NAPALM DEATH – “Throes of Joy in the Jaws of Defeatism” (Century Media Records)

12 Οκτωβρίου, 2020 - 10:15

Ένα χρόνο πριν κλείσουν τα 40 (ολογραφώς ΣΑΡΑΝΤΑ) χρόνια ύπαρξής τους σαν συγκρότημα, οι τιμημένοι NAPALM DEATH κάνουν ξανά την εμφάνισή τους, με το 16ο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους, ύστερα από το μεγαλύτερο δισκογραφικό κενό της ιστορίας τους μέχρι σήμερα. 5μιση χρόνια ύστερα από το αμφιλεγόμενο και σίγουρα κατώτερο άλμπουμ της ιστορίας τους, “Apex predator – easy meat”, οι Βρετανοί μάστορες του αιώνιου θορύβου επιστρέφουν ανανεωμένοι (μαζί με τις κατάρες που τρώνε από τους οπαδούς που υποστηρίζουν ότι δεν έπρεπε ποτέ να βγάζουν οι μπάντες τρίτο δίσκο) και προσφέρουν ένα τρομερά ενδιαφέρον ηχητικά στο σύνολο του άλμπουμ, με το “Throes of joy in the jaws of defeatism”.

Ο σταθερός πυρήνας των Mark “Barney” Greenway (φωνητικά), Mitch Harris (κιθάρες/δεύτερα φωνητικά/ουρλιαχτά από την κόλαση), Shane Embury (μπάσο) και Danny Herrera (τύμπανα) καλά κρατεί και σίγουρα το νέο άλμπουμ έχει τη μεγαλύτερη ποικιλομορφία ήχων και πειραματισμών της ιστορίας τους, θυμίζοντας πολύ έντονα την περίοδο 1994-1998 (ή την περίοδο «λογότυπο α λα DREAM THEATER» που αναφέρουν κάτι φίλοι), όπου ο ήχος τους σταμάτησε να υπηρετεί τα αυστηρά grindcore/death metal στεγανά και κάνανε ανοίγματα σε νέους ήχους, με προφανέστατα αυξημένη δόση της γκρούβας, η οποία και τους χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα και που κάνει τους παλιούς οπαδούς να τρελαίνονται.

Στα 5μιση χρόνια απουσίας τους, οι NAPALM DEATH φίλτραραν μέσα τους απόλυτα το τι θέλανε να πετύχουν σαν αποτέλεσμα. Προφανώς και είχαν ένα σταθερά φανατικό κοινό από τις αρχές της πορείας τους, μεγάλο μέρος του οποίου τους εγκατέλειψε από ένα (πρώιμο) σημείο και μετά, αλλά επίσης μεγάλο μέρος του έμεινε για πάντα μαζί τους. Οι NAPALM DEATH, εκτός από συγκρότημα, πρεσβεύουν και ιδέες όπως η ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, ο αντιφασισμός και γενικά η ελεύθερη ζωή χωρίς καταπιέσεις και αμέτρητοι οπαδοί και μη της μουσικής τους, έχουν εξάρει αυτήν τη στάση τους ανά τις δεκαετίες. Δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα και σε κανέναν και προφανώς δεν ξεχνάνε τις ρίζες τους, όπως λένε και οι ίδιοι, «απλά δεν μπορούμε να σταματήσουμε να παίζουμε υπερηχητικά γρήγορα… απλά δε γίνεται». Και αυτό γίνεται άμεσα αντιληπτό από κομμάτια όπως το εναρκτήριο “Fuck the factoid”, το φοβερό “Contagion” (ίσως να γίνει το αγαπημένο κομμάτι των περισσότερων από το δίσκο) ή το “Zero gravitas chamber” για παράδειγμα. Η ταχύτητα, η σχιζοφρένεια αν θέλετε, είναι εκεί και ευτυχώς για όλους μας, δεν θα φύγει ποτέ. O Barney, έχοντας περάσει πλέον τα 50 ενδιάμεσα από το προηγούμενο άλμπουμ, ακούγεται λες και παραμένει αιώνια νέος, έχοντας μία πηγή ενέργειας όσο ελάχιστοι εκεί έξω.

