JUDAS PRIEST, ACCEPT, ANTHRAX, METAL CHURCH, UDO, αλλά και με τους S.T. στο “Controlled by hatred…), αλλά και την ύπαρξη 3 βίντεο για τα κομμάτια “You can’t bring me down”, “Alone” και “Send me your money”, καταφέρνουν και ανεβάζουν το άλμπουμ μέχρι την 101η θέση του Billboard 200. Το “You can’t bring me down”, όπως είπαμε και πριν, γίνεται ύμνος, θα υπάρξει και η εκνευριστική δεύτερη εκδοχή του βίντεο με τους «πειραγμένους» στίχους μη θιχτεί κανείς (αλήθεια, βλέπουμε άλλα κι άλλα σε τόσα βίντεο, κάποιες λέξεις μας πείραζαν πάντα… το λιγότερο υποκριτικό) και γενικά οι S.T. έχουν πάρει φόρα για τα καλά. Το άλμπουμ, μερικά χρόνια αργότερα, θα γίνει και χρυσό, ενώ η μπάντα θα χάσει το Grammy το 1991 από τους METALLICA και το “Stone cold crazy”. Με αυτό το δίσκο η μπάντα περιόδευσε με τους τεράστιους τότε QUEENSRYCHE, αλλά υπήρξε και μέρος της περιοδείας Clash Of The Titans, παρέα με MEGADETH, SLAYER και TESTAMENT. Ε δεν τα λες και λίγα ε;
Άλμπουμ που κυλάει νεράκι, στίχοι που χτυπάνε τις χορδές που πρέπει (ή που θα έπρεπε καλύτερα) ειδικά για την εποχή του, αλλά και με πολλούς να είναι επίκαιροι και σήμερα αφού πολλά πράγματα μένουν τα ίδια τελικά, μία μπάντα που έβγαινε στη σκηνή και θέριζε χωρίς έλεος, ο Mike Muir να σε κάνει να αγχώνεσαι αν θέλει φιάλες οξυγόνου μετά από κάθε show και από εκείνα τα άλμπουμ στα 90’s που αποτέλεσαν και οδηγό για πολλές άλλες μπάντες και έμαθαν μπαλίτσα. 
Κομμάτια όπως τα “You can’t bring me down”, “Alone”, “Lovely”, “Send me your money” και “Disco’s out, murder’s in” (που έχει γραφτεί για την πλέον διάσημη και επικίνδυνη hardcore punk gang της εποχής, τους La Miranda Punks από τη Νότια California) δεν σου αφήνουν και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης. Μεγαλεία!
Φραγκίσκος Σαμοΐλης
 
 
 
TALISMAN – “Talisman” (Airplay/ Vinylmania)
Για μένα οι TALISMAN αποτελούσαν πάντα ένα από τα πολύ καλά κρυμμένα μυστικά του ποιοτικού hard rock. Με στυλοβάτες τον μπασίστα Marcel Jacob (MALMSTEEN, EUROPE) και τον τραγουδιστή τον Jeff Scott Soto (αν αναφέρουμε όσους έχει παίξει θα τελειώσει η σελίδα…) και πλαισιωμένοι από ικανότατους μουσικούς, οι TALISMAN δεν κυκλοφόρησαν ποτέ ένα κακό άλμπουμ. Όλοι οι δίσκοι τους διακατέχονται από μία ποιότητα και ενώ ο κόσμος είχε αρχίσει να τους ανακαλύπτει, η αυτοκτονία του Jacob το 2009 έβαλε τέλος στην πορεία των TALISMAN. Μια πορεία που ξεκίνησε το 1990 με το πρώτο τους, ομώνυμο άλμπουμ. Όλος ο δίσκος πραγματικά σε αφήνει άφωνο. Συνθέσεις που μιλάνε κατευθείαν στην ψυχή του ακροατή με εμβληματικά ρεφραίν , δυνατά riffs και την φωνάρα του Soto να σκίζει το σύμπαν.  Όλα αυτά δημιουργούν μια φανταστική hard rock καταιγίδα που δεν μπορεί να αφήσει κανένα ασυγκίνητο. Ο δίσκος περιέχει κάποια κομμάτια που θεωρήθηκαν αμέσως κλασικά, όπως τα “Break your chains” και “I’ll be waiting”, το δυναμικό, in your face “Queen”, τα φανταστικά “Just between us” και “Dangerous”, το μελαγχολικά πανέμορφο “Day by day”. Γενικά το συνολικό αποτέλεσμα δεν είναι απλά εκπληκτικό, είναι μαγικό. Δεν ξέρω αν είναι το καλύτερο άλμπουμ των TALISMAN, (μάλλον αυτός ο τίτλος θα πάει στο “Humanimal”) αλλά σίγουρα είναι το αγαπημένο μου. Δίσκος μαγικός, ασύλληπτος, τόσο συνθετικά όσο και εκτελεστικά και όποτε τον ακούω πραγματικά ανατριχιάζω ενώ ταυτόχρονα σκέφτομαι πόσο τυχερός ήμουν που πρόλαβα και τους είδα ζωντανά με τους PRETTY MAIDS στο Gagarin το 2007…
Θοδωρής Κλώνης
 
 
 
