IRON MAIDEN with Blaze Bayley vs JUDAS PRIEST with Tim "Ripper" Owens

1 Απριλίου, 2019 - 15:00

Επιστροφή της στήλης “One way or another” και αυτή τη φορά είπαμε να μην ασχοληθούμε μ’ ένα θέμα που ξεκάθαρα είναι «ποιος είναι ο καλύτερος από τους δύο», αλλά με κάτι που για τον περισσότερο κόσμο το ερώτημα είναι «ποια περίοδος είναι λιγότερο κακή από τις δύο»!!! Ο λόγος για την περίοδο των IRON MAIDEN με τον Blaze Bayley στα φωνητικά εναντίον των JUDAS PRIEST με τον Tim “Ripper” Owens στα φωνητικά. Και οι δύο αυτές περίοδοι, θεωρούνται κατά γενική ομολογία, να το θέσουμε κομψά, ως οι λιγότερο καλές των τεράστιων αυτών συγκροτημάτων, σε μία δύσκολη περίοδο για το κλασικό metal. Οπότε, οι συντάκτες του Rock Hard κλήθηκαν να διαλέξουν: “The x-factor” / “Virtual XI” ή “Jugulator” / “Demolition”; Φυσικά, όπως πάντα, οι αναγνώστες του Rock Hard συμμετέχουν ενεργά σ’ αυτό το δίλημμα, ψηφίζοντας την περίοδο που προτιμούν από τις δύο, στο poll που ακολουθεί!

JUDAS PRIEST με Tim “Ripper” Owens ο Σάκης Φράγκος
Για εμένα, δεν υπάρχει καν δίλημμα. Ο Blaze Bayley μου είναι αρκετά συμπαθής, όμως σαν τραγουδιστή τον αντέχω μόνο σ’ ένα προσωπικό του άλμπουμ και σε 2-3 των WOLFSBANE. Η δε επιλογή του για τραγουδιστή των IRON MAIDEN, αντικαθιστώντας τον Bruce Dickinson, είναι κάτι για το οποίο δεν μπορώ να τον κατηγορήσω, φυσικά, αφού ο ίδιος πήρε την πιο πολυπόθητη θέση στο heavy metal στα 90’s. Κανείς όμως δεν μπορεί να μπει στο μυαλό του Steve Harris να δικαιολογήσει το γεγονός ότι διάλεξε τον Bayley ανάμεσα σε τόσους υποψήφιους που ταίριαζαν πολύ περισσότερο –μουσικά- στους IRON MAIDEN. Δισκογραφικά, γνωρίζω πολύ κόσμο που ξεκίνησε να ακούει heavy metal από το “The x-factor”, όμως αυτό δεν έχει να κάνει με την ποιότητα του δίσκου, αλλά με το ότι έτυχε να είναι ο 
«καινούργιος» δίσκος των MAIDEN, την περίοδο που ξεκίνησαν να ακούνε heavy metal. Θεωρώ το “Virtual XI” τον χειρότερο δίσκο των Βρετανών (χέρι-χέρι με το “The final frontier”) και το “The x-factor” συγκλονιστικά μέτριο, με ελάχιστες εκλάμψεις. Στις δε ζωντανές εμφανίσεις, τα παλιά κομμάτια του γκρουπ ήταν πολύ κατώτερα, ενώ ταυτόχρονα, τα ελάχιστα τραγούδια εκείνης της περιόδου που τα ερμήνευσε ο Dickinson, απέκτησαν άλλη οντότητα.
Από την άλλη, έχουμε την «χολιγουντιανή» ιστορία του “Ripper”, που σχεδόν από το πουθενά πήρε τη θέση του Rob Halford κι 7 χρόνια μετά το “Painkiller” βγήκε το “Jugulator”. Δεν θα υποστηρίξω ότι το άλμπουμ αυτό ανήκει στα αγαπημένα μου από τους PRIEST, αλλά ήταν ένα άλμπουμ που δοκίμασαν να παίξουν κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που έκαναν στο παρελθόν, κάτι που είχαν επιχειρήσει άλλωστε και αρκετές φορές στο παρελθόν. Ο ήχος ήταν πιο σκληρός, πιο μοντέρνος για την εποχή κι ο “Ripper” απέδειξε ότι ως επιλογή ήταν άκρως επιτυχημένη, αφού και η απόδοση στον δίσκο, αλλά και στις ζωντανές εμφανίσεις στα παλιά κομμάτια, ήταν εξαιρετική. Εννοείται ότι κυρίως οι παλαιότεροι οπαδοί, νοσταλγούσαν και στις δύο περιπτώσεις τους κλασικούς τραγουδιστές των αγαπημένων τους γκρουπ, αλλά τι να κάνουμε που για τους οποιουσδήποτε λόγους, είχαν επιλέξει να αποχωρήσουν; Για να είμαι ειλικρινής, θεωρώ το “Demolition” ως μία αθλιότητα και ίσως το ίδιο κακό με το “Virtual XI”, αλλά σε όλα τα επίπεδα, βρίσκω τους PRIEST της περιόδου του “Ripper”, σαφώς καλύτερους για τα δικά μου στάνταρ, από τους MAIDEN του Bayley…
Υ.Γ. Όπως οι MAIDEN παίζουν αραιά και που τα “Clansman” και “Sign of the cross” με τον Dickinson, θεωρώ ότι κάποια στιγμή πρέπει και οι PRIEST να παίξουν το “Cathedral spires” με τον Halford στα φωνητικά…

 

IRON MAIDEN με Blaze Bayley ο Θοδωρής Κλώνης
Βαρύ το δίλημμα που μας έθεσε αυτή τη φορά με συνοπτικές διαδικασίες ο Big Bossman Σάκης Φράγκος. PRIEST με Ripper ή MAIDEN με Βlaze… Ας αναλύσουμε λίγο τα δεδομένα προσεγγίζοντας όσο το δυνατόν καλύτερα τις ομοιότητες και τις διαφορές των δύο περιπτώσεων μήπως και καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα. Αρχικά, τόσο στους PRIEST όσο και στους MAIDEN οι Ripper και Blaze εντάχθηκαν στις μπάντες σε μια ιδιαίτερα σκοτεινή περίοδο και για τις δύο αφού κλήθηκαν να αναλάβουν τα φωνητικά και να αντικαταστήσουν όχι κάποιους τυχαίους, μιλάμε για Halford και Dickinson διάολε! Μοιραία λοιπόν, κάθε δισκογραφική ενέργεια με αυτούς τους δύο τραγουδιστές θα έμπαινε στο μικροσκόπιο, για να μην πω στο στόχαστρο όλων. Άλλο ένα γεγονός που αξίζει να παρατηρήσουμε είναι ότι και οι δύο μπάντες προτίμησαν να μη συνεργαστούν με ένα όνομα πρώτου βεληνεκούς αλλά με κάποιον μικρότερης εμβέλειας. Σε πιο αντικειμενικά κριτήρια, μιλώντας πρώτα για τους PRIEST, εκτιμώ ότι το “Jugulator” είναι από τις καλύτερες δουλειές τους και το φανταστικό “Cathedral Spires” είναι όχι μόνο από τα καλύτερα κομμάτια που έχουν γράψει ποτέ αλλά το καλύτερο που έχει ηχογραφήσει ποτέ ο Ripper στην καριέρα του. Ακολούθησε το “Demolition”, ένα άλμπουμ που δυστυχώς παίζει να είναι και από τα χειρότερα των PRIEST, αδιάφορο ως κακό. Ο Ripper αναμφισβήτητα έχει εκπληκτικές φωνητικές ικανότητες, το απέδειξε περίτρανα τόσο με τους PRIEST, όσο και με τους ICED EARTH αργότερα και με τα διάφορα projects που έχει κάνει κατά καιρούς, αλλά (και εδώ τίθεται ένα πολύ μεγάλο “αλλά”) ο άνθρωπος δεν έχει καθόλου συνθετικές ικανότητες, και αυτό μάλλον του έχει στοιχίσει καθώς μετά τους PRIEST δεν έχει καταφέρει να στεριώσει κυριολεκτικά πουθενά, θυμίζοντας πλέον γυρολόγο βάρδο του Μεσαίωνα που τριγυρνά από πανηγύρι σε πανηγύρι για τον άρτον τον επιούσιον. 
Από την άλλη, ο Blaze Bayley. Όπως και ο Ripper, έτσι και αυτός τραγούδησε σε ένα από τα καλύτερα κομμάτια των MAIDEN, και φυσικά μιλάω για το εκπληκτικό “Virus” που μου είχε πάρει τα μυαλά όταν το πρωτοάκουσα. Ακολούθησε το “X Factor” που θεωρώ ότι είναι ο πιο "σκοτεινός” δίσκος των MAIDEN τόσο στιχουργικά όσο συνθετικά, ένας ιδιαίτερα απαιτητικός δίσκος, και όμως ο Blaze, χωρίς να διαθέτει τις φωνητικές ικανότητες του Bruce, τα πήγε περίφημα, συμμετέχοντας μάλιστα και στη σύνθεση κάποιων κομματιών. To “Virtual XI” που ακολούθησε θεωρείται (όπως και το “Demolition”- μιλάμε για εντελώς παράλληλοι βίοι!) ένα μάλλον κακό άλμπουμ αλλά μάλλον εγώ είμαι ο τρελός της υπόθεσης καθώς μου αρέσει τρομερά (Γανίτη είμαστε λίγοι και καλοί, τους έχουμε!) με εξαίρεση ένα δυο μάλλον αδιάφορα κομμάτια. Η εξέλιξη του Blaze μετά τους MAIDEN χωρίς να είναι εκπληκτική, είναι τουλάχιστον αξιοπρεπής. Δραστηριοποίησε ξανά τους WOLFSBANE και κυκλοφορεί δίσκους κάτω από το όνομα του, χωρίς να αποσκοπεί σε κάτι τρομερό, αυτό έλειπε άλλωστε, αλλά διακατέχεται από μια σταθερότητα, κάτι που δεν μπορεί να πει κανείς για τον Ripper. Αν το ερώτημα ήταν PRIEST ή MAIDEN η ψήφος μου θα πήγαινε χωρίς δεύτερη σκέψη στους Ιερείς του Ιούδα αλλά έτσι όπως είναι διατυπωμένο η υποστήριξη μου στον τίμιο Blaze είναι δεδομένη.

