Αφιέρωμα στο 90's metal - 1992 part 1

10 Μαρτίου, 2020 - 16:00

Αισίως πορευόμαστε για το πρώτο μέρος του αφιερώματος στο 1992, στα πλαίσια της στήλης μας "90's metal", όπου εξετάζουμε τα σημαντικότερα άλμπουμ που βγήκαν τη δεκαετία του '90, ανά χρονιά, με αλφαβητική σειρά. Θα διαβάσετε σ' αυτό το μέρος, για κορυφαίους, αγαπημένους δίσκους που με πολύ μεράκι έγραψαν οι συντάκτες του Rock Hard, με τη σχετική λίστα του Spotify στο τέλος!

 
ALICE IN CHAINS – “Dirt” (Columbia Records)
 
Η ζωή κυλούσε σαν rollercoaster για τους ALICE IN CHAINS μετά την επιτυχία του κορυφαίου τους ντεμπούτου “Facelift”. Είδαν το όνομα τους να θεμελιώνεται νωρίς ως ένα από τα σημαντικότερα νέα συγκροτήματα της εποχής και με το δεύτερο άλμπουμ τους έμελλαν να γραφτούν για πάντα με χρυσά γράμματα στο βιβλίο της ευρύτερης έννοιας της ροκ έκφρασης. Το “Dirt” μπορεί να καυχιέται ότι εν έτει 1992, είναι το μόνο άλμπουμ που μπορεί να κοιτάξει το “Images and words” των DREAM THEATER για την πρωτοκαθεδρία της χρονιάς. Η εσωτερικότητα που πηγάζει μέσα του προερχόμενη από ιστορίες για σχέσεις που δεν κράτησαν, για κρίσεις που έγιναν με δόλο και χωρίς πλήρη γνώση των καταστάσεων και με κύριο μοχλό έκφρασης του τις συνέπειες της υπερβολικής χρήσης ηρωίνης, το κάνουν ακόμα μοναδικότερο. Οι ίδιοι δε δίσταζαν να δηλώνουν ότι έψαξαν πολύ μέσα στις ψυχές τους σ’ αυτό το δίσκο και ότι υπάρχουν πολύ έντονα συναισθήματα. Γέννησε ύμνους που έμειναν κλασικοί στο χρόνο, από το εναρκτήριο “Them bones” μέχρι το τελειωτικό “Would?”, παρελαύνουν 10 τραγουδάρες (κι ένα ιντερλούδιο το “Iron gland” το οποίο πολλάκις δεν αναφέρθηκε στις εκδόσεις του δίσκου και που κάνει περαντζάδα κοτζάμ Tom Araya).
 
O Layne Staley καθηλώνει ψυχές με την ερμηνεία του σε μία κατάθεση ψυχής, βλέποντας τον εαυτό του να παλεύει και τελικά να χάνει από τις εμμονές του με τις ουσίες. Επίσης δήλωνε ότι ναι μεν μιλάει για τους εθισμούς του, αλλά για να διώχνει τον κόσμο μακριά από αυτούς και ένιωθε πολύ άσχημα όταν οπαδοί πήγαιναν και του λέγανε ότι είναι φτιαγμένοι, δίνοντάς του τα εύσημα, καθώς αυτό ακριβώς ήθελε να αποφύγει. Από την άλλη, αυτή η αρνητικότητα έφερε και το φως γύρω από το δίσκο, με το άλμπουμ να προκαλεί μέχρι σήμερα παγκόσμιο πάταγο και να θεωρείται ως ένα από τα κορυφαία όλων των εποχών στην ιστορία της μουσικής (τοπ 50 άνετα σε προσωπικό επίπεδο). Επειδή στο τέλος αυτό που μετράει είναι τα κορυφαία τραγούδια, δίσκους που έχουν μαζεμένα κάτι “Dam that river”, “Rain when I die”, “Down in a hole”, “Rooster” και “Angry chair” σπάνια ακούσαμε και ποτέ δε θα ξανακούσουμε. Δυστυχώς. Όσο για την ετοιμολογία τους, το “Dam that river” γράφτηκε όταν ο ντράμερ Sean Kinney έσπασε ένα τραπέζι στο κεφάλι του Jerry Cantrell μετά από καυγά, το “Rooster” είναι για τον πατέρα του Cantrell καθώς ήταν το προσωνύμιο του στον πόλεμο του Βιετνάμ και μία προσπάθεια σύσφιξης της ταραχώδους σχέσης που είχαν τότε πατέρας και γιος, το “Rain when I die” ήταν για τις φιλενάδες των Cantrell/Staley, το “Would?” γράφτηκε για τον συγχωρεμένο Andrew Wood των MOTHER LOVE BONE, επιστήθιο φίλο του Cantrell, ενώ το ομότιτλο κομμάτι γράφτηκε όταν ο Staley ζήτησε από τον Cantrell να γράψει «το πιο άρρωστο, βαρύ και εφιαλτικό κομμάτι που θα μπορούσε». Ο Staley μάλιστα δήλωνε ότι «το κομμάτι μιλάει για κάποια που μου έθαψε τον κώλο. Γι’ αυτό και το εξώφυλλο δείχνει μία γυναίκα μισοθαμμένη στη λάσπη, είναι η δική μου εκδίκηση και ερμηνεία για το πώς θα ήθελα να τη δω και ενώ δεν το είχαμε προγραμματίσει και στην αρχή με ενοχλούσε, φαίνεται ότι κι αυτή δεν είναι ευχαριστημένη εκεί που βρίσκεται κι αυτό με κάνει και νιώθω υπέροχα». Οι υπόλοιποι μπορείτε να συνεχίσετε να προσπαθείτε να βγάλετε μεταλλική χολή σε μπάντα που ουδέποτε υπήρξε μέρος του ήχου μας αλλά τον τίμησε πολύ περισσότερο από άλλους σταυροφόρους. Χαρακτηρίστηκαν μεταλλική μπάντα στο “Facelift” και grunge στο “Dirt”, ενώ ο Jerry Cantrell όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν δήλωνε ως απόλυτο ήρωα του τον Eddie Van Halen κι έτρεφε υπέρμετρο σεβασμό για τον Dimebag Darrell. Η ιστορία έγραψε και δεν ξεγράφει ποτέ. Αιώνιο αριστούργημα που όμοιο του δεν δημιούργησε ούτε η μπάντα ούτε κανείς άλλος. Μάλιστα για να τιμήσουν την επέτειο του, την ίδια ακριβώς μέρα (29 Σεπτεμβρίου) κυκλοφόρησαν το 2009 το άλμπουμ της επιστροφής τους “Black gives way to blue”. ΖΕΙΣ!
 
Άγγελος Κατσούρας
 
 
AMORPHIS – “The Karelian Isthmus” (Relapse)
 
Κι εγένετο AMORPHIS! Τα παιδιά ήρθαν στον κόσμο του heavy metal και όπως κάθε «πρώτο βήμα», μικρό, γλυκό και ακόμα ασταθές, έτσι και το δικό τους δεν ήταν και αυτό που θα τους έκανε να πατήσουν γερά στα πόδια τους και να ακολουθήσουν το δικό τους δρόμο. Όμως ήταν τόσο καλό, όσο χρειαζότανε για να στρέψει κάποια βλέμματα (εντάξει, όχι τόσο έντονα όσο το μάτι του Σάουρον) πάνω τους και να προκαλέσει μία μικρή ανατάραξη που θα μεγάλωνε κατά πολύ με το δεύτερο (ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ) βήμα τους, λίγα χρόνια μετά.
 
Το “The Karelian Isthmus”, είναι το πρώτο κανονικό βήμα των παιδιών, αλλά το μπουσούλημα, ήταν το ΕΡ “Disment of souls”, το οποίο είχαν κυκλοφορήσει μεν σαν ABHORRENCE, με αυτό το όνομα το έστειλαν στη Relapse, όμως στο μεσοδιάστημα της υπογραφής απλά «έληξαν» εκείνο το σχήμα και έγιναν AMORPHIS και υπέγραψαν υπό αυτό το όνομα. Οι σωστές κινήσεις στο θέμα του παραγωγού, είχαν φανεί από το ΕΡ, το οποίο και είχαν αναθέσει στον τεράστιο (τότε) στη Φινλανδία και την ευρωπαϊκή σκηνή, Timo Tolkki (STRATOVARIUS), ο οποίος θα αναλάμβανε και το “Privilege of evil” EP που ακολούθησε το “Karelian” χρονικά μεν, αλλά είχε ηχογραφηθεί το 1991. Σωστή κίνηση. Παρεμπιπτόντως, το “Privilege of evil”, θα κυκλοφορούσε σαν split με τους INCANTATION τότε, όμως δεν έγινε και το δικό τους «μέρος» του split το κυκλοφόρησαν οι INCANTATION σε EP το 2008, με τον τίτλο “Blasphemous cremation”. Aκόμα πιο σωστή κίνηση πάντως, ήταν η ανάθεση του πρώτου τους άλμπουμ στον Tomas Skogsberg, του περίφημου Sunlight Studio, που είχε ήδη κάνει όνομα με Σουηδικές μπάντες του γενικότερου death metal ήχου, όπως οι ENTOMBED (“Left hand path” και “Clandestine”), DISMEMBER (“Like an everflowing stream”), GRAVE (“Into the grave”), TIAMAT (“Summerian cry”) και THERION (“Of darkness…”) μεταξύ άλλων και φυσικά είχε και συνέχεια τα επόμενα χρόνια.
 
Την 1η Νοεμβρίου του 1992 λοιπόν, κάτι 19-χρονα (μέσο όρο) παιδιά από το Helsinki της Φινλανδίας, κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους, που ηχητικά ήταν απλό και καθαρό death metal. Όπως άλλωστε ήταν και οι ABHORRENCE, η πρώτη εκδοχή ουσιαστικά της μπάντας. Το ψαρωτικό και λίγο folky intro του “Karelia”, ήταν από τα λίγα στοιχεία που έδειχναν πτυχές της μετέπειτα πορείας της μπάντας, καθώς το υπόλοιπο άλμπουμ, είναι απλά death metal, groove-άτο, ναι μεν με σκοτεινά περάσματα, αλλά χωρίς πλήκτρα (κάτι πολύ λίγα διάσπαρτα, από τον Jan Rechberger, τον drummer τους) και πολλά πολλά. Άμεσο, ευθύ, με τον αγαπημένο Tomi Koivusaari να είναι ο «βόθρος» της υπόθεσης (όπως και στο “Tales…”). Κάποια περίεργα περάσματα, οι απότομες, αλλά ταυτόχρονα σωστές και μέσα στο κομμάτι αλλαγές στα tempos, μερικά επικά σημεία, αλλά η νοοτροπία των leads στις κιθάρες, είναι πράγματα που έδειχναν ότι αυτή η μπάντα θα πήγαινε κάπου αλλού. ΟΚ, δεν περίμενε και κανένας το “Tales…” στο καπάκι, ούτε τη συνέχεια με τις τρελές διαφοροποιήσεις (μέχρι ενός σημείου στη δισκογραφική τους πορεία), αλλά σημάδια υπήρχαν. 
 
To άλμπουμ κυλάει νεράκι, τα κομμάτια είναι σε παρεμφερές επίπεδο ποιοτικά, όμως τα “The gathering”, “Warrior’s trial”, “Exile of the sons of Uisliu”, “The lost name of God” και “Vulgar necrolatry” (που οι αθεόφοβοι το παρουσιάζουν σαν διασκευή στους... εαυτούς τους, δηλαδή τους ABHORRENCE), θα είναι μπάντα ένα κλικ μπροστά στα αυτιά μου.
 
Ντεμπούτο, σωστό, ορθόδοξο, που άφησε υποσχέσεις που η μπάντα φρόντισε να τις πραγματοποιήσει και με το παραπάνω. Μπορεί ποτέ να μην ακούστηκαν ξανά όπως εδώ, μπορεί κάποιοι να λένε «τα δύο πρώτα από AMORPHIS, όταν έπαιζαν σωστά», μπορεί χίλια δύο. Και τότε και τώρα, μια χαρά είμαστε! Απλά τότε ήταν όλα λίγο πιο διαφορετικά από πολλές απόψεις. Αλλά ας μείνει εδώ αυτό. Μπράβο στα παιδιά!
 
Φραγκίσκος Σαμοΐλης
 
ASPHYX – “Last one on earth” (Century Media)
 
ASPHYX = Ολλανδική death/doom υπεροχή. Μπορούσα και να κλείσω το κείμενο έτσι. Αλλά δε θα το κάνω. Εδώ μιλάμε για την αγαπημένη μου Ολλανδική death metal μπάντα και μια από τις 3 αγαπημένες μου στην Ευρώπη μαζί με VADER και BOLT THROWER. Οι ASPHYX, μετά από ένα ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ντεμπούτο [“The rack” (1991)], και ένα φανταστικό EP την επόμενη χρονιά (“Crush the cenotaph”), κυκλοφορούν το δεύτερο τους διαμάντι την ίδια χρονιά, μέσω της κραταιάς Century Media. “Last one on earth”. Η αίσθηση του ανθρώπου που είναι όντως ο τελευταίος που έμεινε ζωντανός επί Γης, περνάει μέσα από το βαρύ, ογκώδες και θρηνητικό σε σημεία, death metal τους. Το δε εξώφυλλο, χρωματίζει ιδανικά τον ήχο που βγαίνει, και την εν γένει αισθητική της μπάντας. Από το πιο αργό κι από το θάνατο ομώνυμο κομμάτι και το “The krusher” (Bob Bagchus, ρίξτο λέμε!), στον mid-tempo οδοστρωτήρα “M.S. Bismarck” (αντάξιο του θρυλικού Γερμανικού θωρηκτού του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου), στο μακελειό του “Serenade in lead” (πίσω και σας φάγαμε!), οι ASPHYX εδραιώνουν για τα καλά τη θέση τους στη πυροβολαρχία του Ευρωπαϊκού death metal. 
 
Οι πολεμικές αναφορές βέβαια, δε σταματούν εκεί. “Asphyx (forgotten war)”, και όλοι στα καταφύγια γρήγορα! Τα μόνα κομμάτια που διαφοροποιούνται στιχουργικά και αποτελούν κόφτες ολκής, είναι το “Food for the ignorant”, το “Streams of ancient wisdom” (γνωστό από το “Mutilation process” demo) και το “The incarnation of lust”. Το γενικότερο θέμα της θρησκείας υπό το πρίσμα της άγνοιας, τα πνεύματα των προγόνων που πάντα μας οδηγούν και μας ακολουθούν, σε κάθε μας βήμα, και τέλος, η επιθυμία, ο πόθος, μια από τις κινητήριες δυνάμεις του ανθρώπου για πολλές και διάφορες πράξεις (που κακά τα ψέματα, θέλουν κείμενο από μόνες τους!). Η ποικιλία αυτή, έκανε όλα τα κομμάτια κλασσικά με το τρόπο τους. Δυστυχώς, το κύκνειο άσμα των ASPHYX με τον ΘΕΟ Martin Van Drunen στο μικρόφωνο και στο μπάσο (συνήθειο του, από τα δύο πρώτα μνημεία των PESTILENCE), με τον Ron Van Pol στο μπάσο και τα φωνητικά για τον ομώνυμο διάδοχο του δίσκου αυτού μετά από δύο χρόνια. H ιστορία, μάλιστα, έγραψε είχαν αποφασίσει να τον διώξουν ενώ ηχογραφούσε τα φωνητικά του δίσκου, και όταν βγήκε εν τέλει ο δίσκος, είχε ήδη αντικατασταθεί... Αυτά καλό είναι να μη γίνονται!
 
Η περίοδος που ακολούθησε για τους ASPHYX, παρότι παρεξηγημένη από διάφορους, με τον Theo Loomans (R.I.P.) να σκίζει το λαρύγγι στα “God cries” (1996) και “Embrace the death” (1998), παρέδωσε εξαιρετικά δείγματα γραφής. Η δε είσοδος στη δεκαετία με τον προσωρινό Wannes Grubels στο “On the wings of inferno” (2000) μας έδειξε μια μπάντα που ελαφρώς διαφοροποιήθηκε, αλλά εν τέλει δε μάσησε σε τίποτα και ποτέ. Από το 2007 και μετά, ο Van Drunen επιστρέφει, και το “Death...the brutal way” είναι γεγονός. Τα υπόλοιπα, είναι ιστορία. Ιστορία, που με τη σειρά της, έχει αφετηρία, αυτό το θαυμάσιο άλμπουμ του 1992. 
 
Γιάννης Σαββίδης
 
 
AT THE GATES – “The red in the sky is ours” (Deaf Records)
 
Ευλογημένα 90’s. Δεν μπορώ να πω κάτι λιγότερο για την δεκαετία όπου το melodic death metal έκανε την εμφάνιση του. Ένα κίνημα που έχει εξελιχθεί, έχει αλλάξει επίπεδο και επίσης έχει κορεστεί. Διακεκριμένες χώρες στο είδος; Φυσικά η Σουηδία και η Φιλανδία, με τις μπάντες από άλλες χώρες να ακολουθούν τα βήματα τους. Βέβαια η πηγή του κινήματος αυτού ήταν η Σουηδία, για αυτό υφίσταται ακόμα μερικές φορές ο όρος του NWOSDM, και η πόλη του Gothenburg έμελλε να είναι η στέγη τριών συγκροτημάτων που εκτόξευσαν το είδος. Η Αγία Τριάδα που αποτελείται από τους AT THE GATES, IN FLAMES και DARK TRANQUILLITY, την δεκαετία των 90’s δεν μεγαλούργησε απλά, αλλά παρέδωσε δίσκους-ορόσημα, που μέχρι σήμερα θεωρούνται θεμέλιοι λίθοι. Εκεί όπου το death metal συνάντησε τις μελωδίες των IRON MAIDEN, γεννήθηκαν αυτές οι μπάντες και η πρώτη μπάντα που έσυρε τον χορό, ήταν οι AT THE GATES.
 
Βέβαια, το πρώιμο στάδιο των συγκροτημάτων αυτών ήταν αρκετά άγουρο και σίγουρα διαφορετικό από αυτά που ακολούθησαν μετά. Ξεκινώντας με το ντεμπούτο των AT THE GATES, το “The red in the sky is ours”, αμέσως ερχόμαστε σε επαφή με έναν δίσκο που οι επιρροές των ENTOMBED αλλά και του black metal είναι περισσότερες από του κλασικού heavy metal. Η παραγωγή δε, είναι τόσο τραχιά και ωμή, που διαμορφώνει έναν ήχο που θυμίζει περισσότερο το “Scream bloody gore” και το “Left hand path”. Συνθετικά όμως οι δομές των τραγουδιών είναι αρκετά αλλόκοτες. Ο ίδιος ο Bjorler έχει δηλώσει πως προσπάθησαν να εντυπωσιάσουν τον κόσμο με πολλά riffs και εναλλακτικές συνθέσεις, φανερώνοντας και το άγουρο της ηλικίας, καθώς τα μικρότερα σε ηλικία μέλη ήταν 18 και ο μεγαλύτερος (Alaf Svensson) ήταν 24! Ήταν όμως η αρχή και αυτό που ξεκίνησαν οι AT THE GATES στο “The red in the sky is ours”, ήταν η εφαλτήρια σκέψη για κάτι πολύ μεγαλύτερο, που ωρίμασε στο “Terminal spirit disease” και τελειοποιήθηκε στο “Slaughter of the soul”.
 