TANKARD - “The meaning of life” (Noise Records)
H ζωή είναι πολύ όμορφη, όσο δύσκολη, πιεστική και αγχώδης κι αν γίνεται. Όσο “απασχολημένος” κι αν είσαι, πάντα βρίσκεις χρόνο για αυτούς που αγαπάς και θέλεις να πιείς μια μπύρα, να γελάσεις και να φτιάξεις όμορφες αναμνήσεις μαζί τους. Οι TANKARD ως επί το πλείστον της δισκογραφίας τους, μετουσιώνουν σε νότες, αυτά τα βράδια που το “έλα μωρέ, μια χαλαρή μπύρα θα πιούμε” στις 9 το βράδυ, γίνεται δύο μπύρες, και χωρίς να το καταλάβεις, βρίσκεστε 4 η ώρα το πρωί να φλερτάρετε με σκύλους, να τραγουδάτε (που λέει ο λόγος, περισσότερο ερωτικό κάλεσμα llama θυμίζει παρά τραγούδι!) και ξυπνάτε δίπλα σε ένα πρόβατο σε ένα σπίτι, που παίζει και να μην είναι δικό σας. 
Στο τέταρτο δίσκο τους που κυκλοφόρησε ως είθισται από την Noise, τα μπυρόβια όργια από τη Φρανκφούρτη, κάνουν το 4/4, αγκαζέ με τα “Zombie attack” (1986), “Chemical invasion” (1987) και “The morning after” (1988). Ο δίσκος, τιτλοφορείται απλά “The meaning of life” και κυκλοφορεί το 1990. Με σύμμαχο του την ογκώδη παραγωγή (σε μια εποχή που άρχισε να ανεβαίνει ραγδαία το death metal, αυτό ήταν γερό ζητούμενο), το άλμπουμ μας εισάγει έτι μια φορά, στο τρελό κόσμο των TANKARD: απαιτούμε all-night bars για να πίνουμε όσο περισσότερο γίνεται (“Open all night”), τη λέμε στους ανθρώπους που προσποιούνται για να είναι αρεστοί, αντί να είναι ο εαυτός τους (“We are us”),  την έχουμε ακούσει τόσο από τη μπύρα, που πλέον ταξιδεύουμε σε άλλα μέρη μαζί της (“Beermuda”), καπάκια όμως θέλουμε να πιούμε τη πιο μαγική μπύρα, από το διάστημα (“Space beer” - όταν έχεις εξαντλήσει τις μπύρες στη Γη, αυτά συμβαίνουν παιδιά!), περιγράφουμε τα καλά και κακά της ζωής μας (“Barfly”, “Wonderful life”). 
Αλλά για πρώτη φορά σε αυτό το δίσκο, δείχνουμε ποικιλία και τηρουμένων των αναλογιών, μια σοβαρότητα στα θέματα τα στιχουργικά, μια και στο άλλο μισό δίσκο, προβληματιζόμαστε που και που για το πλανήτη και ότι συμβαίνει (“Dancing on our grave”), αρνούμαστε να μπούμε σε καλούπια της συμβατικής εργασιακής ζωής (“Mechanical man”), μας πιάνουν τα φιλοσοφικά μας, για το νόημα της ζωής, των επιλογών μας και της αντίληψης περί ζωής (“The meaning of life”), τα χώνουμε στους ρατσιστές και τους φασίστες για τα εγκλήματα εναντίον των μεταναστών (“Always them”) και τέλος, εκφράζουμε ανησυχία για την πρόοδο της τεχνολογίας στο ζήτημα, παρουσιάζοντας μια δυστοπική εικόνα όπου μπορούν να ξαναγεννηθούν οι άνθρωποι μέσω αυτής (“Wheel of rebirth” - το 1990 όλα αυτά έτσι;).
Οι TANKARD με αυτό το δίσκο, ανανέωσαν εαυτούς στη κρίσιμη για το thrash δεκαετία του ‘90, ξεκινώντας να παίζουν έξυπνα το παιχνίδι “ο μισός δίσκος έτσι ο άλλος μισός αλλιώς στιχουργικά”, για να μην παραμείνουν γραφικοί. Σε συνδυασμό με την συνθετική τους ωριμότητα που αναπόφευκτα έρχεται όταν έχεις φτάσει σε ένα Χ δίσκο, ήταν μια σίγουρη συνταγή επιτυχίας. Ακόμα και σήμερα, θεωρείται από τους σημαντικότερους δίσκους της μπάντας στις συνειδήσεις των οπαδών, κι ας βάζουν πιο πάνω κάποιο από τα 3 προηγούμενα.
Γιάννης Σαββίδης
 
 
 
TESTAMENT – “Souls of black” (Megaforce/Atlantic) 
Για ολόκληρο το κίνημα του thrash η δεκαετία που ανατέλλει, θα είναι καταστροφική, όμως η χρονιά του 1990, δεν είχε δώσει αρκετά σημάδια αποσάθρωσης, άλλωστε η λίστα μας εδώ το αποδεικνύει. Το “Souls of black” εξωτερικεύει αυτή την ασάφεια και ανασφάλεια, μέσα από 9 τραγούδια με μια άρτια, σύγχρονη και γεμάτη παραγωγή, αλλά με μια αισθητή αδυναμία στην ποιότητα των συνθέσεων. Για μένα το άλμπουμ, έχει κάποιες περίεργες διασυνδέσεις με τα τρία προηγούμενα, σε καλλιτεχνικό, μη-μουσικό επίπεδο. Το ομώνυμο τραγούδι, λες και συνεχίζει το θέμα του “C.O.T.L.O.D.” από το ντεμπούτο τους, όπως βέβαια και ο τίτλος του... “The legacy”. Το “One man’s faith” λες και συμβαδίζει θεματικά με το “Disciples of the watch” μέσα από το “The new order” ενώ ο τίτλος του “Absence of light” λες κι αναφέρεται στο εξώφυλλο του ίδιου δίσκου. Τέλος το “Face in the sky” θα μπορούσε να περιγράφει το εξώφυλλο του “Practice what you preach”, ενώ δυο τραγούδια από τους δυο δίσκους ακουμπούν το θέμα της αυτοκτονίας, εδώ το “Falling fast” και στο προηγούμενο το “Sins of omission”. Ίσως βγαλμένα από τα μυαλό μου, ίσως υποσυνείδητα για τους ίδιους, όμως οι παραλληλισμοί είναι χαραγμένοι μέσα μου. Μουσικά τώρα, οι Αμερικάνοι συνεχίζουν τον εκσυγχρονισμό του ύφους τους, που σε κάποιες στιγμές είναι πολλά υποσχόμενο (βλ. “Souls of black”, “The legacy”, “Face in the sky”), με δεδομένο πάντα τους πεσμένους ρυθμούς και την έμφαση στα κιθαριστικά ριφ. Γενικά, το άλμπουμ εμφανώς παρουσιάζει τους TESTAMENT να αναζητούν να βρουν μια συμπαγή ταυτότητα, να αποβάλλουν το πέπλο των METALLICA, έστω κι αν αποτυγχάνουν. Από τους επιτυχημένους πειραματισμούς πάντως, είναι το “Malpractice” που δείχνει μια τάση να βρουν groove, οπως και διάσπαρτα σε άλλα κομμάτια. Σε σημεία φαίνεται πως βαλτώνουν (“One man’s faith”, “Absence of light”, “Falling fast”).  Ίσως το μεγαλύτερο μειονέκτημά του είναι ο μπουκωμένος ήχος του άλμπουμ, που δεν αναδεικνύει τα τραγούδια και μπερδεύει τα όργανα, επιτρέποντας μόνο στον Billy να δώσει χρώμα. Βέβαια, η μπάντα θα περνούσε μια από τις καλύτερες περιόδους της, με την προσθήκη στις πετυχημένες περιοδείες των JUDAS PRIEST του “Painkiller” και αργότερα των SLAYER του “Seasons in the abyss”, αλλά και την μυθική “Clash of the Titans” Ευρωπαϊκή τουρνέ με MEGADETH, SLAYER και SUICIDAL TENDENCIES. Καλύτερο από το “Practice…” αλλά δεν φτάνει τα πρώτα δύο.
Γιώργος “Seven days of May” Κουκουλάκης
 
 
 
