BEYOND THE PALE VOL. 4: BAUHAUS SPECIAL

10 Δεκεμβρίου, 2018 - 06:00

Όπως υποσχέθηκα σχετικά, αυτή την φορά θα ασχοληθούμε με τους θρυλικούς BAUHAUS και παράλληλα θα κάνει πρεμιέρα η υποενότητα “From the graves”. Αν και το “Beyond the pale” έχει το βλέμμα του στραμμένο στις καινούργιες κυκλοφορίες, δεν θα μπορούσε να κλείσει τα μάτια και στα σπουδαία επιτεύγματα του παρελθόντος. Έτσι, όταν θα το επιτρέπουν οι περιστάσεις ή θα το επιβάλλει η επικαιρότητα, θα κάνουμε αυτά τα ειδικά flashbacks. 

Την τρέχουσα εβδομάδα, όπως είναι λογικό, μονοπωλούν το ενδιαφέρον οι δύο συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη του Peter Murphy. Ο Murphy παρέα μαζί με τον παλιό του συνοδοιπόρο David J, θα γιορτάσουν τα σαράντα χρόνια από την ίδρυση των BAUHAUS, ερμηνεύοντας επί σκηνής ολόκληρο το “In the flat field”, παράλληλα και με άλλα γνωστά τους τραγούδια. Επόμενο ήταν να ασχοληθούμε λοιπόν με το debut album τους.

Θέλοντας να ξεφύγουμε από τα τετριμμένα, ζητήθηκε από πέντε πολύ σημαντικούς ανθρώπους της εγχώριας σκηνής να μας καταθέσουν την άποψή τους πάνω στο τι σημαίνει για αυτούς το “In the flat field” αλλά και οι BAUHAUS γενικότερα και, όπως θα διαπιστώσετε, το αποτέλεσμα των απόψεών τους είναι πραγματικά απολαυστικό. Θα διαβάσετε για εμπειρίες, βιώματα, συναισθήματα, ακόμα και πληροφορίες που δύσκολα θα μαθαίνατε. Και για αυτό θα ήθελα να τους ευχαριστήσω θερμά για τον κόπο και τον χρόνο τους.

Ας αφήσουμε τα πολλά εισαγωγικά. Καλή ανάγνωση, καλή αντάμωση στη συναυλία και θα τα πούμε ξανά την επόμενη Τετάρτη.
 

FROM THE GRAVES

BAUHAUS – “In the flat field” (4AD)

Γιώργος Δρίβας (Dark Sun Club):

(μέσα από την εσωτερική μου αναζήτηση και τα βαθιά μου πιστεύω)

"Το κείμενο είναι αφιερωμένο σε εκείνους που ψάχνουν και αγαπούν την αλήθεια"

Αποξενωμένοι όπως νιώθουμε, σε ένα ασπρόμαυρο σύμπαν (καθώς και το εξώφυλλο του άλμπουμ), έξω από το φάσμα των χρωματικών πεποιθήσεων, όπου η θρησκεία και η πολιτική βάζουν συρματοπλεγμένα όρια και μας υποβάλλουν και επιβάλουν την έννοια του «φυσιολογικού», σβήνοντας μέσα μας κάθε λάμψη ανθρωπιάς και φυσικά ελευθερίας, κλεισμένοι μέσα στα κλουβιά που οι ίδιοι αναγκαστήκαμε να φτιάξουμε για να ξεφύγουμε από τους υπόλοιπους ανθρώπους, αλλά και από τον εαυτό μας, όσοι έχουμε ακόμη τη δύναμη της αμφισβήτησης, άρα και την ενέργεια να επαναστατούμε καθημερινά, εκεί έρχεται σαν δρεπάνι ή σφυρί ή σαν ένα όπλο το “In the flat field”.