Δημήτρης Μπούκης
 
 
AUTOPSY – “Acts of the unspeakable” (Peaceville)
 
Είσαι οι AUTOPSY, από την ηλιόλουστη California. Με τα πρώτα σου μνημεία “Severed survival” (1989) και “Mental funeral” (1991), έχεις ήδη ανοίξει τους τάφους όλου του κόσμου, μετουσιώνοντας τη σαπίλα που βγαίνει από εκεί μέσα και το κτηνώδες της μετά θάνατον ζωής, στο πιο άρρωστο SLAYER-meets-BLACK-SABBATH death metal που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Ενδιάμεσα, έχεις κυκλοφορήσει, τα καταπληκτικά EP “Retribution for the dead” και “Fiend of blood”, έτσι, γιατί απλά μπορούσες. Πως προσεγγίζεις την τρίτη σου δουλειά; Μια μέτρια μπάντα, θα αναμασούσε/θα εμπνεόταν από (διαλέγετε και παίρνετε την έκφραση που ταιριάζει, αναλόγως τη ποιότητα της μπάντας) τα 2 πρώτα εσαεί, και μπορεί και να μην άνοιγε ρουθούνι. Οι AUTOPSY, δεν είναι όμως μια μέτρια μπάντα. Οι AUTOPSY είναι μια γιγάντια μπάντα.
 
Έτσι λοιπόν, το σωτήριον έτος 1992, κυκλοφορούν τον πιο γρήγορο δίσκο της καριέρας τους: “Acts of the unspeakable”. Όπως πάντα, στους AUTOPSY, τα φώτα τραβούσε πρώτα το εξώφυλλο. Η πλήρης εικόνα βασανιστηρίων, οργίων, διαστροφικών πράξεων και λοιπών “χαριτωμένων”, συνθέτουν την οπτική απεικόνιση του τι επρόκειτο να ακούσουμε, με το που πατήσουμε “play”. Μικρότερα κομμάτια, με μέσο όρο κάτω από 3 λεπτά, με μια ίσως πιο grind λογική θα έλεγε κανείς, το άλμπουμ φεύγει μονοκοπανιά, ασάλιωτα και αβίαστα, με τον ακροατή 35 λεπτά μετά, να απορεί τι στο διάολο ήταν αυτό που πέρασε από πάνω του! Για ένα δίσκο, οι άρχοντες του τάφου, ξεκόλλησαν από την SABBATH-ικη τους riff-ολογία, πετάξανε μέρος της γλίτσας από πάνω τους, και παίξανε πιο λυσσασμένα από ποτέ, σε ένα δίσκο, που αν ρωτάτε εμένα, ορθώς δεν επανέλαβαν έκτοτε, διατηρώντας έτσι, τη μοναδική θέση στη δισκογραφία τους. Έμπα με τα “Meat” (ωδή στο Πασχαλινό γιουρούσι!), “Necrocannibalistic vomitorium” (πως το πες αυτό Αντίχριστε;) και “Your rotting face” (είπαμε, κανένα φέρετρο δε χωρίζει τους πραγματικά ερωτευμένους), και ο ακροατής μπαίνει στο νόημα.
 
Εγκληματικά υποτιμημένος δίσκος, και εγκληματικά υποτιμημένο συγκρότημα, ακόμα και από οπαδούς του είδους. Με τα χρόνια, με τις επανεκδόσεις της Peaceville (όπως πάντα, περιποιημένες και με σεβασμό στις μπάντες που είχε στο δυναμικό της), με το προσκύνημα που έχουν ρίξει οι ήρωες της νεότερης γενιάς του death metal, οι AUTOPSY, λαμβάνουν τη πανάξια αναγνώριση τους από την νεότερη γενιά οπαδών και τον επιεικώς αυτονόητο σεβασμό από οποιονδήποτε ακούει, παίζει και πρωτίστως ΝΙΩΘΕΙ από death metal. LET US FEAST!
 
Γιάννης Σαββίδης
 
 
AXEL RUDI PELL – “Eternal prisoner” (Steamhammer)
 
Το 1992 ο Axel Rudi Pell είχε πάρει φορά για τα καλά και δεν τον σταματούσε τίποτα. Αν το σκεφτείτε, μάλιστα, από το 1989 που αποφάσισε να ακολουθήσει solo καριέρα μέχρι και σήμερα δεν έχει σταματήσει καθόλου αποτελώντας έτσι λαμπρό παράδειγμα... γερμανικής εργασιακής ηθικής. Το “Eternal prisoner” δεν ήταν μόνο το τρίτο άλμπουμ αλλά ήταν κυρίως ο δίσκος εκείνος που σηματοδότησε την έναρξη της συνεργασίας του Γερμανού κιθαρίστα με τον σπουδαίο Jeff Scott Soto. Το αποτέλεσμα; Εξαιρετικό! Ο Soto προσδίδει στις συνθέσεις του Pell έναν πιο... προσγειωμένο χαρακτήρα σε σχέση με την πιο επιβλητική metal ερμηνεία του Rob Rock και έτσι θα λέγαμε ότι το άλμπουμ έχει στα περισσότερα σημεία του μία πιο hard rock αισθητική θυμίζοντας λίγο το “Wild obsession” (όχι τόσο στο ύφος των συνθέσεων αλλά στην κοινή hard rock ατμόσφαιρα των δύο δίσκων).
 
Εδώ έχουμε, επίσης, για πρώτη φορά την εμφάνιση του μεγαλοπρεπούς ομώνυμου κομματιού που θα αποτελούσε στο μέλλον σήμα κατατεθέν του Axel Rudi Pell σε όλες τις κυκλοφορίες του. Mid-tempo σύνθεση που παραπέμπει σε RAINBOW και SABBATH (περιόδου Dio & Martin) και φυσικά είναι από τα highlights του άλμπουμ. Ο Pell αποδεικνύει για μία ακόμη φορά πόσο σπουδαίος μαθητής του Blackmore είναι ενώ στα αξιοσημείωτα είναι σίγουρα και η σαφώς βελτιωμένη παραγωγή (την οποία επιμελήθηκε ο ίδιος).
 
Τα 90’s αποτέλεσαν την πιο ποιοτική περίοδο του Axel Rudi Pell ο οποίος κυκλοφόρησε μόνο πολύ καλές δουλειές σε σημείο τέτοιο που σε έκανε να απορείς αφού η έμπνευση αυτή έκανε την εμφάνισή της ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Το “Eternal prisoner” είναι από τις κυκλοφορίες του Axel Rudi Pell που δικαίως θεωρούνται σήμερα κλασικές της προ-Gioeli εποχής του συγκροτήματος.
 
Σάκης Νίκας  
 
BIOHAZARD – “Urban discipline” (Roadrunner)
 
Από τα συγκροτήματα που έκαναν μεγάλη αίσθηση στις αρχές των 90’s ήταν οι BIOHAZARD από το Brooklyn. Τους έβλεπες παντού τότε. Στα περιοδικά της εποχής, στο Mtv κι εμείς να ξεροσταλιάζουμε όταν το Headbanger’s Ball έπαιζε στιγμιότυπα από τις εκρηκτικές τους συναυλίες με τον κόσμο να αναβαίνει μαζί τους πάνω στη σκηνή. Με ρίζες στη hardcore σκηνή της Νέας Υόρκης και την προβοκατόρικη πλευρά των CARNIVORE αλλά και δηλωμένοι οπαδοί των BLACK SABBATH και LED ZEPELLIN, οι BIOHAZARD δεν έπιασαν απλά το νεύρο της εποχής αλλά αποτέλεσαν ένα από τα βασικότατα χαρακτηριστικά της. Απογοητευμένοι από την Maze Records, την εταιρεία που κυκλοφόρησε το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1990 και αφού είχαν παίξει κυριολεκτικά με τους πάντες στην ευρύτερη περιοχή της Νέας Υόρκης από MORBID ANGEL, EXODUS και CRO-MAGS μέχρι RIPPING CORPSE, OVERKILL και DARK ANGEL, κατάφεραν να έρθουν στην Ευρώπη δύο φορές, τη μία ανοίγοντας για τους MUCKY PUP  και τη δεύτερη με τους WARGASM ενώ στις Η.Π.Α. βγήκαν μαζί με τους KREATOR και MORGOTH και αργότερα με τους EXPLOITED και TYPE O NEGATIVE καταφέρνοντας με τις live εμφανίσεις τους να κάνουν κάτι παραπάνω από αίσθηση. Καθώς μπαίνουν στο studio για να δουλέψουν πάνω στο δεύτερο τους άλμπουμ, δεν είναι λίγες οι εταιρείες -πολυεθνικές και μη- που προσπαθούν να τους διεκδικήσουν αλλά είναι η Roadrunner αυτή που τους υπογράφει συμβόλαιο για έναν δίσκο και κυκλοφορεί από αυτήν ίσως η καλύτερή τους δουλειά, το θρυλικό “Urban discipline”. Αισθητά βελτιωμένοι σε όλους τους τομείς, οι BIOHAZARD ακούγονται απίστευτα heavy, με νεύρο και τσαμπουκά και street attitude που συνήθως έβγαζαν οι πιο σκληροπυρηνικοί hip-hop καλλιτέχνες μέχρι τότε και με τη βοήθεια των video-clip για τα “Punishment” και “Shades of grey”, το “Urban discipline” καταφέρνει να πουλήσει πάνω από 1.000.000 κόπιες. Το δίπολο με τα φωνητικά του μπασίστα Evan Seinfeld και του κιθαρίστα Billy Graziadei, με τον γκρουβάτο τρόπο ερμηνείας του πρώτου και την οργή που έβγαζε ο δεύτερος, τα lead του Bobby Hambel και το full-hardcore παίξιμο στα τύμπανα του Danny Schuler συντέλεσαν στη δημιουργία ενός μοναδικού και ριζοσπαστικού άλμπουμ το οποίο βγήκε, εξέφρασε και παρέσυρε τους νέους της εποχής σε παγκόσμια εμβέλεια. Τραγούδια όπως το “Punishment”  με το intro παρμένο από το “The Punisher” του 1989 με πρωταγωνιστή τον Dolph Lundgren, το “Shades of grey” που μιλά για τις προκαταλήψεις και γι’αυτούς που σε κρίνουν απλά από την εμφάνιση, τα “Business” και “Man with a promise” που τα χώνουν στην πρώτη τους εταιρεία, η διασκευή τους στο “We're only gonna die (From our own arrogance) των BAD RELIGION, όπως και οι επανεκτελέσεις στα “Hold on my own” και “Wrong side of the tracks” από το “Biohazard” αποτελούν μερικά από στοιχεία που κάνουν το “Urban discipline” ένα από τα πιο χαρακτηριστικά άλμπουμ των 90’s. Η συνέχεια τους βρίσκει στο δρόμο και συγκεκριμένα στην Ευρώπη με τους KREATOR και CROWBAR και μία εμφάνιση στο Dynamo Open Air στην Ολλανδία και με τους SICK OF IT ALL, SHEER TERROR και FEAR FACTORY στις Η.Π.Α. ενώ το όνομά τους γιγαντώνεται ακόμα περισσότερο όταν μαζί με τους hardcore rappers ONYX ηχογραφούν μία νέα εκτέλεση του hit-single “Slam” που στη συνέχεια αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επαναλάβουν το εγχείρημα στο φανταστικό soundtrack “Judgment night” το 1993 όπου συγκροτήματα από τον ευρύτερο σκληρό ήχο όπως οι SLAYER, FAITH NO MORE, SONIC YOUTH, HELMET κ.α. συνεργάζονται με γνωστούς hip-hop/rap καλλιτέχνες όπως οι HOUSE OF PAIN, Ice-T, DE LA SOUL, CYPRESS HILL κ.α. με τις πωλήσεις του O.S.T. να ξεπερνά τα 2.000.000 αντίτυπα μονάχα στις Η.Π.Α.
 
Κώστας Αλατάς
 
 
THE BLACK CROWES - “The southern harmony and musical companion” (Polygram) 
 
Ένα εξαιρετικό σχήμα για τα 90’s, υπήρξαν οι BLACK CROWES. Ένα σχήμα που από τις αρχές της δεκαετίας ξεκίνησε μια απίθανη πορεία, έχοντας καταφέρει με το ντεμπούτο τους να πουλήσουν πάνω από 5 εκατομμύρια δίσκους και να βγάλουν μια πληθώρα singles που ακούγονταν παντού. Σε μια δεκαετία, που από την αρχή της κιόλας, ξεπήδησαν νέες τάσεις και νέα μουσικά ρεύματα, υπήρχαν όμως και αυτοί δεν ακολούθησαν κάποιο ρεύμα παρά  μόνο την καρδιά τους. 
 
Οι BLACK CROWES ήταν ένα σχήμα με βασικές επιρροές από rock μπάντες του Βρετανίας όπως οι ROLLING STONES, FACES και  HUMBLE PIE. Σχήματα που καi αυτά με την σειρά τους είχαν επηρεαστεί από το Αμερικάνικο blues και έκαναν όλα τα φοβερά πράγματα στα 60’s και στις αρχές των 70’s κυρίως. Οι BLACK CROWES μπορεί να έδειχναν σαν μια revival μπάντα αυτού του ήχου αλλά αποδείχθηκε ότι ήταν ένα σχήμα με άπλετο ταλέντο, εξαιρετικές ικανότητες  απόλυτο σεβασμό στις μουσικές που τους  επηρέασαν και τους μύησαν σαν καλλιτέχνες.
 
Δυο χρόνια μετά το πολύ επιτυχημένο , τόσο εμπορικά αλλά και καλλιτεχνικά ντεμπούτο τoυς, θα επανέλθουν με το “The southern harmony….”.  Kαι πάλι μπορούμε να διακρίνουμε εδώ το μουσικό άστρο των αδελφών Robinson που κινούν τα νήματα του σχήματος, εδώ μάλιστα θα πάνε τον ήχο τους ένα βήμα παραπέρα. Θα εντάξουν σε αυτό μπόλικες gospel και soul επιρροές , δεν θα διστάσουν να “φέρουν στα μέτρα τους” το “Time will tell”  του Βob Marley και πολλές φορές  jam-άρουν  απίστευτα με το αποτέλεσμα να είναι και πάλι μοναδικό και μεγαλειώδες.
 
Τέσσερα singles από τον δίσκο αυτόν θα βρουν σπουδαία ανταπόκριση μάλιστα το album θα πιάσει κορυφή στο Αμερικάνικο billboard και #2 στην Βρετανία στο ανάλογο album  chart. Οι αλλαγές στο lineup που προέκυψαν για αυτόν το δίσκο δεν στάθηκαν εμπόδιο στο μουσικό αποτέλεσμα αφού πλέον η μπάντα μετά από ένα εξαιρετικό σερί συναυλιών για το ντεμπούτο της (350 συναυλίες σε 19 μήνες) ακούγεται όχι μόνο δεμένη αλλά και σαν να κινείται πάνω στο δικό της rollercoaster. Αποφεύγω συνειδητά να αναφέρω κάποια κομμάτια ξεχωριστά από τον δίσκο γιατί πάντα πίστευα και πιστεύω ακόμα ότι είναι ένα έργο που ακούγεται στην ολότητά του, όπως του αρμόζει  για να μπορέσειs να το αφομοιώσεις και να μπεις στον δικό του μουσικό σύμπαν.   
 
Άλλος ένας εξαιρετικός δίσκος για την μπάντα , τους τοποθετεί για τα καλά πλέον στον χάρτη του hard rock και  θα μας προσφέρουν  μια σειρά εξαιρετικών δίσκων και στα επόμενα χρόνια που θα ακολουθήσου. Κρίμα όμως που δεν είχαμε την δυνατότητα στην χώρα μας  να δούμε το σχήμα πάνω στην σκηνή εκεί που χτυπάει η καρδιά του και εκεί που πραγματικά ανήκει το είδος που υπηρετούν. 
 
Γιάννης Παπαευθυμίου   
 
 
BLACK SABBATH – “Dehumanizer” (I.R.S.)
 
Μιλάς για τις μηχανές να είναι η νέα θρησκεία; Πρέπει να είσαι ο Ronnie James Dio. Καλά, τότε τι κάνεις στους BLACK SABBATH; Για δεύτερη φορά; Όπως και στην περίπτωση του Ozzy η επανένωση, οφείλει πολλά στον Geezer Butler, που ως διπλωμάτης και καλός φίλος με όλους, κατάφερε να πείσει τόσο τον τεράστιο κοντό, όσο και τον ιεράρχη κιθαρίστα Tony Iommi, ώστε να προσπαθήσουν να αναβιώσουν μετά από μια δεκαετία την αίγλη της μπάντας. Λες και ξέχασαν τους καυγάδες, ενώ θα περίμενες να είναι σοφότεροι, οι τεράστιοι κατά τ’ άλλα μουσικοί έβαλαν μπρος να γράψουν έναν δίσκο που ολοκληρώθηκε μετά από πολλή προσπάθεια, φωνές και λίγους συμβιβασμούς. Το “Dehumanizer” είναι το απόλυτο συνονθύλευμα SABBATH και DIO. Μπορεί να μην κέρδισε ποτέ την θέση που του άξιζε ανάμεσα στην ιστορία των BLACK SABBATH αλλά πιστεύω πως η ποιότητά του είναι υποτιμημένη. Μπορεί το “TV crimes” να μην είναι “Neon knights” ή το “Letters from earth” να μην φτάνει το “Children of the sea”, αλλά το “Dehumanizer” είναι σύγχρονο και πιστό σε αυτά που περίμεναν οι φίλοι τους. Κάθε του τραγούδι έχει βάθος, γεμάτα Iommi-ριφ, το πάθος του Dio, τα θεμέλια του Butler και τον χαρακτήρα του Vinnie Appice στα τύμπανα. Δεν ξέρω πώς κατάφεραν να συμφωνήσουν στις συνθέσεις που συμπεριέλαβαν, όμως για μένα τα “Computer God”, “I”, “TV crimes”, “Master of insanity”, “After all” και “Buried alive” είναι κομματάρες, ενώ τα υπόλοιπα είναι πολύ καλά. Μπορεί να μην συμφωνώ με την απόφαση του Iommi να παρατήσει τους Neil Murray, Tony Martin και Cozy Powell που τον είχαν στηρίξει με δισκάρες, αλλά το “Dehumanizer” ανέδειξε την δυναμική της συνεργασίας του με τους υπόλοιπους. Όλα τα μέρη αυτής της συνεργασίας ήταν επεισοδιακά, έτσι και ο τρόπος με τον οποίο τερματίστηκε. 
 
Γιώργος “I” Κουκουλάκης
 
 
 
BLIND GUARDIAN – “Somewhere far beyond” (Virgin)
 
Εδώ είμαστε! Καλησπέρα, καλώς ήρθατε, αντίο και καληνύχτα σας! 
 
Οι Βάρδοι είχαν «προειδοποιήσει», ειδικά με το “Tales from the twilight world”, αλλά το χτύπημα εδώ ήταν τέτοιο, που έπεσε ο ουρανός στα κεφάλια μας και αποδείχθηκε πραγματικός ο μόνος φόβος που είχε ο Οβελίξ και η παρέα του.
 