THE SISTERS OF MERCY - “Vision thing” (Merciful Release/Elektra)
Το “Floodland” του 1987 αν και ήταν το κομβικό album των THE SISTERS OF MERCY (και κατά την ταπεινή μου άποψη το καλύτερό τους), παρ’ όλα αυτά δεν υπήρξε καμία περιοδεία για την προώθησή του. Ο Eldritch έχοντας την έμπνευση στο ζενίθ και συγκεκριμένο όραμα για το πώς θα έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα τους, προσλαμβάνει τον session κιθαρίστα John Perry και τον μπασίστα των SIGUE SIGUE SPUTNIK Tony James, ενώ παράλληλα απολύεται με συνοπτικές διαδικασίες η Patricia Morrison (οι φήμες ότι ο μηνιαίος της μισθός ήταν μόλις 300 αγγλικές λίρες είναι ανεπιβεβαίωτες). Με αυτή την τριάδα δίπλα του, ο Eldritch ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις και το αποτέλεσμα είναι το διαχρονικό που όλοι γνωρίζουμε. 
Το album, εκτός από τον Tim Bricheno των ALL ABOUT EVE που μπήκε στην εξίσωση τις δύο τελευταίες εβδομάδες των ηχογραφήσεων στα Puk Studios στη Δανία, έχει και άλλους εκλεκτούς συμμετέχοντες. Το πασίγνωστο “More” είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας με τον Μίδα Jim Steinman, το έπος του “When you don’t see me” είναι σε παραγωγή του Chris Tsangarides (R.I.P.), ενώ για όλα τα female backing vocals που θα ακούσεις εδώ ευθύνεται η μούσα του Mike Oldfield, η Maggie Reilly. 
Με τον τίτλο να πηγάζει από μια ομιλία του George Bush του πρεσβύτερου, το “Vision thing” προσφέρει μια οκτάδα τραγουδιών που φέρουν την ανεξίτηλη σφραγίδα των THE SISTERS OF MERCY, ενώ αποτελούν και την τρίτη περίοδο του συγκροτήματος, όπου τον πρώτο ρόλο έχουν οι κοφτερές κιθάρες. Δεν θα ήταν μάλιστα παράλογο ότι το εν λόγω album επηρέασε όσα λίγα το gothic metal ως παρακλάδι και μουσική κατεύθυνση. Πέρα από τα γνωστά “More”, “Doctor jeep”, “Detonation boulevard” και το ομώνυμο, που τότε είχαν heavy airplay στο MTV και στα ραδιόφωνα παγκοσμίως και τα άλλα τέσσερα τραγούδια τα ανταγωνίζονται στα ίσια. Από το υποχθόνιο “Ribbons”, στο αριστουργηματικό “When you don’t see me” κι από εκεί στο μελαγχολικό “Something fast” και στο απολογητικό “I was wrong”.
Η αμερικάνικη περιοδεία που θα ακολουθούσε θα ήταν μια καταστροφή για την παρέα του Eldritch, η οποία και θα ήταν μια σημαντική αφορμή για τη διάλυσή τους, τουλάχιστον σε δισκογραφικό επίπεδο. Οι φωστήρες της WEA είχαν την φαεινή ιδέα να βγουν στο δρόμο μαζί με τους PUBLIC ENEMY (!!!), οι οποίοι τότε σήκωναν αμέτρητες αντιδράσεις. Αποτέλεσμα ήταν να ακυρώσουν τις περισσότερες ημερομηνίες και να βγουν τα μαχαίρια μεταξύ του συγκροτήματος και της δισκογραφικής του.
Σε κάθε περίπτωση όμως το “Vision thing” είναι ένα απαραίτητο album για όσους θέλουν να θεωρούν τον εαυτό τους ότι ασχολούνται με την gothic σκηνή γενικότερα, ακόμα κι αν ο Eldritch σιχαίνονταν τη συγκεκριμένη ταμπέλα. Προτιμήστε μάλιστα την επανέκδοση σε βινύλιο που βγήκε φέτος ή ακόμη καλύτερα, αυτή σε CD του 2006 που περιλαμβάνει μέσα και τα b-sides, ανάμεσα τους και το διασκεδαστικό “You could be the one”.  
Γιώργος Κόης
 
 
THUNDER – “Backstreet symphony” (EMI)
Λίγα ντεμπούτα ακουμπούν την αρτιότητα του “Backstreet symphony”, μιας μπάντας που προοριζόταν για μεγάλα πράγματα, αλλά δυστυχώς οι συγκυρίες δεν της το επέτρεψαν. Οι THUNDER είναι περίπτωση! Μουσικοί που ξεχειλίζουν από έμπνευση, να γράφουν ύμνους που ξεχειλίζουν από συναίσθημα. Τραγούδια που πηγάζουν στο Βρετανικό hard rock των DEEP PURPLE, αλλά φλερτάρουν με την Αμερικανιά την οποία αναζήτησαν οι WHITESNAKE. Έχοντας την εμπειρία και τις διασυνδέσεις των TERRAPLANE, οι Danny Bowes, Luke Morley και Gary James τράβηξαν νέα πορεία όταν ξεκίνησαν τους THUNDER. Με την βοήθεια του Andy Taylor (DURAN DURAN), έγραψαν ένα demo (ο οποίος θα έκανε παραγωγή και στο άλμπουμ) και μετέπειτα υπέγραψαν στην ΕΜΙ για να εκτοξεύσουν την καριέρα τους. Όταν χωράς σε ένα δίσκο τραγουδάρες όπως το ομώνυμο, το “Love walked in”, το “She’s so fine” το “Dirty love” και το “Higher ground”, επιβάλλεται να κάνεις επιτυχία. Βέβαια, εκτός από την έμπνευση χρειάζεσαι έξυπνο rhythm section και τσαχπινιά ενός φοβερού τραγουδιστή. Η χημεία έμελλε να κάνει έκρηξη με αποτέλεσμα το “Backstreet symphony” να εισέλθει στα charts και να παράγει top-40 singles για ενάμιση χρόνο. Οι THUNDER κατάφεραν με το ντεμπούτο τους, όσα δεν έφτασαν οι TERRAPLANE με 2 άλμπουμ σε 5 χρόνια και η τριάδα δεν κοίταξε ποτέ πια πίσω. Από την αρχή ήταν φανερό, πως ο Luke Morley ήταν ο μάγος, βγάζοντας τραγουδάρες αντί για λαγουδάκια από το μαγικό του μαύρο καπέλο. Η σφραγίδα ερχόταν από την εκτέλεση και την χροιά που προσέδιδε ο Danny Bowes, αλλά και την τρέλα του “Harry” James στα τύμπανα. Ένας δίσκος πνιγμένος στο αλκοόλ, καθ’ όλη την διάρκεια της παραγωγής του, που όμως ακουγόταν φρέσκος, έξυπνος και ώριμος. Η προώθηση του δίσκου τους επέτρεψε να περιοδεύσουν εκτενώς, αλλά με λίγη περισσότερη πίστη στο συγκρότημα (ειδικά από το Αμερικάνικο παράρτημα της δισκογραφικής τους) θα μπορούσε να τους είχε κάνει superstars. Δεν υπάρχει τραγούδι που να μην ικανοποιεί, αλλά μαζί με την διασκευή στο “Gimme some lovin’” και το ερωτικό “Don’t wait for me” ξεχωρίζουμε 7 διαμάντια στα 10 τραγούδια. Αγγίζει λοιπόν την τελειότητα το “Backstreet symphony” κι ελπίζω να το έχετε όλοι σας.
Γιώργος “Until my dying day” Κουκουλάκης
 
 
 