Η παραγωγή του δίσκου, από τον Russ Russell, προφανώς και ευνοεί τη βαρύτητα των κομματιών, τα πάντα είναι μετρημένα και προσεκτικά εκτελεσμένα, η μπασαδούρα του Embury, που είναι σήμα κατατεθέν, τους προσδίδει έξτρα κοπάνημα, αλλά και χώρο για άλλες ιδέες γενικότερα και φυσικά τα τύμπανα του Danny Herrera εξυπηρετούν πλήρως το σκοπό, είτε της σφαγής εκεί που πρέπει, είτε να κρατήσουν το μέτρο σε αρκετά σημεία. Στιχουργικά, φυσικά και καταπιάνονται με κοινωνικά θέματα όπως πάντα, αγγίζοντας ευαίσθητες χορδές, υπάρχει ευδιάκριτο το αντι-ρατσιστικό μοτίβο της σκέψης τους, από φυλετικής μέχρι σεξουαλικής προτίμησης άποψη. Δεν φοβήθηκαν  ποτέ να εκφραστούν ακομπλεξάριστα, είτε στιχουργικά, είτε μουσικά και όπως και να το δει κανείς, όσο και αν του αρέσουν (ή και όχι) τα άλμπουμ τους, δεν μπορεί να αρνηθεί το ότι ακόμα παραμένουν μία μπάντα-ιδέα και που δεν παρεκκλίνει της στάσης της, άσχετα αν και κατά πόσο ανταποκρίνεται στις προσδοκίες οπαδών και μη. Το δε υπέροχο συμβολικό εξώφυλλο, με το χέρι που πνίγει το περιστέρι γεμάτο στα αίματα, είναι μία πάρα πολύ δυνατή εικόνα, που σίγουρα προδιαθέτει τουλάχιστον τη μία ακρόαση ενός άλμπουμ που το φέρει σαν κάλυμμα. Πολύ εύστοχη αλλά και δυνατή κίνηση εκ μέρους της μπάντας, που και πάλι πετυχαίνει διάνα.

Μεγάλος είναι ο χώρος που δίνεται στον πειραματισμό εδώ πέρα, έτσι στο “Joie de ne pas vivre” ακούμε πράγματα (και γλωσσικά αν θέλετε) που ποτέ δεν είχαμε ακούσει από το συγκρότημα, το δε νέο «χιτάκι» του δίσκου, ονόματι “Amoral”, είναι μία ωδή σχεδόν στους KILLING JOKE και όλη την post-punk σκηνή που άνθισε τέσσερις δεκαετίες πριν, ακόμα και πριν την ίδρυση των NAPALM DEATH, ενώ το τελειωτικό “A bellyful of salt and spleen”, κλείνει υπνωτικά το δίσκο, σε κλίμα «η ηρεμία μετά την καταιγίδα». Θα μπορούσα να το παρομοιάσω με την αντίφαση που έκανε το GODFLESH-ικό “Contemptuous” στο τέλος του “Utopia banished” το 1992. Για κάθε υπεργρήγορη ή υπερπειραματική στιγμή του δίσκου, υπάρχουν πάντα κομμάτια όπως τα “Fluxing on the muscle”, “Invigorating clutch” και φυσικά το άλλο «χιτάκι», “Backlash just because”, που δείχνουν τις βάσεις του ήχου τους, πηγαίνοντάς τον ένα βήμα παραπέρα. Χρόνια νοοτροπία τους είναι να μην κάνουν τον ίδιο δίσκο δυο φορές και σε κάθε περίπτωση το “Throes of joy in the jaws of defeatism” κερδίζει από τα αποδυτήρια τη σύγκριση με το “Apex predator – easy meat”. Όχι ότι ήταν κάτι δύσκολο, αλλά όχι ότι μπορείς να το θεωρήσεις και δεδομένο, ειδικά μετά από πέντε χρόνια απουσίας.

Σημειωτέον, η δισκοκριτική αφορά την κανονική έκδοση 12 κομματιών του δίσκου, καθώς η ενισχυμένη mediabook έκδοση περιέχει επίσης τα “Feral carve-up” (κομματάρα αρκετά καλύτερη από πολλά του δίσκου, κρίμα να μην ανήκει στο κανονικό tracklist), τη διασκευή στο “White kross” των SONIC YOUTH (εξαίρετη επιλογή αθάνατης κομματάρας) και την διασκευή στο “Blissful myth” των RUDIMENTARY PENI. 9 λεπτά έξτρα διάρκειας λοιπόν, που προστίθενται στο τελικό αποτέλεσμα, ενισχύοντας το σημαντικά.

