A Day To Remember… 06/09 [METALLICA]

6 Σεπτεμβρίου, 2018 - 03:00

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “…and justice for all” – METALLICA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1988
ΕΤΑΙΡΙΑ: Elektra
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Flemming Rasmussen, Lars Ulrich, James Hetfield
ΣΥΝΘΕΣΗ:
James Hetfield – φωνητικά, κιθάρα
Lars Ulrich – ντραμς
Kirk Hammett – κιθάρα
Jason Newsted - μπάσο

Ας τα πάρουμε λιγάκι από την αρχή… Ο Cliff Burton χάνει τη ζωή του στο τραγικό δυστύχημα τον Σεπτέμβριο του 1986 με τον Jason Newsted από τους FLOTSAM AND JETSAM να αναπληρώνει την κενή θέση και η περιοδεία για την προώθηση του “Master of puppets” συνεχίζεται κανονικά και ολοκληρώνεται στις 13 Φεβρουαρίου στη Σουηδία. Το καλοκαίρι του 1987 δουλεύουν πάνω στο “The $5.98 E.P.: Garage days re-revisited”, με διασκευές τους σε αγαπημένα τραγούδια από DIAMOND HEAD, HOLOCAUST, KILLING JOKE, MISFITS και BUDGIE και εμφανίζονται για δεύτερη φορά στο Monsters Of Rock του Donington της Αγγλίας ενώ κυκλοφορεί και η “Cliff 'em all” VHS τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, η οποία κερδίζει βραβείο στα Billboard Music Awards, στην κατηγορία Top Music Videocassette. Οι METALLICA ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω σε νέο υλικό την άνοιξη του ΄87 με το που γύρισαν από την περιοδεία αλλά αναγκάστηκαν να διακόψουν την όποια προετοιμασία λόγω ενός ατυχήματος του James Hetfield ο οποίος στις 26 Μαρτίου σπάει για δεύτερη φορά το χέρι του κάνοντας skateboard σε μια άδεια πισίνα με αποτέλεσμα να ακυρωθεί και η προγραμματισμένη τους εμφάνιση στην τηλεοπτική εκπομπή Saturday Night Live και το management να του απαγορεύει οριστικά να ξανανεβεί σε πατίνι.

Τον Οκτώβριο οι James Hetfield και Lars Ulrich ξεκινούν το ξεσκαρτάρισμα από τις κασέτες με ιδέες και riff που είχαν συγκεντρώσει τα τελευταία δύο χρόνια και ξοδεύουν όλο το φθινόπωρο του ΄87 σε ένα διαμορφωμένο garage, στο σπίτι που είχε νοικιάσει ο Lars Ulrich στην περιοχή του El Cerrito και πρόκειται για τον ίδιο χώρο που βλέπουμε στις φωτογραφίες του “The $5.98 E.P.: Garage days re-revisited”. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι το garage/προβάδικο ήταν στη Carlson Boulevard, στον ίδιο δρόμο που βρισκόταν το θρυλικό Metallimansion και είχαν γράψει τα “Ride the lightning” και “Master of puppets”.

Τα πρώτα τραγούδια που αρχίζουν να παίρνουν μορφή είναι τα “Blackened”, “Harvester of sorrow” και “One” και η όλη διαδικασία σύνθεσης κρατάει γύρω στις οκτώ με εννιά εβδομάδες. Από τους πρώτους που άκουσαν δείγμα σε πρώιμη demo μορφή από το επερχόμενο άλμπουμ ήταν ο Mike Alago, από το A&R (Artists & Repertoire) τμήμα της Elektra και αυτός που μεσολάβησε ώστε να υπογράψουν σε αυτήν το 1985, ο οποίος ήταν καλεσμένος στο γάμο του Kirk Hammett, δηλώνοντας ενθουσιασμένος από το αποτέλεσμα. Όταν οι METALLICA αποφάσισαν ότι οι ηχογραφήσεις θα λάμβαναν χώρα στο Los Angeles, οι Lars Ulrich και James Hetfield άρχισαν να τσεκάρουν όλα τα studio που υπήρχαν εκεί, μία διαδικασία που είχε επαναληφθεί και στο παρελθόν και συγκεκριμένα το καλοκαίρι του 1985 μαζί με τον Flemming Rasmussen επιλέγοντας τότε για δεύτερη φορά τα Sweet Silence Studios στην Κοπεγχάγη μιας και τους συνέφερε περισσότερο οικονομικά λόγω νομίσματος.