TIAMAT - "Sumerian Cry" (CMFT Productions)
Αυτό είναι λοιπόν το ντεμπούτο των αξιαγάπητων Σουηδών TIAMAT. Ηχογραφήθηκε το '89 υπό το όνομα TREBLINKA, αλλά μόλις ολοκληρώθηκαν οι ηχογραφήσεις, κιθαρίστας και ντράμερ αποχωρούν από την μπάντα, οπότε ο δίσκος κυκλοφορεί με το νέο όνομα TIAMAT, ενώ φωτογραφίες στο inlay του δίσκου υπάρχουν μόνο του Hellslaughter (Johan Edlund) και του Juck (Jörgen Thullberg).
Ορμώμενοι εκ Στοκχόλμης, Σουηδίας, οι TIAMAT, δηλαδή ο Johan Edlund, καθώς αυτός είναι ο ηγέτης και οδηγός της μπάντας, ο οποίος όταν δεν ασχολείται με το metal ή με κάποιο tour, κυκλοφορεί στα στενά της Σαλονίκης, είναι από τις πλέον πολυμορφικές μπάντες στο heavy metal μας, επειδή κάθε δίσκος είναι διαφορετικός από το προηγούμενο. Εδώ όμως μιλάμε για το ντεμπούτο, ένα "Sumerian cry" το οποίο είναι καθαρό old school Swedish death/black metal.
Δεν ήταν το πρώτο δισκάκι που άκουσα από αυτούς, το "The astral sleep" άκουσα πρώτο, αλλά η Τριάδα "Sumerian cry"-"The astral sleep"-"Clouds" δεν χαλάει και σε πάει σίγουρα ταμείο, εγώ τουλάχιστον τα έχω μέσα στο μυαλό μου σαν 1η περίοδο TIAMAT, αναπόσπαστα και το ένα φυσική συνέχεια και εξέλιξη του προηγούμενου. 
Το ντεμπούτο των TIAMAT είναι κλασικό old school, βασισμένο κυρίως στα κιθαριστικά riff, χωρίς πολλά μπλιμπλίκια, ξερά τύμπανα ως επί το πλείστον σε γρήγορες ταχύτητες και ωμά φωνητικά, τα λεγόμενα "πηγαδίσια". Ωστόσο, δεν είναι καθαρό black, ούτε καθαρό death. Είναι σουηδίλα ρε φίλε. Βρωμοκοπάει CELTIC FROST, πρώιμους THERION κτλ κτλ. Τα doom/gothic στοιχεία δεν έχουν κάνει ακόμα την εμφάνισή τους εδώ, ούτε η Century Media που τους ανέλαβε από τον επόμενο δίσκο έχει βάλει τα χεράκια της, οπότε το "Sumerian cry" αποτελεί ξεκάθαρη επιλογή old school πρωτοδισκάκηδων.
Εμένα προσωπικά μου αρέσει, ακόμα και αν δεν είναι ο καλύτερος δίσκους τους, αν και όπως είπα την πρώτη τριάδα των TIAMAT την αντιμετωπίζω σαν ένα σώμα, με εξελικτική πορεία και αγγίζοντας τα σύννεφα με το κορυφαίο "Clouds". 
Αγαπημένο του δίσκου θα έλεγα το "Where the serpents ever dwell", πακέτο με το "Outro - Sumerian cry (Part 2)", ίσως επειδή κινούνται με πιο mid tempo και doom/goth μονοπάτια, θυμίζοντας μουσικά λιγάκι "Τhe Astral Sleep", όπως τους έμαθα και τους πρωτοαγάπησα δηλαδή.
Μίμης Καναβιτσάδος 
 
 
 
 
TIGERTAILZ – “Bezerk” (Music For Nations)
“You are not a lady, you’re a love bomb baby”! Το MTV παίζει συνεχώς το video clip “Love bomb baby” και οι TIGERTAILZ αποκτούν τα δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας προσφέροντας μας ένα απολαυστικό glam pop/metal άλμπουμ. Το 1990 βρίσκει τους Ουαλούς να κυκλοφορούν το “Bezerk” και να αγνοούν τα νέα δεδομένα που ήθελαν ακόμη και αυτά τα (καλώς ή κακώς) λεγόμενα glam συγκροτήματα (βλ. POISON, BRITNY FOX, CINDERELLA κτλ.) να «σκληραίνουν» κάπως τον ήχο τους υιοθετώντας μία πιο street, σχεδόν blues-based αισθητική. Όχι όμως οι TIGERTAILZ οι οποίοι αδιαφορούν για τις νέες τάσεις παραμένοντας πιστοί στον ήχο που είχαν προσφέρει ήδη από το ντεμπούτο τους.
Η παραγωγή του Chris Tsangarides είναι κρυστάλλινη και η παρουσία του Don Airey (RAINBOW, DEEP PURPLE) και του Peter Goalby (TRAPEZE, URIAH HEEP) προσδίδει μία έξτρα ώθηση στο δίσκο που ούτως ή άλλως είναι αρκετά καλός. Με περίσσιο hair spray που ευθύνεται σημαντικά για την τρύπα του όζοντος, make-up που θα ζήλευε και ο Vinnie Vincent (ακόμη και τώρα), και ονόματα μελών που παρέπεμπαν σε πρώην κιθαρίστα των KISS, σε αναψυκτικό ευρείας κατανάλωσης, σε ιδρυτή των TWISTED SISTER και σε μία...πόρνη, οι TIGERTAILZ δεν άφηναν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης και είχαν μία και μοναδική αποστολή: να προσφέρουν κομμάτια για party και διασκέδαση δίχως καμία απολύτως έννοια.
Τελικά, οι Ουαλοί δεν κατάφεραν να διατηρήσουν το momentum και ούτε λίγο ούτε πολύ χάθηκαν λίγο αργότερα τα ίχνη τους. Ακόμη θυμάμαι τον Μάρτιο του 1999 να βγαίνω από το Wembley Arena μετά από συναυλία των KISS και να βλέπω τον Kim Hooker στη βροχή να πουλάει τα CD του πάνω σε έναν αυτοσχέδιο πάγκο. 
Σάκης Νίκας
 
 
 
TRIXTER – “Trixter” (MCA)
Οι TRIXTER ήταν ένα από τα τελευταία συγκροτήματα του hair metal που ξεπετάχτηκαν στην Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και πούλησαν αρκετά, έστω και με το ιδίωμα να αρχίζει να δείχνει έντονα σημάδια παρακμής. Πολύ πιτσιρικάδες όταν κυκλοφόρησε το ομώνυμο ντεμπούτο τους, αντιμετώπισαν και πρόβλημα με την ηλικία τους, αφού πήγαιναν ακόμα σχολείο στο ξεκίνημά τους. Το μελωδικό hard rock που έπαιζαν, ήταν το κλασικό που παίζονταν στην Αμερική (από το New Jersey η καταγωγή τους), με πιο κοντινό σχήμα στον ήχο τους, τους FIREHOUSE. Το “Trixter” πούλησε μισό εκατομμύριο αντίτυπα στην Αμερική κι έγινε χρυσό, παρότι το hard rock, είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα μετά τον χορό των εκατομμυρίων που είχε γίνει τα προηγούμενα 3-4 χρόνια, αλλά το δισκάκι αυτό, δεν ήταν ούτε ανάξιο λόγου, από την άλλη όμως, δεν μπορούσε να φτάσει δίσκους που έγραψαν ιστορία, ούτε καν δίσκους που κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά.
Καλοί, με πιο χαμηλό ταβάνι όμως από άλλα σχήματα, ίσως αν ξεπερνούσαν τα προβλήματα που είχαν και κυκλοφορούσαν τον δίσκο τους δύο χρόνια νωρίτερα, να είχαν λίγο διαφορετικό status. Ο δίσκος είναι για τους φανατικούς του ιδιώματος και σίγουρα δεν απευθύνεται σε starter’s guide ή κάτι τέτοιο.
Σάκης Φράγκος
 
 
 