IRON MAIDEN με Blaze Bayley ο Σάκης Νίκας
Δύσκολο το δίλημμα. Ο λόγος; Είμαι μεγάλος fan της φωνής του Ripper και το "Jugulator" παραμένει ένα πολύ αξιόλογο -για τα προσωπικά μου γούστα- άλμπουμ. Βέβαια, το "Demolition" δεν είναι ισάξιο αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Από την άλλη, οι MAIDEN είναι μέσα στα τρία πιο αγαπημένα μου συγκροτήματα και μπορεί να μη χρειάζεται να είσαι πυρηνικός φυσικός για να καταλάβεις ότι η περίοδος με τον Blaze δεν ήταν η πιο φωτεινή σελίδα στην ιστορία του βρετανικού μεγαθηρίου αλλά είχε σίγουρα πολλά πράγματα να πει. Το έχω πει και το έχω γράψει πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια ότι η μουσική εκτός από βιωματική, έχει και έναν πολύ δυναμικό χαρακτήρα. Δηλαδή δεν είναι απλώς κάτι που σου θυμίζει πράγματα και καταστάσεις (διόλου ασήμαντο) αλλά είναι κάτι που αλλάζει με τα χρόνια επειδή... αλλάζουμε εμείς με τα χρόνια! Ένα άλμπουμ που κάποτε δεν μας "μίλησε" στην εφηβεία μας με την πάροδο των ετών απέκτησε διαφορετικό νόημα. Δεν συμβαίνει πάντα αλλά δεν είναι και σπάνιο. 
Όταν βγήκε το "The X Factor" τον Οκτώβριο του 1995 (out October the 2nd έλεγε το αυτοκολλητάκι στην πόρτα του Rock City στη Σωκράτους) δεν μπορούσα να πιστέψω ότι οι MAIDEN είχαν πάρει έναν τόσο κακό τραγουδιστή ενώ και η πιο "σκοτεινή" κατεύθυνση δεν ταίριαζε με τα γούστα μου αλλά αν θέλετε και με την φυσιογνωμία της αγαπημένης μου μπάντας. Η συναυλία λίγες μέρες μετά στο Περιστέρι παραμένει από τις καλύτερες που έχω δει για πολλούς λόγους, αλλά και αυτό είναι μία άλλη ιστορία. Με τα χρόνια επανεκτίμησα το "The X Factor" και άκουσα με... διαφορετικό αυτί τα κομμάτια. Ναι, σίγουρα... δεν αγγίζει τα μεγαλεία ΟΛΩΝ των προκατόχων του και ναι, ο Blaze δεν είναι Dickinson (περιμένω το βραβείο για την ανακάλυψη που μόλις έκανα) αλλά και τα δύο άλμπουμ με τον Blaze είχαν πράγματα να πουν και να δώσουν... ειδικά το "The X Factor". 
Οπότε στο δίλημμα που μας έθεσε η (όχι και τόσο) αόρατος αρχή της αρχισυνταξίας, η δική μου απάντηση είναι ξεκάθαρα υπέρ του τίμιου Blaze. Σημείωση: οι γραμμές αυτές δεν γράφονται στις...2 Α.Μ. αλλά στις 2 P.M. 

 

IRON MAIDEN με Blaze Bayley o Ντίνος “Blaze The Ripper” Γανίτης 
Στο γήπεδο το οποίο συνήθιζα να πηγαίνω ένας τοίχος έγραφε την εξής φράση. «Σε γνώρισα και σε αγάπησα όταν ήμουν μικρό παιδί. Και τα μικρά παιδιά δεν ξεχνάνε ποτέ». Πως μπορώ να είμαι αντικειμενικός ή να αφαιρέσω από τη μνήμη μου δύο από τους ανθρώπους που με έμπασαν στον μαγικό αυτό χώρο, σε αυτή την θεάρεστη μουσική. Το 1995 που άρχισα να ακούω heavy metal, οι IRON MAIDEN μόλις είχαν κυκλοφορήσει το “X-Factor”. Το πρώτο τραγούδι που άκουσα και μου έμπασε μέσα μου το μικρόβιο ήταν το “Lord of the flies” στο σπίτι του κουμπάρου μου, λόγω του μεγαλύτερου αδερφού του. Ήταν ο πρώτος δίσκος που αγόρασα. Ο δίσκος που άκουγα κάθε μέρα μέχρι να αγοράσω τον επόμενο από τους Βρετανούς Θεούς. Πως γίνεται να μην έχω ψηλά στη συνείδησή μου τον τεράστιο Blaze Bayley. Πολύ απλά δε γίνεται. Ούτε να τον ξεχάσω, ούτε να τον κακολογήσω ούτε τίποτα. Το ίδιο συνέβη και με το έτερο μεγαθήριο της μουσικής μας, τους JUDAS PRIEST. Τους έμαθα με τον Tim “Ripper” Owens στο μικρόφωνο. Ξεχνιέται το σοκ σε τραγούδια όπως το “Blood stained” ή το “Burn in Hell”; Αυτές οι κορώνες του, η δυναμική του. Το metal τους που στα παιδικά αυτιά μου ακουγόταν ότι πιο βίαιο υπάρχει πάνω σε αυτόν τον πλανήτη. 
Συναυλίες. Θυμάμαι να σέρνω την ταλαίπωρη τη μάνα μου το 1998 στο Λυκαβηττό, 13 χρονών παιδαρέλι, για να μπορέσω να δω από κοντά αυτό που με τόσο λατρεία άκουγα στα “X-Factor” και “Virtual XI”. Μπορεί να ξεχαστεί οι εικόνα των MAIDEN με τα σκηνικά τους, που τότε μου φαίνονταν εξωπραγματικά; Μπορεί να ξεχαστεί το δάκρυ μου παρακολουθώντας τραγούδια σαν το “The clansman” και το “Man on the edge”; Όχι μάγκες με τίποτα. Θυμάμαι το σοκ στο Ο.Α.Κ.Α. στην πρώτη εμφάνιση των PRIEST στη χώρα μας. Την ασημένια καπαρντίνα του Ripper, την εικόνα του να ανεβαίνει στα σκηνικά και εκείνο το “Metal Gods”. Είχα μείνει παγωτό. Θεωρούσα ότι βλέπω το τέλειο. Γιατί τέτοιο ήταν. Το “Diamonds and rust”; Τι να πρωτοθυμηθώ. Δεν μπορώ να βάλω σε τάξη της σκέψεις μου. 
Νιώθω σαν σχολιαρόπαιδο και πάντα έτσι θα νιώθω, όταν μιλάω για αυτούς τους δύο τραγουδιστές και τις περιόδους που ήταν σε δύο από τα πιο αγαπημένα μου συγκροτήματα. Δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός και δεν θα είμαι. Μπορεί όλος ο κοσμάκης να τους βρίζει, να τους θεωρεί λίγους, κακούς, άχρηστους και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο. Δεν με ενδιαφέρει η γνώμη τους. Βασικά, ποτέ δεν με ενδιέφερε. Στο δίλημμα για το οποίο γράφω πέντε αράδες δεν θα πάρω μέρος. Δε θα ψηφίσω. Δε μου πάει η καρδιά. Πολύ θεωρούσαν δεδομένο ότι η ψήφος μου θα πήγαινε στους IRON MAIDEN λόγω της παθολογικής αγάπης που έχω. Δεν θα αδικήσω τον Ripper όμως, σε καμία περίπτωση. 
Μικρό παιδί ήμουν και μεγάλωσα. Μυαλό δεν έβαλα, σε πείσμα όλων αυτών που πετάνε χολή για τα πρόσωπα των δύο αυτών τραγουδιστών. Προτίμησα να σας αναφέρω τα συναισθήματά μου και όχι κάποιου είδους κριτική στους δίσκους των δύο. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Το μόνο που μετράει ήταν, είναι και θα είναι, το χαμόγελο ενός μικρού παιδιού που παραμένει το ίδιο ακόμα και μετά από σχεδόν 25 χρόνια σε κάποιο από τα τραγούδια των άνωθεν τραγουδιστών. Τα υπόλοιπα είναι για λαϊκή κατανάλωση…
(σημείωση Σάκη Φράγκου: Επειδή όλοι πρέπει να ψηφίζουμε, βάσει πρότερου «άτιμου» βίου με τους IRON MAIDEN, ανέλαβα την πρωτοβουλία να ρίξω το ψηφαλάκι στον Blaze!!!)

JUDAS PRIEST με Tim “Ripper” Owens η Χαρά Νέτη
Για το σημερινό δίλημμα τα πράγματα είναι ξεκάθαρα στο μυαλό μου κι αυτό γιατί πολύ απλά είμαι υπέρμαχος ενός αξιώματος. IRON MAIDEN δεν υφίστανται χωρίς Bruce Dickinson. Εκεί αρχίζουν και τελειώνουν όλα. Ακόμα και ο Paul Di'Anno, τον οποίο τόσο αγαπούν πολλοί, για μένα ήταν καλός μόνο για το ξεκίνημα. Ο Bruce είναι μίλια καλύτερος, μοναδικός και ιδανικός για το μεγαλύτερο heavy metal συγκρότημα του πλανήτη. Είναι λίγο οξύμωρο που πλέκω το εγκώμιο του Dickinson για να απαντήσω στο συγκεκριμένο δίλημμα, η απάντηση όμως έρχεται δια της επαγωγικής μεθόδου. Το οποίο σημαίνει, ότι εφόσον οι MAIDEN είναι μόνο αυτός, ο Blaze Bayley για εμένα προσωπικά, απλώς πέρασε και δεν ακούμπησε. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που με εκείνον το συγκρότημα κυκλοφόρησε και τον πιο μέτριο δίσκο της ιστορίας του, το “Virtual XI”, χώρια που και το “The X-Factor” θα συγκατέλεγα στο δεύτερο κατά σειρά χειρότερό μου δίσκο τους. Όχι γιατί δεν ήταν καλές οι συνθέσεις του, απλά γιατί δεν υπήρχε ο κατάλληλος τραγουδιστής για να τις αναδείξει. Αυτοί οι λόγοι φτάνουν και περισσεύουν ώστε η πλάστιγγα να γείρει κατά πολύ υπέρ του Tim "Ripper" Owens, τον οποίο έτσι κι αλλιώς θεωρώ καλύτερο ερμηνευτή από τον σημερινό του αντίπαλο. Ο Owens κατάφερε στην πιο δύσκολη εποχή της πορείας των PRIEST να βοηθήσει την μπάντα να μείνει ζωντανή με το αξιοπρεπέστατο, αν όχι καλό, “Jugulator”, κάτι που εκείνη την εποχή ήταν ζωτικής σημασίας, όσο κι αν ο δίσκος δίχασε. Εντάξει στο “Demolition” η κατάσταση σαφώς επιδεινώθηκε, αλλά και πάλι ρε παιδί μου. Ο Bayley στους MAIDEN, ήταν για μένα τόσο αταίριαστος όσο ο συνδυασμός βραδινού φορέματος με αθλητικά παπούτσια (γυναικεία μιλώντας). Οπότε Owens και πάλι Owens, ασυζητητί. 