Ακούγοντάς το, μας δίνει κάποιο είδος φώτισης κατευθείαν μέσα από το βάθος του εσωτερικού μας σκοταδιού, για να μας προκαλέσει να είμαστε αληθινοί (Double dare) μέσα μας, να κάψει τα λιβάδια όπου πεθαίνει ήρεμα το μυαλό, σε μια ποίηση της φωτιάς, όπου το πνεύμα πυρωμένο καίει αιώνια και κάνει στάχτες την καθιερωμένη βαρετή πραγματικότητα που μας επιβάλλεται από μικρή ηλικία και κατευνάζει αυτόν τον αγνό μας πίθηκο (Nerves) ή το παιδί μέσα μας, παρασημοφορώντας ένα δήθεν μοντέλο στημένο, άκαρπο, ψεύτικο, ένα προγραμματισμένο ον που κατακρεουργεί τη φύση μέχρι να αυτοκαταστραφεί.
Στην μνήμη μου λοιπόν έχω καταχωρημένο το άλμπουμ “In the flat field” ως μια ουσία που εμπεριέχει το μυστικό ενός δηλητήριου, που σε μικρές δόσεις γίνεται θεραπεία για τον καρκίνο του μυαλού, που αργοπεθαίνει σε ένα μονοεπίπεδο λιβάδι ενός πολυδιάστατου κόσμου.

Μάνος Καρακατσάνης (MANI DEUM, THE MAN & HIS FAILURES, Syd Records):

Η πρώτη μου επαφή με full album των BAUHAUS ομολογώ ότι ήταν με το εκπληκτικό “Burning from the inside”. Το πήγα κάπως ανάποδα, αλλά όταν έφτασα στο “In the flat field” το ένιωσα σαν γροθιά στο στομάχι. Ο δίσκος έχει την καλύτερη τριπλέτα που μπορώ να φανταστώ, με τα “Dark entries”/”Double dare”/”In the flat field” να σε παίρνουν από το λαιμό και να σε βουτούν βαθιά στο τι εστί BAUHAUS, σε όλο το μήκος και πλάτος του σκοτεινού τους κόσμου. “St. Vitus dance”, “Stigmata martyr” και “Nerves” είναι επίσης άλλη μια τριπλέτα μέσα στον δίσκο που λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Στην πρώτη του έκδοση το άλμπουμ κλείνει στο “Nerves”, αλλά η έκδοση που έγινε πιο γνωστό  είναι αυτή που περιλαμβάνει και τα singles, με το τελικό αποτέλεσμα να φτάνει τα 17 κομμάτια και με το “Crowds”, ένα πιανιστικό αριστούργημα της δισκογραφίας των BAUHAUS να κλείνει τον ογκόλιθο του “In the flat field”. Aν μιλάμε για δίσκους που δεν γίνεται να μην έχεις, γενικά στην εναλλακτική σου δισκογραφία, τότε αυτός είναι σίγουρα ένας από αυτούς. 

Γιώργος Φακίνος (Second Skin Club):

Στις 3 Νοεμβρίου 1980 που κυκλοφόρησε το “In the flat field”, ήμουν 9 χρονών. Που σημαίνει πως δεν ήμουν εκεί, σε αυτή τη μαγική, οριακή στιγμή (που μου έχει συμβεί φυσικά με άλλα albums-ορόσημα αργότερα) του να βιώνεις κάτι πραγματικά ξεχωριστό, κάτι που να νιώθεις πως είναι μπροστά από την εποχή του, κάτι που να νιώθεις πως θα επηρεάσει τη μουσική στα χρόνια που έρχεται, το “In the flat field” δηλαδή… Το άκουσα όμως μερικά χρόνια μετά (κοιτώντας ταυτόχρονα το εξώφυλλο) , ανάμεσα σε SCORPIONS, KROKUS, DIO, ACCEPT, POLICE, CURE και EURYTHMICS. Ο κιθαρίστας Daniel Ash ένιωθες πως βίαζε την κιθάρα του, ο Peter Murphy απόλυτα θεατρικός και εκφραστικός, ενώ καταλάβαινες πως θαύμαζε Bowie και Iggy Pop (βέβαια αυτό το κατάλαβα αργότερα) και δίπλα τους, ένα ιδανικό rhythm section: David J και Kevin Haskins. Η πρωτόγονη dark-ίλα του “In the flat field” δεν επηρέασε μόνο το Dark Wave και το Gothic Rock, αλλά και μέρος του ακλισεδάριστου Metal, όπως -αναπόφευκτα- και της Indie σκηνής. Έχω δει τον Peter Murphy δύο φορες live (την τελευταία φορά το μαλλί του ήταν άθλιο, αλλά η φωνή άψογη) και σχετικά με την “Peter Murphy 40 years of BAUHAUS live in Athens” συναυλία που έρχεται αυτή την εβδομάδα, είμαι επιφυλακτικός και περίεργος ταυτόχρονα (but it will be fun?). Και πειράζει που -πλέον- θεωρώ το “Mask” και το “The sky’s gone out” όχι καλύτερα από το “In the flat field”, αλλά πιο περιπετειώδη;