Ήδη, από το “Tales…”, διαφαινόταν η διαφορετική ηχητική προσέγγιση που θα ακολουθούσε η μπάντα, όμως το τελικό αποτέλεσμα του τέταρτου άλμπουμ των Γερμανών, του “Somewhere far beyond”, ξεπέρασε μάλλον και τις δικές τους προσδοκίες. Από το ξεκάθαρο speed metal τους, στο speed/power, το πιο power και τώρα, σε ένα μοναδικό μπαστάρδεμα των προηγούμενων με έναν επικό, συμφωνικό σε στιγμές και ταυτόχρονα μαγευτικό χαρακτήρα, που κάτι παρόμοιο δεν είχε ξαναβιώσει η σκηνή μας το 1992. Εδώ, οι Βάρδοι διαμορφώνουν χαρακτήρα. Τι είδος παίζουν αυτοί; BLIND GUARDIAN. Τελειώνουν την εφηβεία και ωριμάζουν, κατασταλαγμένοι (ε, εντάξει, όχι για πολλά άλμπουμ ακόμα, αλλά δεν πειράζει αυτό) και με πίστη στις δυνατότητές τους και ταξιδεύουν τους ακροατές τους σε κόσμους ονειρεμένους και φανταστικούς, μέσα από ένα δίσκο που έχει τα πάντα και πάνω από όλα το πιο βασικό χαρακτηριστικό του... μαγεία! 
 
Θυμάμαι ακόμα την πρώτη φορά που άκουσα τη δυάδα “Black chamber / Theatre of pain” (ε πάνε μαζί, τι να κάνουμε) και το σοκ που μου προκάλεσε, τόσο το αναπάντεχο του πράγματος ηχητικά, όσο και το πόσο εθιστικό ήταν το αποτέλεσμα. Ε ήρθε και η δυάδα των “Bard songs” και οριακά δεν ήμουνα στην Tanelorn του Moorcock ή τη Μέση Γη του Tolkien. Ειδικά αυτό το δεύτερο μέρος της δυάδας, το “The Hobbit” (ευτυχήσαμε να το ακούσουμε και live), όσο και αν το “In the forest” παραμένει ΤΟ σημείο αναφοράς στα live του σχήματος.
 
Το power metal συναντάει το φανταστικό και το επικό, οι γρήγορες ταχύτητες και τα δίκασα συναντάνε τα mid tempo σημεία, τα φρενήρη riffs συναντάνε τα σαγηνευτικά leads, οι αρμονίες συνυπάρχουν με τα πολυφωνικά μέρη καθ’ όλη τη διάρκεια του άλμπουμ και ο Hansi απλά αφήνει το λαρύγγι του δίπλα στο μικρόφωνο μετά από κάθε κομμάτι με τόσο γρέζι. Μιλάμε για ένα δίσκο ΔΙΑΜΑΝΤΙ για το power metal, αλλά και το metal γενικότερα. Στο χαλαρό μάλιστα. Και το «χειρότερο» είναι ότι τον ακολούθησαν και άλλα δύο ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ, για να ολοκληρωθεί το καρέ της πιο χρυσής περιόδου του σχήματος. Μιλάμε για δίσκο που δεν υπάρχει ούτε περιττή νότα, ούτε σημείο να βαρεθείς, με τις εναλλαγές στις ταχύτητες και το ύφος να σε κάνουν να είσαι εκεί. Ακόμα και οι διασκευές τους σε QUEEN (“Spread your wings”) και SATAN (“Trial by fire”), είναι εξαιρετικές, ενώ η κλαδική έκδοση του “Theatre of pain”, καθηλωτική. Είναι η περίοδος που ότι και να έκαναν, το έκαναν τέλεια. 
 
Όπως και στο “Tales…”, έτσι και εδώ έχουμε τη συμμετοχή του νονού του euro-power, του Kai Hansen, που έχει αναλάβει τη lead κιθάρα στο “The quest for Tanelorn”, αλλά και του Piet Sielck (IRON SAVIOR, SAVAGE CIRCUS), που είπαμε και στην παρουσίαση του “Tales…” ότι ήταν εκεί, πίσω από την κουρτίνα, σε εκείνα τα χρόνια των GUARDIAN. Όσο για το εξώφυλλο του Andreas Marschall, δε χρειάζονται να ειπωθούν πολλά. Το τέλειο εξώφυλλο για το ύφος του δίσκου. Ακόμα και η ομάδα των δεύτερων φωνητικών, αποτελούμενη από τους Rolf Kohler (απεβίωσε το 2017, ενώ είχε κάνει δεύτερα φωνητικά στα καλύτερα power metal άλμπουμ των αρχών των 90’s αλλά και στους MODERN TALKING), Billy King (σταθερός στους GUARDIAN και επίσης με πάμπολλες σοβαρές συμμετοχές) και του παραγωγού του δίσκου, Kalle Trap (είχε κάνει το ίδιο και στα “Follow the blind” και “Tales…”), δείχνει το πόσο πρόσεχε τα πάντα το σχήμα. Και όταν προσέχεις τα πάντα, το αποτέλεσμα συνήθως σε δικαιώνει. Τίποτα δε χαρίζεται.
Αλλά μάλλον πρέπει να «κλείσω» εδώ, γιατί θα κράζει ο Φράγκος. ΜΕΓΑΛΕΙΟ!!! Somewhere far beyond our reality…
 
Φραγκίσκος Σαμοΐλης
 
 
BODY COUNT – “Body count” (Sire)
 
Όπως πολλές φορές έχει δηλώσει ο Ice-T, οι BODY COUNT έγιναν πραγματικότητα γιατί ο συγχωρεμένος φίλος του και μπασίστας Mooseman ήθελε να παίζει metal. Γι’ αυτό δημιουργήθηκε αυτή η πλέον θρυλική μπάντα, η οποία με κάθε άλμπουμ της προσπαθεί να κάνει ηχηρές αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές δηλώσεις, μέχρι και σήμερα. Το ομώνυμο ντεμπούτο τους, το οποίο κυκλοφόρησε πριν 28 ολόκληρα χρόνια, προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων για τους ακραίους στίχους του και ιδιαίτερα για το τραγούδι, “Cop killer”, με το οποίο ασχολήθηκε ακόμα και ο τότε πρόεδρος των Η.Π.Α., George Bush ο πρεσβύτερος. Αποτέλεσμα όλων αυτών των αντιδράσεων ήταν να αποσυρθεί ο δίσκος και να επανακυκλοφορήσει, χωρίς το επίμαχο τραγούδι, το οποίο όμως βγήκε αργότερα σαν single. Γενικά, σχεδόν όλα τα κομμάτια έχουν ακραίο αντιρατσιστικό στίχο και αναφέρονται κατά το πλείστον στις φυλετικές διακρίσεις ενάντια των αφροαμερικανών (και όχι μόνο) στις Η.Π.Α.
 
Πρόκειται για ένα συνδυασμό, thrash/crossover rap metal με το μοναδικό στυλ του Ice-T, ενώ δε λείπουν ακόμα και οι blues στιγμές. Φέρνοντας το μυαλό την εποχή που το άκουγα, θυμάμαι πως αν ήταν οι γονείς μου  στο σπίτι, ανεβοκατέβαζα την ένταση, γιατί φοβόμουν ότι θα «τ’ ακούσω» για το τι ακούω, αφού παρόλο που δεν καταλάβαιναν τους στίχους, τραγούδια, όπως το “Evil dick”, μπορεί να δημιουργούσε θέμα. Φυσικά σύντομα, λόγω της αντιδραστικής εφηβείας μου, αυτό σύντομα αποτέλεσε παρελθόν και σιγά-σιγά και οι γείτονες «υπέφεραν» υπό τους ήχους του και τις βωμολοχίες του Ice-T. Χωρίς τεχνικά να είναι κάτι το ιδιαίτερο, το  “Body count” κατάφερε να είναι μία από τις επιδραστικότερες κυκλοφορίες στο χώρο του metal, αλλά ακόμη και του hardcore. Και αυτό γιατί ακόμα και με απλά ξεσπάσματα, καταφέρνει να σε πωρώσει, ενώ σε αυτό βοηθά και ο ICE-T, με το ιδιαίτερο στυλ του, αφού ξεσηκώνει και ταυτόχρονα περνά το μήνυμα που θέλει. Δίσκος – σημαία του είδους! “Tell us what to do. – Fuck you!”.
 
Γιώργος Δρογγίτης
 
 
BOLT THROWER – “The IVth crusade” (Earache)
 
Μετά από μία φοβερή περίοδο για το συγκρότημα με την κυκλοφορία του “War master”, οι BOLT THROWER αποφάσισαν να κάνουν τη μεγάλη αλλαγή στον ήχο τους που τους χαρακτήρισε μέχρι το τέλος της πανένδοξης καριέρας τους. Οι ταχύτητες (ήδη κάπως πεσμένες στο “War master” σε σχέση με τα δύο πρώτα άλμπουμ με έντονο το grind στοιχείο) έπεσαν ακόμα περισσότερο σε βαθμό που ήταν ελάχιστα αναγνωρίσιμοι από τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς τους. Επειδή όμως όταν κάτι χάνεις κάπου αλλού κερδίζεις, το “The IVth crusade” όπως ονομάστηκε το τέταρτο άλμπουμ της μπάντας, κέρδισε σε αυτόν τον απερίγραπτα πανέμορφο όγκο που πήρε κεφάλια όσο κι αν αρκετοί (πράγμα που ισχύει μέχρι και σήμερα) το θεώρησαν ξεπούλημα και τους γύρισαν την πλάτη (συμβαίνει και στα τιμιότερα συγκροτήματα). Το άλμπουμ πήρε το όνομα του από την τέταρτη σταυροφορία και την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, ενώ το εξώφυλλο από τον πανέμορφο πίνακα του Ευγένιου Ντελακρουά έδειχνε ότι η μπάντα το πήγαινε αλλού και εικαστικά. Ο ήχος του άλμπουμ πρόκρινε όσο ποτέ τη μεγάλη δύναμη της μπάντας, τα αλλεπάλληλα και βαρύτατα riffs της τα οποία εδώ έγιναν καλύτερα απ’ ότι είχαν υπάρξει ως τότε και σε συνδυασμό με την χαρακτηριστική τυμπανική ομοβροντία εκ μέρους Andy Whale (ο καλύτερος ντράμερ στον συνδυασμό «γυρίσματα και καπάκι δίκαση και τούμπαλιν» στον μεταλλικό ήχο), οδηγούσαν σε μία πολεμική ατμόσφαιρα μεν, αλλά πιο ολέθρια ηχητικά. Μια και λέμε για όλεθρο, οι doom καταβολές του δίσκου με εμφανή την επιρροή των αγαπημένων τους CANDLEMASS ήταν εμφανέστερη από ποτέ. Ωστόσο αυτό δεν τους εμπόδισε να δημιουργήσουν ένα άλμπουμ με κορυφαία παραγωγή (μέγας Colin Richardson) και να κάνουν τα κομμάτια τους να αναπνέουν περισσότερο σε σχέση με τα τρία πρώτα άλμπουμ. Τα λίγα grind ξεσπάσματα του “War master” (ότι είχε μείνει δηλαδή) εδώ πήγαν περίπατο και ο δίσκος ακούγεται σαν ένα αργό τανκ που εφορμά προς τον στόχο του, έχοντας λοκάρει το κανόνι και είναι έτοιμο να καταστρέψει τα πάντα. Μεγαλειώδες υλικό από την αρχή μέχρι το τέλος, με το ομότιτλο κομμάτι να στοιχειώνει ψυχές και να μας υπενθυμίζει το άνοιγμα των δύο φοβερών τους συναυλιών στη χώρα μας το 2010, τα “Where next to conquer” και “Celestial sanctuary” να προδίδουν την αλλαγή επιπέδου σε σχεδόν τραγουδιστικούς ρυθμούς, το “Spearhead” να αποτελεί το trademark του δίσκου και το δίδυμο των “Icon”/”Embers” να είναι ο τελειωτικός κανονιοβολισμός στο να παρθεί η Πόλη. Ειδικά το τελευταίο με την χαρακτηριστική δίκαση που ακολούθησε μία σειρά κομματιών τους (“In battle there is no law”, “Cenotaph”, “Powder burns”, “The killchain”) είναι μέσα στα πλέον κορυφαία κομμάτια του είδους. Ακολούθησε μία εκπληκτική περιοδεία ως headliners με support τους VADER (εποχή “The ultimate incantation”!) και GRAVE (εποχή “You’ll never see…”!) η οποία τους πήγε μέχρι και την Αμερική και την Αυστραλία, λίγο πριν σιχαθούν τις περιοδείες και τα αεροπλάνα μετά από τις τραυματικές εμπειρίες που βίωσαν 2 χρόνια μετά στην αντίστοιχη περιοδεία του “…For victory”. Οι BOLT THROWER είδαν το όνομά τους να ακούγεται ακόμα περισσότερο και 2 χρόνια μετά δημιούργησαν το απόλυτο αριστούργημα τους “…For victory” σε γενική κατάπληξη όλων. Η μετάβαση που ξεκίνησε δειλά στο “War master” επιτεύχθηκε ολοκληρωτικά στο “The IVth crusade”, το οποίο θεωρώ προσωπικά το κρισιμότερο άλμπουμ της καριέρας τους και το σημείο που γεννιούνται επίσημα οι BOLT THROWER όπως τους αγαπήσαμε οι περισσότεροι. Χωρίς σε καμία περίπτωση να παραβλέπω το απίστευτο παρελθόν, ξεκάθαρα η αύξηση όγκου και ελάττωση ταχυτήτων τους πήγε καλύτερα και φάνηκαν ακόμα περισσότεροι οι δυναμικές τους, έστω μέσα από τον επαναλήψιμο μινιμαλισμό τους. Μοναδικό παράπονο, ότι στη συνέχεια οι δύο ΚΟΜΜΑΤΑΡΕΣ “Crown of life” και “Lament” που κυκλοφόρησαν στο single “Spearhead” δε μπήκαν στο δίσκο, αν και υπήρξαν εκδόσεις του άλμπουμ που τα περιλαμβάνει. Το δε “Spearhead” στο συγκεκριμένο single εμφανίζεται σε μία ακόμα μεγαλύτερη εκτέλεση με δυόμιση παραπάνω λεπτά από riffs και εν γένει τιμωρία στους αμφισβητίες. 
 
Άγγελος Κατσούρας
 
BON JOVI – “Keep the faith” (Mercury)
 
Η μπάντα μετά το “New Jersey” έφτασε στα πρόθυρα της διάλυσης. Μετά από προσωπικά άλμπουμ και εκτενή διαλείμματα, οι Sambora και Bon Jovi ξαναβρήκαν το κουράγιο να δοκιμάσουν την χημεία των BON JOVI. Η επανεκκίνηση τους βρήκε πιο ώριμους και περισσότερο πρόθυμους να δοκιμάσουν νέες συνταγές. Δεν θα ξεχάσω το πώς περίμενα κολλημένος στο ραδιόφωνο για ν’ ακούσω το ομώνυμο κομμάτι και το πόσο εκπλάγηκα με το ύφος του. Το άλμπουμ είχε μεγάλη διάρκεια και σχεδόν καμία αστοχία. Παρότι δεν έδειχναν επηρεασμένοι από τις εναλλακτικές μόδες, ήταν σίγουρα πιο ώριμοι από ποτέ. Σε σημεία, το άλμπουμ συνδέεται με το παρελθόν τους (“I’ll sleep when I’m dead”, “Woman in love”, “I want you”) όμως για πρώτη φορά τους ακούμε να παίζουν τόσο σκληρά όσο στο “I believe”, στο “Fear” και στο “If I was your mother” (παρότι εδώ δεν ταιριάζει με τους στίχους). Το “Keep the faith” ανήκει στις καλύτερες στιγμές του συγκροτήματος και τραγούδια όπως το “In these arms”, “Bed of roses”, ”Keep the faith”, “Blame it on the love of rock & roll” είναι σημεία αναφοράς. Αν υπάρχει όμως ένα και μοναδικό κομμάτι που αντικατοπτρίζει το ζενίθ της έμπνευσης και ωριμότητας των JOVI, της ποιότητας και της σοβαρότητας του άλμπουμ, αυτό είναι το “Dry county”. To 10άλεπτο έπος με ατμόσφαιρα, φοβερές κιθάρες, συναίσθημα και το καλύτερο σόλο που έχει ηχογραφήσει ποτέ ο Richie Sambora. Ακόμα και ο Tico Torres λάμπει εδώ. Τι να λέμε! Στα “I’ll sleep…” και “Blame it on the love…” η μπάντα δείχνει την διάθεση για καλό, χορευτικό rock n’ roll, με δόση χιούμορ. Σε άλλα, οι ερωτικοί στίχοι παραμένουν γεμάτοι σιρόπια, αλλά τολμώ να πω ότι είναι πιο καλογραμμένοι, ενώ υπάρχει και η πιο ψαγμένη διάθεση του “Save a prayer”, “Little bit of soul” αλλά και του “Dry county” με την γουέστερν-ιστορία για χρυσοθήρες. Μπορώ να μιλάω για ώρες για το “Keep the faith”, την παραγωγή του Bob Rock, την τελευταία παρουσία του Alec John Such και την προσφορά του Desmond Child και βέβαια για την ανάφλεξη της σπίθας μεταξύ του Richie και του Jon. Με λίγα λόγια, εδώ οι BON JOVI ακουμπούν το ζενίθ της δημιουργικότητάς τους και μας δίνουν τον πιο διαχρονικό τους δίσκο, με πιο κλασικές επιρροές, αλλά παραμένοντας ηγέτες στο χώρο (κάτι που το έχασαν αργότερα). Η μπάντα που οριοθέτησε την επιτυχία του hair metal, ξεκίνησε την νέα δεκαετία, λες και της άνηκε ήδη. Το “Keep the faith” παραμένει το πιο αξιόλογο και περιεκτικό άλμπουμ των BON JOVI.
 
Γιώργος “Keep the…fear” Κουκουλάκης
 
 
BRUTAL TRUTH – “Extreme conditions demand extreme responses” (Earache)
 
To 1990 σχηματίστηκε στη Νέα Υόρκη ένα από τα πιο σκληροκαρ***ικα συγκροτήματα όλων των εποχών. Δεν μπορώ (και δε θέλω) να το θέσω διαφορετικά, καθώς είναι ο μόνος τρόπος να αποδοθεί δικαιοσύνη στο τι έκαναν οι BRUTAL TRUTH όσο ήταν ανάμεσά μας. Η μπάντα περιλάμβανε το τοτέμ Dan Lilker (NUCLEAR ASSAULT, ANTHRAX) στο μπάσο, τον επικίνδυνο Kevin Sharp στη φωνή (ηχητικό μπετό), τον Brent “Gurn” McCarty στις κιθάρες (πόνος βαθύς) και το τέρας της φύσης Scott Lewis στα τύμπανα, ή αλλιώς τα γρηγορότερα χέρια που έχω ακούσει ποτέ στη ζωή μου από ντράμερ, σκίζοντας τον αέρα και σπάζοντας το φράγμα του ήχου σε κάθε χτύπημα. Οι BRUTAL TRUTH έκαναν επεισοδιακή είσοδο στη δισκογραφία τους με το ντεμπούτο και απόλυτο άλμπουμ τους “Extreme conditions demand extreme responses”. Έχοντας προηγηθεί το demo “The birth of ignorance” το 1990 συν ένα ακόμα άτιτλο demo την επόμενη χρονιά, το 1992 τους βρήκε υπερπαραγωγικούς αρχικά με το ΕΡ “Ill neglect” και στη συνέχεια με το επόμενο ΕΡ “Perpetual conversion”, τα οποία και προετοίμασαν κατάλληλα το έδαφος για το άλμπουμ. Στα τέλη περίπου του ’92 (6 Οκτωβρίου), οι BRUTAL TRUTH κυκλοφόρησαν ένα τείχος κινούμενο στα μούτρα όποιου έρχεται σε επαφή μαζί του στην πρώτη ακρόαση. Ηγεμονικά βαρύς ήχος, αστραπιαίες ταχύτητες από τα χέρια (και πόδια) του Lewis, ουρλιαχτά πάσης φύσεως και λοιπές φωνητικές (;) πατέντες από τον Sharp και το μπάσο του Lilker να σιγοντάρει τις βαρύτατες αιχμηρές ριφφάρες του McCarty. Θεωρήθηκε ακρογωνιαίος λίθος του grindcore (αν και με πολύ εντονότερο το κλασικό death metal στοιχείο σε σχέση με αντίστοιχες κυκλοφορίες) και αποτέλεσε ένα από τα πλέον σοκαριστικά άλμπουμ όλων των εποχών, για πολλούς ότι πιο ακραίο είχε κυκλοφορήσει ως τότε. Κι όμως αυτοί οι αλητάμπουρες δεν κοπανούσαν αποκλειστικά (οκ του δίνανε και καταλάβαινε προφανώς) αλλά είχαν και στακάτα περάσματα (ειδικά στις κιθάρες) που θα ζήλευαν και οι καθαρότερες σε ήχο μπάντες. Δυστυχώς η συνέχεια αν και περιείχε ποιοτικότατες κυκλοφορίες, δεν ήταν ανάλογη ηχητικά, ωστόσο πάντα ακούγοντας το ντεμπούτο των BRUTAL TRUTH θα παραμένει το μεγάλο σοκ από την πρώτη ακρόαση του “Birth of ignorance”, την προβολή στο MTV του “Ill neglect” (και μόνο βλέποντας τις φάτσες τους τρόμαζες) και θα μνημονεύεται το παγκόσμιο ρεκόρ μικρότερου βίντεο κλιπ της ιστορίας για το “Collateral damage” (διάρκειας 2 δευτερολέπτων και 18 δεκάτων παρακαλώ, ή αλλιώς το δικό τους “You suffer”).
 