To studio που επέλεξαν και τις δύο φορές ήταν τα One on One Recording Studios στο Hollywood και στις 28 Ιανουαρίου ξεκινούν τις ηχογραφήσεις με το υλικό να είναι 100% έτοιμο. Επειδή ο Flemming Rasmussen ήταν δεσμευμένος με άλλη παραγωγή εκείνο το διάστημα, οι METALLICA για να μη χάσουν χρόνο επιστρατεύουν τον Mike Clink, γνωστό για τη συνεργασία του με τους GUNS N’ ROSES στο “Appetite for destruction” και για να μπουν στο κατάλληλο κλίμα ηχογραφούν δύο διασκευές στα “Breadfan” και “The prince” των BUDGIE και DIAMOND HEAD αντίστοιχα, όπως επίσης τα τύμπανα για τα “The shortest straw” και “Harvester of sorrow”.

Οι ίδιοι δεν μένουν ικανοποιημένοι από αυτή τους τη συνεργασία και ο Flemming Rasmussen παίρνει το αεροπλάνο για τις Η.Π.Α. και οι ηχογραφήσεις συνεχίζονται κανονικά. Ενδεικτικά σε συνέντευξή του ο Lars Ulrich για την προώθηση του άλμπουμ, είχε δηλώσει ότι αν δεν ερχόταν ο Rasmussen πολύ πιθανόν να ηχογραφούσε ακόμη τα τύμπανα του ενώ μία φήμη που ήθελε τον Geddy Lee, μπασίστα/τραγουδιστή των RUSH να αναλαμβάνει την παραγωγή, ο Ulrich έχει απαντήσει σχετικά: «Συζητήσαμε γι' αυτό. Είναι εύκολο να πεις πως οι METALLICA ποτέ δεν θα κάνουν ένα άλμπουμ χωρίς τον Flemming Rasmussen. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα υπάρχουν εναλλακτικές απόψεις που να μη ληφθούν υπόψη. Δεν θέλουμε να επαναλαμβανόμαστε και είμαστε ανοιχτοί σε προτάσεις που γίνονται από το δικό μας management ή από άλλους. Μιλάμε με τους ανθρώπους , το έχουμε κάνει άλλωστε στο παρελθόν και θα το εφαρμόσουμε στο μέλλον πάλι, αλλά μέχρι στιγμής έχει αποδειχτεί ότι τελικά καταλήγουμε να τηλεφωνούμε κάπου στη Δανία. Όσον αφορά τον Geddy Lee, το σκεφτήκαμε, Υπήρχαν προβλήματα με τις ημερομηνίες. Είχε σχεδιάσει κάτι άλλο και έτσι δε συζητήθηκε πραγματικά περισσότερο".

Τους πρώτους μήνες αποκλειστικά στο studio βρίσκονταν οι James Hetfield και Lars Ulrich, με τους Kirk Hammett και Jason Newsted να έρχονται όταν ήταν να ηχογραφήσουν τα θέματά τους στη lead κιθάρα και μπάσο αντίστοιχα. Στην περίπτωση του Newsted μάλιστα επειδή δεν είχε αποφασιστεί ακόμα ποιος θα καθόταν στην καρέκλα του παραγωγού, ηχογράφησε το μπάσο με μηχανικό ήχου τον Toby Right, ο οποίος ήταν απλά ένας από τους ηχολήπτες που απασχολούσε το studio εκείνη την περίοδο και μετά από χρόνια συνεργάστηκε ως παραγωγός με μπάντες όπως οι ALICE IN CHAINS, SLAYER και KORN και κανένα μέλος των METALLICA δεν ήταν παρόν όταν ηχογραφούσε τα μέρη του. Τη μίξη του άλμπουμ την ανέλαβαν οι Steve Thompson και Michael Barbiero, γνωστοί για τις δουλειές τους στα “Mechanical resonance” (TESLA) και “Appetite for destruction”, λόγω όμως κακού καταμερισμού χρόνου, η παραγωγή του άλμπουμ καθυστέρησε με αποτέλεσμα οι METALLICA να πρέπει να βγουν σε αμερικάνικη περιοδεία με τους VAN HALEN, SCORPIONS, DOKKEN και KINGDOM COME στα πλαίσια της Monsters Of Rock Tour 1998, με τις ηχογραφήσεις να έχουν οριακά ολοκληρωθεί τέσσερις μέρες πριν την έναρξή της στο Wisconsin.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στα κενά που μεσολαβούσαν ανάμεσα από τις εμφανίσεις τους στο M.O.R. οι Ulrich και Hetfield να πετούν μέχρι τα Bearsville Studios, στο Woodstock της Νέας Υόρκης ώστε να ολοκληρώσουν τη μίξη κάτι που ήταν εξαντλητικό για τους ίδιους και τον Bob Ludwig (RUSH, DEF LEPPARD) να αναλαμβάνει το mastering.