Νίκος Δρίβας (Συγγραφέας “Release the bats” & “Return of the bats”, DJ):

Η μύησή μου στους BAUHAUS έγινε με το "In the flat field" κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Ένα άλμπουμ μονόλιθος, που με το άκουσμα του δεν μπορούσε παρά να με ταρακουνήσει. Ο απόλυτος Dark δίσκος κατά την άποψη μου, που έθεσε τα θεμέλια για μια ολόκληρη σκηνή ηχητικά και στιλιστικά. Το μαύρο λιτό εξώφυλλο, που το κοσμούσε μόνο μια ατμοσφαιρική ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός γυμνού άνδρα, σε έβαζε αμέσως στο κλίμα. Όπως και στο περιεχόμενο, δέσποζε το άσπρο το μαύρο και ένα παιχνίδι με τις σκιές. Κάτι που ακολουθούσε τους BAUHAUS σε όλες τους τις εκφάνσεις, ακόμα και στη σκηνή, όπου έδιναν «παραστάσεις» λουσμένες με δέσμες άσπρου φωτός από προβολείς. Σαν ντεμπούτο, το "In the flat field" είχε όλη αυτή την ενέργεια ενός νέου γκρουπ που ακόμα διαμόρφωνε τον ήχο του και όλα έδειχναν ότι δεν υπήρχαν όρια, παρά μόνο γνήσιος αυθορμητισμός. Τα τραγούδια του έδειχναν σίγουρα στη κατεύθυνση τους, μη λογαριάζοντας τίποτα και κανέναν. Ένα συγκρότημα γεμάτο αυτοπεποίθηση, που έδειχνε σίγουρο και προσηλωμένο. Το εναρκτήριο κομμάτι "Double dare" σου καρφώνεται στο μυαλό από την πρώτη κιόλας νότα έως την κορύφωση του, με το ξέσπασμα των τυμπάνων του Kevin Haskins και τη μανιασμένη ερμηνεία του Peter Murphy. Τα οποία σε κτυπούν με τόση ορμή, που το οστικό τους κύμα δεν παύει μέχρι σήμερα να έχει την ίδια ένταση. Στη συνέχεια του δίσκου ξετυλίγεται όλη η γκάμα επιρροών του γκρουπ, από glam rock έως punk rock, περασμένες βέβαια μέσα από το σκοτεινό φίλτρο τους, προσδίδοντας μια πιο μυσταγωγική πινελιά. Οι μουντές μπασογραμμές του David J και οι κοφτερές σαν ξυράφια κιθάρες του Daniel Ash είναι καταλυτικές. Πράγμα που φαίνεται στο ομώνυμο κομμάτι και ακόμα πιο έντονα στα "A god in an alcove", "The spy in the cab" και "Stigmata martyr", που τα διακατέχουν μια πιο δραματική ερμηνεία, στολισμένα με σκοτεινή θεματολογία από την απλή καθημερινότητα έως τη θρησκεία και το βουντού. Ενώ τα πιο ξέφρενα "Dive", "Small talk stinks" και "St. Vitus dance" περιέχουν punk δυναμισμό, αλλά με τον πειραματισμό του τότε νέου post-punk ήχου. Καλύτερο κλείσιμο δεν θα μπορούσε να γινόταν παρά με το επιβλητικό "Nerves", που μετά το καταιγιστικό του κρεσέντο τελειώνει απότομα με ένα στοιχειωμένο ήχο πιάνου.

Μιχάλης Πούγουνας (NEW ZERO GOD, ex-THE FLOWERS OF ROMANCE, ex-NEXUS, The Blackout Radio Show):