 
TROUBLE - “Trouble” (Def American Recordings) 
Μετά από τρία αριστουργήματα του doom metal που είχαν ήδη κυκλοφορήσει στην δεκαετία του ‘80, οι Αμερικάνοι θα αφήσουν την Metal Blade και θα υπογράψουν στην νεοσύστατη εταιρία του Rick Rubin, Def American Recordings. 
Mε παραγωγό τον ίδιο τον Rubin, θα κυκλοφορήσουν τον ομώνυμο- τέταρτο κατά σειρά- δίσκο τους, τον πρώτο τους στην νέα δεκαετία. Επειδή ο δίσκος δεν είχε τίτλο και ονομάστηκε απλά “Trouble”, για να αποφεύγεται το μπέρδεμα με το ομώνυμο ντεμπούτο τους του 1984, το πρώτο από εδώ και στο εξής θα ονομάζεται “Psalm 9” και αυτό που παρουσιάζεται εδώ σαν “Trouble 90”. 
Επίσης σε αυτόν τον δίσκο βλέπουμε για πρώτη φορά να γίνεται μια στροφή στον ήχο τους, κάνοντας τον πιο groovy , φέρνοντας επιρροές σαν τους ZEPPELIN και τους ΒΕΑΤLES στην μουσική τους. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν και πάλι υψηλής ποιότητας όπως μας είχαν συνηθίσει από την αρχή της πορείας τους, χωρίς να αλλοιώσουν τον ήχο τους κατάφεραν να τον κάνουν  πιο φρέσκο φέρνοντας τον κατάλληλα στην δεκαετία του ’90. 
Συνθέσεις σαν τα “At the end of my daze” και “R.I.P” θα κυκλοφορήσουν σαν singles και θα γυριστούν και τα ανάλογα video clips, τα οποία θα έχουν και καλή τύχη στο rotation του MTV.
Το εξώφυλλο του δίσκου παραπέμπει στα 70’s, ο ήχος τους εδώ ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην πορεία τους, η πλειοψηφία των οπαδών τους αποδέχεται αυτήν την “ένεση” στην ήχο τους, και  είναι περιττό να αναφέρουμε ότι σήμερα αυτός ο δίσκος θεωρείται κλασσικός και ένα ακόμα από τα πολλά αριστουργήματα της μπάντας.
Να πούμε ακόμα ότι σε αυτόν τον δίσκο τα τύμπανα έχει αναλάβει ο Barry Stern (ZOETROPE) και η περιοδεία για τον δίσκο τους βρήκε να περιοδεύουν μαζί με ονόματα όπως Dio, RAMONES, DANZIG και SAVATAGE. Eπίσης ήταν η πρώτη φορά που οι ΤROUBLE θα επισκεφτούν την Ευρώπη για συναυλίες. Οι TROUBLE μπαίνουν στην νέα δεκαετία με το δεξί, αλλά η τύχη είχε διαφορετικά πλάνα για αυτούς.  
Γιάννης Παπαευθυμίου 
 
 
 
U.D.O. – “Faceless world” (RCA)
O Udo Dirkschneider το 1987 είχε αποχωρήσει από τους ACCEPT και θέλοντας να συνεχίσει να παίζει την αγαπημένη του μουσική, δημιουργεί τους U.D.O. Ήδη την προηγούμενη δεκαετία, κατάφερε σε 3 χρόνια να ηχογραφήσει 2 album που ικανοποίησαν πλήρως τους οπαδούς αφού το μουσικό στυλ που είχε υιοθετήσει με το σχήμα που έγινε γνωστός, το ακλουθούσε κατά πόδας και στο καινούργιο του συγκρότημα. Το 1990 τον βρίσκει να κυκλοφορεί την τρίτη δισκογραφική του κίνηση, το “Faceless world” θέλοντας να συνεχίσει ότι είχε αρχίσει, κάτι που κατάφερε για άλλο έναν δίσκο. Αν και ηχητικά οι συνθέσεις ήταν ελαφρώς πιο light σχετικά με τα πρώτα δυο album του, εντούτοις και πάλι όλη η προσπάθεια σφύζει από καλής έννοιας, απλό, κλασσικού ήχου heavy metal, ωραία δομημένο και αποδιδόμενο. Όλα τα τραγούδια στην πλειοψηφία τους είναι στο γνωστό στακάτο mid tempo ύφος που είχαμε γνωρίσει στους ACCEPT με άκρως «κολλητικά» ριφ και ρεφραίν που τραγουδάς συνέχεια. Ίσως επίτηδες ίσως και όχι, ο Udo με την μπάντα του δεν έγραφε τραγούδια που να θυμίζουν τα πάντα από τους ACCEPT. Σαφώς και είχε στοιχεία από αυτούς, άλλωστε την παραγωγή στο δίσκο έκανε ο drummer της κλασσικής σύνθεσης Stefan Kaufmann, αλλά ποτέ δεν χαρακτηρίστηκε «κόπια». Ο δίσκος είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία και πώς να συνέβαινε κάτι άλλο δηλαδή, αφού το “Heart Of Gold”, τραγούδι που «ανοίγει» τον δίσκο, αποτελεί μέχρι και σήμερα, ένα από τα trademark κομμάτια του καλλιτέχνη. Ευτυχώς παρόλο που για μένα αυτό είναι η ναυαρχίδα του δίσκου, υπάρχουν και άλλες συνθέσεις που αγαπήθηκαν άμεσα από τους οπαδούς. Δεν γίνεται να ακούς heavy metal και να μην σου αρέσουν τα τραγούδια των U.D.O. Από μια φωνή και έναν καλλιτέχνη που τιμά μέχρι και σήμερα το heavy metal. 
Θοδωρής Μηνιάτης 
 
 
 
 
STEVE VAI – “Passion & warfare” (Relativity Records)
Η εγκυκλοπαίδεια του κάθε θεοσεβούμενου βιρτουόζου κιθαρίστα και κάθε wannabe βιρτουόζου πρέπει να περιέχει τουλάχιστον μια αναφορά στους guitar heroes στους οποίους οφείλουμε το πώς ακούγεται και παίζεται σήμερα η ηλεκτρική κιθάρα. Από τον Hendrix και τον Eddie Van Halen μέχρι και τον Zakk Wylde μιλάμε για μια πληθώρα από shredders και παπατζήδες, που πρέπει να αποτελούν βασικές επιρροές και βάσεις εκμάθησης και εξάσκησης. Αν αξίζει να δώσετε αρκετό από το χρόνο σας, ως κιθαρίστες και οπαδοί της ποιοτικής εγκεφαλικής μουσικής, σ’ έναν κιθαρίστα, αυτός είναι αναμφίβολα ο Steve Vai κι αυτό διότι είναι μοναδικός, συνοψίζει στο παίξιμο του όλους όσους διαδέχτηκε και το παίξιμό του είναι πολύ μα πολύ εκκεντρικό και εγκεφαλικό. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που δεν υπάρχουν πολλοί όμοιοι του με εξαίρεση ίσως τον επίσης εκκεντρικό BUCKETHEAD και τον Σουηδό Mathias Eklund των FREAK KITCHEN. Πολλοί θα γνωρίζετε τον Vai από τη φάση του με τον David Lee Roth ή τους WHITESNAKE και από το θρυλικό “Fool for your lovin” που βρίσκεται στο επίσης θρυλικό “Slip of the tongue” (Τι;; έπαιζε ο Steve Vai εκεί;;). Οι πιο ψαγμένοι θα τον ξέρετε από τη καριέρα του με τον Frank Zappa (εξηγήσεις περιττεύουν) που τον σημάδεψε για πάντα. Όντως, αν ο Joe Satriani έμαθε στον Vai ότι έχει πόδια και μπορεί να περπατάει, ο Zappa του έμαθε πώς να χορεύει και να κάνει round-kicks αλά Τσακ Νορις. 
Μετά λοιπόν από χρόνια περιοδείες και ένα εξοντωτικό rock star lifestyle με τους WHITESNAKE και τον Roth, ο Vai κυκλοφόρησε το δεύτερο σόλο δίσκο του το 1990 μετά από πέντε χρόνια σύνθεσης και ηχογραφήσεων. Το “Passion & warfare” δημιούργησε παλιρροϊκά κύματα στο χώρο του κιθαριστικού ροκ και μέχρι και σήμερα αποτελεί για τον Steve Vai και τη καριέρα του, όπως και για μας, ό,τι ήταν και το “Surfing with the alien” για τον Joe Satriani. Είναι αν θέλετε το προ και μετά Χριστού που λέμε στην ιστοριογραφία. Εκεί θα βρείτε το fan favorite “For the love of God” και μια πλειάδα κομματιών που αναμοχλεύουν τους Hendrix, Eddie Van Hallen, Allan Holdswarth, Frank Gambale, Joe Satriani το rock με τη metal μουσική και τη τζαζ/fusion πάντα με γνώμονα το ατονάλ σύστημα του Zappa και το εκκεντρικό χιούμορ του τελευταίου. Ένα διαχρονικό και μοναδικό άλμπουμ που πρέπει να ακούσετε έστω για να δείτε που φτάνουν τα όρια της κιθάρας εκτελεστικά και ηχητικά. Άσε που έχει κομμάτια με υπέροχες μελωδίες, ριφ και συναίσθημα. Καλά καλ, σταματάω!
Φίλιππος Φίλης
 