JUDAS PRIEST με Tim “Ripper” Owens ο Δημήτρης Τσέλλος
JUDAS PRIEST vs IRON MAIDEN το “one way or another” τη φορά αυτή και συγκεκριμένα, η περίοδος που κρατούσε το μικρόφωνο στους πρώτους ο Tim “Ripper” Owens κοντράρεται με την αντίστοιχη που μπροστάρης στους δεύτερους ήταν ο Bayley Alexander Cooke, ή αλλιώς Blaze. Δύσκολο να διαλέξει κανείς; Όχι δα. Πανεύκολο είναι. Φυσικά και θα πάρω θέση υπέρ του Ripper, για τους παρακάτω λόγους: Πρώτον, ας συγκρίνουμε την φωνή του καθενός ξεχωριστά. Ο Tim έχει μια από τις πληρέστερες φωνές που ακούσαμε ποτέ. Είναι πραγματικά ένας τραγουδιστής που μπορεί να πει τα πάντα, και το έχει αποδείξει περίτρανα συνεργαζόμενος με ποικίλους καλλιτέχνες. Το γιατί δεν στάθηκε πουθενά, δεν μας ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εμείς κοιτάμε την φωνή, και ως φωνή ο Ripper ρίχνει στο καναβάτσο με γρήγορο όσο και βίαιο knock out τον κακόμοιρο Blaze από τον πρώτο γύρο. Έναν Blaze που κυκλοφόρησε κάποιες αξιόλογες ως και καλές προσωπικές δουλειές, είναι φιλότιμος, συμπαθής, τίμιος, αλλά όχι, δεν μπορεί να σταθεί σε αυτή τη σύγκριση. 1-0.
Πάμε τώρα στους δίσκους που κυκλοφόρησαν με τα συγκροτήματά τους οι δύο τραγουδιστές. “Jugulator” vs “The X-Factor”. Όταν κυκλοφόρησε το πρώτο, θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά πως δεν έγινε και καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια να αποτυπωθεί τουλάχιστον η πραγματική του εικόνα. Γιατί ναι, μπορεί το άλμπουμ να ήταν ένα δείγμα υπερ-μοντέρνου heavy metal με έντονες PANTERA (μεταξύ άλλων) επιρροές, με αποτέλεσμα πολλοί παραδοσιακοί οπαδοί να «στράβωσαν», αλλά συνθετικά ήταν (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) τρομερό και, το κυριότερο, κομμένο και ραμμένο για τη φωνή του Owens ο οποίος διέλυσε τα πάντα στο πέρασμά του. Όταν κυκλοφόρησε το δεύτερο, με το ζόρι να πειστούμε πως είναι μια αριστουργηματική δουλειά, την οποία για κάποιον περίεργο λόγο, δεν καταλαβαίναμε εμείς οι αδαείς. Ναι, ήταν και είναι ένα σκοτεινό άλμπουμ, προοδευτικό, με καλό υλικό και 1-2 μεγάλες στιγμές (τις οποίες απογείωσε ή σωστότερα έφερε στο πραγματικό τους status ο Bruce, όπως συνέβη και με τραγούδια του “Virtual XI”), αλλά αριστούργημα δεν είναι και ο Blaze κατάφερε και το έριξε κατηγορία μόνος του. Δεν μπορούσε το παλικάρι, τι να κάνουμε τώρα… 2-0.
“Demolition” vs “Virtual XI”. Εντάξει, εδώ έχουμε να κάνουμε με μετρημένα κουκιά, καθώς κονταροχτυπιούνται τα χειρότερα άλμπουμ στην ιστορία των δύο μεγαθηρίων. Στο πρώτο ακούμε την κομματάρα “Hell is home”, στο δεύτερο το έπος “The Clansman”, και μετά τι; Ελάχιστες καλούτσικες στιγμές στο καθένα; Κατάντια… Όσο θυμάμαι τους ύμνους και τους επαίνους προς το “Virtual XI” και τις αποθεωτικές κριτικές που έλαβε, όσο και την υψηλότατη βαθμολογία στο “Demolition”, πέφτω κάτω από τα γέλια… Σε γενικές γραμμές χάλια μαύρα λοιπόν και για τους δύο, αλλά οι IRON MAIDEN μειώνουν με γκολ του “Futureal” ύστερα από υπέροχη κάθετη πάσα του “The Clansman”. 2-1. Αυτά σε επίπεδο δίσκων. Το ότι η Ripper εποχή αγνοείται από τους JUDAS PRIEST ενώ η Blaze από τους IRON MAIDEN όχι, είναι προς τιμήν των δεύτερων και δείχνει κάποια πράγματα, η ανάλυση των οποίων μπορεί να μην είναι της παρούσης, αλλά θα άξιζε να γίνει κάποια στιγμή. Θα ψηφίσω λοιπόν τον Ripper, όπως απαιτεί το γούστο μου αλλά και η λογική.

 

JUDAS PRIEST με Ripper Owens για τον Φίλιππο Φίλη
Το πρώτο CD που ξεκίνησε τη παρούσα δισκοθήκη μου και την αγάπη μου για τους IRON MAIDEN ήταν το Νοέμβριο του 1996 το single “Virus” με τον Blaze Bayley στα φωνητικά. Ήταν δώρο για τη γιορτή μου και φρέσκο από το φούρνο που λέγεται EMI. Υπάρχει ακόμα ανάμεσα στα τόσα άλλα CD και τη δισκογραφία των MAIDEN που παραμένει ένα κόσμημα στο σπίτι όπου μεγάλωσα και με μεγάλωσαν οι MAIDEN…και οι JUDAS PRIEST. Το πρώτο live που πήγα, εν τη παρουσία κηδεμόνα φυσικά, ήταν οι IRON MAIDEN στο Λυκαβηττό το 1998 για το “Virtual XI”. Που να ήξερα ότι θα επέστρεφε δύο χρόνια μετά ο Bruce Dickinson. 
Παράλληλα όμως, ο πρώτος μου δίσκος από JUDAS PRIEST ήταν το “98 live meltdown” με τον Tim “Ripper” Owens στα φωνητικά. Από κει, έτσι λοξά και στραβά, έμαθα και τους PRIEST με τον Rob Halford στα φωνητικά. Ε λοιπόν, η πρώτη ζωντανή εμφάνιση των PRIEST που παρακολούθησα (και λόγω συγκυριών η μόνη μέχρι τώρα) ήταν στο Rockwave festival του 2001 με MEGADETH, CRADLE OF FILTH και άλλα. Και πάλι, στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα!
Πάνω απ όλα, είμαι κολλημένος MAIDEN-άκιας, όσο και αν λατρεύω φυσικά JUDAS PRIEST. Και ναι, μ’ αρέσουν αρκετά κομμάτια από το αδικημένο “X factor” που είναι εν γένει ένα πολύ καλό hard rock άλμπουμ. Για το “Virtual XI” δεν ξέρω τι να πω, πέραν του ότι έχει το “The clansman” και το “Futureal”. Ίσως και να είναι καλύτεροι οι δύο αυτοί δίσκοι με τον Blaze Bayley στα φωνητικά από το “Jugulator” και ειδικά το “Demolition” που δεν ακούγεται. Αλλά, παρόλη τη τρέλα μου για τον «Αρχηγό» και τη μπάντα, ακόμα και αν με τον άξιο αλλά όχι επαρκή αντικαταστάτη έβγαλαν τρεις ύμνους (“The clansman”, “The sign of the cross”, “Man on the edge”), o Ripper ήταν το διάστημα εκείνο (σήμερα δεν μας τα λένε καλά ούτε ο ένας ούτε ο άλλος) σε απίστευτη φόρμα και ένας πραγματικά επαρκής αντικαταστάτης του ανθρώπου που όρισε το heavy metal ύφος στα φωνητικά τόσο μάλιστα που πολλοί οπαδοί προτιμούν τον Ripper στη θέση του γέροντα Halford. Αυτό λέει πολλά για το λαρύγγι και την γενικότερη αξία του Ripper πίσω από το μικρόφωνο. Και επειδή τέλος πάντων δεν υπάρχει ψυχή εκεί έξω που να νοσταλγεί τον Bayley (που δε πιάνει μία στον κύριο Owens), διαλέγω στο σημερινό μας δίλημμα JUDAS PRIEST με Ripper Owens. 