Όταν εκείνο το Σάββατο στις 14 Μαΐου του 1983 οι BAUHAUS ήρθαν στην Αθήνα για τη μια και μοναδική τους συναυλία στο Sporting, εκπληρώθηκε ένα μεγάλο μου όνειρο… Βλέποντας τον Peter Murphy να περνά πάνω από το γυμνό του στήθος μια λεπτή σωλήνα φωτισμού, σαn λάμπα φθορίου, που πλημμύρισε το αδύνατο σώμα του με πράσινο φως, μου φάνηκε πως μπορούσα να διακρίνω τον σκελετό του. Η Ελλάδα βρισκόταν ακόμα πολύ μακριά από τη μουσική πραγματικότητα του Δυτικού κόσμου, αν αναλογιστεί κανείς πως εκείνη την εποχή, το 1983, η πλειοψηφία του Ελληνικού κοινού ανακάλυπτε τον David Bowie χάρη στο τραγούδι  "Cat people (Putting out fire)" που έγινε χιτ στις ντισκοτέκ. Το glam rock και η πρώτη γενιά του punk rock είχαν έρθει κι είχαν φύγει από την Αγγλία κι εμείς στην Ελλάδα, λόγω των πολιτικών συνθηκών, είχαμε μείνει τόσο πίσω που ακόμα βλέπαμε ταινίες για το Woodstock και το Monterey Pop.

Όταν το πρώτο άλμπουμ των THE DOORS τυπώθηκε στην Ελλάδα το 1974, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Morrison, ποιός θα μπορούσε να εκτιμήσει σωστά ένα συγκρότημα όπως οι BAUHAUS; Η απόκοσμη ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει το συγκρότημα εκείνο το βράδυ στο Sporting, με τους tribal ρυθμούς του Haskins, τα ουρλιαχτά της κιθάρας του Ash και το βαρύ αλλά ευέλικτο μπάσο του David J συνέθεταν μια μακάβρια θεατρική παράσταση με επικεφαλής αυτού του θιάσου τον Peter Murphy. Εκείνο το βράδυ οι  τέσσερεις αυτοί μουσικοί, που με είχαν κάνει να ανυπομονώ κάθε φορά για την επόμενη κυκλοφορία τους, πήραν στα μάτια μου μυθικές διαστάσεις.

Τριανταπέντε χρόνια αργότερα, το 2018, είχα την τύχη να έχω καλεσμένο στην ραδιοφωνική εκπομπή μου, το Blackout, τον ντράμερ τους Kevin Haskins. Η ευκαιρία μου δόθηκε με την έκδοση του βιβλίου του Haskins, “Bauhaus Undead – The Visual History and Legacy of Bauhaus” οπότε όταν η εταιρεία με ρώτησε αν θα ενδιαφερόμουν να κάνω μια συνέντευξη μαζί του, είπα φυσικά «ναι». Ο Kevin είναι ένας πολύ φιλικός και ήσυχος άνθρωπος, ο οποίος ζει τα τελευταία χρόνια στο Los Angeles, έχοντας σχηματίσει με τον κιθαρίστα των BAUHAUS, Daniel Ash, το συγκρότημα POPTONE. Στο συγκρότημα αυτό παίζει μπάσο η κόρη του Haskins, Diva Dompe. Haskins και Ash βέβαια, συνέχισαν και μετά τη διάλυση των BAUHAUS, σχηματίζοντας τους TONES ON TAIL και τους πολύ επιτυχημένους LOVE & ROCKETS.

Πόσο μακρινό όνειρο όμως θα ήταν όλα αυτά, για τούτα τα παιδιά από το Northampton, μια επαρχιακή πόλη περίπου 200.000 κατοίκων, 100 χιλιόμετρα βορειοδυτικά από το Λονδίνο; Περνούσε άραγε από το μυαλό τους μέχρι που θα έφταναν; Τα βράδια, όπως μου είπε ο Haskins, κάθονταν από τις 10 ως τα μεσάνυχτα με τα αυτιά τους  κολλημένα στο ραδιόφωνο, για να ακούσουν τις εκπομπές του John Peel και αξιομνημόνευτη τους έμεινε η πρώτη φορά που εκείνος έκανε αφιέρωμα στο punk rock. Επειδή όμως εκείνη την εποχή υπήρχε μόνο μια punk κυκλοφορία όλη κι όλη, το σινγκλάκι “New rose” των THE DAMNED, ο Peel για να γεμίσει το πρόγραμμα έψαξε και βρήκε τις ρίζες αυτού του νέου μουσικού κινήματος, παίζοντας τραγούδια των MC5, THE STOOGES, NEW YORK DOLLS και συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν.

Όταν οι τέσσερίς τους αποφάσισαν να δημιουργήσουν τους BAUHAUS, στην πόλη υπήρχε μια υγιής και ακμάζουσα μουσική σκηνή, με μερικές πολύ καλές τοπικές μπάντες. Ο φωτιστής τους, Graham Bentley, ανέλαβε την διοργάνωση μουσικών βραδιών σε ένα κλαμπ που λεγόταν Paddox και στο οποίο είχε κλείσει να παίξουν τοπικά συγκροτήματα, οι THE CURE αλλά και ο αγαπημένος τους ραδιοφωνικός παραγωγός John Peel.