Άγγελος Κατσούρας
 
BURZUM – “Burzum” (Deathlike Silence)
 
Η απαρχή της επιτηδευμένα primitive παραγωγής είναι εδώ με το ντεμπούτο της one-man band του Varg Vikernes. Κατάφερε με μοναδικό τρόπο να αποδώσει έναν ηχητικό σχεδιασμό στις συνθέσεις του, που έκανε τους BURZUM τόσο ιδιότυπους όσο κανένα άλλο σχήμα της νορβηγικής σκηνής εκείνης της περιόδου. Αυτό το γεγονός μαζί με τα φωνητικά σήμα κατατεθέν του, ολοκληρώνουν την εικόνα ενός σχήματος που επηρέασε ορδές σχημάτων που τους ξεπατίκωσαν ακόμα και στο εξώφυλλο. Και το κατάφερε βάζοντας ακουστικά αντί για μικρόφωνα στα Grieghallen studios της πόλης του, Bergen, με τον Pytten να αποτυπώνει άψογα αυτό που ήθελε ο 18χρονος μουσικός. Κύριο χαρακτηριστικό του πρωτόλειου των BURZUM είναι η μεγάλη ποικιλία σε ρυθμούς και ταχύτητες, αλλά και το απόκοσμο ambient “Channelling the power of souls into a new God”. Δεν είναι μονοδιάστατο σε καμία περίπτωση, έχοντας από αργόσυρτα σημεία μέχρι ξεσπάσματα με τα φωνητικά στο “Spell of destruction” – ο Euronymous είχε την έμπνευση να προσθέσει και ένα black μπροστά στον τίτλο του. Πώς να περιγράψει κανείς το δέος που νιώθει κανείς ακούγοντας τις δυναμικές του “A lost forgotten sad spirit”; Την εποχή που κυκλοφόρησε από την εταιρία του Euronymous, Deathlike Silence, μόνο στο underground έγινε χαμός με τους BURZUM. Μόλις την επόμενη χρονιά με τη δημοσιότητα που πήρε λόγω των εμπρησμών των εκκλησιών έφτασε και στον τελευταίο οπαδό της σκληρής μουσικής το τι πρεσβεύει αυτή η μπάντα. Η πρώτη κοπή πουλιέται πολύ ακριβά και θεωρείται ένα από τα πιο δυσεύρετα βινύλια της σκηνής.
 
Λευτέρης Τσουρέας
 
CANDLEMASS -- "Chapter VI" (Music for Nations)
 
Σε όλα τα sub-genres του metal μας, υπάρχει ένα συγκρότημα που θεωρούνται οι Πατέρες, οι Οδηγοί, οι κύριοι εκφραστές. Όσον αφορά το κλασικό Doom metal, η μπάντα αυτή ήταν και πάντα θα είναι οι CANDLEMASS. 
 
Στο τρέχον αφιέρωμα, έχουμε να κάνουμε με τον 5ο δίσκο των CANDLEMASS, το οποίο μας τρολλάρουν και ονομάζουν "Κεφάλαιο 6". Τι γίνεται λοιπόν εδώ; Δυστυχώς το "Chapter VI" έμελλε να κουβαλήσει μια αβάσταχτη κατάρα, έχοντας την ατυχία όχι μόνο να έχει σαν μεγαλύτερα αδέρφια 4 αριστουργηματικά ολοκάθαρα ακατέβατα 10άρια αλλά και να διαχειριστεί τη φυγή του (ημίθεου όσο και προβληματικού) Messiah Marcolin, ο οποίος μετά την περιοδεία για το "Tales of Creation" και τη κυκλοφορία του live album με τίτλο "Live" (...) κλασικά τσακώνεται και αποχωρεί, φέρνοντας τον μαέστρο Leif Edling και τους CANDLEMASS στη δύσκολη θέση να πρέπει να βρούν ικανό αντικαταστάτη (το λες και αδύνατο).
 
Με την ίδια λοιπόν σύνθεση και την προσθήκη του Thomas Vikström (έπειτα Stormwind/Therion) να κρατάει το μικρόφωνο, οι CANDLEMASS μπαίνουν στο στούντιο και ηχογραφούν 8 κομμάτια, όλα εμπνεύσεις του μπασομαέστρου Leif με μικρή συνεισφορά σε 2 εξ αυτών του κιθαρίστα Lars Johansson. Ο Edling προσπαθεί να ακολουθήσει την πετυχημένη συνταγή κυρίως των 2 προηγούμενων δίσκων, χωρίς όμως να το καταφέρνει με μεγάλη επιτυχία. 
 
Εδώ βρίσκουμε το "Julie Laughs No More" που θα έλεγε κανείς ότι ξεχωρίζει κάπως, και με τα υπόλοιπα τραγούδια να έχουν ενδιαφέροντες τίτλους και στίχους, αλλά δυστυχώς δεν ξεφεύγουν από τη μετριότητα. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν είναι καλά κομμάτια, είναι κλασικές CANDLEMASS συνθέσεις σίγουρα, ούτε ότι ο  Thomas Vikström δεν είναι καλός τραγουδιστής. Είπαμε όμως, το παρελθόν της μπάντας αναγκαστικά ανέβασε τον πήχη τόσο πολύ, ώστε με τόσες αντιξοότητες δύσκολα θα ξαναγραφόταν και θα κυκλοφορούσε κάτι ανάλογο, γεγονός που δυστυχώς ισχύει μέχρι και σήμερα. 
 
Οι φτωχές πωλήσεις του "Chapter VI" αναγκάζουν τον μαέστρο να βάλει την μπάντα στον πάγο για λίγο καιρό από το 1994 ως το 1997 και να ασχοληθεί με άλλο project, επαναδραστηριοποιείται όμως αλλάζοντας τελείως τη σύνθεση και δίνοντας όλες τις κιθάρες στους 2 επόμενους δίσκους στον "πολύ" Michael Amott. 
 
Κάπως έτσι κλείνει το 1ο κεφάλαιο της Ιστορίας των CANDLEMASS, με το "Chapter VI" να βρίσκεται πάντα στην σκιά των προκατόχων τους, να υπερτερεί των απογόνων του και  να εκτιμάται κυρίως από οπαδούς που νιώθουν από CANDLEMASS.
 
Μίμης Καναβιτσάδος
 
 
CANNIBAL CORPSE – “Tomb of the mutilated” (Metal Blade)
 
Έρωτας και death metal. Ρομαντισμός και αλυσοπρίονα. Πάθος και μίσος. Σπέρμα και αίμα. Με δύο λέξεις: CANNIBAL CORPSE. Οι πιο διάσημοι εκπρόσωποι του Αμερικάνικου death metal ήχου, και από τους πλέον εμπορικά επιτυχημένους, αποκτώντας φήμη άρρωστων εξωφύλλων κυρίως στα 4 πρώτα άλμπουμ τους που ήταν λογοκριμένα σε 7 διαφορετικές χώρες (μια εκ των οποίων ήταν η Γερμανία, στην οποία μάλιστα για πάρα πολλά χρόνια τους απαγορευόταν να παίξουν υλικό από τα 3 πρώτα άλμπουμ). 
 
Μετά την επιτυχία των “Eaten back to life” (1990) και “Butchered at birth” (1991), οι Κανίβαλοι της καρδιάς μας, μπαίνουν στο στούντιο για να κυκλοφορήσουν το Σεπτέμβρη του ‘92, το καταπληκτικό και δεύτερο αγαπημένο άλμπουμ τους για τον γράφοντα: “Tomb of the mutilated”. Εξώφυλλο που σοκάρει, σε όποια εκδοχή κι αν προτιμηθεί. Ειδικά η κλασσική εκδοχή των ματωμένων πτωμάτων σε ερωτική περίπτυξη (είπαμε, να το θέσουμε ευγενικά, και όχι ακριβώς όπως εμφανίζεται), αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα εξώφυλλα της πιο gore πλευράς του death metal, επηρεάζοντας πάρα μα πάρα πολλές μπάντες - μαθητές των CANNIBAL CORPSE στο μέλλον, όπως οι SEVERE TORTURE, οι DYING FETUS, οι DEEDS OF FLESH και πάει λέγοντας.
 
Έμπα με το πλέον γνωστό τους κομμάτι....”Hammer smashed face”. Τέσσερα χτυπήματα στα πιατίνια, ταμπούρο, και ένας από τους γνωστότερους ύμνους του είδους είχε μόλις ξεκινήσει. Riffs αργά, γρήγορα, τεχνικά, με κοψίματα που κόβουν την ανάσα σαν μαχαίρι. Riffs που κρατούν τον ακροατή προσηλωμένο, για το ποιο riff θα βγει από ποια γωνιά, σαν ψυχοπαθής δολοφόνος που ψάχνει το θύμα του. Τα υπερ-πωρωτικά τύμπανα στο έμπα του “Split wide open” (από τα πλέον αγαπημένα μου του δίσκου), το αργόσυρτο riff πάνω από την ασταμάτητη δίκαση του Mazurkiewicz στη μέση του “Post mortal ejaculation” με τον Chris Barnes να κραυγάζει λες και κάνει γαργάρες με αίμα, αποτελούν όλα δείγματα της συνθετικής ευφυίας των Κανίβαλων, που προς τιμήν τους, βελτιώνονται τεχνικά ως και σήμερα. 
 
Η προκλητικότατη στα όρια της αηδίας, στιχουργία τους, συνεχίζεται με τίτλους όπως “Entrails ripped from a virgin’s cunt”, “Addicted to vaginal skin” (με την ωμή εξομολόγηση του serial killer Arthur Shawncross, γνωστού και ως “Genesee River Killer”), “I cum blood” (εδώ εγώ ΤΙ ΝΑ ΠΩ;) και φυσικά “Necropedophile” που προκαλούν σοκ, και τώρα, πόσο δε μάλλον την εποχή που βγήκαν, που ελάχιστοι έως κανένας παίζανε και γράφανε τέτοια πράγματα. 
 
Το “Tomb of the mutilated” αποτελεί την απεικόνιση του πιο άρρωστου σεναρίου gore/splatter/slasher ταινίας που έχει σκεφτεί άνθρωπος, με τα φωνητικά να συνεισφέρουν σε τέτοιο βαθμό σε αυτό, που έπρεπε στις πρώτες εκδόσεις να τονιστεί σε σημείωση, πως δε χρησιμοποιήθηκε επεξεργασία με pitchshifter/harmonizer στη φωνή του Chris Barnes (όπως και για τον Frank Mullen των SUFFOCATION στο “Effigy of the forgotten”). Και να φανταστείτε, ότι το ξεπέρασαν με τον αμέσως επόμενο δίσκο...  
 
Γιάννης Σαββίδης 
 
CARCASS – “Necroticism - Descanting the insalubrious” (Earache)
 
Οι CARCASS, μέχρι τη στιγμή που κυκλοφόρησε το “Necroticism - descanting the insalubrious” (τέλος του 1991 στην Ευρώπη, αρχές του 1992 σε Αμερική, Καναδά, Ιαπωνία κ.τ.λ. – εξ ου και η παρουσία του σε αυτό το μέρος του μεγάλου μας αφιερώματος στα 90’s), είχαν προλάβει να κάνουν αρκετό ντόρο γύρω από το όνομά τους και να οδηγήσουν αρκετό κόσμο, από την επιστημονική κοινότητα και μη, στο να σκίσει μέχρι και πτυχία. Το "Reek of putrefaction" (1988) για πολλούς δεν ακούγεται, μιας και το χάος και η σαπίλα των κομματιών είναι δύσκολο να… μεταβολιστεί. 
 
Στο “Symphonies of sickness” κινήθηκαν σε πιο death metal φόρμες, με τα κομμάτια να έχουν αισθητά μεγαλύτερες διάρκειες και αναμφίβολα πιο περίπλοκες δομές. Και στις δύο όμως δουλειές, η θεματολογία λίγο πολύ έμεινε η ίδια και ήταν αυτή που ψάρωσε τον πολύ κόσμο και πιο συγκεκριμένα, η φαεινή ιδέα της τριάδας από το Liverpool, να χρησιμοποιήσει όρους από ένα επιστημονικό λεξικό ιατροδικαστικού περιεχομένου. Κερασάκι στην τούρτα το γεγονός πως συνόδευσαν τις δύο αυτές κυκλοφορίες από οπτικό υλικό που παρέπεμπε σε νεκροψίες. Αυτό ήταν! Ο μύθος της μπάντας άρχιζε να χτίζεται και το γεγονός ότι οι ίδιοι κρατούσαν χαμηλό προφίλ μεγέθυνε περαιτέρω τα πράγματα. 
 
Με το που μπαίνει η καινούργια δεκαετία, οι CARCASS προσλαμβάνουν τον κιθαρίστα των Σουηδών CARNAGE (αυτοί μόλις είχαν κυκλοφορήσει το καταπληκτικό “Dark recollections”), τον Michael Amott, να εκτελέσει χρέη δεύτερου κιθαρίστα. Η μπάντα μπαίνει στα Amazon Studios, με τον Colin Richardson να αναλαμβάνει την παραγωγή και κάπως έτσι ερχόμαστε στη δημιουργία της death metal τελειότητας που ονομάζεται “Necroticism - descanting the insalubrious”.   
 
Η κίνηση του γκρουπ να προσλάβει δεύτερο κιθαρίστα αποδεικνύεται κάτι παραπάνω από σοφή. Ο Steer αναλαμβάνει όλες τις ρυθμικές κιθάρες και ο Amott solos και leads, με αποτέλεσμα να προσδίδεται μια ιδιαίτερη μελωδικότητα στο υλικό, πράγμα που φάνηκε και δύο χρόνια αργότερα με την κυκλοφορία του τεράστιου “Heartwork”. Οι συνθέσεις στο “Necroticism…” γίνονται ακόμα πιο πολύπλοκες σε σχέση με το “Symphonies of sickness” και παρά το ότι ο δίσκος είναι ένα μεγάλο χωνευτήρι, όλα τα στοιχεία του είναι τοποθετημένα μέσα στα κομμάτια με χειρουργική ακρίβεια και σύνεση, έτσι ώστε να παραμένει προσιτός και άμεσος. Παράδοξο; Ίσως! Αλλά κάτι τέτοια είναι που κάνουν μια μπάντα μεγάλη. Death και thrash τεχνικά riffs, groovy μέρη, grind περάσματα, βιρτουόζικα και συνάμα μελωδικότατα solos, είναι όλα εκείνα τα επιμέρους συστατικά που κάνουν το “Necroticism…” μνημειώδες. 
 
Στο στιχουργικό κομμάτι τα πράγματα αλλάζουν λίγο. Η κεντρική gore ιδέα των προκατόχων του “Necroticism…” διατηρείται, αλλά πλέον οι στίχοι είναι περασμένοι μέσα από το πρίσμα του βρετανικού, φλεγματικού και κυνικού χιούμορ της μπάντας. Οι ιατροδικαστικές ορολογίες διατηρούνται και πλέον μαθαίνουμε πως ανθρώπινα υπολείμματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν λίπασμα (“Inpropagation”), πως από ανθρώπινο λίπος μπορεί να φτιαχτεί κόλλα (“Incarnated solvent abuse”), πως πάλι από ανθρώπινα υπολείμματα μπορούν να φτιαχτούν χορδές κιθάρας (“Carneous cacoffiny”), πως υπολείμματα νεκρών μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν φαγητό για κατοικίδια ζώα (“Pedigree Butchery”), τι μπορεί να συμβεί μέσα σε ένα χειρουργείο, όταν του ιατρικού team ηγείται ένας πρωτάρης γιατρός (“Forensic clinicism”) και φυσικά κι άλλα τέτοια… “χαριτωμένα”.  
 
Μπορεί η καλύτερη στιγμή της μπάντας να μην έχει φτάσει ακόμα, αλλά με το “Necroticism - descanting the insalubrious” οι CARCASS μας παρέδωσαν γενναιόδωρα, ένα ιδιοφυές και τεράστιο album. Με αυτή τη δουλειά εισήχθησαν αφενός στην elite του death metal και αφετέρου αποτέλεσαν έναν από τους πρωτοπόρους του μελωδικού death metal παρακλαδιού, το οποίο θα γιγαντωνόταν κάποια χρόνια αργότερα.  
 
Θανάσης Μπόγρης
 
 
COUNT RAVEN - “Destruction of the void” (Hellhound Records)
 
Να ένα συγκρότημα που μπορεί να υπερηφανεύεται πως δεν έχει κυκλοφορήσει κακό δίσκο, ούτε καν μέτριο. Να ένα ακόμη συγκρότημα που δεν κρύβεται, που διαλαλεί την αγάπη του προς τους μέντορές του και που κατάφερε ακόμη και να τους ξεπεράσει σε κάποιες φάσεις. Γιατί καλά μου παιδιά, οι BLACK SABBATH Mk.I από το “Sabotage” και μετά δεν ακούμπησαν δίσκο σαν το “Destruction of the void”. Βασικά, δεν ακούμπησαν δίσκο των COUNT RAVEN γενικά, για να είμαστε ειλικρινείς. Doom metal το «καθαρό», το «αποκρυσταλλωμένο», όσο το δυνατόν πιο κοντά στις «ρίζες» του. Σε λίγα μόνο σημεία ο ήχος «γεμίζει» περισσότερο, γίνεται πιο «grande» και θυμίζει σχετικά μπάντες όπως οι CANDLEMASS (όπως για παράδειγμα στο “Angel of death”). Το μεγάλο πανηγύρι δε, γίνεται όταν ο μέχρι τότε κιθαρίστας Dan Fondelius ανοίγει το στόμα να τραγουδήσει, αντικαθιστώντας τον Christian Linderson (μετέπειτα φωνή στους ST. VITUS, LORD VICAR) ο οποίος τραγουδούσε στο ντεμπούτο “Storm Warning”. Πότε πήραν τον Ozzy οι COUNT RAVEN ρε παιδιά; Ίδιος και απαράλλαχτος σε χροιά και ο Madman δεν κοπιάρεται και εύκολα… Οι COUNT RAVEN με τούτον εδώ τον δίσκο εδραιώθηκαν στην συνείδηση κάθε doomster ως μια μεγάλη μπάντα και με τους επόμενους απλά υπερασπίστηκαν τον τίτλο τους. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Doom on!
 