IRON MAIDEN με Blaze Bayley ο Θοδωρής Μηνιάτης
Η στήλη που διαβάζετε έχει αυτή την φορά προς απάντηση ένα από τα πιο περίεργα διλλήματα στο heavy metal. IRON MAIDEN με Blaze Bayley ή JUDAS PRIEST με Tim “Ripper” Owens. Μέτρια φωνή αλλά αμιγώς heavy metal τραγούδια (Blaze Bayley με IRON MAIDEN) ή μια από τις καλύτερες φωνές που έχει αναδείξει η heavy metal μουσική αλλά με μέτριες συνθέσεις; (Tim “Ripper” Owens με JUDAS PRIEST). Ομολογώ ότι πριν το συγκεκριμένο poll δεν με είχε ποτέ απασχολήσει αυτό το ερώτημα. Βλέπετε ήταν τόσο «πέρασαν και δεν ακούμπησαν» οι δίσκοι που τραγούδησαν και οι δυο σε σύγκριση με την υπόλοιπη δισκογραφία και των δυο κολοσσών που νομίζω ότι λίγοι –πλην των παρωπιδιασμένα φανατικών οπαδών-ασχολούνται ενεργά με τις περιόδους που τα μικρόφωνα κρατούσαν οι Bayley/Owens. Προσωπικά και μετά από πολύ ώριμη σκέψη η πλάστιγγα γέρνει προς τον Blaze Bayley με IRON MAIDEN, και κερδίζει όχι λόγω φωνητικών δυνατοτήτων αλλά επειδή οι συνθέσεις που έχει τραγουδήσει, εκτός ότι «έμειναν» στον χρόνο και τείνουν να γίνουν κλασσικές για τους νεότερους οπαδούς, προσωπικά με έχουν «αγγίξει» περισσότερο. 
Ενώ στις τάξεις των JUDAS PRIEST την αλλαγή φωνητικής σκυτάλης αναλαμβάνει ένας frontman που έμοιαζε με τον προηγούμενο (Rob Halford), στους IRON MAIDEN ο ιθύνων νους του σχήματος Steve Harris, δημιουργεί μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στις heavy metal μεταγραφές προσλαμβάνοντας τον Blaze Bayley, κατά κύρια άποψη όχι άξιο συνεχιστή του Bruce Dickinson (θα μου πείτε ποιος θα μπορούσε να ήταν και θα έχετε δίκιο βέβαια). Βλέποντας εκ των υστέρων τις δυο μεταγραφές χωρίς να σκεφτείς το πραγματικό αποτέλεσμα, θα περίμενες ότι ο Owens θα τραγουδούσε υλικό που θα ήταν η φυσική ηχητική συνέχεια του “Painkiller” και ο Bayley απλά θα προσπαθούσε κάτι να κάνει ειδικά όταν η τελευταία κυκλοφορία του προκατόχου του ήταν το “Fear Of The Dark”. Τα πράγματα όμως ήρθαν κάπως τούμπα. Ο Owens συμμετέχει στα δυο χειρότερα albums των JUDAS PRIEST και ο Bayley στα δυο μάλλον πιο μέτρια albums των IRON MAIDEN καταφέρνοντας όμως να συνδέσει το όνομα του με αυτά θετικά στις συνειδήσεις των metal οπαδών. Ο Owens εκτός από τα “Burn On Hell”, “Bullet Train” και “Cathedral Spires” δεν είπε κάτι άλλο που να «μείνει» στον κόσμο και την ιστορία. Αντίθετα ο «μέτριος» Bayley ότι τραγούδησε τείνει να γίνει διαχρονικά τόσο κλασικό όσο και τα τραγούδια πριν και μετά από αυτόν. Σκεφτείτε πολύ απλά ότι οι IRON MAIDEN τραγούδια όπως τα “Futureal”, “The Angel And The Gambler”, “The Clansman”, “When Two Worlds Collide”, “Sign Of The Cross”, “Lord Of The Flies” κλπ τα έχουν ακόμα στο setlist τους γιατί προφανώς τα ζητά ο κόσμος. Από την άλλη οι JUDAS PRIEST δεν έχουν τίποτα από την Owens εποχή στις εμφανίσεις τους. 
Θυμάμαι σαν τώρα όταν έπαιζα μουσική σε μαγαζιά, ερχόταν κόσμος και μου ζητούσε να ακούσει το “Falling Down”, αφού νόμιζαν ότι το τραγούδι λεγόταν έτσι και όχι “Man On The Edge” όπως ήταν κανονικά. Κακά τα ψέματα, επικοινωνιακά οι IRON MAIDEN σάρωσαν και με την πρόσληψη Bayley. Όποιον και να ρωτήσεις τα τραγούδια με αυτόν έχουν ταυτιστεί με τον metal οπαδό ειδικά τον νεότερο ηλικιακά, κάτι που η εξαίσια φωνή του Owens δεν έκανε, επειδή δεν είχε τις συνθέσεις. Οι JUDAS PRIEST προσπάθησαν μα βαρύνουν τον ήχο τους και να ακουστούν πολύ νέο-Αμερικανοί, ενώ οι IRON MAIDEN έμειναν στα ηχητικά τους μονοπάτια και με μια ομολογουμένως κατώτερη των καταστάσεων φωνή κατάφεραν να μείνουν στις συνειδήσεις των οπαδών. Ο Bayley δεν μπορεί να συγκριθεί με πολλούς τραγουδιστές, αφού σαφώς είναι κατώτερος σε ταλέντο. Άρπαξε όμως μια ανεπανάληπτη ευκαιρία, δεν την άφησε να «πέσει» και ταπεινά έκανε ότι του είπαν και ότι μπορούσε. Έτσι το πέρασμα του από τους IRON MAIDEN, θεωρείται τίμιο και όποιος τον κράζει κάνει λάθος. Αυτό μπορούσε αυτό έκανε. Η ιστορία πάντως είναι μαζί του. 

 

JUDAS PRIEST με Tim “Ripper” Owens ο Φραγκίσκος Σαμοΐλης
Ωραία «αντιπαράθεση» αυτή! Δύο άνθρωποι που κλήθηκαν (και φυσικά αποδέχθηκαν την πρόκληση) να αντικαταστήσουν δύο εκ των πέντε κορυφαίων φωνών που γνώρισε ποτέ η heavy metal μουσική και μάλιστα στις δύο μπάντες που θα βάλουν οι περισσότεροι σε κάποιον για να καταλάβει τι σημαίνει heavy metal μουσική (ναι ΟΚ και METALLICA). 
Οι IRON MAIDEN της εποχής με τον Blaze “Ο τίμιος” Bayley με το μπλε σκουφάκι στη μία γωνία και οι JUDAS PRIEST της εποχής με τον Tim “Έχω τραγουδήσει σε 50 projects” Owens με το κόκκινο σκουφάκι στην απέναντι.
Προσωπικά θα βάλω τα λεφτά μου στο κόκκινο και χωρίς δεύτερη σκέψη.
Στα των MAIDEN, μουσικά ήταν μία περίεργη συνθετική περίοδος του στρατηγού Steve, γιατί ναι μεν το “The X-factor” είναι ένας δίσκος που με άλλη παραγωγή και τη φωνή του Βρασίδα θα ήταν κατά πολύ, μα πάρα πολύ καλύτερος, γιατί μου αρέσει τόσο η ατμόσφαιρα των κομματιών και η στροφή στον ήχο τους, όμως το “Virtual XI” προσωπικά μου περνάει αδιάφορο. Συγκρινόμενα πάντα με τον υπόλοιπο κατάλογο της μπάντας. Έχει βέβαια ένα “The clansman” που είναι έπος, έχει όμως από την άλλη και το “Como estais amigos”. Οι IRON MAIDEN πήραν τότε ένα τεράστιο ρίσκο με έναν τραγουδιστή που ήξεραν ότι δε μπορούσε να πλησιάσει τον Bruce σε κανένα σημείο. Μου αρέσει ο Bayley σαν φωνή. Πολύ μάλιστα. Όμως δεν ταίριαξε ποτέ στους MAIDEN και το είδαμε και live αυτό στην Αθήνα. Τίμιος, εργάτης, παθιασμένος, αληθινός μεταλλάς και με τρελή αγάπη για αυτό που κάνει, αλλά δεν ήταν για τους MAIDEN.
Από την άλλη έχουμε τους JUDAS PRIEST, που και αυτοί αντικατέστησαν μία υπερφωνή, όμως έφεραν τον Ripper, έναν άνθρωπο που τσίριζε σαν να μην υπάρχει αύριο, ήταν τότε στα ντουζένια του, είχε και επιβλητική παρουσία και κούμπωσε πολύ περισσότερο στην ομάδα. Και εδώ η συνθετική περίοδος ήταν λίγο περίεργη και με τα ρίσκα της (άλλωστε και οι δύο μπάντες πολλές φορές «ρίσκαραν» συνθετικά και πολύ καλά έκαναν με σπουδαία αποτελέσματα τις περισσότερες φορές), όμως θεωρώ το “Jugulator” τεράστια δισκάρα, που αν υπήρχε ακόμα ο Halford στη μπάντα ίσως το υμνούσε πολύ περισσότερος κόσμος. Και όχι λόγω απόδοσης, αλλά λόγω ονόματος και μόνο, γιατί ο Ripper ήταν απίθανος σε απόδοση. Το “Demolition”, OK, είναι σαφώς πιο αδύναμο άλμπουμ. Όμως σαν «πακέτο», σαν δυάδα, μου αρέσει περισσότερο αυτή η εποχή των PRIEST από την αντίστοιχη των MAIDEN. Ο Ripper όμως έχει κάνει εξαιρετική δουλειά στους PRIEST. Στη ζυγαριά οι δύο δίσκοι αυτοί των IRON MAIDEN και JUDAS PRIEST, μου είναι κοντά συνολικά, καθώς από τα 4 θεωρώ το “Jugulator” το καλύτερο, αμέσως μετά το “The X factor”, μετά το “Virtual XI” και μετά το “Demolition” με τα δύο τελευταία να είναι σχεδόν ισάξια πάντως. Όμως φωνητικά δε νομίζω ότι υπάρχει σύγκριση και η φωνή στο metal παίζει τεράστιο ρόλο, ίσως τον μεγαλύτερο και μπορεί να μεταμορφώσει τα τραγούδια, πράγμα που έχουμε δει άπειρες φορές.
JUDAS PRIEST με Ripper λοιπόν, ασχέτως του ότι βγάζω το καπέλο στον Bayley που το πήγε όσο μπορούσε να το πάει με τους MAIDEN.