Σύντομα το συγκρότημα κατάφερε με έναν εντελώς παράδοξο τρόπο να κάνει την πρώτη του ζωντανή εμφάνιση ανοίγοντας την συναυλία των THE PRETENDERS... Η παρέα είχε βρει μια σχολική αίθουσα που δεν την χρησιμοποιούσε κανείς και έκαναν εκεί τις πρόβες τους. Εκεί μάλιστα συνέλαβαν και την ιδέα για το “Bela Lugosi’s dead”. Σε μικρή απόσταση από την αίθουσα αυτή, υπήρχε ένας χώρος όπου θα διοργανώνονταν η συναυλία των THE PRETENDERS που είχε κλείσει το μαθητικό συμβούλιο του σχολείου. Οι BAUHAUS βρήκαν ανοιχτό ένα από τα πλαϊνά παράθυρα και έβαλαν από εκεί τον εξοπλισμό τους πριν να αρχίσει η συναυλία. Μπήκαν μέσα στον χώρο και πριν προλάβουν οι διοργανωτές να τους πάρουν χαμπάρι, έστησαν στα γρήγορα σε μια γωνιά δίπλα στο κοινό τα τύμπανα και τους ενισχυτές τους. Όταν κάποιος από τη διοργάνωση τους ρώτησε «τι νομίζουν ότι κάνουν», ο Peter Murphy τον πληροφόρησε με πολύ σοβαρότητα πως «ήταν η μπάντα που ανοίγει για τους THE PRETENDERS» φυσικά. Πρόλαβαν να παίξουν πάντως τέσσερα τραγούδια τους, κερδίζοντας το ζεστό χειροκρότημα μιας μερίδας του κοινού, προτού τους πετάξουν έξω απ’ το μέρος.

Έχοντας περάσει  από τη σχολή καλών τεχνών, οι BAUHAUS συνδύασαν στο image τους την αγάπη του Daniel Ash για τον Γερμανικό εξπρεσσιονισμό της δεκαετίας του 1920 με την επιρροή που ασκούσε στον ήχο τους η μουσική του David Bowie, του Marc Bolan, του Brian Eno, του John Cale και φυσικά το punk rock. H διάθεσή τους να υποτάξουν το πάθος των εραστών για τον θάνατο, απείχε πολύ από τη μυστηριακή διάθεση της μάγισσας Siouxsie.

Οι στίχοι τους έκρυβαν μια κουλτούρα που μπορούσε να βρεθεί μόνο κάτω από το πάτωμα στο οποίο είχε κρύψει ο Edgar Allan Poe τη μαρτυριάρα καρδιά. Στο άκουσμα της μουσικής τους οι σκιές ξεκολλούσαν από τους τοίχους των εργοστασίων της μεσο-ανατολικής Αγγλίας, για να χορέψουν ξέφρενες χορογραφίες του Nijinsky.

Δεν ήταν καθόλου εύκολο να καταλάβουμε τους BAUHAUS από την Ελληνική πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι πως ακόμα και για τους Άγγλους ήταν δύσκολο, μιας και καμία από τις ανεξάρτητες εταιρείες δεν ενδιαφερόταν να κυκλοφορήσει το “Bela Lugosi’s dead”. Το θεωρούσαν πολύ μεγάλο σε χρονική διάρκεια, αντιεμπορικό και παράξενο. Όλες οι εταιρείες το απέρριψαν εκτός από τον Pete Stennett, ιδιοκτήτη του δισκοπωλείου Small Wonder Records στο Walthamstow του Λονδίνου, ο οποίος πίστεψε σε αυτό και το κυκλοφόρησε σε 12” το 1979. Άραγε τι θα γινόταν αν κανείς δεν το κυκλοφορούσε; Το εν λόγω δισκοπωλείο μάλιστα το αναφέρουν και οι CLASH στο τραγούδι τους "Hitsville UK" στο στίχο “when lightning hits SMALL WONDER, it's fast rough factory trade'. Από το 12” αυτό, ξεκίνησε και ο έρωτάς μου με τους BAUHAUS.