Δημήτρης Τσέλλος
 
 
DAMN YANKEES – “Don’t Tread” (Warner)
 
Λίγες φορές ο όρος supergroup αντανακλά σε απόλυτο βαθμό την πεμπτουσία της λέξης. Ειδικά στις μέρες μας, όπου διάφορες εταιρείες (π.χ. Frontiers) βαπτίζουν “supergroup” το εκάστοτε project που έχει –σχεδόν από τη γέννησή του- ημερομηνία λήξης! Στα early 90’s όμως τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά και οι DAMN YANKEES ήταν το απόλυτο supergroup της εποχής αφού περιελάμβανε μόνο καταξιωμένους μουσικούς. Αυτονόητα το ειδικό βάρος και status των Ted Nugent, Jack Blades & Tommy Shaw κυριαρχούσε έναντι του μάλλον άσημου εκείνη την εποχή (αλλά απίστευτου drummer) Michael Cartellone. Το ντεμπούτο μας είχε στείλει στον έβδομο hard rock ουρανό αφού ήταν πραγματικό αριστούργημα και έτσι περιμέναμε τότε με μεγάλη ανυπομονησία το δεύτερο χτύπημα από τους Αμερικανούς.
Το “Don’t tread” ήταν ένας πάρα πολύ καλός δίσκος. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι ήταν ένας διαφορετικός σε σημεία δίσκος σε σχέση με το ομώνυμο ντεμπούτο. Ήταν σαφέστατα πιο κιθαριστικός και οι λεγόμενες εμπορικές εξάρσεις ήταν λιγότερες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έγραψαν πιασάρικα τραγούδια... Το αντίθετο! Το ομώνυμο κομμάτι, η power ballad “Where you goin’ now”, το άκρως μελωδικό (και άκρως Tommy Shaw θα πρόσθετα...) “Silence is broken”, το “in your face” “Fifteen minutes of fame” με το riff του Nugent να σε στοιχειώνει από το πρώτο άκουσμα και άλλα πολλά μας «υποχρεώνουν» να χαρακτηρίσουμε το “Don’t tread” έναν hard rock ογκόλιθο με την πλήρη σημασία της λέξης. Τεράστιο μερίδιο σε όλο αυτό παίζουν η κρυστάλλινη παραγωγή του Ron Nevison και η απόλυτα ταιριαστή μίξη του Chris Lord-Alge.
Δυστυχώς δεν θα ακούγαμε ξανά ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ από τους DAMN YANKEES παρά μόνο σκόρπια κομμάτια σε προσωπικά άλμπουμ του Blades και του Shaw. Ωστόσο, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία γιατί απλούστατα δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι η πεμπτουσία του hard rock ήχου βρίσκεται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και οι DAMN YANKEES την «έπιασαν» και με τις δύο δισκογραφικές δουλειές τους.
 
Σάκης Νίκας
 
 
DANZIG – “Danzig III: How the Gods kill” (Def American)
 
Ο συγκεκριμένος δίσκαρος, αποτελεί βίωμα του γράφοντος, ως το πρώτο DANZIG που άκουσε ποτέ από ένα συμμαθητή που του το δάνεισε στο Λύκειο. Το σοκ, παροιμοιώδες, μια και ποτέ δεν είχα ακούσει τέτοια φωνή και τέτοια κομμάτια. Αλλά ας περάσουμε στο δια ταύτα. Μετά από δύο διαμάντια ("Danzig" (1988), "Danzig II: Lucifuge" (1990) ), με μπροστάρη το πάλαι ποτέ λαρύγγι των θεών MISFITS και SAMHAIN, οι DANZIG κυκλοφορούν το τρίτο δίσκο τους το '92, με τίτλο "Danzig III: How the Gods kill". Δε ξέρω πως οι θεοί σκοτώνουν, οι DANZIG όμως σκοτώνουν με ευκολία λευκού καρχαρία! Βαθιά SABBATH-ικό heavy rock με μπόλικο όγκο, μαγκιόρικη blues/rock 'n' roll διάθεση που είναι ικανή να ξεκουνήσει και τον πλέον μουντρούχο, σε συνδυασμό με μια υποβόσκουσα doom/gothic μαυρίλα που έχει κάνει την εμφάνιση της στα εισαγωγικά κομμάτια “Godless”/“Anything”, όσο και στη μπαλαντάρα “Sistinas”, δημιουργώντας ένα πραγματικά μοναδικό μουσικό αποτέλεσμα. 
 
Από το υπέροχα bluesy "Heart of the devil" (εχμ, συγνώμη, ήθελα να πω HEAAAAAART OF THE DEEEEVIIIIL), στο ατμοσφαιρικό "How the gods kill", τα γκρουβάτο μέχρι εκεί που δε πάει "Dirty black summer"/”Do you wear the mark?”/”When the dying calls”, με αποκορύφωμα τη κομματάρα, με riff-άρα, ρεφρενάρα και τα πάντα όλα, "Left hand black" (GONNA BRING YOU GOOOOOD!), το τρίτο άλμπουμ των Αμερικανών βρίθει αλητείας, αποκρυφισμού (στιχουργικά, αλλά και στο ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ εξώφυλλο του H.R. Giger) και βρώμας. Όλα αυτά, δοσμένα με τον πιο εθιστικό τρόπο που θα μπορούσε να φανταστεί ποτέ κανείς. Εδώ ο Glenn Danzig με τη μπάντα του, βάζει για πρώτη φορά πιο καθαρά metal όγκο στις συνθέσεις του (έχει και παραγωγή του πολύ Rick Rubin άλλωστε), φτιάχνοντας το δίσκο που θα τον βάλει μια και καλή στα αυτιά και του τελευταίου metalhead εκεί έξω. Αν εξαιρέσουμε, δηλαδή τους υποψιασμένους, που ακούσανε τον James Hetfield στα "Possession" και "Twist of cain" στο "Danzig" (1988), και αυτούς που παρακολούθησαν τη πορεία του από MISFITS/SAMHAIN. 
 
Ανήκουν περήφανα στη κλειστή ομάδα συγκροτημάτων που χωρίς να είναι metal, άγγιξαν με το τρόπο τους πολλούς περισσότερους metalheads από ότι μπορούσαν να φανταστούν, Εκεί, μαζί με τους DISCHARGE, MOTORHEAD, ALICE IN CHAINS, RED HOT CHILI PEPPERS και άλλους θρύλους του σκληρού ήχου, που κατάφεραν να τύχουν ευρείας αποδοχής σε λιγότερο ανοιχτόμυαλες εποχές. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο τους παράσημο, συν τις ανυπερβλητες τραγουδάρες τους, που, χωρίς αυτές, όπως έχουμε πει και σε παλαιότερο κείμενο, δε πας πουθενά!
 
Υ.Γ.: Το παρόν κείμενο, αφιερώνεται, στον ένα, και μοναδικό H.R. Giger. ΑΘΑΝΑΤΟΣ!
 
Γιάννης Σαββίδης
 
 
DARKTHRONE – “A blaze in the northern sky” (Peaceville)
 
Ο δίσκος αυτός είναι κομβικός για τo extreme metal των early 90’s. Μέχρι την κυκλοφορία του ο όρος black metal ήταν ασαφής και ελάχιστες μπάντες αυτοπροσδιορίζονταν έτσι. Η χρήση του τετρακάναλου με την, όσο δεν πάει, primitive ηχητική του σε συνδυασμό με το εξώφυλλο και τα καδράκια των μελών στο οπισθόφυλλο, δημιούργησε έναν καινούριο μικρόκοσμο όταν κυκλοφόρησε από την Peaceville. Και το μήνυμα πήγε σε όλο τον κόσμο, που πλέον μπορούσε να διαχωρίσει τι θα ορίζεται ως black metal από εκεί και πέρα. Τι τους γύρισε τα μυαλά και από μια καθαρόαιμη death metal μπάντα έγιναν το ακριβώς αντίθετο, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Θαρρώ πως ο χαμός του Dead των ΜΑΥΗΕΜ και η πολεμική που ξεκίνησε ο Euronymous εναντίον του «βερμουδάτου» death metal, ώθησε τους DARKTHRONE να χρησιμοποιήσουν προσωνύμια και όχι τα δικά τους ονόματα. Τους έκανε να κάνουν το corspepaint σήμα κατατεθέν του black metal και να συνθέσουν με κύρια επιρροή τους BATHORY των τριών πρώτων δίσκων σε μεγάλες ταχύτητες με συνεχή mid tempo πορωτικά κιθαριστικά μέρη. Τα φωνητικά του Nocturno Culto είναι πραγματικά απόκοσμα, το drumming του Fenriz ο ορισμός της επανάληψης του ίδιου μοτίβου με εκτεταμένο τρόπο και τα τρελαμένα κιθαριστικά του Zephyrous – o πιο αινιγματικός μουσικός της νορβηγικής σκηνής. Όλα τα κομμάτια του “A blaze in the northern sky” είναι μοναδικά, δημιουργώντας ένα σύνολο που σόκαρε τους πάντες το 1992. Εξαιτίας του πάρα πολλοί έφηβοι έπιασαν ένα όργανο και ένα τετρακάναλο και βάφτισαν τη μουσική τους «true Norwegian black metal» όπως εκείνοι, κι ας μην είχαν καταγωγή από τη Νορβηγία. Ώθησε σε παγκόσμιο επίπεδο να ασχοληθούν με το είδος αυτό μουσικοί που δεν είχαν απαραίτητα καλά προσόντα σε κάποιο μουσικό όργανο! Αρκούσε να είχαν ψυχή και όραμα όπως ο Nergal των BEHEMOTH, που μου είχε εκμυστηρευτεί ότι αυτός ο δίσκος τον ώθησε σαν έφηβο να ξεκινήσει την μπάντα του. Ίσως αν κυκλοφορούσε από την Deathlike silence - όπως απείλησαν την Peaceville, που δε δεχόταν να το κυκλοφορήσει - η ιστορία ίσως να είχε γραφτεί πολύ διαφορετικά. Αυτό και μόνο το γεγονός δείχνει πως η συγκυρίες λειτούργησαν σε τέτοιο βαθμό ώστε ο δίσκος αυτός να είναι κομβικός σε τέτοιο βαθμό που να μπορούμε να μιλάμε για black metal πριν το “A blaze in the northern sky” και μετά από αυτό.
 
Λευτέρης Τσουρέας
 
DEF LEPPARD – “Adrenalize” (Phonogram)
 
Είναι η εποχή του CD και το “Adrenalize” φροντίζει να εκμεταλλευτεί την ψηφιακή πραγματικότητα στο έπακρο, με την καθοδήγηση του “Mutt” Lange και του Mike Shipley, οι οποίοι αναλαμβάνουν το ρίσκο που ονομάζεται «η συνέχεια του “Hysteria”». Μιλάμε για δίσκο που είχε ισοπεδώσει τα πάντα στο εμπορικό του πέρασμα και είχε ανεβάσει σε δυσθεώρητα ύψη την πίεση για τους Βρετανούς. Οι DEF LEPPARD είχαν επίσης να διαχειριστούν τον θάνατο του Steve Clark, ένα πλήγμα για την συνθετική, ψυχική και συναυλιακή τους πραγματικότητα. Επειδή η ιστορία είναι μεγάλος κριτής, το “Adrenalize” έμελλε να είναι το τελευταίο τεράστιο άλμπουμ των LEPS, που εν μέρη έχει να κάνει με την μουσική βιομηχανία, αφού το 1992 ο κόσμος ακόμα άκουγε κι αγόραζε αυτή την μουσική, όσο κι αν δεν έπιασε τον προκάτοχό του. Το καθένα από τα 10 τραγούδια, πατά στην γνωστή τους συνταγή με τα πολύ-επίπεδα φωνητικά, τις καθαρές κιθάρες των του Phil Collen (ο οποίος έγραψε όλο τον δίσκο πατώντας και στις ηχογραφήσεις που είχαν από τον Clark, πριν προσληφθεί ο Vivian Campbell). To “Adrenalize” είναι τόσο απίστευτα σιροπιασμένο που κάνει το γαλακτομπούρεκο να μοιάζει πικρό!!! Όλα τα κλισέ που ανέβασαν τον πυρετό της δόξας τους είναι εδώ… διογκωμένα! Οι ερωτικοί, εφηβικοί στίχοι (“I wanna touch u”), τα πιασάρικα ρεφραίν (“Tonight”, “Let’s get rocked”), οι κολλητικές μελωδίες τους (“Make love like a man”), συναισθηματικές μπαλάντες (“Have you ever needed someone so bad”) αλλά και ο ραδιοφωνικός τους ήχος. Δεν θυμάμαι άλλο δίσκο να έχει 10 τραγούδια και 7 από αυτά να κυκλοφορούν σε single σε διάστημα 2 ετών. Επειδή ο Lange δούλευε και με τον Bryan Adams σχεδόν παράλληλα, το άλμπουμ έχει απίστευτες ομοιότητες με το “Waking up the neighbours” του Καναδού, αν κι αυτό δεν πολυσυζητιέται. Επιπέδου “Hysteria”, ο δίσκος επέτρεψε στην μπάντα να συνεχίσει να γυρίζει τον κόσμο σαν ανεμοστρόβιλος και να διαλύει τα ταμεία στο πέρασμά της. 
 
Γιώργος “White lightning” Κουκουλάκης
 
 
DEICIDE – “Legion” (Roadrunner)
 
Θα παραθέσω μία αληθινή ιστορία που περιγράφει πιστεύω τέλεια τη σχέση μου με το “Legion”. Το 1992 το death metal μπήκε στη ζωή μου (και την έσωσε από όλα τα poser και αχρείαστα ακίνδυνα hard rock που άκουγα και δεν ξανάκουσα από τότε). Οι πρώτες αγάπες ήταν πραγματικότητα και μέχρι σήμερα θεωρώ το πρώτο και ομότιτλο άλμπουμ των DEICIDE ως ένα από τα τρία κορυφαία στο είδος. Έχοντάς το ως εικόνισμα (ντροπή, συγχώρα με Θεέ μου αλλά τι να κάνω), έχω μάθει ότι έβγαλαν δεύτερο άλμπουμ αλλά δεν το έχω ακούσει μέχρι περίπου τα τέλη της χρονιάς γιατί ως μικρός δεν τολμούσα φυσικά να το ζητήσω από μεγαλύτερους (οι μεγαλύτεροι της εποχής ήταν απαγορευτικό εμπόδιο, ειδικά οι κάφροι). Το σκηνικό μεταφέρεται στο χειμώνα του ’92 στα ηλεκτρονικά του Σαρρή στην Καλαμαριά, όπου θυμάμαι να παίζω με φίλο και συμμαθητή και να ακούω μία χαρακτηριστική φωνή που να λέει «ΒΑΛ’ΤΟ. ΤΩΡΑ!». Η φωνή ήταν του Πλάτωνα, ενός δίμετρου καχεκτικού τύπου με εξώφθαλμο βλέμμα και τρομακτικά χαρακτηριστικά (φανταστείτε τον κακό που έπαιζε στο “Cobra” με τον Σταλόνε πιο τρομακτικό, κι όμως γίνεται). Να σημειωθεί ότι τον Πλάτωνα δεν τον πλησίαζε άνθρωπος ΠΟΤΕ και απαγορευόταν να του μιλήσεις αν δε σου μιλούσε πρώτος. Φανατικός SLAYER-άς και ΑΡΡΩΣΤΟΣ death metaller, δυστυχώς και ξεκάθαρος χρήστης ουσιών (ψυχούλα όμως όταν ήθελε). Εκεί που όλοι παίζουμε, ακούμε κάτι σαν πρόβατα και μία στοιχειωτική φωνή να ψιθυρίζει κάτι ακατάληπτα. Ξαφνικά μία ομοβροντία έσπασε την αμήχανη ησυχία και για το επόμενο μισάωρο κρύος ιδρώτας έλουσε το χώρο ενώ ο Πλάτωνας επιδιδόταν σε ελικοπτερικό κοπάνημα. Αυτός ο τρόμος είχε όνομα και λεγόταν “Legion”, το δεύτερο άλμπουμ των DEICIDE. Ακόμα πιο ακραίο, ακόμα πιο τεχνικό, ακόμα πιο ενοχλητικό στο άκουσμα από το ομότιτλο άλμπουμ. “Satan spawn, the Caco-Daemon” λέει… Να βλέπεις και τον άλλο να κοπανιέται και να βγάζει αφρούς από το στόμα και να μη μπορείς να ξεφύγεις. ΔΕΝ ΕΜΠΛΕΚΕΣ. Αυτή ήταν η πρώτη μου κι άκρως γλυκά επίπονη ακρόαση του δίσκου (’92 έτσι; έφερε το βινύλιο μέσα στα ηλεκτρονικά το άτομο, δεν ξέρω αν μπορεί να γίνει αντιληπτός ο όλος φανατισμός). Τα χρόνια πέρασαν, πλέον έχουν γίνει 28 μετά την κυκλοφορία του και το “Legion” παραμένει ορισμός του τι εστί Α-Κ-Ρ-Α-Ι-Ο-Σ ήχος. Ένας Glen Benton που περήφανα διατυμπανίζει ότι στα φωνητικά δεν υπήρξε η παραμικρή παραμόρφωση και καλεί τους κριτικούς του να υποφέρουν, ένας Steve Asheim καταστροφικός όσο ποτέ και τα δύο αδέρφια Hoffman (Eric και Brian) να παίζουν απλοϊκά αλλά ουσιαστικότατα βαρύτατα riff που καθηλώνουν τον ακροατή. Το “Legion” πλήρως απαλλαγμένο από την ακατάσχετη SLAYER-ίλα του ομότιτλου ντεμπούτου, τους έφερε και απίστευτη εμπορική επιτυχία, παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα τοπ άλμπουμ του είδους σε πωλήσεις ειδικά μετά την εποχή SoundScan, ενώ τους έκανε και στόχο ακροτήτων, με πλέον περίφημη αυτή στη Στοκχόλμη, όπου παίζανε μαζί με τους ATROCITY και GOREFEST. Την ώρα που παίζανε οι GOREFEST, μία βόμβα εξερράγη έξω από την πόρτα ασφαλείας πίσω από τη σκηνή προκαλώντας τεράστια ζημιά στην πόρτα και τον τοίχο. Οι πρώτες σκέψεις ήταν ότι η βόμβα τοποθετήθηκε με στόχο τους GOREFEST καθώς ήταν γνωστό ότι ήταν πολιτικοποιημένη μπάντα, από τον black metal κύκλο. Τελικά έγινε γνωστό ότι η Πολιτοφυλακή Ζώων έβαλε τη βόμβα έχοντας ως στόχο τον Benton, ο οποίος είχε πάρει θέση υπέρ του ακρωτηριασμού μικρών ζώων και είχε λάβει θανατηφόρες απειλές γι’ αυτό. Μετά τη συναυλία αυτή, έλαβε ένα μήνυμα που έλεγε «Η Στοκχόλμη είναι μόνο η αρχή από όσα θα συμβούν». Οι αντιδράσεις που έχω δει προσωπικά να προκαλεί το “Legion” δε μπορούν να περιγραφούν, μιλάμε για ορισμό του φανατισμού του μέσου κάφρου, ενώ η επιβλητικότητα του στέκει καλά μέχρι σήμερα. Ένα άλμπουμ που μέσα σε 29’ μόλις περιέχει όλη την ουσία του ακραίου ήχου και που είναι τόσο άρτιο τεχνικά, ώστε μόνο το “Dead but dreaming” να αποτελεί μέρος του σετ της μπάντας, καθώς τα κομμάτια θεωρήθηκαν πολύ δύσκολο να παιχτούν. Riffs όπως αυτό του “Trifixion” και ηχητικοί τυφώνες όπως το “Revocate the agitator” πρέπει να διατηρηθούν ως δείγματα απόλυτης υπεροχής σε καιρούς που ο εντυπωσιασμός προελαύνει, το ίματζ αντικαθιστά τις συνθέσεις και οι φασαίοι βγάζουν γλώσσα ενώ κάποτε στους ήχους του “Legion” άλλαζαν ήπειρο.
 