Το άλμπουμ ονομάστηκε “…And justice for all”, με τα αποσιωπητικά που προηγούνται του τίτλου να έχουν τη σημασία τους διευκρινίζοντας ότι αυτή η φράση αποτελεί μέρος της υπόσχεσης στον αμερικάνικο εθνικό ύμνο (“Pledge Of Allegiance”) ενώ επιρροή είχε πάνω τους και η ομότιτλη ταινία του 1979 με τον πρωταγωνιστή τον Al Paccino και σκηνοθεσία από τον Norman Jewison. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τα “One” και “The shortest straw” που ενώ είχαν τη βασική ιδέα για τα τραγούδια ο ένας εκ των δύο manager τους και ιδιοκτήτης της Q Prime, Cliff Burnstein, τους πρότεινε τα βιβλία “Johnny got his gun” (1938) και “Naming names” (1980), την αντιπολεμική νουβέλα του Dalton Trumbo και την ανάλυση του φαινομένου του μακαρθισμού από τον Victor Navasky αντίστοιχα.

Το “…And justice for all” αποτελεί το κλείσιμο μιας άτυπης τριλογίας, Θανάτου-Χειραγώγησης-Διαφθοράς που ξεκίνησε με τα προηγούμενα δύο άλμπουμ με τον Lars Ulrich να χαρακτηρίζει την όλη στιχουργική διαδικασία ως “The CNN years” με έντονο το στοιχείο αυτό στο ομότιτλο τραγούδι και την ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης στο δεύτερο single του δίσκου, “Eye of the beholder”. O James Hetfield έχει εξελιχθεί σε έναν εξαιρετικό ερμηνευτή, αποκτώντας και δουλεύοντας ταυτόχρονα πάνω στο χαρακτηριστικό του γρέζι και αποκτά το status του επιβλητικού frontman στο συναυλιακό σανίδι. Σε μία περίοδο της ζωής του που η κατανάλωση αλκοόλ αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερές του απολαύσεις ο ίδιος τα έχωνε παντού, ακόμα και στους ίδιους του τους γονείς στο “Dyers eve”, οι οποίοι ήταν υποστηρικτές της Χριστιανικής Επιστήμης (σ.σ. Christian Science), μιας αίρεσης που υποστηρίζει ότι η προσευχή αρκεί για να θεραπευτείς από τις αρρώστιες και μάλιστα απαιτεί απ' τους γονείς να αγνοήσουν τις ιατρικές θεραπείες για τα παιδιά τους, ακόμα και αν αυτό αποβεί μοιραίο, κάτι που στιγμάτισε τον Hetfield μιας και έχασε τη μητέρα τους σε μικρή ηλικία από αυτή τους τη στάση κι ένιωθε αποκομμένος από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του. Παρεμπιπτόντως ο Kirk Hammett θυμάται να τζαμάρει το riff του “Dyers eve” με τον Cliff Burton κατά τη διάρκεια της Damage inc. Tour.

Όλη αυτή η οργή δεν γινόταν να μην εκφραστεί και μουσικά μιας και το “And justice for all” έχει τόση συσσωρευμένη ενέργεια και θυμό, που αυτή τη φορά εκφράζεται εντελώς διαφορετικά απ’ ότι τους είχαμε συνηθίσει. Το νιώθεις από το “Blackened”, το μοναδικό τραγούδι που συμμετέχει συνθετικά ο Jason Newsted και ανοίγει την πρώτη πλευρά του διπλού βινυλίου. Το thrash metal δεν έχει ξαναπαιχτεί έτσι ποτέ άλλοτε παρά μόνο από τους ίδιους, με αρκετές αλλαγές και την καταπληκτική γέφυρα στη μέση πριν τις αρμονίες και το solo του Kirk Hammett και τις εναλλαγές στη ρυθμική κιθάρα από τον James Hetfield. Ο Lars Ulrich παίζει τα καλύτερα τύμπανα της ζωής του, με εκφραστικό παίξιμο και φαντασία και γενικότερα το συγκρότημα πιάνει την ύψιστη απόδοση συνοψίζοντας και το ρεύμα της εποχής που ήθελε τους μουσικούς να δίνουν περισσότερη έμφαση στα όργανά τους παίζοντας πιο τεχνικά.