Πρέπει να ομολογήσω πως οφείλω πάρα πολλά στον Γιάννη Μαλαθρώνα, ένα συντάκτη του περιοδικού «Ποπ και Ροκ», που εκείνη την εποχή αρθρογραφούσε από την Αγγλία και μαθαίναμε για αυτές τις μπάντες του underground. Για επιτόπιο τσεκάρισμα, μια βόλτα στα κεντρικά δισκοπωλεία έφτανε για να ακούσεις, να επιβεβαιώσεις και να αγοράσεις ή να απορρίψεις κάποιον δίσκο.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 πλέον, το punk rock βρισκόταν στη δεύτερη γενιά του, το Αμερικάνικο hardcore punk κέρδιζε έδαφος με συγκροτήματα όπως οι DEAD KENNEDYS, BLACK FLAG, FLIPPER, BAD BRAINS και άλλους, ενώ υπήρχαν κάποιες πιο φωτεινές, πιο ποπ και πιο χαρούμενες εξελίξεις του punk rock, οπως οι new romantics και κάποιες πιο σκοτεινές, όπως οι THE CURE, oι SIOUXSIE & THE BANSHEES, οι JOY DIVISION, οι BAUHAUS και άλλοι, οι οποίοι ήταν παρακλάδι του post punk και ονομάστηκαν dark wave. Μετά από λίγο ο Mick Mercer, αρχισυντάκτης του περιοδικού Zig Zag, θέλοντας να περιγράψει τον ήχο των SEX GANG CHILDREN θα ανακάλυπτε τον ορό gothic rock, μιας και ο Andi ο τραγουδιστής τους, έμενε σε μια κατάληψη στο Brixton που λεγόταν Visigoth Towers. Όλη η μουσική σκηνή έβραζε από ενδιαφέροντα συγκροτήματα που εμφανίζονταν και από τις δύο μεριές του Ατλαντικού, σε μικρές και μεγάλες πόλεις και όχι μόνο στην Αγγλία και την Αμερική. Πόσο ιδιαίτερος και ταλαντούχος θα έπρεπε να είναι ένας μουσικός άραγε για να ξεχωρίσει μέσα σε μια τόσο μεγάλη προσφορά ταλέντων; Ίσως να χρειαζόταν και λίγη τύχη κάπου...

Η ταινία “The Hunger” του Tony Scott (αδερφού του Ridley Scott), με πρωταγωνιστές τους  Catherine Deneuve, David Bowie και Susan Sarandon, άνοιγε με τους BAUHAUS να εμφανίζονται στην πρώτη σκηνή του έργου, παίζοντας ζωντανά σε ένα κλαμπ το “Bela Lugosi’s dead”. Μιας και αυτή είναι μια από τις αγαπημένες ταινίες μου, κάναμε μια συζήτηση με τον Haskins σχετικά με το συμβάν, γιατί ήταν ένα θέμα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον που όμως δεν ήταν ευρέως γνωστό. Ο σύνδεσμος ανάμεσα στο συγκρότημα και τον Scott ήταν ο Howard Guard, ο σκηνοθέτης της τηλεοπτικής διαφήμισης της κασέτας Maxell. O Guard σκηνοθέτησε μόνο δύο μουσικά βίντεο σε όλη του την καριέρα, το ένα ήταν αυτό του “Avalon” των ROXY MUSIC και το άλλο ήταν το “She’s in parties” των BAUHAUS, ενώ το στούντιο όπου μοντάριζε βρισκόταν στο ίδιο κτίριο με τα γραφεία των αδερφών Scott. Την εποχή που ο Tony Scott άρχισε να δουλεύει πάνω στο “The Hunger”, επισκέφτηκε τον  Guard για να δει με τι ασχολείται. Εκείνος του είπε πως μόλις έκανε το βίντεο ενός συγκροτήματος που λέγεται BAUHAUS και κέντρισε το ενδιαφέρον του συνομιλητή του, όταν αναφέρθηκε στο “Bela Lugosi’s dead”. Όταν του έβαλε να ακούσει το τραγούδι, η συμμετοχή τους στην ταινία ήταν σίγουρη.