 
 
 
VICIOUS RUMORS - “Vicious rumors” (Atlantic)
Στη δεκαετία του ‘90 ακόμη και το US power metal βρήκε χώρο στις πολυεθνικές δισκογραφικές εταιρίες. Το σχήμα των Karl Albert (το λαρύγγι, η ΦΩΝΗ), Geoff Thorpe, Mark McGee, απλά κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα στον υπερθετικό βαθμό. Συνθέτει power metal αριστουργήματα, γεμάτα διπλές κιθάρες που κάνουν τους JUDAS PRIEST/IRON MAIDEN να ξαναρχίζουν το διάβασμα και συγκρίνονται μόνο με το δίδυμο των RACER X. Το ρυθμικό κομμάτι θυμίζει το «Τρένο της μεγάλης φυγής», σε μια διαδρομή δίχως φρένα, ασταμάτητο, μεταλλικό, ογκώδες . Σε πατά στο στήθος και δεν σε αφήνει πριν πεις την τελευταία σου προσευχή. Αν σου έχει μείνει δύναμη, τα αιχμηρά riff, πίσω από συγκεκαλυμμένες μελωδίες σε παρασύρον σε μια «εύκολη» μεταλλική ακρόαση, που αντί να γίνει υπερτεχνική, προτιμά να στοχεύσει στην καρδιά, σε αναλογία με τους άλλους μεγάλους της εποχής SAVATAGE,ARMORED SAINT, QUEENSRYCHE. Εδώ η δύναμη και η δυναμική της έχουν την τιμητική τους, μέσα από κλασικότροπες μελωδίες , επιμεταλλωμένες στον ύψιστο βαθμό. Όταν δε η φωνή του αδικοχαμένου Karl Albert αποφασίζει να αγγίξει τις ψηλές νότες, αντιλαμβάνεσαι γιατί το US power metal ξεχωρίζει τους άνδρες από τα παιδιά.
Τραγούδια σαν τα “Don’t wait for me” σου φέρνουν στο νου, τον Κόναν και τον Τσέλλο με κόκκινο πουκάμισο, να υπερασπίζονται τις πύλες μυθικών ναών, ενόσω ο Γανίτης ξεμοναχιάζει τις παρθένες ιέρειες στο πίσω μέρος του ναού, καθώς η καυτή λάβα του μέταλλου της μουσικής των RUMORS καίει τον σατανικό ιερέα των σκοτεινών δυνάμεων, Κλώνη. Η πρώτη πλευρά του άλμπουμ είναι μια επίδειξη δύναμης από ένα σχήμα αδικημένο από την μοίρα και το κοινό. Όσοι τους είδατε εκείνο το βράδυ στο Ρόδον στα 90’s, ακόμη και με τον μέτριο ήχο της βραδιάς, με νιώθετε. Οι υπόλοιποι απλά αναζητήστε ότι κυκλοφόρησε με τον Albert στα φωνητικά, ακόμη και το πρωτόλειο ντεμπούτο.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης
 
 
VICTORY – “Temples of gold” (Metronome Music)
Θα γελάσετε, αλλά έχω δει αρκετές φορές να γράφεται ότι οι VICTORY είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα γερμανικά metal συγκροτήματα, μαζί με τους SCORPIONS, ACCEPT και HELLOWEEN, θα μου επιτρέψετε όμως να θεωρώ ότι αυτό βασίζεται περισσότερο στις δημόσιες σχέσεις, παρά στην πραγματική αξία του σχήματος. Τι θέλω να πω; Μα φυσικά ότι η μπάντα είχε την ευτυχία να την προτείνει ο Rudolf Schenker στον manager των SCORPIONS τη χρυσή δεκαετία του ’80, τον Daniel Krebs, ενώ στο γκρουπ έπαιζε ο κιθαρίστας των ACCEPT, Herman Frank και ο πολύ γνωστός παραγωγός της εποχής, Tommy Newton, υπεύθυνος για την παραγωγή του “Keeper of the seven keys Part I” των HELLOWEEN κι όχι μόνο (έχει δουλέψει με CONCEPTION, ARK, KAMELOT, GAMMA RAY, KREATOR και πολλούς άλλους). Επίσης, ο μπασίστας τους, Fargo Peter Knorn, έγινε στη συνέχεια manager του Uli Jon Roth, του Michael Schenker και αρκετών άλλων…
Το “Temples of gold”, που εξετάζουμε τώρα, ήταν ένας δίσκος που απείχε από το πιο JUDAS PRIEST meets ACCEPT ύφος του σχήματος και πήγαινε σε πιο αμερικάνικα hard rock μονοπάτια, με πάρα πολλές ομοιότητες με τους DEF LEPPARD, ιδιαίτερα σε ότι έχει να κάνει με τα δεύτερα φωνητικά, που είναι περιόδου “Hysteria” και “Pyromania”, ενώ η μουσική μοιάζει πιο πολύ με πιο πρώιμους LEPS.  Όπως και να έχει, ο δίσκος είναι σχετικά overproduced και αποτελεί δείγμα του πόσο προσπαθούσαν οι Γερμανοί να πιάσουν τα όσα συνέβαιναν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μ’ ένα time lapse τριών ετών όμως, κάτι που δεν τους βοήθησε τελικά. Μέτριος hard rock δίσκος, που συντήρησε απλά το όποιο όνομα είχαν στη Γερμανία και βοήθησε τα μέλη του να βρουν πολύ αξιόλογες δουλειές. Μέχρι εκεί όμως. Μην τρελαινόμαστε!
Σάκης Φράγκος
 
 
 