Οι NAPALM DEATH είναι ξανά εδώ, επίκαιροι και αυτό είναι που πρέπει να μας νοιάζει κυρίως και όχι αυτή καθαυτή η (δεδομένη) ποιότητα του δίσκου. Στα μάτια μου, κατά την τελευταία 20ετία, εκεί που πέτυχαν απόλυτα τις σωστές δόσεις “all killers/no fillers”, ήταν στο “Smear campaign” (2006) και στο “Utilitarian” (2012). Τα υπόλοιπα άλμπουμ, συμπεριλαμβανομένου και του “Throes of joy in the jaws of defeatism”, είναι άλλες φορές λίγο καλύτερα ή λίγο χειρότερα από αυτό που περιμένεις, είναι καθαρά στη διακριτική ευχέρεια του οπαδού αν και κατά πόσο θα του αρέσει. Σε καμία περίπτωση η δισκοκριτική δεν απευθύνεται σε οπαδούς «NAPALM DEATH M-O-N-O ME MICK HARRIS” (τιτάνας, όλα καλά, έφυγε πριν 30 χρόνια, get over it) ή σε οπαδούς τύπου «NAPALM DEATH M-O-N-O TA 2 ΠΡΩΤΑ, ΜΕΤΑ ΠΑΙΞΑΝΕ DEATH METAL ΚΑΙ ΞΕΠΟΥΛΗΘΗΚΑΝ». Για μία φορά πάντως θα κάνω διαχωρισμό…

 

8/10 (σαν άλμπουμ από μόνο του χωρίς το λογότυπο τους)

6.5/10 (με βάση το σύνολο της δισκογραφίας τους)

Άγγελος Κατσούρας

Σχόλια

Διαβάστε επίσης

ARRAYAN PATH - “The marble gates to Apeiron” (Pitch Black Records)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:30 Δημήτρης Τσέλλος

Πάντα, όταν έχεις να αξιολογήσεις κάποιον δίσκο, παίζουν πολλά πράγματα ρόλο. Το πόσο έχεις παρακολουθήσει την πορεία του συγκροτήματος, πόσο το γνωρίζεις, πόσο γνωρίζεις γενικότερα το ιδίωμα που...

[περισσότερα]

THE FLOWER KINGS – “Islands” (Insideout)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:15 Φίλιππος Φίλης

Όσοι με «διαβάζετε» συχνά θα έχετε μάλλον καταλάβει πως οι προτιμήσεις μου κλείνουν προς το prog rock και πως έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στον βρετανικό ήχο και σε αντιπροσωπευτικές μπάντες όπως...

[περισσότερα]

SYNTHETIC - “Clepsydra: Time against infinity” (ROAR! Rock Of Angels Records)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:15 Γιώργος Κουκουλάκης

Για μένα οι SYNTHETIC είναι μια ανακάλυψη, μια ευχάριστη έκπληξη σε μια χρονιά γεμάτη απογοητεύσεις και αρνητική διάθεση. Ο πυρήνας τους, βασισμένος σε δυο φίλους από την Θεσσαλονίκη, έχει...

[περισσότερα]

ACCUSER - “Accuser” (Metal Blade)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:15 Θοδωρής Κλώνης

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τι να περιμένω όταν ο μέγας γκουρού Σάκης Φράγκος μου ανέθεσε το νέο άλμπουμ των ACCUSER για κριτική. Οι Γερμανοί thrashers βρίσκονται στο κουρμπέτι από το 1986 και όλα...

[περισσότερα]

WARRIOR SOUL - “Cocaine and other good stuff” (Livewire/ Cargo Records)

23 Νοεμβρίου, 2020 - 03:15 Γιάννης Παπαευθυμίου

Υπήρχε μια εποχή στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ΄90 που ο Κory Clarke “ξεστράβωνε” αρκετό κόσμο στο metal χώρο με τις διασκευές που επέλεγε στους δίσκους και στα singles του (JOY DIVISION, David...

[περισσότερα]