Στα γυρίσματα το συγκρότημα ήταν κάτι παραπάνω από χαρούμενο, μιας και θα βρίσκονταν στον ίδιο χώρο με τον David Bowie. Οι θαμώνες του κλαμπ το οποίο θα χρησιμοποιούνταν, έλαβαν μέρος ως κομπάρσοι και μιας και ήταν κι αυτοί οπαδοί του Bowie, τον περίμεναν όλοι με ανυπομονησία. Οι BAUHAUS ανέβηκαν στη σκηνή για τις σχετικές λήψεις και όταν αυτές ολοκληρώθηκαν, άρχισαν να ακολουθούν από απόσταση τον Bowie, ο οποίος είχε βρει ένα jukebox και έβαζε τραγούδια για να περάσει την ώρα του.

Κάποια στιγμή  κοίταξε γύρω του και είδε το συγκρότημα, οπότε τους έκανε νόημα να πάνε να κάτσουν μαζί του και έτσι για την επόμενη ώρα επέλεγε τραγούδια στο jukebox και τους έλεγε ιστορίες. Τα περισσότερα από αυτά ήταν οι ορίτζιναλ εκτελέσεις των τραγουδιών των THE WHO, των THE YARDBIRDS και των PRETTY THINGS, που διασκεύασε για το άλμπουμ του “Pin ups” και εκείνος περιέγραφε με τις ιστορίες που τους έλεγε, το πως ήταν όταν είχε πάει και είχε δει κάθε μια από αυτές τις μπάντες στις εμφανίσεις τους στο Eel Pie Club και στο Marquee.

Αργότερα, η συντροφιά διαλύθηκε και ο Haskins τριγυρνούσε μέσα στο κλαμπ ψάχνοντας να βρει έναν αναπτήρα για να ανάψει το τσιγάρο του. Για καλή του τύχη, συνάντησε στην είσοδο ενός δωματίου την Koko τη βοηθό του Bowie και τη ρώτησε αν έχει φωτιά. Εκείνη δεν είχε, αλλά είχε ο ίδιος ο Bowie, o οποίος άκουσε την συζήτηση και εμφανίστηκε με τον αναπτήρα του αναμμένο. Γελώντας ο Haskins μου είπε πως «ο Bowie προσπάθησε για αρκετή ώρα να ανάψει το τσιγάρο μου, το οποίο όμως από το τρακ και τη συγκίνηση πήγαινε πάνω-κάτω και πέρα-δώθε... Κι αυτή ήταν η στιγμή που έφτασα πιο κοντά στη διασημότητα όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Μου άναψε το τσιγάρο ο David Bowie…”.

Όταν επανασυνδέθηκαν οι BAUHAUS το 1998 αναρωτιόντουσαν αν ήταν πολύ μεγάλοι σε ηλικία για να κάνουν κάτι τέτοιο και αν θα τα κατάφερναν να μη χαλάσουν την εικόνα και το όνομα που είχαν δημιουργήσει. Ακούγεται αστείο τώρα βέβαια, μιας κι αυτό έγινε 20 χρόνια πριν και ακόμα παίζουν... Δεν ήταν το ίδιο με τότε τους είχα δει, όταν ήταν 20 ετών και κάτι, αλλά σύμφωνα με τους ίδιους ήταν εξίσου καλό αλλά και διαφορετικό ταυτόχρονα.

Το 2005 οι BAUHAUS έκαναν ένα τελευταίο reunion παίζοντας μπροστά σε ένα ακροατήριο 110.000 ατόμων για το φεστιβάλ Coachella. Το μεγαλύτερο κοινό μπροστά στο οποίο έπαιξαν ποτέ.
Η επίσκεψη που θα κάνουν στην Ελλάδα αυτή τη φορά ο Peter Murphy με τον αδερφό του Haskins και μπασίστα του συγκροτήματος David J, θα είναι μια γιορτή για τα 40 χρόνια του συγκροτήματος. Θα έχει σίγουρα ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον, μιας και τόσο ο Murphy όσο και ο J συνέχισαν εκτός group με πάρα πολύ καλές προσωπικές κυκλοφορίες και έκαναν πολλά χιλιόμετρα πάνω στη σκηνή, με τα δικά τους ονόματα και όχι κάτω από την ταμπέλα BAUHAUS. Ακόμα και αν το υπόλοιπο μισό της μπάντας βρίσκεται να περιοδεύει στην Αμερική αυτή την εποχή ως POPTONE, εδώ έχουμε να κάνουμε τουλάχιστον με ένα μεγάλο όνομα της παγκόσμιας μουσικής σκηνής, τον Peter Murphy.