VIO-LENCE – “Oppressing the masses” (Megaforce/Atlantic)
Έχοντας κυκλοφορήσει ένα ντεμπούτο που ακόμα μνημονεύεται στους πιο στενούς και ενημερωμένους thrash metal κύκλους, αρκετές συναυλίες και με δύο αμερικάνικες περιοδείες στην πλάτη τους ως support στους TESTAMENT και SANCTUARY και αργότερα με τους VOIVOD, οι Bay Area thrashers VIO-LENCE μπαίνουν στα Pyramid Studios στη Νέα Υόρκη με παραγωγό τον Alex Perialas (OVERKILL, NUCLEAR ASSAULT, TESTAMENT, S.O.D.) και ηχογραφούν τη δεύτερή τους δισκογραφική δουλειά, με τίτλο “Oppressing the masses”. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε σε συνεργασία της Atlantic με την Megaforce Worldwide και οι πρώτες παρεμβάσεις κατά τη δημιουργία του δίσκου ήταν η απόρριψη του τραγουδιού “Torture tactics” λόγω των ακραίων και αρκετά περιγραφικών στίχων  αλλά κατάφερε να συμπεριληφθεί στο ομότιτλο EP έναν χρόνο μετά από την Caroline Records μαζί με ένα άλλο outtake του δίσκου, το “Gutterslut”. To “Oppressing the masses” περιέχει οκτώ τραγούδια ατόφιου Bay Area thrash metal δεύτερης γενιάς χωρίς παρεισφρήσεις από τα υπόλοιπα νέα ρεύματα της εποχής, πιο τιθασευμένο και λιγότερο κτηνώδες από τον προκάτοχό του με τα χαρακτηριστικά love/hate φωνητικά του Sean Killian να σιγοντάρονται από τα χαρακτηριστικά gang vocals. 
Οι κιθαρίστες Phil Demmel και Robb Flynn, γνωστοί περισσότερο από τη θητεία τους στους MACHINE HEAD, έχουν εξελίξει κατά πολύ το παίξιμό τους και ακούγεται αρκετά πιο σφιχτοδεμένο κάτι που γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στις πιο mid-tempo ταχύτητες. Οι VIO-LENCE ποτέ δεν έγιναν το μεγάλο όνομα παρά το γεγονός πως ήταν αρκετά δημοφιλείς στο  Bay Area και με δύο sold-εμφανίσεις στα θρυλικά club venues της περιοχής The Omni και The Stone αμέσως μετά την κυκλοφορία του “Oppressing the masses”. Ίσως αυτό να έχει να κάνει και με κάποιες λάθος αποφάσεις που πήραν στην καριέρα τους με πιο σημαντική την απόλυση της manager τους και μητρική φιγούρα για αρκετά συγκροτήματα όπως οι POSSESSED, FORBIDDEN και EXODUS, Debbie Abono, γιατί πίστευαν πως η συνεργασία τους με ένα μεγαλύτερο όνομα θα τους πήγαινε στο επόμενο επίπεδο. Ο Robb Flynn μάλιστα είχε σχέση με την κόρη της Gina και του ήταν αρκετά δύσκολο να της ανακοινώσει την απόφαση του συγκροτήματος και αυτό τους γύρισε γρήγορα boomerang γιατί έχασαν όλες τους τις επαφές και το δίχτυ προστασίας που τους παρείχε η Abono όπως για παράδειγμα η απόρριψη από την προγραμματισμένη ευρωπαϊκή τους περιοδεία με τους FLOTSAM AND JETSAM. Έχασαν επίσης την ευκαιρία να συμμετάσχουν στην αμερικάνικη περιοδεία με τους DANZIG/SOUNDGARDEN με την θέση τους να παίρνουν οι CORROSION OF CONFORMITY και χωρίς να έχουν άλλη επιλογή αποφασίζουν να βγουν στο δρόμο ως headliners με support τους συντοπίτες τους thrashers DEFIANCE. Επίσης γυρίζεται ένα video-clip για το τραγούδι “World in a world” με πλάνα από το The Stone και προβάλλεται από το Mtv κι ενώ τα πράγματα φαίνονται να κυλούν σχετικά καλά παρά τις όποιες αντιξοότητες το νέο management τους κλείνει περιοδεία ως support στους goth rockers ALIEN SEX FIEND η οποία μετατρέπεται σε Βατερλό για τους VIO-LENCE μιας και φάνηκε από την αρχή πως το πακέτο δεν τράβαγε με αποτέλεσμα να ακυρωθεί το υπόλοιπο σκέλος και να επιστρέψουν χρεωμένοι στο San Francisco με τον Rob Flynn να ζητάει δανεικά $300 από την πρώην manager τους Debbie Abono την οποία και ξεχρέωσε με τα πρώτα λεφτά που έβγαλε με τους MACHINE HEAD. Μπορεί η επιτυχία του “Oppressing the masses” να μην ήταν η αναμενόμενη και οι πωλήσεις να μην έφτασαν τα επιθυμητά νούμερα που επιθυμούσε η Atlantic αλλά καλό είναι οι θιασώτες του εν λόγω ήχου να το τσεκάρουν πάραυτα. 
Κώστας Αλατάς   
 
 
 
WARRANT – “Cherry pie” (Columbia)
Σε μια εποχή που τα μαλλιά χρειαζόταν πολύ σπρέι, τα ρούχα έπρεπε να ήταν κολλητά, τα τραγούδια μελωδικά και οι στίχοι σεξιστικοί, οι WARRANT το τερμάτισαν. Οι Αμερικάνοι, ήταν φτιαγμένοι για την τηλεόραση, με τα κάτασπρα χαμόγελά τους, την περιποιημένη τους κόμη, αλλά και τις αξιόλογες συνθέσεις τους, οπότε το μόνο που τους έλειπε ήταν η απαραίτητη προώθηση. Με ένα τραγούδι όπως το “Cherry pie” (σ.σ. που παρεμπιπτόντως έχει σεξουαλικό υπονοούμενο σε βαθμό κακουργήματος) είχαν πλέον την αφορμή και για προώθηση. Το MTV, που διψούσε ακόμα και στα τέλη του 1990 για γλυκανάλατο sleaze rock, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να τους ακούσει ο κάθε Αμερικάνος έφηβος και να τους ασπαστεί στην προσπάθειά του να βγάλει γκόμενα. Το κακό είναι, πως στην υπέρτατη και σιροπιαστή επιτυχία του ομώνυμου τραγουδιού, χάνονται κάποια άλλα ποιοτικά τραγούδια. Εν τέλη, είναι τραγουδάρες όπως το “Blind faith”, “Mr. Rainmaker”, “I saw red”, “Sure feels good to me” που ανάγουν το “Cherry pie” σε απαραίτητη αγορά για κάθε φίλο του μελωδικού ήχου. Ας προσθέσουμε και το “Uncle Tom’s cabin”, το καλύτερο τραγούδι του δίσκου που έκαναν το λάθος να βάλουν δεύτερο στη σειρά μετά το ομώνυμο. Η κρυστάλλινη παραγωγή ήταν δουλειά του Beau Hill ( WINGER, ALICE COOPER, EUROPE, RATT κλπ.) ο οποίος λέγεται πως διέκρινε την κατωτερότητα των κιθαριστών, με αποτέλεσμα να φέρει μέσα γνωστούς αντικαταστάτες. Έτσι οι συμμετοχές από γνωστούς καλλιτέχνες είναι αρκετές, με πιο εξέχουσα αυτή του Mike Slamer, έστω κι αν δεν δηλώθηκε επίσημα ως ο κιθαρίστας που έπαιξε ό,τι δεν μπορούσαν οι Joey Allen και Erik Turner. Δυστυχώς η επιτυχία των WARRANT με ένα τόσο παιδικό τραγούδι όπως το ομώνυμο, έμελλε να τους στοιχειώσει και εν μέρη να τους εμποδίσει να καταξιωθούν στις συνειδήσεις του κόσμου για την καλλιτεχνική τους προσφορά (αφού και το προηγούμενο “Dirty rotten filthy rich” αλλά και το “Dog eat dog” που ακολούθησε δεν είχαν ανάλογη ανταπόκριση). 
Γιώργος “Ain’t gonna sleep with my daughter no more” Κουκουλάκης
 