 


JUDAS PRIEST με Tim “Ripper” Owens ο Άγγελος Κατσούρας

Θα φάω πολύ κράξιμο και κατάρα με αυτό το άρθρο αλλά στην τελική οι γνώμες είναι σαν τις… πίσω όψεις που είπε κι ο Βρώμικος Χάρι και ο καθένας μας έχει από μία. Χάρηκα τρομερά την εποχή που στην ΠΡΙΣΤΑΡΑ εισήλθε ο φέρελπις και με κατατεθέντα τα διαπιστευτήρια του από τους ήρωες WINTERS BANE, Tim Owens. O Owens γρήγορα έγινε “Ripper” και στη θέα του βίντεο κλιπ για το “Burn in hell” το 1997, όπου έβλεπα τους (τότε) 50άρηδες JUDAS PRIEST ανανεωμένους όσο ποτέ, με έναν τύπο που έσταζε πώρωση κι έδινε μπουνιές στον αέρα, αναθάρρησα όσο ελάχιστες φορές. Έβλεπα το μεγαλύτερο –και καλύτερο προφανώς- Αγγλικό συγκρότημα όλων των εποχών να επιχειρεί μία στροφή σε (πολύ) σκληρότερες φόρμες, οι οποίες όχι απλά τους ταίριαζαν και μπόρεσαν να της υποστηρίξουν μέσα στα χρόνια, αλλά τους βγήκε και στις συναυλίες τους για τα επόμενα χρόνια, όπου και απέδιδαν εξαιρετικά. Ένα τέτοιο δείγμα είχαμε την τιμή και χαρά να απολαύσουμε το καλοκαίρι του 2001 στη χώρα μας στην πρώτη τους εμφάνιση, όπου και φυσικά μιλάμε για την κορυφαία JUDAS PRIEST συναυλία που είδαμε ποτέ (παρένθεση, η κορυφαία PRIEST-releated συναυλία ήταν του Rob Halford στο Ρόδον, καμία αμιγώς JUDAS PRIEST συναυλία ΜΕ τον μεταλλικό θεό στις τάξεις τους δεν έπιασε μεγαλεία όπως αυτές οι δύο προαναφερθείσες). Το “Jugulator” όχι απλά είναι δισκάρα που από τότε αρκετοί δεν ανεχόμασταν κουβέντα για πάρτη του, αλλά μπόρεσε μέσα στις δύο και κάτι δεκαετίες που πέρασαν, να εδραιωθεί στις καρδιές πολύ κόσμου και είναι σίγουρο ότι αν δεν υπήρχε, τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί πολύ διαφορετικά. Οι εμφανίσεις τους με τον Ripper συνολικά τους έβρισκαν στην κορυφαία τους φόρμα για πολλά χρόνια και το μέλλον φαινόταν πολλά υποσχόμενο. Μέσα μας βέβαια, ξέραμε αρκετοί ότι ήταν πολύ καλό για να κρατήσει όλο αυτό. Το πλήρωμα του χρόνου έφερε το “Demolition” μετά το “Jugulator”, ένα άλμπουμ που προφανώς και σε μεγάλο του μέρος είναι άνισο, αλλά περιέχει πολλές κομματάρες και που ότι και να λέμε, τους έφερε στη χώρα μας, επίσης από τη στιγμή που στην δισκογραφία τους υπάρχει το όνειδος που ακούει στο όνομα “Nostradamus” –το οποίο ντε και καλά πρέπει να αποδεχτώ ως υποφερτό μόνο και μόνο επειδή τραγουδάει ο Halford- δε νομίζω ότι τυχόν διαφωνίες είναι έγκυρες. Ποτέ δεν θέλησα να φύγει ο Owens από το συγκρότημα και δυστυχώς η πορεία του μετά είναι του αιώνιου γκαντέμη, καθώς δε μπορεί να στεριώσει πουθενά. Ήταν ένας άνθρωπος που βρέθηκε στο αγαπημένο του συγκρότημα άξια και που στο πρόσωπο του, βλέπαμε όλοι ότι αν κυνηγήσεις το όνειρο σου, μπορείς να το πετύχεις (μέχρι και ταινία έγινε η ιστορία του, Rock Star αιώνια αγάπη με πρώην Marky Mark – νυν Mark Wahlberg στο ρόλο). Προφανώς όλοι οι οπαδοί περίμεναν κάποια στιγμή την επιστροφή του Metal God και η ιστορία εκ τους αποτελέσματος δείχνει να δικαιώνει την επιλογή αυτή, αγαπώ τον Rob Halford υπεράνω περιγραφής, αλλά γούσταρα που κι αυτός έκανε το κομμάτι του με τους FIGHT και δεν είχε να αποδείξει κάτι σε οποιονδήποτε. Προφανώς μπάντα και Halford έκριναν ότι μαζί είναι πολύ ουσιαστικότεροι απ’ ότι χωριστά. Το περυσινό έπος “Firepower” έστω και μετά από πολλά χρόνια ύστερα από την επανασύνδεση, έδειξε ότι άξιζε το όλο εγχείρημα, αλλά το πραγματικά ΜΕΓΑΛΟ άλμπουμ της τελευταίας 30ετίας στην καριέρα των JUDAS PRIEST, ήταν, είναι και θα είναι το “Jugulator”.
Υ.Γ.: Υποτίθεται ότι έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε δύο διαφορετικές καταστάσεις εδώ πέρα. Όποιος νομίζει ότι θα διαβάσει από μένα έστω μισή σειρά παραπάνω απ’ όσο αξίζει το ΑΝΕΚΔΟΤΟ “IRON MAIDEN με Blaze Bayley”, πλανάται πλάνην οικτρά. Οι MAIDEN εξάλλου διέλυσαν στο Donington το 1993. Όσο και να προσπαθείτε κάποιοι να με πείσετε για το αντίθετο, τόσο περισσότερο με κάνετε και γελάω.

 

IRON MAIDEN με Blaze Bayley o Λευτέρης Τσουρέας
Οι αποχωρήσεις του Dickinson και του Halford ήταν καταλυτικές για τον ήχο των MAIDEN και των PRIEST αντίστοιχα στα early 90’s. Ο Harris πείσμωσε και αποφάσισε να προσλάβει έναν frontman που δεν είχε καμία σχέση με τον Dickinson σε όλα τα επίπεδα. Και δεν κώλωσε να βγάλει άμεσα δίσκο με τον Bayley, κάτι που οι PRIEST δεν έκαναν, γιατί μπήκαν στον πάγο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η αρχή ήταν το ήμισυ του παντός και το “The X-Factor” αυστηρά καλλιτεχνικά ήταν πετυχημένο εγχείρημα. Κατάφεραν οι MAIDEN να αλλάξουν τα πάντα και να κερδίσουν τους ορκισμένους οπαδούς τους όσον αφορά το πόσο ειλικρινείς ήταν απέναντί τους. Ο Bayley κέρδισε τη συμπάθεια τους, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό που να ξεχάσουν τον Dickinson. Κίνηση στρατηγικής ήταν η κυκλοφορία του “Best of the beast” για να ξαναγίνουν arena band και να ανεβάσουν τις προσδοκίες των οπαδών στο επόμενο album τους. Το “Virtual XI” έδειξε σε μεγάλο βαθμό ότι η μετάλλαξη τους ήταν μεγάλη και η όποια προσπάθεια να εισάγουν ξανά τα χαρακτηριστικά του ήχου τους ήταν καταληκτικά αποτυχημένη. Στο μεσοδιάστημα ο Dickinson είχε κυκλοφορήσει δύο αμιγώς metal δίσκους και η επιστροφή ήταν προδιαγεγραμμένη και άδικη, αναφορικά στην προσπάθεια που είχε γίνει από το 1995 ως το 1998. 
Αντίστοιχα οι PRIEST επέλεξαν έναν τραγουδιστή που είχε παρόμοια χαρακτηριστικά με τον Metal God. Ο Owens «πατούσε» πάνω στα standards του Halford και έδινε το δικαίωμα στους PRIEST να κυνηγήσουν τη συνέχεια τους σύμφωνα με τις επιδιώξεις τους να γίνουν πιο «μοντέρνοι». To “Jugulator” δίχασε το κοινό τους, που κατάλαβε ότι ο «εκμοντερνισμός» του ήχου τους δεν τους οδηγούσε παρά μόνο σε καλλιτεχνικά αδιέξοδα. Αποτέλεσμα ήταν το “Demolition”, στο οποίο έφτασαν στο καλλιτεχνικό τους ναδίρ! Αλλά στις συναυλίες τους ήταν κάτι παραπάνω από πειστικοί με τον Owens σαν frontman. Στο μεσοδιάστημα ο Halford αφού απέτυχε – όπως και ο Dickinson αρχικά – να απευθυνθεί σε εκτός metal ακροατήριο στην προσωπική του καριέρα, ξεκίνησε να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα από οποιονδήποτε κλώνο του: Να είναι ο Metal God! Οπότε η επιστροφή του ήταν θέμα χρόνου…
Αν συγκρίνουμε τι άφησαν πίσω τους οι MAIDEN με τον Bayley και οι PRIEST με τον Owens, θαρρώ πως η πλάστιγγα γέρνει πανηγυρικά υπέρ των πρώτων. Καθόλου τυχαία ακόμα και σήμερα παίζουν, μεγάλα σε διάρκεια, κομμάτια τους (“Sign of the cross”, “The clansman”) και ο κόσμος τα περιμένει πως και πως για να τα τραγουδήσει μαζί με τα έπη που τους γιγάντωσαν στα 80’s. Κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει με τους PRIEST που δεν τολμάνε να αγγίξουν τα album τους με τον Owens για να επιλέξουν κάποιο κομμάτι να το παρουσιάσουν με τον Halford. Αυτό το γεγονός δείχνει για εμένα σε τεράστιο βαθμό την ειλικρίνεια και την πίστη που έχουν οι MAIDEN για όλους τους δίσκους που έχουν κυκλοφορήσει, ακόμα και την περίοδο που παρήκμασαν εμπορικά στο μέγιστο βαθμό. Είναι επίσης ένδειξη ανωτερότητας του Dickinson που δέχεται με χαρά να τα ερμηνεύσει, κάνοντας τα «δικά του» με την ερμηνεία του που είναι σαφώς πιο ταιριαστή από του Bayley. Ο Halford ούτε που το έχει σκεφτεί να κάνει κάτι ανάλογο…
Στουντιακά λοιπόν MAIDEN… Συναυλιακά σίγουρα PRIEST! Αλλά στην καρδιά μου έχω την εποχή του Bayley σαν την εποχή που αγάπησα τους MAIDEN στην εφηβεία μου και την ενηλικίωση μου. Όσα χρόνια κι αν περάσουν θα θυμάμαι με νοσταλγία την πρώτη μου συναυλία τους στα γενέθλια μου το μακρινό 1995 και την ανείπωτη χαρά να τους βλέπω στο δέκατο full length album τους να τολμούν να αλλάξουν σε όλα τα επίπεδα. Και αυτό είναι για εμένα ό,τι πιο σημαντικό: Να κάνεις σαν καλλιτέχνης αυτό που θες, αγνοώντας το τι περιμένει από εσένα το κοινό σου! Οι PRIEST για εμένα αντιμετώπισαν το κοινό τους ως πελάτες και προσέλαβαν έναν κλώνο του frontman τους και ηχητικά ακολούθησαν τις επιταγές της εποχής για να είναι αρεστοί… Ό,τι χειρότερο για εμένα όσον αφορά έναν καλλιτέχνη…