Τραγούδια όπως το “Shortest straw” και “The frayed ends of sanity” με την “March of the Winkies” εισαγωγή να προέρχεται από την ταινία “The wizard of Ozz” (1939), εκδηλώνουν περίτρανα αυτή την τάση σε αντίθεση με το “Harvester of sorrow” που κινείται σε πιο mid-tempo ρυθμούς και αποτέλεσε το πρώτο single του άλμπουμ κυκλοφορώντας στις 19 Αυγούστου. Το συναισθηματικά φορτισμένο instrumental “To live is to die” είναι το τραγούδι που έγραψαν ως φόρο τιμής στον Cliff Burton, με το όνομά του να συμπεριλαμβάνεται στα credits μιας και το βασικό riff ήταν δικό του και προέρχεται από τα sessions του “Master of puppets” ενώ υπάρχει και μουσικό θέμα από τις πρώτες μέρες των METALLICA. Οι λιγοστοί στίχοι προέρχονται από χειρόγραφο σημείωμα του Cliff Burton, οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα είναι βασισμένοι στην ταινία “Excalibur” (1981) όπως και από το βιβλίο “Lord Foul's Bane, Book one” της σειράς "The Chronicles of Thomas Covenant the Unbeliever" του Stephen R. Donaldson.

Ο ξερός ήχος αποτελεί προπομπός των παραγωγών που θα έρθουν χρόνια μετά, ιδιαίτερα στις αρχές των 90’s με πρωτοστάτες τους PANTERA, με τον scooped ήχο του Hetfield να αποτελεί τον απόλυτο ήχο που αρκετοί προσπάθησαν να αντιγράψουν κόβοντας εντελώς τις μεσαίες συχνότητες στους ενισχυτές τους και τσιτώνοντας τις χαμηλές και τις πρίμες και φυσικά ο χαρακτηριστικός ήχος των drums που στη μίξη τα ακούμε αρκετά μπροστά δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό τα ΕΓΩ που κυριαρχούσαν στο συγκρότημα. Δυστυχώς όλες αυτές οι καινοτομίες έδρασαν κατά του νέου μέλους, Jason Newsted, ο οποίος σύμφωνα με δηλώσεις των Flemming Rasmussen και Toby Wright, έπαιξε εξαιρετικό μπάσο, πιστό στο απαιτητικό riffing του James Hetfield αλλά δυστυχώς πνίγεται σε ότι αφορά τις συχνότητες από τις overdubbed κιθάρες και την επιλογή των Ulrich/Hetfield να βρίσκεται χαμηλότερα στη μίξη, οι οποίοι αστειευόμενοι σε συνεντεύξεις τους δήλωναν ότι το μπάσο είναι δυνατά σε μια μίξη όταν αρχίσει να ακούγεται.

Παρόλα αυτά το “…And justice for all” αποτελεί μία από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες των METALLICA, αρκετά ριζοσπαστικό για την εποχή του, με τους ίδιους αρκετά πιο ώριμους μουσικά αλλά και εμφανισιακά, που μπορεί ηλικιακά να ήταν γύρω στα 25 αλλά καμία σχέση δεν είχαν πλέον με την εικόνα του πρόσφατου παρελθόντος τους. Απελευθερωμένοι από τα όποια κλισέ των 80’s σε όλους τους τομείς και έτοιμοι να κατακτήσουν τον κόσμο οι METALLICA κυκλοφορούν το “…And justice for all” στις 25 Αυγούστου, το οποίο φτάνει στην #6 θέση των Billboard chart, πουλώντας 1.700.000 αντίτυπα μέχρι το τέλος της χρονιάς μονάχα στην Αμερική. Μπορεί στο παρελθόν ο Lars Ulrich να είχε δηλώσει ότι δεν θα κυκλοφορούσαν ποτέ video-clip, αηδιασμένος από τα αντίστοιχα των poser/glam συγκροτημάτων αλλά στην περίπτωση του “One”, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια τους και τρίτο κατά σειρά single, οι METALLICA συμφώνησαν να το προσπαθήσουν και στην περίπτωση που δεν θα τους άρεσε απλά δεν θα κυκλοφορούσε.