 
 
WARRIOR SOUL – “Drugs, God and the new republic” (Geffen)
H δεύτερη δουλειά του τότε αντισυστεμικού Kory Clarke, ξεπέρασε τα στεγανά. Σε μια εποχή που heavy metal και εναλλακτική σκηνή μισούσαν με πάθος ό ένας τον άλλο, ο Αμερικανό ποιητής, καλλιτέχνης και όταν θέλει τραγουδιστής, μας έδωσε ένα άλμπουμ λιγότερο σκοτεινό από το ντεμπούτο των WARRIOR SOUL, αλλά εξίσου σκληρό, δυναμικό και αιχμηρό. Είναι η εποχή των γιάπηδων, του πόλεμου στον Κόλπο, στην Γιουγκοσλαβία, είναι η εποχή της ευμάρειας στην Ευρώπη, με το Τείχος του Βερολίνου να έχει μόλις πέσει και τη Σοβιετική Ένωση σε αποσύνθεση, είναι η εποχή που οι μόνοι που δεν τραγουδάνε για σφαγές, γκόμενες, ναρκωτικά και ποτό είναι οι WARRIOR SOUL, QUEENSRYCHE, MOTORHEAD, γιατί άραγε;
Ο Kory οδηγεί το σκάφος με μαεστρία σε πιο σκληρά, άλλοτε punk, άλλοτε goth/alternative μονοπάτια, ανάλογα με τις διαθέσεις του, με άνισα ανά καιρούς αποτελέσματα. Η διασκευή στους JOY DIVISION και το “Interzone”, κάνει πολλούς από εμάς να συμπαθήσουμε τον Curtis και την μελαγχολία του. Το δεύτερο άλμπουμ είναι λιγότερο σκοτεινό, αλλά έχει την αίσθηση του νυστεριού, που ανοίγει την πληγή της σηπτικής Δυτικής κοινωνίας και αφήνει να χυθεί έξω δύσοσμο το πύον και το νεκρό αίμα… Στο τέλος της μαυρίλας και της σήψης, οι κιθάρες του Ricco και οι κραυγές του Clarke αφήνουν να φανεί μια ακτίνα φωτός, αλλά μόνο τότε… Άλμπουμ για όσους δεν θεωρούν τον συμβατικό metal ήχο όριο στα ακούσματα τους. Άλμπουμ γέφυρα, ανάμεσα στην ανεξάρτητη σκηνή της Βρετανίας, της Ν. Υόρκης και της πανκ σκηνής, περασμένη μέσα από το μεταλλικό χαρμάνι σκέψης του Kory. Ακούγεται βλέποντας ειδήσεις, με βομβαρδισμούς, φόνους και πολικές συνωμοσίες, διαβάζοντας Νόρμαν Σπίνραντ και πίνοντας μπόμπα ουίσκι, καθώς η πόλη υψώνεται γκρίζα και μελαγχολική πάνω από όσους έχουν παραδώσει το πνεύμα στην Δημοκρατία, της νέας Τάξης.
Στέλιος Μπασμπαγιάννης
 
 
 
WINGER – “In the heart of the young” (Atlantic)
Οι WINGER ήταν μια άτυχη μπάντα. Έκαναν το breakthrough με το δεύτερο μόλις album τους, που τιτλοφορείται “In the heart of the young, όταν το glam metal άρχιζε να πέφτει. Οι περιοδείες με KISS, SCORPIONS και ZZ TOP αποδεικνύουν την επιτυχία που γνώρισαν και τα mega hits “Can’t get enough”, “Easy come easy go” έπαιξαν γερά στα αμερικάνικα ραδιόφωνα. Εξαιρετικές όμως είναι και οι υπόλοιπες συνθέσεις του album, με το group να γράφει απίστευτες κιθάρες (“Baptized by fire”, “You are the saint, I am the sinner”, “Little dirty blonde”) που απλώνονται από το καθαρό hard rock έως το funk, ενώ  τις φορές που δίνεται έμφαση στις μελωδίες (“Rainbow in the rose”, “Miles away”) η μπάντα θριαμβεύει. Οι προαναφερθείσες δυναμικές μπαλάντες, μάλιστα, έγιναν και video clips, γνωρίζοντας σημαντικό air play στο MTV και αυξάνοντας δραματικά τις αφίσες του Kip Winger στα εφηβικά δωμάτια των κορασίδων.
Αλέξανδρος Τοπιντζής
 
 
 
Y&T – “Ten” (Geffen)
Η παρέα του Dave Meniketti είχε πάρει την κατιούσα σε εμπορικό αλλά και καλλιτεχνικό επίπεδο, αφού μετά το “Down for the count” του 1985 αποπειράθηκαν να γυαλίσουν τον ήχο τους και να προσανατολιστούν σε πιο “Summertime girls” μονοπάτια. Αντί να έρθει περεταίρω επιτυχία, ο πυρήνας των οπαδών τους, που μεγάλωνε σταθερά από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, βρέθηκε να μειώνεται και να αποστασιοποιείται. Μέσα σε όλα αυτά, το “Ten” έμελλε να είναι από τα πιο ανομοιόμορφα άλμπουμ τους, αφού φαίνεται σαν να αναζητούν την εμπορική επιτυχία με αρκετές μπαλάντες, υπάρχουν παράλληλα κάποιες απόπειρες να πλησιάσουν τον ήχο των  DEF LEPPARD, ενώ κυκλοφορούν κι ένα από τα πιο γρήγορα/σκληρά τους κομμάτια, το “Goin’ off the deep end” που θυμίζει λίγο από “Burn”. Πάντως μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και ο απόλυτος ρομαντισμός του “Don’t be afraid of the dark”, ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια ever, με την σιροπιαστή ατμόσφαιρα και το εκπληκτικό ρεφραίν. Ραδιοφωνικό, μελωδικό, ερωτικό και εμπνευσμένο rock που όμως δεν ήταν αρκετά κοντά στην ταυτότητα των Y&T, ούτε είχε την απαραίτητη συνοχή. Στην μπάντα, ήταν ο Jimmy DeGrasso εκείνη την εποχή πίσω από τα τύμπανα, παίζοντας λιτά όσο και λαμπερά (αν και ο Steve Smith των JOURNEY ηχογράφησε σχεδόν τα πάντα στο άλμπουμ), ενώ κιθάρα έπαιζε ο Stef Burns που αργότερα ήταν δίπλα στον Alice Cooper, το μπάσο εξακολουθούσε να ακολουθεί τα δάχτυλα του Phil Kennemore, αλλά όπως πάντα ο Dave Meniketti είναι κυρίαρχος με την φωνή του. Α, και κάτι άλλο. Το “Ten” είναι το .... 9ο άλμπουμ τους!
Γιώργος “Hard times” Κουκουλάκης
 

Σχόλια

Άλλα άρθρα του συντάκτη