Άγγελος Κατσούρας
 
 
DEMOLITION HAMMER – “Epidemic of violence” (Century Media)
 
Αν ο κίνδυνος είχε έναν ηχητικό ορισμό, θα μπορούσε πολύ άνετα να είναι αυτό το άλμπουμ. Το δεύτερο που έβγαλαν οι ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΟΙ DEMOLITION HAMMER, 2 χρόνια μετά το καταστροφικό τους ντεμπούτο “Tortured existence”. Το “Epidemic of violence” έκανε τη μεγάλη διαφορά και θεωρείται από μεγάλη μερίδα οπαδών ως το τελευταίο ΤΕΡΑΣΤΙΟ άλμπουμ για το thrash, τουλάχιστον στην πρώτη του ορθόδοξη εποχή πριν αναβιωθεί στα τέλη των 90’s. Τα καμάρια του Bronx χαρακτηριζόντουσαν εξ αρχής από αυτό το υπεργρήγορο, υπερηχητικό, υπερκαταστροφικό παίξιμο τους στα όριά του να χαρακτηριστούν death metal από πολλούς. Είχαν όμως κάτι που όλοι οι κάφροι προσπαθούν να αποκτήσουν και κανείς δεν μπορεί. Είχαν αυτή την πρωτόγονη λύσσα και την καθαρότητα στον ήχο που μόνο το ένδοξο thrash προσέφερε στο μεταλλικό ήχο, γι’ αυτό και άλλωστε παραμένει το κορυφαίο παρακλάδι παρά την σεβαστή ύφεση που πέρασε επί σειρά ετών. Οι DEMOLITION HAMMER είχαν αυτή την πατημένη στο λαιμό DARK ANGEL λογική, μόνο που τα έκαναν όλα πιο γρήγορα και πιο ακραία. Αρχομένης από το “Skull fracturing nightmare”, και για τα επόμενα 39’, ο ακροατής έρχεται αντιμέτωπος με μία από τις μεγαλύτερες ακουστικές τιμωρίες που μπορεί να βιώσει στη ζωή του. Σαν τσουνάμι που έχει μοναδικό σκοπό να αφαιρέσει όσες περισσότερες ζωές μπορεί, όχι από πνιγμό αλλά από σβερκοδιάλυση μέχρι να μείνει μόνο στάχτη από τον καθένα εκεί έξω, το “Epidemic of violence” προελαύνει σαν μαστίγωμα στις πληγές του καθενός, σαν τιμωρία για οποιαδήποτε αυθάδεια του τι θα πει ταχύτητα και ακρότητα, σαν απάντηση στο αν κάτι ήδη κορυφαίο (“Tortured existence”) μπορεί να γίνει καλύτερο και σαν εν γένει αλήθεια μπροστά σε κάθε ψέμα σ’αυτή τη ζωή. Οι τίτλοι των κομματιών δεν αφήνουν ερωτηματικά καν πριν ακουστεί το άλμπουμ. “Human dissection”, “Pyroclastic annihilation”, “Carnivorous obsession”, “Orgy of destruction” και δε συμμαζεύεται. Με ένα από τα πιο τεχνικά καταρτισμένα και ουσιώδη κιθαριστικά δίδυμα που πέρασαν ποτέ, οι DEMOLITION HAMMER στο πρόσωπο των James Reilly/Derek Sykes είχαν δύο υπερπαίχτες που ο ένας συμπλήρωνε ιδανικά τον άλλο και σαν ομάδα ακούγονταν όπως δύο στρατοί σε παρέλαση. Ατραξιόν όμως της μπάντας πέρα από τα τσιμεντένια riffs, ήταν η βιτριολική φωνή του Steve Reynolds και ο συγχωρεμένος Vinny Daze στα τύμπανα. Ο Reynolds θαρρείς και φτύνει κάθε στίχο γιατί είναι ο μόνος τρόπος και λόγος για να ζήσει, ακούγεται σαν οτιδήποτε πέρα από άνθρωπος, σαν να του τραβάνε τα άκρα στο κρεβάτι του Προκρούστη και οι τσιρίδες του είναι το αποτέλεσμα του πόνου που βιώνει και θέλει να το μεταδώσει προς πάσα κατεύθυνση. Στιχουργικά δε, να τονίσω ότι χάρη στον κύριο έμαθα έννοιες στα Αγγλικά που κανένα βιβλίο δε μπορεί να σου μάθει και το λεξιλόγιο μου εμπλουτίστηκε σημαντικότατα. Στον αντίποδα, ο Vinny Daze υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους φονιάδες των δερμάτων εκεί έξω. Φανταστείτε τώρα ένα ντράμερ που σου προκαλεί το σοκ της πρώτης φοράς που άκουσες τον Dave Lombardo ή τον Gene Hoglan, χωρίς όμως το αρχικό ολντσκουλάτο παίξιμο των προαναφερθέντων αλλά με κατευθείαν ισοπεδωτική λογική, με τον καθαρό ήχο που είχε (Νέα Υόρκη, παιδί μεγαλωμένο στο hardcore, λογικό ως ένα σημείο) και με την χειρουργική (για να δέσει και με τους στίχους) ακρίβεια των κατεβασμάτων του. Είναι κρίμα και άδικο αυτός ο άνθρωπος να πεθαίνει από δηλητηρίαση μόλις στα 27 του εν έτει 1996 και κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Αφρική. Αρκετές μπάντες αφιέρωσαν άλμπουμ στη μνήμη του, ενδεικτικό της αξίας του. Ο Daze μετά την περιοδεία του δίσκου άφησε το συγκρότημα και τίποτα δεν ήταν ίδιο ξανά. Οι υπόλοιποι πέσανε στη λούμπα του να παίξουν σαν PANTERA στο τρίτο άλμπουμ “Time bomb” (1994), αλλά η κληρονομιά των δύο πρώτων δίσκων και ειδικά του “Epidemic of violence” διατήρησαν την υστεροφημία τους και πλέον βρίσκονται ξανά ανάμεσα μας και διαλύουν τις σκηνές του κόσμου όπως παλιά. 
 
Άγγελος Κατσούρας
 
 
DREAM THEATER – “Images and words” (ATCO)
 
Υπόσχομαι να είμαι λιτός, επειδή το “Images & words” με κάνει να γράψω και βιβλίο. Είναι ο δίσκος που άλλαξε την μουσική μου πραγματικότητα και εκτόξευσε τους ορίζοντες των μουσικών στο χώρο, σε όριο που δεν είχαν φανταστεί. Οι DREAM THEATER, με τον δεύτερο μόλις δίσκο τους, κατάφεραν να καταργήσουν πολλά στεγανά, να παντρέψουν θεωρητικά ασύνδετα στοιχεία στην μουσική τους και να γίνουν η μπάντα των απανταχού σκεπτόμενων ροκάδων. Ο μουσικός χώρος δεν ήταν προετοιμασμένος για το “Images…” και χρειάστηκε χρόνος για την καταξίωση του δίσκου και της μπάντας. Η τετράδα, είχε άλλωστε προσθέσει νέο τραγουδιστή, αρκετά διαφορετικό από τον Dominici του ντεμπούτου κι έδειχνε να ακολουθεί έναν πιο προσιτό ήχο, γυαλισμένο, που επέτρεπε στην μελωδία να λάμψει και την τεχνική τους να έρθει στην επιφάνεια. Ο νεοαφιχθείς James LaBrie, χτυπά νότες στον ουρανό, όσο κι αν υστερεί κάπως στο συναίσθημα. Μπορεί η διαμάχη τους με τον παραγωγό David Prater να τους άφησε με πικρή γεύση, όμως για όλους εμάς το άλμπουμ είχε απίστευτο για την εποχή του ήχο. Μια από τις εντονότερες διαφωνίες ήταν για τον ήχο στα τύμπανα, όπου ο παραγωγός χρησιμοποίησε τον ήχο του “Hold your fire” των FIREHOUSE. Η χημεία των συντελεστών, ήταν μνημειώδης για το μικρό της ηλικίας τους και την μικρή δισκογραφική τους πορεία, όμως η δίψα για καινοτομία σε συνάρτηση με την πλούσια γκάμα επιρροών τους οδήγησαν σε έναν κορυφαίο metal δίσκο, πέρα από ταμπέλες και πάνω από προσδοκίες. Εμπορικά, η επιτυχία του “Pull me under” συνέβαλλε στην παγκόσμια προβολή τους και τους καταξίωσε. Ίσως δίχως αυτή την επιτυχία, να δυσκολευόταν να ξεπεράσουν το επίπεδο των απανταχού music geeks. Τραγούδια όπως το 11άλεπτο “Learning to live” δεν τα λες και εύπεπτα. Τα μεγάλα τους ορχηστρικά μέρη, όπως στο “Metropolis – part I: The miracle and the sleeper” σε αφήνουν εμβρόντητο για την τεχνική τους, την δομή τους αλλά και τον λυρισμό τους. Μπορεί το “Another day” να αποτελεί την mainstream απόπειρα, ή το “Wait for sleep” σε δυόμιση μόλις λεπτά να είναι σχεδόν η εισαγωγή του “Learning to live”, όμως από την άλλη υπάρχουν συνθέσεις όπως το υπέρτατο “Take the time” που οριοθετούν τον χαρακτήρα των DREAM THEATER. Τι κι αν τους αρνήθηκαν να το κυκλοφορήσουν ως διπλό άλμπουμ; Μας αποζημίωσαν με ένα πιο ολοκληρωμένο “Change of seasons” αργότερα.  Το αντίκτυπο το “Images & words” ήταν τεράστιο, αφού πράγματα που δεν πιστεύαμε πως μπορούν να παιχτούν, αυτοί τα έκαναν για πλάκα. Ό,τι επίθετα κι αν χρησιμοποιήσουμε για να περιγράψουμε το μεγαλείο του άλμπουμ αυτού, δεν θα υπερβάλλουμε. Ο κορμός Myung-Petrucci-Portnoy γράφουν και παίζουν με τρόπο που δίνουν κίνητρο σε κάθε επίδοξο μουσικό να προσπαθήσει περισσότερο (ή να τα παρατήσει – γέλια). Έτσι ξεκινά η ιστορία μιας από τις επιδραστικότερες μπάντες στην ιστορία του metal.  
 
Γιώργος “The sleeper” Κουκουλάκης
 
 
EDGE OF SANITY – “Unorthodox” (Black Mark)
 
Γεια σου Dan! Τα λέγαμε, δεν τα λέγαμε στο κείμενο για το “Nothing but death remains”; Χαίρομαι που ασχολήθηκες, έβαλες τον κώλο κάτω, πίστεψες και δείχνεις ήδη ότι όχι μόνο έφερε αποτέλεσμα αυτός ο ένας χρόνος δουλειάς, αλλά ότι έχεις μπροστά σου ακόμα καλύτερες μέρες. Μπράβο σου λοιπόν για αυτό!
 
Ένα χρόνο ακριβώς μετά το ντεμπούτο τους άλμπουμ, “Nothing but death remains”, στις 8 Ιουλίου 1992 (9 Ιουλίου 1991 το πρώτο!), οι EDGE OF SANITY προσέφεραν στον κόσμο το “Unorthodox” και έβαλαν σφραγίδα στη διαφορετικότητά τους. Ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει, οπότε και σε αυτό το άλμπουμ συναντάμε τον Tomas Skogsberg στην παραγωγή (τον είδαμε και στο κείμενο των AMORPHIS) αλλά τη μίξη έχει αναλάβει ο ίδιος ο Dan Swano, όπως ακριβώς και στο ντεμπούτο του σχήματος.
 
Εδώ όμως, τα πράγματα αρχίζουν και αποκτάνε ακόμα πιο ξεκάθαρη ταυτότητα και τα σημάδια δείχνουν την εξέλιξη και τη διάθεση πειραματισμού του σχήματος. Μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο 1992 και όχι στο 2019 που γράφουμε το κείμενο ή που ξανακούμε το άλμπουμ. Και πράγματα, όπως για παράδειγμα η χρήση καθαρών φωνητικών, τότε στο death metal, ήταν άγνωστα ή «προκλητικά», καθώς δεν τα πολυσυναντούσες. Αλλά αυτός ο τυπάς, το έκανε και μάλιστα στο εναρκτήριο (βγάζουμε το intro) κομμάτι του δίσκου, το "Enigma” (ΑΣΜΑ), δείχνοντας τις προθέσεις του με το «καλημέρα». Ο δίσκος έχει φυσικά το κλασικό death metal ύφος της εποχής, έχει όμως και τις προσπάθειες για κάτι το διαφορετικό και ειδικά την πιο μελωδική πτυχή του, η οποία φυσικά θα εκτοξευθεί στο επόμενο άλμπουμ, το “The spectral sorrows”. Σε κομμάτια, όπως για παράδειγμα στο “Everlasting”, θα ακούσουμε και τις doom/death αναφορές, ενώ ακόμα και η πιο progressive, αν μπορούμε να την πούμε, πτυχή του μουσικού του χαρακτήρα, κάνει δειλά-δειλά την εμφάνισή της, με κάποια υπέροχα περάσματα.
 
Ηχητικά, το άλμπουμ μπορεί να είναι ωμό, τραχύ, επιθετικό, όμως οι εναλλαγές του είναι αυτές που το κάνουν ελκυστικό και προκαλούν την προσοχή. Η διακριτική χρήση των πλήκτρων, όπου και όσο χρειάζονται, δίνει αυτό ακριβώς που χρειάζεται (“Dead but dreaming”), δηλαδή μία πιο «σκοτεινή» ατμόσφαιρα και μία μικρή «μαλάκωση» ας πούμε στην τραχύτητα και δημιουργεί ακόμη ένα ξεχωριστό ηχόχρωμα (“When all is said”), που έρχεται και δένει με το σύνολο των διαφορετικών αναφορών που θα ακούσει κανείς στα 12 (συν το intro και το ακουστικό instrumental “Requiscon by page”, 14) κομμάτια του άλμπουμ. Εδώ ο άνθρωπος έγραψε μέχρι και... «death metal μπαλάντα» (“When all is said”). Και αυτό είναι που κάνει το “Unorthodox” ιδιαίτερο. Η ποικιλία και ο πειραματισμός του. Γιατί στα ξεκάθαρα death metal σημεία, δε θα ακούσεις κάτι που δεν έχεις ακούσει ήδη εκείνη την εποχή από τη Σουηδία ή κάτι μακριά από τα ήδη διαμορφωμένα πλέον «δεδομένα» της, καθώς μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα (1-2 ετών) οι Σουηδοί είχαν καταφέρει να βάλουν τη σφραγίδα τους στον ήχο.
 
Πολύ αγαπημένος δίσκος, ακόμα και σήμερα και παρόλο που δεν είναι ο κορυφαίος μου από τον κύριο Swano, είναι σίγουρα στους 5 κορυφαίους μου ολόκληρης της καριέρας του (όχι μόνο με EDGE OF SANITY) και από τους κορυφαίους μου του Σουηδικού death metal ήχου. Και πως γίνεται να μην είναι όταν έχει κομμάτια όπως το “Enigma”, “Incepience to the butchery”, “Everlasting”, “After afterlige” και “Dead but dreaming”; Τεράστιο μουσικό μυαλό, τεράστιος καλλιτέχνης που ίσως έχει πάρει λιγότερα credits από όσα πραγματικά άξιζε.
 
Φραγκίσκος Σαμοΐλης
 
 
ELEGY - “Labyrinth of dreams” (Shark Records)
 
Τούτοι οι συμπαθέστατοι Ολλανδοί έγιναν γνωστοί στην χώρα μας μετά από τις πολύ καλές κριτικές που έλαβε το 1997 το άλμπουμ τους “State of mind” και την ομολογουμένως εξαιρετική τους εμφάνιση ως support των STRATOVARIUS σε εκείνο το θρυλικό live στο ΡΟΔΟΝ, για τις ανάγκες του “Visions of Europe”. Πριν όμως ακούσει ο Έλλην μεταλλάς το προοδευτικό metal τους, το οποίο είχε και πολλά hard rock στοιχεία ελέω κυρίως του τραγουδιστή τους Ian Parry, οι ELEGY είχαν διανύσει μια περίοδο όπου έπαιζαν τεχνικότατο μελωδικό metal, το οποίο ακροβατούσε μεταξύ power και progressive. Όχι, μην βιαστείτε να συνδέσετε το power metal τους με αυτό των STRATOVARIUS. Στο “Labyrinth of dreams” ο ήχος ταυτίζεται πλήρως με τις επιταγές της άλλης όχθης του Ατλαντικού, από τα ξεκάθαρα power metal riffs και τον τεχνοκρατικό χαρακτήρα που επιβάλλει πολλές αλλαγές, ως την hard ‘n’ heavy «τσαχπινιά». Ένα άλλο περίεργο χαρακτηριστικό, είναι πως ενώ μπορεί οι ELEGY να ήταν σχήμα του βιρτουόζου κιθαρίστα Henk van der Laars, την παράσταση κλέβει σίγουρα ο Eduard Hovinga με την θεϊκή, κρυστάλλινη φωνή του, ειδικά όταν αυτή φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη. Καταπληκτικός τραγουδιστής… Τι είναι τελικά το “Labyrinth of dreams”; Είναι ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα του χώρου (power metal ακόμη, είπαμε) στην Γηραιά Ήπειρο, η αρχή μιας ποιοτικότατης πορείας που όσο περνούσε ο χρόνος άλλαζε προς το προοδευτικότερο και το πρώτο μέρος μια τριάδας δίσκων (επόμενοι τα “Supremacy” και “Lost”) όπου θαυμάσαμε το τεράστιο ταλέντο του Eduard Hovinga. Αυτά και μόνο, αρκούν για να το αγαπήσετε όσοι δεν το ξέρετε.
 