Όταν αυτοί οι τέσσερις απλοί άνθρωποι ήταν μαζί ως BAUHAUS, απέδειξαν πως μπορούσαν να σπείρουν τα τραγούδια τους, τις επιρροές τους, τη φαντασία τους, το ταλέντο τους και να φυτρώσουν μπάντες που γέννησαν ολόκληρες μουσικές σκηνές. Υπήρξαν κι άλλοι που το έκαναν πριν από αυτούς, και τους ξέρουμε όλοι, αλλά οι BAUHAUS το έκαναν γι’ αυτήν τη συγκεκριμένη σκηνή που εξέλιξε τη σκηνή του punk rock, τραβώντας την μακριά απ’ το φως, στο βασίλειο των ίσκιων.

VIDEO OF THE WEEK

Μετά από την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία που έχει το “Bela Lugosi’s dead”, όπως διαβάσατε πιο πάνω από τον Μιχάλη, νομίζω ότι είναι σχεδόν μονόδρομος για να δούμε και το οπτικό του αποτέλεσμα. 

 

 

AGENDA

Παρασκευή 14/12 & Σάββατο 15/12

Peter Murphy 40 Years of BAUHAUS: Ruby Celebration featuring David J. Ερμηνεύοντας ολόκληρο το "In the Flat Field" και εκτεταμένο encore με BAUHAUS classics. Το ευρωπαϊκό τμήμα της “Peter Murphy 40 years of Bauhaus – Ruby Celebration featuring David J” έχει ήδη ξεκινήσει, με το setlist των ως τώρα συναυλιών να περιλαμβάνει και διασκευές σε τραγούδια των Dead Can Dance, David Bowie και T-Rex!  Τις εμφανίσεις του Peter Murhpy στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη θα ανοίξουν οι PGM, το προσωπικό σχήμα του Adem Murphy με τον Utku Tuzlu. Περισσότερες πληροφορίες και μια μεγάλη έκπληξη για τις συναυλίες θα ανακοινωθούν σύντομα. Starting Time: 19:00 (Γήπεδο Τάε Κβον Ντο, Παλαιό Φάληρο – Principal Theatre, 26ης Οκτωβρίου 15, Θεσσαλονίκη)

BEYOND THE PALE WEEKLY PLAYLIST

 

Γιώργος Κόης

Σχόλια

Διαβάστε επίσης

BEYOND THE PALE VOL. 5 (Mylene Farmer, FOAM, AEON SABLE, DANCE WITH THE DEAD + live reports)

19 Δεκεμβρίου, 2018 - 12:30 Γιώργος Κόης

Το τελευταίο “Beyond the pale” της χρονιάς είναι μαζί σας αυτή την Τετάρτη. Βλέπετε, στις επόμενες δύο εβδομάδες πέφτουν δύο αργίες διαδοχικές και είναι ευκαιρία να πάρουμε δυνάμεις, μερικά κιλά...

[περισσότερα]

BEYOND THE PALE 3 (PERTURBATOR, PROJECT PITCHFORK, THE DROWNING SEASON, ANIMA ROJO)

5 Δεκεμβρίου, 2018 - 08:00 Γιώργος Κόης

Το καθιερωμένο μας ραντεβού με τον ευρύτερο σκοτεινό χώρο συνεχίζεται. Με μεγάλη ευχαρίστηση παρατηρώ μια μεγάλη κινητικότητα και στα συναυλιακά δρώμενα. Αυτή τη φορά, πήραν σειρά οι MADRUGADA και...

[περισσότερα]

BEYOND THE PALE Vol. 2

28 Νοεμβρίου, 2018 - 08:00 Γιώργος Κόης

Πιστή η στήλη στην υπόσχεσή της, είναι πάλι εδώ και αυτήν την εβδομάδα. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τα πολύ καλά σας λόγια και θα προσπαθήσω για το καλύτερο. Το ντεμπούτο του “Beyond the pale”...

[περισσότερα]

Beyond the pale Vol. 1

21 Νοεμβρίου, 2018 - 08:00 Γιώργος Κόης

Λένε ότι η δεύτερη προσπάθεια είναι και η φαρμακερή. Καλώς ήρθατε λοιπόν στη νέα στήλη του Rock Hard, η οποία θα ασχολείται με τα τεκταινόμενα στην ευρύτερη, σκοτεινή πλευρά της μουσικής. Με την...

[περισσότερα]