 


JUDAS PRIEST με Tim “Ripper” Owens o Στέλιος “Rock star-the movie” Μπασμπαγιάννης

JUDAS PRIEST vs IRON MAIDEN σε έκδοση K-19 ή αν θέλετε με τους αναπληρωματικούς. Η έλευση του Owens στο μικρόφωνο των Βρετανών metal γιγάντων, συνοδεύτηκε από μια απόπειρα των υπολοίπων, με υποκινητές κύρια τον Tipton, να εκσυγχρονίσουν τον ήχο τους. Το αποτέλεσμα δύο μέτρια στούντιο άλμπουμ, που ξένισαν τους παραδοσιακούς οπαδούς και οδήγησαν το σχήμα σε κρίση. Έφταιγε ο τραγουδιστής, έφταιγε η μουσική, οι συνθέτες, η εποχή, κανείς δεν θα πει ποτέ με ακρίβεια. Η αλήθεια είναι ότι οι συναυλίες τους με τον Owens ήταν πολύ καλές και η απόδοση στα παλιά τραγούδια άψογη. Αλλά ακόμη και σήμερα αρκετοί από εμάς αν μας ρωτήσεις που βρίσκονται αυτά, θα σου πουν μάλλον παρέα με τα σουβέρ από τα ταξίδι στην Σουηδία για το Sweden Rock.
Η έλευση του Bayley ήθελε κότσια ,γιατί αντικαθιστάς την μεγαλύτερη φωνή αλλά και προσωπικότητα επί σκηνής (συγγνώμη Rob) που έβγαλε η Βρετανική metal σκηνή. Συνολικά η μεγαλύτερη προσωπικότητα είναι ο Coverdale, αλλά μιλάμε για metal και αν πάμε συνολικότερα είναι ο Justin Sullivan των NEW MODEL ARMY και αν πάμε σε επίπεδο θρησκειολογίας ο Lemmy, αλλά αυτό είναι άλλο ερώτημα και αποζητά άλλες απαντήσεις. Ο Bayley ήρθε σε μια περίοδο που οι IRON MAIDEN είχαν θέματα κούρασης, πτώση δημοτικότητας και γενικά η μηχανή έδειχνε σημεία φθοράς. Κυκλοφόρησε μαζί τους δύο στούντιο άλμπουμ με το ένα να είναι τουλάχιστο αξιοπρεπές, αλλά σε αντίθεση με τον Owens επί σκηνής δεν είχε το ειδικό βάρος του προκατόχου του, ούτε καν του Di Anno, με αποτέλεσμα, ο κόσμος να μην μπορεί να τον αποδεχτεί, ειδικά στα παλιά τραγούδια.
Συμπερασματικά, ο Owens κερδίζει άνετα, με ευκολία γιατί είναι το φτωχόπαιδο που από το σχήμα διασκευών που τραγουδά, γίνεται ο τραγουδιστής στο αγαπημένο του σχήμα (ή αυτό ήταν ταινία;) και κυκλοφορεί μέτρια άλμπουμ κυρίως λόγω συνθέσεων αλλά φωνητικά , είναι μια νεότερη έκδοση του αποχωρήσαντα Halford, σε αντίθεση με τον τίμιο, πλην πτωχό Bayley που το στοίχημα να δώσει άλλον αέρα στους IRON MAIDEN, κατέληξε σε ασφυξία γι’ αυτόν και την κατάλληλη στιγμή απόλυση από τον τίμιο, πλην υπολογιστή, Steve Harris που έβλεπε την δημοτικότητά τους να φθίνει. Στο απώτερο μέλλον, όταν κάποιος μουσικοκριτικός ανακαλύψει την περίοδο Ripper και Bayley θα εκθειάσει τα άλμπουμ που ούτε οι ίδιοι δεν ακούνε και θα αποκτήσουν cult status, δίνοντάς τους το δικαίωμα να παίζουν σε διάφορα «τρου» φεστιβάλ και να λατρεύονται όπως ποτέ δεν έγινε στα χρόνια της παρουσίας τους σε JUDAS PRIEST και IRON MAIDEN. Αντίθετα όμως με τέτοιου είδους γνώμες και το καλό κρασί, οι περίοδοι και των δύο είναι περίοδοι μετριότητας, που δεν θα βελτιωθούν στην πάροδο του χρόνου, όσες φορές και να ακούσουμε τους PANTER-ισμους του “Jugulator” ή τα δήθεν επικά τραγούδια του “The X-factor”. Ripper vs Bayley σημειώσατε ένα, αλλά σε τοπικό πρωτάθλημα και η ιστορία τους μετά την απόλυση μας δικαιώνει.

 

IRON MAIDEN με Blaze Bayley o Δημήτρης Μπούκης
Καιρό είχαμε να ασχοληθούμε με την συγκεκριμένη στήλη και το δαιμόνιο μυαλό του αρχισυντάκτη μας έριξε σε ένα δίλημμα που θα το χαρακτήριζα τρικλοποδιά! Εδώ πρέπει να συγκρίνουμε τους δύο μεγαλύτερους τιτάνες του heavy metal, στην αποδεδειγμένα χειρότερη περίοδο τους. Από την μία έχουμε τους IRON MAIDEN μετά τον Dickinson, με τον φιλότιμο στρατιώτη Bayley να κάνει μία τίμια προσπάθεια να καλύψει το κενό που δεν το καλύπτει ούτε ο Θεός, και από την άλλη τους JUDAS PRIEST μετά τον Halford, με τον Ripper να καλύπτει εξαιρετικά το κενό, αλλά με τους PRIEST να ακολουθούν μία μουσική κατεύθυνση που δεν περίμενε κανείς. Αν πρέπει να συγκρίνω τις φωνές των δύο αοιδών, στα αφτιά μου ο Ripper ακούγεται ανώτερος από τον Bayley. Οι δίσκοι όμως που βγήκαν είναι μία άλλη ιστορία. Από την πλευρά των Maiden, τα “The X-factor” και “Virtual XI” ενώ δεν είναι τόσο πια κακοί δίσκοι (με “Sign of the cross”, “Lord of the flies”, “Clansman”, “Futureal” δεν μπορείς να τους πεις κακούς), έχουν πολλές μέτριες προς κακές στιγμές, που τα ρίχνουν στο καναβάτσο και τα κρατούν εκτός σύγκρισης με τα έπη του παρελθόντος. Οι PRIEST από την άλλη έχουν ένα “Jugulator” που προσωπικά το γουστάρω τρελά, αλλά έχουν και αυτό το “Demolition” που προσωπικά θεωρώ πως είναι ότι χειρότερο έχουν βγάλει ποτέ (τρομάρα μου που το είχα αγοράσει και σε special edition με δώρο μία πένα). Όλα αυτά αν τα βάλω σε μία ζυγαριά, κάπου στην μέση είναι η προτίμηση μου, με την βελόνα να γέρνει λίγο περισσότερο προς τους MAIDEN.

 

JUDAS PRIEST με Tim “Ripper” Owens ο Γιάννης Παπαευθυμίου 
Την εποχή που έμαθα από ένα fanzine της εποχής ότι ο Tim Owens θα πάει στους JUDAS PRIEST πετούσα από την χαρά μου. Το album των WINTER’S BANE “Heart of a killer” είχε λιώσει στο CD player και η φωνή του ήταν η πιο κατάλληλη εκείνη την εποχή να διαδεχθεί τον μεγάλο Rob Halford. Οι PRIEST δεν ήταν τόσο σωβινιστές όσο οι MAIDEN ώστε να μην δώσουν την θέση του τραγουδιστή στον πιο κατάλληλο, και από την στιγμή που την εποχή εκείνη ο τραγουδιστής ερχόταν από την Αμερική, κοίταξαν το καλό του σχήματος και μόνο. Και τους βγήκε μια χαρά, μιας και νεοφερμένος Ripper ήταν και τεράστιος οπαδός της μπάντας και είχε και όλη την νιότη και τις φωνητικές δυνατότητες επιπλέον στο να ανταπεξέλθει σε ένα δύσκολο εξ αρχής ρόλο. Και τα δυο albums με τον Ripper τα θεωρώ πολύ καλά για την εποχή και για την δισκογραφία του σχήματος και επίσης εξαιρετικά είναι και τα δυο live albums που κυκλοφόρησαν με αυτόν πίσω από το μικρόφωνο. Το ότι ο Ripper μας τα χάλασε αργότερα στην μετά- Priest πορεία του, αυτό είναι ένα άλλο θέμα.
Κεφάλαιο ΜΑIDEN. Για την δεκαετία των 80’s υπήρξαν οι σημαιοφόροι του metal καθ’ όλη την διάρκεια της και ότι και αν κυκλοφόρησαν σε αυτήν ήταν τουλάχιστον αριστούργημα. Όταν αποχώρησε ο Bruce αυτοί αποφάσισαν να πάρουν τον Blaze Bayley από τους WOLFSBANE. Ένα σχήμα που πλασαριζόταν από τον Βρετανικό τύπο σαν την νέα μεγάλη ελπίδα του νησιού, αλλά σίγουρα δεν ήταν κάτι αξιόλογο όπως τελικά αποδείχθηκε. 
 Ο Blaze σαν τραγουδιστής δεν ήταν κακός, σίγουρα όχι. Αλλά ήταν λίγος για να αντικαταστήσει το μέγεθος του Bruce Dickinson. Θα μπορούσαν να βρουν έναν τραγουδιστή αντίστοιχο του προκατόχου του, ποιος δεν θα πήγαινε στην μεγαλύτερη metal μπάντα του κόσμου αλήθεια αν του το ζητούσαν; Αλλά όχι, ήθελαν σώνει και καλά Βρετανό. Kαι πήραν την απόφαση που τους στοίχισε αρκετά.
Δεν έχω τίποτα με το Blaze Βayley, η αλήθεια είναι ότι τον θεωρώ ένα τίμιο και άξιο τραγουδιστή που έδωσε τον καλύτερο του εαυτό τόσο στους δίσκους όσο και πάνω στην σκηνή. Και τα δύο albums των ΜΑΙDEN με τον Blaze τα αγαπάω και τα θεωρώ καλές δουλειές, όχι αριστουργήματα, αλλά αξιοπρεπείς κυκλοφορίες. Αλλά φανταστείτε να είχαμε πίσω από το μικρόφωνο τον Δανό Brian Rich (JACKAL) ή τον Αndre Matos ή τον Michael Kiske για παράδειγμα. Τι αντίκτυπο θα είχε για όλη την σκηνή μια τέτοια μεταγραφή και τι δίσκους μπορεί να είχαμε ακούσει με κάποιον από αυτούς;
Η ιστορία γράφθηκε, σφραγίσθηκε και δεν αλλάζει πλέον, οπότε στο δίλλημα που καλούμαστε να απαντήσουμε προφανώς και θα ταχθώ με τον Ripper και τους JUDAS PRIEST.