Δημήτρης Τσέλλος
 
 
END AMEN - “Your last orison” (Institute of Art Records)
 
Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις συγκροτημάτων που θα ήθελες πολύ να έχουν διάρκεια στον χρόνο. Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις συγκροτημάτων που έχουν ηχογραφήσει και κυκλοφορήσει έναν (1) δίσκο, δίνοντάς μας τα μυαλά στο χέρι, πετώντας μας τ’ άντερα στο μπλέντερ, σοκάροντάς μας όσο δεν μπορούσαμε και οι ίδιοι να φανταστούμε. Οι END AMEN είναι ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια της περιοδείας των PSYCHOTIC WALTZ με τους DEATHROW, όταν οι μεν είχαν κυκλοφορήσει το “Into the everflow" και οι δε το "Life beyond”. ΡΙΓΟΣ ΚΑΙ ΔΕΟΣ! Κιθάρα και φωνή ο Uwe Osterlehner, κιθάρα ο Dan Rock, τύμπανα o Norm Leggio, μπάσο και πλήκτρα ο Siggi Blasey. Φανταστείτε τώρα αυτούς τους παιχταράδες να παίζουν ένα απίστευτα ευφάνταστο μείγμα power/thrash με στοιχεία ηλεκτρονικής μουσικής μέσα (όχι techno και rave μπλιμπλίκια) και την τάση πειραματισμού των CORONER και CELTIC FROST! Κλίμα πολεμικό, τοπίο Αποκαλυπτικό ή/και Μεταποκαλυπτικό, ένα αίσθημα ασφυξίας και πνιγμού και το κυριότερο… ΚΙΘΑΡΕΣ. Ναι. Αυτό είναι το αληθινό progressive. Αυτό που δεν ξέρεις τι θα ακούσεις στο αμέσως επόμενο λεπτό, όχι αυτό που αναμασά ξοφλημένες Theater-ικές μανιέρες… Και πέραν από τις νότες, τι εντυπωσιακό εξώφυλλο μας έδωσαν οι άτιμοι! END AMEN - “Your last orison”. Δίσκος πραγματικό απόκτημα για κάθε δισκοθήκη. ΤΕΛΟΣ.
 
Δημήτρης Τσέλλος
 
EXCITER – “Kill after kill” (Noise)
 
Ο Καναδάς είναι μια χώρα που έχει αναδείξει πολλά και καλά συγκροτήματα που έχουν αφήσει το καθένα το δικό του στίγμα στην heavy metal σκηνή. Οι EXCITER δεν θα μπορούσαν να ξεφύγουν λοιπόν από  αυτή τη μαγική συνταγή επιτυχίας αφού είναι αναμφισβήτητα ένα από τα καλύτερα speed/thrash σχήματα της γενιάς τους. Έμεναν πάντα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αφοσιώνονταν μόνο στις κυκλοφορίες τους, δίνοντας μια αγνή εικόνα καλλιτεχνών που ο κόσμος αγάπησε άμεσα. 
 
Το 1992 τους βρίσκει να κυκλοφορούν την έκτη δουλειά τους “Kill After Kill” η οποία δεν διαφοροποιείται σε τίποτα από το μουσικό στυλ και ύφος που τους είχαμε συνηθίσει. Μετά από ένα μικρό διάλειμμα ενός δίσκου (“Exciter” το 1988) ο Dan Beehler ξαναπαίρνει το μικρόφωνο και έτσι η νέα τότε δουλειά του σχήματος χάρισε στους οπαδούς άλλον ένα αξιόλογο δίσκο από το αγαπημένο τους σχήμα. Οι συνθέσεις, ηχητικά, παρέμεναν ταγμένες στην ταυτότητα που είχε δημιουργήσει το σχήμα όλα τα προηγούμενα χρόνια, με τραγούδια που είχαν «τερματίσει» τον μετρονόμο σε ταχύτητα έχοντας τα τραχιά, χαρακτηριστικά, «αλήτικα», «κολασμένα» φωνητικά του Beehler. Αν σου άρεσαν τα προηγούμενα albums τους, σίγουρα και αυτό δεν θα μπορούσε να σε αφήσει αδιάφορο. Σαφώς οι κάθε αυτού συνθέσεις δεν είχαν την αίγλη του παρελθόντος ειδικά των 4 πρώτων δουλειών, αλλά τουλάχιστον διατηρούσαν το στυλ δόμησης των συνθέσεων του group. Το album δυστυχώς είχε σχετικά κακή παραγωγή, η οποία νομίζω «χαντάκωσε» κάπως τα τραγούδια αφού ανά στιγμές τα πολλά πρίμα που υπήρχαν, ενοχλούσαν ελαφρώς την ακρόαση. Κατά τα αλλά όμως ο δίσκος χωρίς να είναι η καλύτερη δουλειά τους, αν μη τι άλλο τιμούσε το παρελθόν και την ιστορία του σχήματος, γι’ αυτό και δεν λείπει από τις συλλογές βινυλίων των οπαδών.        
 
Θοδωρής Μηνιάτης 
 
EXHORDER – “The law” (Roadracer)
 
Μετά το απερίγραπτο μνημείο “Slaughter in the Vatican” (1990) που όρισε το groove metal πριν τους PANTERA (που κατά δήλωση του Thomas, αξίζουν περισσότερο την αναγνώριση που έλαβαν από το κόσμο, μια και δούλεψαν σκληρότερα από τους EXHORDER), κλείνοντας πονηρά το μάτι και στο death metal από πλευράς όγκου, οι EXHORDER, βρίσκονται ενώπιον ενός άθλου. Πως διαδέχεσαι ένα τέτοιο δίσκο, χωρίς αυτός να λυγίσει υπό το βάρος ενός τόσο βαρυσήμαντου ντεμπούτου; Ποια είναι η προσέγγιση που ακολουθείς συνθετικά; Οι εκ Νέας Ορλεάνης ορμώμενοι, είπαν να προσθέσουν επιπλέον SABBATH-ίλα, αφού πρώτα την έχουν βουτήξει στους βάλτους της περιοχής, και την έχουν καθαρίσει από τη περιττή βρώμα.
 
Η δυάδα “Soul search me”/”The unforgiven” δείχνει το δρόμο, με παραγωγή που διαλύει τα πάντα με τον όγκο της, δίνοντας επιπλέον ορμή στα γκαζωμένα κομμάτια - σημεία. Υπενθυμίζω, 1992, με το death metal στα πάνω του, και τον όγκο στη παραγωγή σχεδόν να επιβάλλεται αν θες να παίξεις ακραία και δυνατά. Οι EXHORDER το γνωρίζουν καλά, και συνεχίζουν από εκεί που άφησε το “Slaughter in the Vatican” χωρίς να αλλοιώνουν το χαρακτήρα τους, παρά μόνο παρουσιάζοντας άλλες πτυχές του. Οι ταχύτητες ελαφρώς κατεβαίνουν σε κομμάτια όπως το “I am the cross” και το “(Cadence of) the dirge” αναδεικνυόμενα από την ογκώδη παραγωγή. Το δε “Un-born again” αφήνει το μπάσο και τα τύμπανα να παίξουν μπάλα οδηγώντας το κομμάτι, με φοβερά έξυπνα κοψίματα, και μια υποβόσκουσα funk επιρροή (ω ναι!). 
Ακριβώς στη μέση του δίσκου, στέκεται η διασκευή στο “Into the void” των πατέρων BLACK SABBATH, που σε ένα πιο εκμοντερνισμένο παραγωγικό πλαίσιο, αποδεικνύεται ακόμα πιο βαρύ, με τον Kyle Thomas να το σκίζει φωνητικά! Βρωμόξυλου συνέχεια στο “The truth”, που είναι οριακά κάτω από 3,5 λεπτά και στέλνει κόσμο και κοσμάκη στο κοντινότερο νοσοκομείο, κλείνοντας με πανέξυπνη χρήση ακουστικής κιθάρας, που το συνδέει με το ομώνυμο κομμάτι, για σπάσιμο σβέρκου από την ακαταμάχητη γκρούβα του. Ειδική αναφορά στο instrumental “Incontinence”, που στέκεται στη μέση μοιρασμένο μεταξύ του ξύλου και της γκρούβας. 
 
Δισκάρα, από τις πλέον παραγνωρισμένες, που δυστυχώς, μετά από μια υποτυπώδη προώθηση του (υπάρχει στην επίσημη δισκογραφία, εμφάνιση με MALEVOLENT CREATION, SUFFOCATION, CANCER στο Milwaukee Metalfest το ‘94....καρδιά μου καημένη, πως βαστάς και δε ραγίζεις;), δε βρήκε διάδοχο, μέχρι το 2019, όπου το “Mourn the southern skies” παρότι τίμιο, δεν στάθηκε αντάξιο των 2 πρώτων. Αυτό δεν άλλαξε ποτέ το πόσο θαυμάσιο άλμπουμ παραμένει το “The law”, ούτε το πόσο σπουδαία και σημαντική μπάντα είναι οι EXHORDER.
 
Γιάννης Σαββίδης
 
 
EXODUS – “Force of habit” (Capitol)
 
Αυτά τα 90’s, περισσότερο απ’ όλους, κατέστρεψαν το μυαλό των thrashers, που έδειχναν να μην ξέρουν τι να παίξουν και πειραματίζονταν, άλλοτε επιτυχημένα, άλλοτε πλήρως αποτυχημένα. Το “Force of habit” των EXODUS, το είχα αγοράσει σε βινύλιο. Εντελώς λάθος επιλογή. Σχεδόν 70 λεπτά μουσικής, συμπυκνωμένα σε μονό βινύλιο, έκαναν την ακρόαση ανυπόφορη, καθώς η ποιότητα ήταν πάρα πολύ κακή, με τα αυλάκια στριμωγμένα και τον ήχο πολύ χαμηλό. Μπερδεμένοι οι EXODUS, λοιπόν. Για πρώτη φορά στην καριέρα τους, είχαν τόσα πολλά mid-tempo τραγούδια, με τα riff βαλμένα με τρόπο λίγο «άβολο» και τον Steve “Zetro” Souza, σε σημεία να φαίνεται να τραγουδά τόσο πολλούς στίχους που δεν του έβγαιναν σε σημεία κι έκανε αλχημείες, ενώ αχνοφαίνεται μία απέλπιδα προσπάθειά του να τραγουδήσει κανονικά, κάτι όμως που είναι αδύνατο. Η διασκευή που είχαν κάνει στο “Low rider”, στο “Fabulous disaster”, φαίνεται ότι τους άρεσε τόσο, που αυτή τη φορά αποφάσισαν να διασκευάσουν το “Bitch” των ROLLING STONES και το “Pump it up” του Elvis Costello. Αν μου αρέσουν; Όχι. Από την άλλη, γουστάρω το χοντροκομμένο “Feeding time at the zoo”, με το τηλεφώνημα στην αρχή που λέει: «Which monkey is the most tender? You mean which is the best pet… Hmmm, I’m interested in making a monkey soup”… Χιούμορ που στις ημέρες μας θα είχε κάνει τον δίσκο απαγορευμένο από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας! Ακόμα και τώρα γουστάρω επίσης το “When it rains it pours” και το “Count your blessings”, τα πιο γρήγορα –ίσως- κομμάτια του δίσκου. Ταυτόχρονα, δεν κατάλαβα τον λόγο ύπαρξης του 11λεπτου, αρκετά doomy, “Architect of pain”, το “Fuel for the fire” που είναι μία αποτυχημένη version του “Take no prisoners” των MEGADETH ή το southern rock “A good day to die”. Είπαμε, πολύ μπερδεμένη περίοδος τα 90’s για το thrash metal και θα το διαπιστώσουμε και δεν είναι τυχαίο ότι οι EXODUS μετά απ’ αυτόν τον δίσκο, διαλύθηκαν για πρώτη φορά.
 
Σάκης Φράγκος
 
EXTREME – “III sides to every story” (A&M)
 
Σε λίγα μόλις χρόνια η παρέα από την Βοστόνη, βρέθηκε να γράφει τραγούδια πολιτικοποιημένα, αντιπολεμικά και περιβαλλοντικά το 1992, εκεί που τρία μόλις χρόνια πριν έκανε ντεμπούτο με το … “Little girls” και το “Teacher’s pet”. Ο εφηβικός ενθουσιασμός είχε γρήγορα μεταβληθεί σε ωριμότητα και σοβαρότητα, κάτι στο οποίο βοήθησε κι η έκρηξη ενάντια στο hair metal βέβαια. Οι EXTREME είχαν ήδη δείξει τις τάσεις τους από το “Pornografitti” αλλά εδώ, από το ντύσιμο, το εξώφυλλο μέχρι την παραγωγή του ήχου τους, παρουσιάζουν μια «ενηλικίωση» που έκανε πολλούς από τους ακροατές τους να τους εγκαταλείψουν. Τα τραγούδια τους διατηρούν μέρος από τον χαρακτήρα τους, αλλά παρουσιάζουν ένα πιο rhythm n’ funk στήσιμο, λιγότερη έμφαση στην ηλεκτρική κιθάρα και τον όγκο (“Tragic comic”), χάλκινα πνευστά (“Politicalamity”) που σε συνδυασμό με τους καυστικούς στίχους τους (“Warheads”) ή τις αντιρατσιστικές ιδέες τους (“Color me blind”)  δημιουργούν μια δυναμική ατμόσφαιρα. Τριπλό βινύλιο, με ένα concept βασισμένο στις τρεις εκδοχές της αλήθειας (Yours, Mine and the Truth) με διαφορετικά μουσικά στυλ. Με τις ιδιαίτερες προτάσεις του ο Nuno Bettencourt εδώ εδραιώνεται ως κιθαρίστας, όχι μόνο για τα σόλο του, αλλά και τον τρόπο που αναμιγνύει funk, latin, rhythm n’ blues, με hard rock (βλέπε “Cupid’s dead”). Υπάρχουν αρκετές πειραματικές στιγμές στο άλμπουμ που ξενίζουν και μόνο μετά από πολλά ακούσματα μπορούν να σε κερδίζουν (όπως και ο ήχος του Paul Geary στα τύμπανα). Θυμάμαι πώς έκανα την πρώτη φορά που άκουσα το “Seven Sundays” για παράδειγμα. Βέβαια, όσο κι αν είναι καλλιτεχνικά αναγνωρισμένο, το άλμπουμ είναι από τις δυσκολότερες στιγμές τους, που είναι ανοιχτό στην ερμηνεία πως οι EXTREME φανερώνουν το ποικίλο ταλέντο τους, ή από την άλλη δεν έχουν κατασταλάξει στο πώς θέλουν να ηχούν. Γι’ αυτό και δεν εδραιώθηκε στις συνειδήσεις του κοινού τους.
 
Γιώργος “Rest in peace” Κουκουλάκης
 
 
FAIR WARNING – “Fair warning” (WEA)
 
Τα έχουμε πει και τα έχουμε γράψει εκατομμύρια φορές. Το 1992 αλλά και γενικότερα η δεκαετία του hard rock ήταν πάρα μα πάρα πολύ δύσκολη. Όλοι γνωρίζετε τους λόγους, οπότε δε χρειάζεται καμία απολύτως ανάλυση! 
 
Οι FAIR WARNING αποφάσισαν να κάνουν την πρώτη τους δισκογραφική κίνηση την χρονιά η οποία μας απασχολεί στο αφιέρωμα του Rock Hard. Είχαν να αντιμετωπίσουν μπάντες μεγαθήρια, μπάντες που συνέχιζαν να έχουν επιρροή στην μουσική σκηνή, συγκροτήματα τα οποία ξεπηδούσαν συνεχώς σε μία απέλπιδα προσπάθεια των δισκογραφικών εταιριών να κρατήσουν στην ζωή ένα ολόκληρο μουσικό είδος! Οπότε, οποιοσδήποτε αντιλαμβάνεται τη δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος! 
 
Το ντεμπούτο των FAIR WARNING δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητο! Είναι ένας καταπληκτικός δίσκος από την αρχή μέχρι το τέλος! 12 τραγούδια που συντελούν ένα πολύ όμορφο μουσικό λεύκωμα καλοπαιγμένου hard rock, πιστό στις αξίες και στα ιδανικά αυτής της μουσικής, ικανό να σου κρατάει συντροφιά οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας θελήσεις! “Longing for love”, “Crazy”, “Hang on” με την ΤΡΟΜΕΡΗ του εισαγωγή, “Out on the run” που σου φέρνει στο μυαλό την heavy έκδοση του Gary Moore, το αγαπημένο μου “Heat of emotion”, είναι μόνο μερικά τραγούδια τα οποία ανάγουν τον συγκεκριμένο δίσκο σε δισκάρα! 
 
Σίγουρα, οι FAIR WARNING δεν ανέβηκαν ποτέ στα μεγάλα σαλόνια του hard rock παρότι το άλμπουμ είχε αρκετά καλές πωλήσεις, ιδιαίτερα στην ιαπωνική αγορά! Δεν παύει όμως να είναι ένα συγκρότημα που μας χάρισε ένα καταπληκτικό ντεμπούτο, άξιο αναφοράς σε κάθε αφιέρωμα που γίνεται στον ιδίωμα! Ας καλοκαιριάσει μία ώρα αρχύτερα μωρέ και ας είμαστε στην αρχή της άνοιξης…
 
Ντίνος Γανίτης
 
 
FAITH NO MORE – “Angel dust” (Slash/Reprise)
 