Γυρισμένο σε μία αποθήκη στο Long Beach της California και με τους METALLICA να παίζουν ζωντανά με casual ντύσιμο σε μονόχρωμο πλάνο και με σκηνές να παρεμβάλλονται από την ταινία “Johnny got his gun” (1971) της οποίας απέκτησαν τα δικαιώματα, το “One”, σε σκηνοθεσία των Bill Pope & Michael Salomon, σηματοδότησε μία νέα οπτική των performance metal video όπως και την έναρξη της ξέφρενης πορείας η οποία κορυφώθηκε λίγα χρόνια αργότερα. To 1989 κυκλοφορεί η αντίστοιχη VHS με τίτλο “2 of One” περιέχοντας και τις δύο version του τραγουδιού όπως και μία εισαγωγή από τον Lars Ulrich και το 1989 στα Grammy Music Awards, οι METALLICA εμφανίζονται ζωντανά παίζοντας το “One”, πρώτη φορά για metal συγκρότημα και σίγουροι ότι θα κερδίσουν στην κατηγορία “Best Hard Rock/Metal Performance Vocal or Instrument”, προς έκπληξη όλων χάνουν τη διάκριση μέσα από τα χέρια τους από τους JETHRO TULL με το άλμπουμ “Crest of a knave” με το κοινό από κάτω να γιουχάρει και οι μετέπειτα κόπιες του “…And justice for all” να κυκλοφορούν με ένα αυτοκόλλητο που έγραφε "Grammy Award LOSERS". Φαίνεται τους πόνεσε τόσο πολύ που τρία χρόνια μετά όταν ο Lars Ulrich πήγε να παραλάβει το ίδιο βραβείο για το πολυπλατινένιο “Metallica”, το πρώτο που έκανε ήταν να ευχαριστήσει τους JETHRO TULL που δεν κυκλοφόρησαν νέο άλμπουμ την ίδια χρονιά με αυτούς.
Πάντως το 1990 κέρδισαν από ένα βραβείο, υποψήφιοι με το “One” στην κατηγορία “Best Metal Performance” τόσο στα Grammy Awards όπως και στα MTV Video Music Awards. Η Damaged Justice Tour, η παγκόσμια headline περιοδεία που ακολούθησε, διήρκησε πάνω από έναν χρόνο, με 220 συναυλίες σχεδόν σερί και τους METALLICA να βρίσκονται πάνω στη σκηνή για 3 περίπου ώρες και με support σε διάφορα σκέλη της περιοδείας τους THE CULT, DANZIG, QUEENSRYCHE και MORTAL SIN. Τα σκηνικά ήταν εντυπωσιακά, με την Doris, η Θεά Δικαιοσύνη που απεικονίζεται στο εξώφυλλο του “…And justice for all” να δεσπόζει στο background, οι αρένες πάντα sold-out (τσεκάρετε οπωσδήποτε την εμφάνισή τους από το Seattle Coliseum στις 29-30 Αυγούστου 1989 που περιέχεται στο “Live shit: Binge & Purge” box-set) και oι METALLICA να γιγαντώνονται στη μεγαλύτερη metal μπάντα του πλανήτη.

Κώστας Αλατάς

Σχόλια

Άλλα άρθρα του συντάκτη

Διαβάστε επίσης

A Day To Remember... 30/06 [GIRLSCHOOL]

30 Ιουνίου, 2020 - 16:45 Γιάννης Παπαευθυμίου

ONOMA AΛΜΠΟΥΜ: “Demolition” – GIRLSCHOOL ETΟΣ ΚΥΚΛΟΟΦΡΙΑΣ: 1980 ETAIΡΙΑ: Bronze Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Vic Maile ΣΥΝΘΕΣΗ:  Kelly Johnson - κιθάρες/ φωνητικά Εnid Williams - μπάσο/ φωνητικά...

[περισσότερα]

A Day To Remember... 30/06 [BLACKFOOT]

29 Ιουνίου, 2020 - 18:15 Στέλιος Μπασμπαγιάννης

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ - “Tomcattin” - BLACKFOOT ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ - 1980 ΕΤΑΙΡΙΑ – Atco ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Al Nalli /Henry Wreck ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: Φωνητικά/ Κιθάρες – Ricky Medlocke  Κιθάρες – Charlie...

[περισσότερα]

A Day To Remember... 27/06 [DEICIDE]

27 Ιουνίου, 2020 - 23:30 Γιάννης Σαββίδης

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Insineratehymn” - DEICIDE  ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2000 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Roadrunner  ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: DEICIDE ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: Μπάσο, φωνή – Glen Benton Κιθάρες – Eric Hoffman Κιθάρες...

[περισσότερα]

A Day To Remember... 26/06 [DANZIG]

26 Ιουνίου, 2020 - 23:15 Άγγελος Κατσούρας

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Danzig II: Lucifuge” - DANZIG ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1990 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Def American Recordings ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Rick Rubin  ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: Glen Danzig – Φωνητικά, πλήκτρα Eerie Von -...

[περισσότερα]

A Day To Remember... 25/06 [DEICIDE]

25 Ιουνίου, 2020 - 02:15 Άγγελος Κατσούρας

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Deicide” - DEICIDE ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1990 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Roadrunner Records ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Deicide, Scott Burns  ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: Glen Benton – Φωνητικά/μπάσο Eric...

[περισσότερα]