 

JUDAS PRIEST με Tim “Ripper” Owens o Γιάννης Σαββίδης
Ας τα πάρουμε από την αρχή. Το έτος 1992, κατά τας Γραφάς, μετά από περιοδείες ονειρώξεις κάθε rock/metal οπαδού με συμμετοχές των MOTORHEAD, ANNIHILATOR, MEGADETH, PANTERA, TESTAMENT, DANGEROUS TOYS και ALICE COOPER (ίσως να ξεχνάω και κάποιους) για τη προώθηση του υπεράνω κριτικής “Painkiller”, οι JUDAS PRIEST βρίσκονται προ ενός ΓΙΓΑΝΤΙΟΥ σοκ. Ο Μεταλλικός Θεός με το θνητό όνομα Robert John Arthur Halford, αφήνει το απόλυτο heavy metal συγκρότημα κατά τον γράφοντα, για να ακολουθήσει άλλα μουσικά μονοπάτια, πρώτα με τους FIGHT, μετά με τους TWO και τέλος με το προσωπικό του σχήμα, HALFORD. Τους θρύλους εκ Birmigham, τους ζώνουν τα φίδια για να βρει τραγουδιστή εφάμιλλό Του. 
Από το Ohio ήρθε η σωτηρία τους. Tim Owens το όνομα, γνωστός από μια τοπική tribute μπάντα. Αφήνοντας στην άκρη ακόμα και τον Ralf Scheepers των GAMMA RAY που συμμετείχε στις audition, πραγματοποιούν μέσα σε λιγότερο από δεκαετία το όνειρο σε δεύτερο PRIEST-άκια (ο πρώτος ήταν ο μέχρι σήμερα βασανιστής των τυμπάνων, Scott Travis, που μπήκε το ‘89). Το ‘97, κυκλοφορεί το ΦΟΝΙΚΟ “Jugulator”. Αν έλεγες πριν το ‘97 στους SLAYER, τους PANTERA, ή τους METALLICA ότι μια από τις αγαπημένες τους μπάντες, θα τους κόντραρε σε αιχμηρότητα και βαρύτητα, θα σε κοιτάζανε περίεργα. Θα ήθελα πολύ να είμαι από μια πλευρά, όταν ακούσανε το ομώνυμο κομμάτι...σαγόνια κάτω, μόνο! Οποιαδήποτε άλλη μπάντα, απλώς θα αντέγραφε το “Painkiller”. Οι PRIEST, αφουγκραζόμενοι το κλίμα της εποχής με τόσο τον ακραίο metal ήχο, όσο και τον ήχο των PANTERA να είναι κρίσιμοι, δημιουργούν ένα δίσκο-διαμάντι που λίγοι μπορούν να δουν την άγρια λάμψη του. Σύμφωνοι, στο “Demolition” του 2001 το χάσανε, και ο δίσκος κατατάσσεται στους χειρότερους των PRIEST, αλλά ακόμα κι αυτός φημίζεται για τις κομματάρες που άφησαν παρακαταθήκη όπως τα εκπληκτικά “Hell is home”, “In between”, “Bloodsuckers”, “One on one”, “Metal messiah”, “Machine man” και “Feed on me”.
Στον αντίποδα, οι IRON MAIDEN, μετά τη περιοδεία για το “Fear of the dark” το 1993, βλέπουν τον Bruce Dickinson μετά από μια ονειρική δεκαετία να τους εγκαταλείπει, για solo καριέρα. Προσλαμβάνουν τον Blaze Bayley, βγάζουν το θεϊκό αλλά όχι τέλειο “The X-factor" το ‘95, καθώς και το μέτριο “Virtual XI”. Το “The X-factor", αποτελεί τον πιο αδικημένο, σκοτεινό και ιδιαίτερο δίσκο που έχουν βγάλει ποτέ οι IRON MAIDEN. Γιγάντια αγάπη στη θητεία μου, αυτός ο δίσκος! Ένας σχεδόν απολογητικός, άκρως εκφραστικός, με ιδιαίτερο χρώμα, Blaze Bayley, μας εισάγει σε μια πρωτόγνωρη πλευρά των κυρίων από το East End. Ύμνοι όπως το “Sign of the cross”, “Lord of the flies”, “Judgement of heaven”, “The aftermath”, “Man on the edge”, “The unbeliever” και “Look for the truth” παρακαλάνε σήμερα να τραγουδηθούν live. Χάνει στα σημεία όμως από το ορμητικότατο “Jugulator”. 
Και συν τοις άλλοις, το “Virtual XI” μπορεί να έχει κομματάρες τύπου “Futureal”, “Lightning strikes twice”, “When two worlds collide”, “The clansman” και το “Don’t look to the eyes of a stranger” αλλά οι κομματάρες του “Demolition” το νικούν κατά κράτος. Με ψευτοφουτουριστική διάθεση στο εξώφυλλο και με το ψεγάδι μεγάλων διαρκειών του προκατόχου του να γίνεται ορατό ΠΡΟΒΛΗΜΑ, λόγω οδυνηρής έλλειψης έμπνευσης, το “Virtual XI” βρίσκει τους MAIDEN στη χειρότερη στιγμή της καριέρας τους, με το video-game “Ed hunter” της ίδιας χρονιάς να τους ρίχνει στο πάτο της δημοτικότητάς τους, σε βαθμό που ακυρώνονταν συναυλίες λόγω χαμηλής προσέλευσης. Και ας είμαστε ειλικρινείς, ο Blaze, δεν μπορούσε να πει το υλικό του Bruce όσο φιλότιμος κι αν ήταν (και είναι). Αντίθετα, ο Ripper κάρφωνε τα κομμάτια του Halford και σε κάποια έκανε και έξυπνες προσθήκες (“Rapid fire” πχ. που του έβαλε επιπλέον στίχους σαν ρεφρέν στα live). 
Ακόμα και στη φαινομενικά άσχημη τους περίοδο, με 2 λόγια, οι PRIEST ξεπερνάνε με μεγαλύτερη ευκολία τα εμπόδια από τους MAIDEN. Αυτό όμως αποτελεί motto τους όλα αυτά τα χρόνια έτσι δεν είναι; Ποτέ, μα ποτέ μη τα παρατάς.

 

JUDAS PRIEST με Tim “Ripper” Owens ο Πάνος Δρόλιας
Ζητώ εκ των προτέρων ταπεινά συγγνώμη από σύσσωμο το MAIDEN-ικό εκκλησίασμα που σχεδόν πάντα προσπαθεί εντελώς ψυχαναγκαστικά να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα αλλά...ΠΟΙΟΣ Blaze Bayley μωρέ; Μιλάμε ενδεχομένως για την πιο άστοχη επιλογή που έχει κάνει ο πάνσοφος Steve Harris στην κατά τ’ άλλα λαμπρή πορεία του και η οποία ευτυχώς δεν έβαλε σε μεγάλες περιπέτειες το μουσικό οικοδόμημα των MAIDEN. Για να είμαι απόλυτα (ακριβο)δίκαιος, ωστόσο, θα αναγνωρίσω τουλάχιστον στον τίμιο Blaze ότι όχι μόνο έδωσε το 101% των δυνατοτήτων του αλλά κατάφερε επίσης να αφήσει και πολύ καλές εντυπώσεις με την ερμηνεία του σε κομμάτια σαν τα “Sign of the Cross”, “Blood on the World's Hands” και  “The Angel and the Gambler”, μολονότι η φωνή και το ανάστημα του ήταν εξαρχής φανερά ασύμβατο με το υψηλό επίπεδο των MAIDEN. Κατά τ’ άλλα οι JUDAS PRIEST με τον Ripper στο ρόστερ τους κερδίζουν άνετα το (υποτιθέμενο) ματσάκι με δυο γκολ και βάλε ήδη από τα αποδυτήρια. Να το πάμε καθαρά δισκογραφικά; Όσο κι αν θεωρώ το “X-Factor” αρκετά παρεξηγημένο άλμπουμ (το “Virtual XI” λόγω “Como Estais Amigos” δεν μπαίνει καν στην εξίσωση), με μια πιο ψύχραιμη και νηφάλια ματιά, η εκρηκτική παρουσία και η φωνάρα του Ripper στο “Jugulator” είναι ο ισχυρότερος λόγος που το εν λόγω άλμπουμ μέχρι και σήμερα αποτελεί το μεγαλύτερο κερδισμένο στοίχημα στην ιστορία των PRIEST, που απλά είχε την ατυχία να φάει τα μούτρα του διαδεχόμενο έναν δίσκο μεγατόνων σαν το “Painkiller”. Δεν είναι διόλου διαστροφικό να ισχυριστούμε άλλωστε ότι εκτός από τον προβλεπόμενο αέρα ανανέωσης και φρεσκάδας που έφερε, έκανε συγχρόνως και τους PRIEST πολύ καλύτερους απ’ ότι πραγματικά ήταν σε μια εποχή όπου οι metal βεντέτες έψαχναν το χειρόφρενο πριν την κατηφόρα. Τι όχι; Δεν έχεις παρά να ακούσεις τα “Death Row”, “Bullet Train” συν το λατρεμένο “Cathedral Spires” και θα καταλάβεις ότι ο Owens ουδέποτε αυτοπλασαρίστηκε σαν μια νεότερη κόπια του Halford αλλά ως ένα πραγματικά καλός τραγουδιστής επιπέδου PRIEST. Ακόμα και στο μέτριο “Demolition” υπάρχει τουλάχιστον ένα “Close to You” ή ένα “Metal Messiah” ή έστω ένα ανάλαφρο “Lost and Found” που ξέρει πώς να σε φτιάξει. Αν γουστάρετε φυσικά να το πάμε και συναυλιακά, εκεί είναι πραγματικά όπου δεν τίθεται καν θέμα σύγκρισης. Όσοι μάλιστα είχαν προλάβει να δουν και τα δυο συγκροτήματα στο θέατρο Λυκαβηττού το 1998 και αντιστοίχως στο Rockwave του 2001, ξέρουν πολύ καλά ποιος έμοιαζε στο μικρόφωνο με τον Νίκο Τσιαντάκη ενώ προσπαθούσε να βγάλει μια σέντρα της προκοπής και ποιος σαν τον Μπόμπο τον Βιέρι που μάτωνε τα δίχτυα στα φόρτε του. Το γιατί και οι δυο εν τέλει κατέληξαν πλέον να βγάζουν το μεροκάματο παίζοντας σε ημιάδεια venues είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία. 