Μετά την παγκόσμια επιτυχία του “The real thing” και την εκτεταμένη περιοδεία που ακολούθησε για πάνω από ενάμιση χρόνο, οι FAITH NO MORE είχαν το πολύ δύσκολο έργο να μπορέσουν να ξεπεράσουν το άλμπουμ-ορόσημο τους. Θα ήταν η πρώτη φορά που ο τραγουδιστής Mike Patton θα είχε ουσιαστικά ενεργό ρόλο στη σύνθεση, καθώς όταν τον πήραν πριν κυκλοφορήσει το “The real thing”, το υλικό ήταν ήδη έτοιμο. Η μπάντα θεώρησε ότι πρέπει να κάνει διάλειμμα για πάνω από ένα χρόνο για να φορτίσει τις μπαταρίες της μετά την μεγάλη περιοδεία και ο Patton βρήκε μεταξύ άλλων το χρόνο να κυκλοφορήσει το ομότιτλο ντεμπούτο-μνημείο των MR. BUNGLE το 1991. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η μπάντα ενώ είχε γραμμένο υλικό να το σβήσει και να το γράψει εξ αρχής και ο ίδιος ο Patton ένιωσε πολύ ανανεωμένος. Αποφάσισαν ότι δε ήθελαν να κάνουν ένα ίδιο δίσκο με τον προηγούμενο και ο πειραματισμός ήταν έκδηλος σε αυτό που θα γινόταν το τέταρτο άλμπουμ τους και θα ονομαζόταν “Angel dust”. Σχετικά με τον τίτλο, εδώ αρχίζουν οι τριβές με τον κιθαρίστα Jim Martin, ο οποίος ήταν κάθετα αντίθετος με την ονομασία του δίσκου κι «έδινε» στεγνά τον Roddy Bottum όσον αφορά τον τίτλο που προέκυψε. Μάλιστα το πήγαινε παραπέρα λέγοντας «Ο Roddy ήθελε να το ονομάσουμε “Angel dust”, δεν ξέρω γιατί, αλλά θέλω να ξέρετε ότι αν τελικά ονομαστεί έτσι, εγώ δεν είχα σε τίποτα να κάνω μ’ αυτό». Επίσης το τελικό αποτέλεσμα τον δυσαρέστησε απίστευτα κι έτσι στο τέλος αποφάσισε μετά την περιοδεία του δίσκου να φύγει από το συγκρότημα, πετώντας μύδρους για το δίσκο χαρακτηρίζοντας τον ως “gay disco”. Σύμφωνα με τον Bottum, ο Martin απολύθηκε μέσω φαξ, αλλά ο ίδιος ο Martin τονίζει ότι ήταν δική του η απόφαση να φύγει (μύλος)… Το άλμπουμ γενικά ήταν πιο σοβαρό (όσο γίνεται αυτό με  τους FNM), λίγο λιγότερο «τσίρκο» σε σχέση με τον προκάτοχό του και αρκετά πιο εσωτερικό και πειραματικό. Προς τιμήν τους, δεν μπήκαν στην πεπατημένη της επανάληψης και ενώ φαινομενικά έμοιαζε ουτοπικό και απίστευτο να επαναληφθεί η ίδια επιτυχία, το “Angel dust” κατάφερε τελικά να ξεπεράσει το “The real thing” σε πωλήσεις και να είναι μέχρι σήμερα το πλέον πετυχημένο σε πωλήσεις άλμπουμ του συγκροτήματος. Σίγουρα βοήθησαν πολύ τα singles “A small victory”, “Midlife crisis” και “Everything’s ruined”, αλλά το κρυφό διαμαντάκι είναι το “Jizzlobber” και φυσικά η ιδανική αρχή με τα “Land of sunshine”/”Caffeine”, τα οποία δίνουν και τον τόνο του δίσκου από νωρίς. Το συγκρότημα στη συνέχεια έχοντας γνώση τι θα συμβεί, πραγματοποίησε νέα μεγάλη περιοδεία, όντας πιο προετοιμασμένο σε σχέση με αυτό που ακολούθησε το “The real thing” και τους «έκαψε». Έτσι ήταν μέρος του πακέτου της “Use your illusion tour” με τους GUNS ‘N’ ROSES και τους SOUNDGARDEN, ενώ στη συνέχεια αντί των SOUNDGARDEN στην Αμερική προστέθηκαν οι METALLICA και στη συνέχεια οι FAITH NO MORE έκαναν τη δική τους Ευρωπαϊκή περιοδεία, ενώ έφτασαν μέχρι την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Το “Angel dust” συνολικά χαιρετήθηκε παγκοσμίως ως ένα τολμηρό αλλά ποιοτικότατο άλμπουμ, ο τύπος και οι οπαδοί το λάτρεψαν με τη μία, εξήραν το συγκρότημα για το γεγονός ότι δεν προσπάθησαν να γίνουν ακόμα εμπορικότεροι (αν και οι πωλήσεις δεν συμφωνούσαν και πουλούσε ζεστά) και παρά την απώλεια του Martin βγήκαν δυνατότεροι από αυτό. Αξίζει να σημειωθεί ότι τη θέση του κιθαρίστα την πρότειναν στον Justin Broadrick των GODFLESH και στον Geordie Walker των KILLING JOKE, αλλά αμφότεροι αρνήθηκαν και έτσι στη συνέχεια τη θέση πήρε προσωρινά ο Trey Spruance των MR. BUNGLE μετά από πρόταση του Patton. O δίσκος εδώ και χρόνια μνημονεύεται συνεχώς σε διάφορες λίστες, ενώ ακόμα και το KERRANG! το οποίο στην αρχή δεν είχε δώσει καλό βαθμό, σε αφιέρωμα χρόνια μετά το χαρακτήρισε ως το επιδραστικότερο άλμπουμ όλων των εποχών. Κατάφερε να ενώσει μεγάλες μερίδες οπαδών, ενώ ακόμα και άκρατοι χεβιμεταλλάδες το αγαπούν ιδιαίτερα και παρότι η μπάντα δεν είχε ποτέ πρακτική σχέση με τον ήχο μας, θεωρούνται τίμιοι το δίχως άλλο και αναγνωρίζονται πολύ περισσότερο ακόμα κι από μεταλλικότερες στον ήχο μπάντες, λόγω της νοοτροπίας τους και της δεδομένης άγνοιας κινδύνου που είχαν. Μετέπειτα επανεκδόσεις είχαν τη διασκευή του “Easy” των COMMODORES και το “As the worm turns”, ενώ ελάχιστες εκδόσεις είχαν και το συλλεκτικό “The world is yours”.
 
Άγγελος Κατσούρας
 
 
FEAR FACTORY – “Soul of a new machine” (Roadrunner)
 
Το θρυλικό ντεμπούτο των FEAR FACTORY πέρασε από πολλά κύματα μέχρι να κυκλοφορήσει τελικά το 1992. Η μπάντα που στο αρχικό της στάδιο ονομαζόταν ULCERATION, άλλαξε το όνομα όταν τα μέλη της είδαν κάτι σαν εργοστάσιο να φυλάσσεται από φρουρούς με αυτόματα και ονομάστηκαν FEAR THE FACTORY για να κοπεί το μεσαίο συνθετικό και να καταλήξουμε στο σημερινό (ένδοξο) όνομα. Οι Μεξικάνοι Dino Cazares (κιθάρα) και Raymond Herrera (τύμπανα) ήταν ο βασικός πυρήνας, ενώ ο τραγουδιστής Burton C. Bell προσελήφθη από σπόντα. Οι δύο Μεξικάνοι όντας σε ξενοδοχείο, τον άκουσαν να τραγουδάει τόσο δυνατά το “New year’s day” των U2 στο μπάνιο του και εντυπωσιάστηκαν τόσο που τον περίμεναν έξω από το δωμάτιο του και του πρότειναν άμεσα να μπει στο συγκρότημα. Οι FF άμεσα επηρεασμένοι από τους NAPALM DEATH (αρχικά) και GODFLESH/MINISTRY (στη συνέχεια, με ολίγη κι από NEUROSIS) εν έτει 1991 ηχογράφησαν στο στούντιο του… Blackie Lawless το παρθενικό τους άλμπουμ “Concrete” με παραγωγό τον «πολύ» Ross Robinson. Όντας δυσαρεστημένοι με τις συνθήκες και τους όρους της ηχογράφησης, καθυστέρησαν την κυκλοφορία του δίσκου. Τελικά διατήρησαν τα δικαιώματα των κομματιών, με τον Robinson να διατηρεί τα δικαιώματα της ηχογράφησης. Το άλμπουμ δεν κυκλοφόρησε στη μορφή αυτή μέχρι το 2002 (και χωρίς την έγκριση της μπάντας), έτσι παρθενικό άλμπουμ έμελλε να γίνει το “Soul of a new machine” με τα περισσότερα από τα κομμάτια του “Concrete” επανηχογραφημένα και με παραγωγό τον τιτάνα Colin Richardson. To “Concrete” παρ’ όλα αυτά, ήταν ο λόγος που ο Max Cavalera (ένας είναι, δε νομίζω να θέλετε διευκρινίσεις) πρότεινε το συγκρότημα στη Roadrunner, η οποία τελικά τους έδωσε συμβόλαιο. Ο ήχος του “Soul of a new machine” ήταν ένα ξεκάθαρο Industrial death metal άλμπουμ, όπως κανείς δεν είχε παίξει και κανείς δεν ξανάπαιξε. Ο ξερός του ήχος σε συνδυασμό με τα μπλιμπλίκια από παντός είδους samples το έκανε μοναδικό και έλαβε cult υποδοχής στους τότε underground κύκλους. Ο δε Burton C. Bell θεωρείται ο πατέρας της εναλλαγής κάφρικων και μελωδικών φωνητικών, οι FF οι πιονιέροι αυτής της λογικής στον μετέπειτα μοντέρνο ήχο και το ντεμπούτο τους ακούγεται απόλυτα ξεχωριστό στον κατάλογο τους σε σχέση με το μετέπειτα (πιο προσβάσιμο) υλικό. Ήταν τέτοια η υφή του που ναι μεν είχε δυνατούς ακόλουθους, αλλά δεν πούλησε τόσο πολύ. Από την άλλη η μπάντα ήταν σε μεγάλη φόρμα και όργωσε τις σκηνές του κόσμου με μπάντες όπως οι BIOHAZARD, SEPULTURA, SICK OF IT ALL, BRUTAL TRUTH, CANNIBAL CORPSE, CATHEDRAL, SLEEP σε μία πρωτοφανή γκάμα συγκροτημάτων όπου έπαιξαν ως «μπαλαντέρ». Ο Andrew Shives που υποτίθεται ήταν ο μπασίστας προσελήφθη μετά την ηχογράφηση του δίσκου, αλλά ο Cazares ήταν αυτός που έπαιξε το μπάσο μέχρι και το 1995. Το 1993 και εκμεταλλευόμενοι το θόρυβο γύρω από το όνομα τους, προσέλαβαν των Rhys Fulber των FRONT LINE ASSEMBLY που έκανε remix σε κάποια κομμάτια του δίσκου, με ήδη μεγάλη κι έκδηλη την διάθεση πειραματισμού από πολύ νωρίς. Η σύμπραξη αυτή οδήγησε στο ΕΡ “Fear is the mindkiller” το οποίο και έδειξε τον (λιγότερο κάφρικο, περισσότερο βιομηχανικό) δρόμο που θα ακολουθούσαν στη συνέχεια. Το 1994 ο Shives έφυγε από τη μπάντα, και τη θέση του πήρε ο Βέλγος Christian Olde Wolbers, τον οποίο τους σύστησε ο Evan Seinfeld των BIOHAZARD. O Wolbers που είχε έρθει για διακοπές στην Αμερική, στο άκουσμα της πρότασης, έμεινε για πάντα στη χώρα τελικά. Το δεύτερο άλμπουμ (κι ένα από τα 10 κορυφαία αυτής της ζωής) “Demanufacture” είχε ήδη ηχογραφηθεί πριν μπει ο Wolbers στο συγκρότημα και στη συνέχεια οι FF θα κατακτούσαν τον κόσμο επίσημα με τη μεγαλύτερη στιγμή της ιστορίας τους. Τίποτα όμως δε θα ήταν ίδιο χωρίς το άλμπουμ-αρχή των πάντων, το οποίο συμβολικά έχει ως εξώφυλλο ένα έμβρυο το οποίο γεννιέται μέσα σε μία μηχανή. Η σχέση ανθρώπου-μηχανής έχει κύρια σημασία στην αισθητική του συγκροτήματος, ενώ στη συνέχεια όλα τους τα εξώφυλλα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απεικονίζουν το FF λογότυπο διαφορετικά, ώστε να εκπροσωπείται η συγκεκριμένη φάση της μπάντας ανά κυκλοφορία. Τέλος, ο δίσκος είναι ημι-θεματικός όσον αφορά τη δημιουργία μίας τεχνολογικής/κυβερνητικής μηχανής από τον άνθρωπο, σε μία ιστορία που αναπτύχθηκε με τον καλύτερο τρόπο μελλοντικά κι αποτέλεσε ένα από τα πολύ μεγάλα ατού τους.
 
Άγγελος Κατσούρας
 
FIREHOUSE – “Hold your fire” (Epic)
 
Δεν γνωρίζω πολλά για το πόσο δούλεψε η μπάντα από την Virginia των ΗΠΑ, ως ότου κυκλοφορήσει το πλατινένιο ντεμπούτο της, όμως ξέρω πόσο δύσκολο ήταν να το ακολουθήσουν, αφού είχαν ήδη γνωρίσει τρομερή επιτυχία, με τρία singles, βραβεία κι εκατομμύρια θαυμαστών. Η επανάσταση στην μουσική βιομηχανία είχε ήδη συμβεί. Το glam/sleaze και τα hairsprays εξαφανιζόταν γοργά από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Όμως οι FIREHOUSE είχαν μια δυνατή συνθετική συνεργασία, στα πρόσωπα του τραγουδιστή C.J. Snare και του κιθαρίστα Bill Leverty. Έχοντας αφομοιώσει από AEROSMITH, Y&T, RATT μέχρι POISON, κατάφεραν να συνεχίσουν να γράφουν μελωδικούς ύμνους, ιδανικούς για αρένες. Τα περισσότερα από τα 12 τραγούδια του “Hold your fire” είναι κλασικά του είδους και παρόντα στις συλλογές τους, αλλά και στις συναυλίες τους. Παρέλαση κολλητικών ρεφραίν σε “Reach for the sky”, “Rock you tonight”, “Get in touch”, “Hold your fire”, “Hold the dream” και “Mama didn’t raise no fool”. Τα δυο πιο γλυκανάλατα τραγούδια τους, ήταν ίσως και τα πιο επιτυχημένα εμπορικά. Πιο συγκεκριμένα “Sleeping with you” και την δακρύβρεχτη μπαλάντα “When I look into your eyes” που έφτασε μέχρι το νούμερο 8 στην Αμερική. Ο ήχος του άλμπουμ ήταν γεμάτος, αλλά ταυτόχρονα πολύ διαυγής. Ο ίδιος ο Leverty μου είχε πει πως έκαναν άπειρα overdubs και σε σημεία μέχρι και 10 ή 12 κιθάρες. Το ίδιο νεωτεριστικός και ογκώδης ήταν ο ήχος στα τύμπανα, τον οποίο ο παραγωγός David Prater αργότερα αναπαρήγαγε όταν δούλευε στο “Images & words” την ίδια χρονιά. Με το “Hold your fire” οι Αμερικάνοι έδειξαν πως είχαν την ποιότητα να συνεχίσουν, γράφοντας δυνατά τραγούδια, γεμάτα μελωδία, σιρόπια και πώς να αναδείξουν την ιδιαίτερη, ψιλή και λεπτή φωνή του C.J. Αυτό το άλμπουμ, θα μπορούσε να είναι ο ορισμός του καλού, μελωδικού και πιασάρικου αμερικάνικου hard rock, όσο κι αν οι στίχοι τους είναι απλοί. 
 
Γιώργος “Rock you tonight” Κουκουλάκης
 
 
FLOTSAM AND JETSAM – “Cuatro” (MCA)
 
Οι FLOTSAM AND JETSAM, αποτελούν ένα συγκρότημα που σε βάθος χρόνου αναγνωρίζεται η συνθετική τους δεινότητα κατά τη μετάβαση από το “Doomsday for the deceiver” (1986) και το “No place for disgrace” (1988) στα “When the storm comes down” (1990) και το εδώ παρουσιαζόμενο “Cuatro” (1992). Ο ήχος γίνεται πιο ογκώδης (σημείο των καιρών όπως έχουμε ξαναπεί), τα ρεφρέν πιο μελωδικά (με οδηγό την αειθαλή φωνάρα του Erik AK), αλλά δε θυσιάζεται τόσο πολύ η τ(ρ)αχύτητα της μπάντας. Απόδειξη, το εισαγωγικό δίδυμο του τέταρτου δίσκου των θεών εκ Αριζόνας. Το ταχύτατο “Natural enemies” και το mid-tempo “Swatting at flies” (για το οποίο γυρίστηκε και βίντεο), εισαγάγουν τον ακροατή στο νόημα, με έντονη τη παρουσία του μπάσου. Η 90’s μουντίλα έχει σκεπάσει τη μπάντα και έχει επηρεάσει προς όφελος των συνθέσεων, το ύφος και τη ποιότητα τους, μια και οι χαμηλότερες ταχύτητες δίνουν χώρο για περισσότερα πράγματα. 
 
Αντανάκλαση αυτής της μουντίλας, βλέπει κάποιος και στα στιχουργικά θέματα. Για παράδειγμα, η ζωή η ίδια και το πόσο δύσκολο είναι να τη διαχειριστεί κάποιος, χωρίς καθοδήγηση (“Cradle me now”), οι μεταξύ των νέων δολοφονίες για ναρκωτικά, μέσα από τα μάτια ενός εμπόρου (“The message”) ή η απογοήτευση του ανθρώπου, και η πάλη για να καταλάβει ποιο το νόημα της ζωής του (“Wading through the darkness” - τι κομματάρα διάολε). Γενικά, όλο το άλμπουμ χαρακτηρίζεται από μια αστική ατμόσφαιρα, με την αβεβαιότητα (“Forget about heaven”), τους γρήγορους ρυθμούς, τη συναισθηματική κλειστότητα (“Never to reveal”) και τους κινδύνους της πόλης που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο τότε μοντέρνος άνθρωπος (έτι περισσότερο ο τώρα μοντέρνος άνθρωπος) να παρουσιάζονται στιχουργικά πιο δυσοίωνοι από ότι όταν τους ανέφεραν για παράδειγμα στη δεκαετία του ‘80 οι ίδιοι ή και άλλες μπάντες της “σειράς” τους. Ευθεία συνέπεια και άμεσο παράγωγο του κόσμου στον οποίο δημιουργήθηκε. Ενός κόσμου, που έμπαινε αβέβαιος στη νέα δεκαετία, είτε κοινωνικά, είτε μουσικά μιλώντας. 
 
Μουσικά σε αυτό το δίσκο, οι FLOTSAM AND JETSAM, παραδίδουν συνολικά μαθήματα του πως να ενσωματώνεις τις επιρροές του ήχου των ημερών σου, στο ήδη υπάρχον ύφος σου. Τόσο σε αυτό όσο και στο προηγούμενο, το κατάφεραν με επιτυχία, στρώνοντας το έδαφος για το τελευταίο σπουδαίο άλμπουμ των Αμερικανών, το “Drift” (1995), μια και αργότερα θα ακολουθούσε μια περίοδος συνθετικής πτώσης όπου θα αλλάξει στην αρχή της επόμενης δεκαετίας. Ιστορίες για άλλα κείμενα στο μέλλον. 
 
Γιάννης Σαββίδης
 
 
FORTE - “Stranger than fiction” (Massacre)
 
Από την Oklahoma City, ένας τεχνικότατος power/thrash χείμαρρος που έσπασε όλα τα φράγματα και μας παρέσυρε όλους στο πέρασμά του. Ο James Randel, τραγουδιστής των cult θεών του US power metal OLIVER MAGNUM, ενώνει τις δυνάμεις του με τον υπερ-μπασίστα Rev Jones (MSG, BLACK SYMPHONY, STEELHEART), τον κιθαρίστα Jeff Scott και τον drummer Greg Scott και με το «καλημέρα σας» εντυπωσιάζουν τόσο πολύ, που όλες οι μετέπειτα κυκλοφορίες της μπάντας βρίσκονται κάτω από την βαριά σκιά τούτης δω της καταπληκτικής κυκλοφορίας. Καθένας από τους τέσσερεις μουσικούς αποδίδει τα μέγιστα σε αυτό το μανιφέστο δυναμικότητας, τεχνικής και ενθουσιασμού, ειδικά ο Jones ο οποίος δένει το μπάσο σαν τον Γόρδιο Δεσμό. Τα κομμάτια είναι το ένα καλύτερο από το άλλο, όλα σε ξέφρενες ταχύτητες που τις σταματούν mid-tempo «σπαστικά» power metal εμβόλιμα μέρη, εκτός από το καταπληκτικό καταληκτικό “The promise” το οποίο κερδίζει με την ατμόσφαιρά του την τελική κούρσα για το καλύτερο του δίσκου με σχετική ευκολία μάλιστα. Αν θέλαμε να παρομοιάσουμε τον ήχο της μπάντας, αυτός θα ήταν ένα κράμα SANCTUARY - METAL CHURCH - FLOTSAM AND JETSAM - OVERKILL, οπότε καταλαβαίνετε και μόνοι σας τι ακριβώς γίνεται εδώ. Με μία λέξη; Χαμός! Η τιμημένη Μάνα Αμερική, στα καλύτερά της.
 
Δημήτρης Τσέλλος

 
 

Σχόλια

Άλλα άρθρα του συντάκτη

Διαβάστε επίσης

Αφιέρωμα στο 90’s metal – 1990 Part 1

9 Οκτωβρίου, 2018 - 12:45 Rockhard

Τελείωσε λοιπόν το αφιέρωμα στα τιμημένα 80’s, όπως συνηθίζουμε να λέμε και βλέποντας την πολύ μεγάλη ανταπόκριση που είχε, είπαμε να συνεχίσουμε το αφιέρωμα και στην επόμενη δεκαετία, στα 90’s. Εδώ...

[περισσότερα]