 

 

JUDAS PRIEST με Tim "Ripper" Owens ο Μίμης Καναβιτσάδος
Πρώτο "One way or another" που παίρνω μέρος και ήδη αισθάνομαι την πίεση. Ευτυχώς που έλειπα όταν οι συνάδελφοι κάνανε τα SABBATH/DIO κτλ κτλ. 
JUDAS PRIEST με Ripper VS IRON MAIDEN με Blaze.
Είναι σαν να μου λες "τορτελίνια με κόκκινη σάλτσα" ή "σπαγγέτι με κέτσαπ". Και τα 2 προς αποφυγήν είναι (ειδικά τα μακαρόνια με κέτσαπ, ποιός άρρωστος βάζει κέτσαπ στα μακαρόνια ρε), θα τα φάω μόνο αν δεν γίνεται αλλιώς ή αν είμαι εξαιρετικά άφραγκος. 
Για να μιλήσουμε και λίγο σοβαρά όμως (sorry, η σοβαρότης δεν αποτελεί βέλος στη φαρέτρα μου συνήθως), η πάσα αλήθεια είναι ότι ακόμα και τώρα που γράφω, δεν έχω αποφασίσει που θα κάτσει η μπίλια. 
Οι JUDAS PRIEST χρειάστηκαν 7 χρόνια για δίσκο μετά το αξεπέραστο "Painkiller" και όπως και να το κάνεις, μετά από αυτό, πολύ δύσκολα βγάζεις κάτι ισάξιο. Η επιλογή του Owens ήταν η καλύτερη δυνατή τότε, είναι εξαιρετικός τραγουδιστής, μεγάλος fan της μπάντας έτσι κι αλλιώς και μαζί του κυκλοφορούν 2 δίσκους. Πιο heavy ήχος, πολύ δυνατές συνθέσεις, ο κόσμος σε γενικές γραμμές τα αποδέχτηκε, ειδικότερα το "Jugulator", προσφέροντας το λιγότερο 3-4 κομματάρες που για μένα στέκονται άνετα περήφανα και δυνατά στην τεράστια ιστορία της μπάντας. Ο ίδιος ο Owens βέβαια, πάντα αδικούσε τον εαυτό του όπως αποδείχτηκε, καθώς η πορεία του δεν είχε την τροχιά που του άξιζε έως και σήμερα, με πέρασμα (αδιάφορο) από ICED EARTH, προσωπικές δουλειές μέτριες, ευελπιστώ να τα καταφέρει με την νέα super band που συμμετέχει τώρα. Σαφείς αναφορές στην ταινία "Rockstar", βοήθησε τα μέγιστα στο να κρατηθούν οι JUDAS PRIEST ζωντανοί στην πιο δύσκολη περίοδο της ζωής τους. "Burn In Hell", "Bullet Train", "Cathedral Spires" ύμνοι παντοτινοί.
Κάποιος σοφός είπε ότι ο Steve Harris ήτο τύφλα σουρωμένος όταν είπε στον Blaze Bayley "ναι ρε, έλα να τραγουδήσεις στους IRON MAIDEN!". Με το "Fear of the Dark" να βρίσκεται σε κάθε δισκοθήκη ανά τον πλανήτη, ο Bruce πηδάει από το καράβι και οι MAIDEN πρέπει να βρουν φωνή που ίσως καταφέρει έστω και στο ελάχιστο να χωρέσει στα παπούτσια του. Δεν ξέρω αν ο Blaze ήταν η κατάλληλη επιλογή τότε, κυκλοφορούν 2 δίσκους (για μένα έναν, καθώς "Virtual XI" με ενάμιση κομμάτι βαριά, ούτε άρρωστος να το βάλω να παίξει), έχουμε όμως ένα υπέροχο "The X-Factor", με πολύ αγαπημένα κομμάτια στο tracklist. Χαρακτηριστικό εκείνης της εποχής για το πόσο είχε μπερδευτεί ο κόσμος (θα με επιβεβαιώσουν οι παλαιότεροι) είναι τα ετήσια δημοψηφίσματα, τουλάχιστον στη χώρα μας. Το "The X-Factor", είχε καταφέρει να βγει ταυτόχρονα καλύτερος ΚΑΙ χειρότερος δίσκος της χρονιάς και ο Blaze Bayley καλύτερος ΚΑΙ χειρότερος τραγουδιστής. Δεν μπορώ να φανταστώ αν ο δίσκος θα ήταν καλύτερος ή χειρότερος ή διαφορετικός με Bruce στο μικρόφωνο, ξέρω με σιγουριά όμως ότι ύμνοι όπως "Lord of the Flies", "Man on the Edge" και φυσικά το ολοκληρωτικό ανατριχιαστικό ΕΠΟΣ "Sign of the Cross" βρίσκονται εδώ μέσα, και για μένα είναι αρκετά. Με το επόμενο, είπαμε, δεν μπλέκεις. 
Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και η πορεία των 2 συγκροτημάτων άμα τη επιστροφή των 2 ασώτων τραγουδιστών, διότι οι IRON MAIDEN επιστρέφουν με το παντοδύναμο "Brave New World", το πιο επιτυχημένο από τα 5 τελευταία, με τα υπόλοιπα να βρίσκονται κοντά σε ποιότητα, ενώ οι JUDAS PRIEST χρειάστηκαν 4 δίσκους για να ξαναπιάσουν κορυφές με το πρόσφατο "Firepower" και να ξανακάνουν τους πάντες να προσκυνήσουν.
Υποψιάζομαι ότι αν δεν γράψω τελική ετυμηγορία, οι αφέντες δεν θα δημοσιεύσουν τις ταπεινές αυτές σειρές, οπότε με μικρή διαφορά, για όλα τα παραπάνω αλλά και γιατί θα πέσει γιούχα και κράξιμο από τον κουμπάρο μου (γνωστός TimRipperικός, sorry Blaze και "The X-Factor"), αλλά η τραμπάλα γέρνει προς την μεριά του mister Ripper Owens... Τη μαγιά για την τελική απόφαση χάλασε το γεγονός ότι οι πρώτες φορές που είδα αυτά τα 2 συγκροτήματα ήταν με αυτές τις φωνές και σε περιοδεία γι’ αυτούς τους δίσκους, σίγουρα πέρασα καλύτερα στους PRIEST, αλλά κυρίως γιατί μόλις θυμήθηκα πόσο απαράδεκτη είναι η αηδία με το ενάμιση τραγούδι της προκοπής.

 

Οι συντάκτες του Rock Hard αποφάσισαν: Με ψήφους 11 – 5 προτιμάται η περίοδος Tim “Ripper” Owens στους JUDAS PRIEST από την αντίστοιχη του Blaze Bayley στους IRON MAIDEN. Για να δούμε όμως εσείς τι λέτε;

Σχόλια

Άλλα άρθρα του συντάκτη

Διαβάστε επίσης

"Sad wings of destiny" vs "Defenders of the faith"

3 Ιουλίου, 2018 - 02:30 Rockhard

Στις 19 Ιουλίου, στα πλαίσια του Rockwave Festival, headliners στο Terra Vibe, θα είναι οι heavy metal Θεοί, JUDAS PRIEST και για τις «ανάγκες» της στήλης μας, είπαμε να συγκρίνουμε δύο από τους...

[περισσότερα]

“Piece of mind” VS “Somewhere in time”

12 Ιουνίου, 2018 - 19:00 Rockhard

Με το Rockwave προ των πυλών και τους IRON MAIDEN να ετοιμάζονται να εμφανιστούν στη Μαλακάσα μετά από πολλά χρόνια, είπαμε το δίλημμα αυτού του μήνα για τους συντάκτες και τους αναγνώστες του Rock...

[περισσότερα]

Ritchie Blackmore με Ian Gillan vs Ritchie Blackmore με Ronnie James Dio;

18 Μαίου, 2017 - 17:30 Rockhard

Εννοείται ότι τέτοιο δίλημμα δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αφού η συντριπτική πλειοψηφία, νομίζουμε ότι θεωρεί πως και οι δύο περιπτώσεις είναι εξίσου σπουδαίες, αλλά θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε...

[περισσότερα]

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε να περιοδεύουν τα συγκροτήματα παίζοντας ολόκληρους δίσκους για επετειακούς λόγους;

17 Φεβρουαρίου, 2017 - 01:15 Rockhard

Αυτόν τον μήνα, το ερώτημα που τέθηκε στους συντάκτες του ROCK HARD για το One Way Or Another ήταν το ακόλουθο: «Συμφωνείτε ή διαφωνείτε να περιοδεύουν τα συγκροτήματα παίζοντας ολόκληρους δίσκους...

[περισσότερα]

SEPULTURA vs CAVALERA BROTHERS

17 Ιανουαρίου, 2017 - 16:15 Rockhard

Το δίλημμα αυτού του μήνα, είναι κι αυτό κλασικό στο χώρο του metal και με αφορμή την κυκλοφορία του νέου δίσκου των SEPULTURA, αλλά και της περιοδείας των αδερφών Cavalera για το “Roots”, είπαμε να...

[περισσότερα]