WOLF – “Feeding the Machine” (Century Media)

5 Μαίου, 2020 - 09:45

WOLF και ποιότητα είναι ένα από τα μεγαλύτερα συνώνυμα των τελευταίων 20 ετών τουλάχιστον. Η Σουηδική αρμάδα από το Örebro, επέστρεψε (επιτέλους) μετά από 6 χρόνια απουσίας, με το όγδοο άλμπουμ της, “Feeding the machine”. Απουσία που εν μέρει πλήγωσε τους (βάλτε τυχαίο αριθμό, δεν έχει απολύτως καμία σημασία) οπαδούς της, καθώς είχαμε συνηθίσει ανά 2-3 χρόνια το πολύ να έχουμε μία νέα δουλειά της. Και τι δουλειές ήταν αυτές. Μία και μία στην κυριολεξία. Με 7 άλμπουμ σε 15 χρόνια, εκτός από εγγύηση ποιότητας, ήταν και συνεπέστατοι, κοινώς όχι τεμπέληδες όπως πολλοί εκεί έξω.

Το “Feeding the machine”, είναι ένα κρίσιμο άλμπουμ στην ένδοξη (ΕΝΔΟΞΗ, ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ;) καριέρα τους, καθώς η μακρά απουσία μπορεί καμιά φορά να κάνει μία μπάντα να ξεχαστεί, να χάσει το σωστό momentum για το παραπάνω βήμα, την καταξίωση ή έστω ένα σταθερό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Και ναι, οι WOLF θα μπορούσαν και θα έπρεπε να αναγνωρίζονται πολύ παραπάνω σαν αξία είτε ως αυτόνομοι, είτε ως Σουηδοί (ειδικότερα αν δούμε τι είδους μπάντες από τη χώρα τους κάνουν επιτυχία τα τελευταία χρόνια ή έχουν ένα γκελ παραπάνω και ειδικά στη χώρα μας). Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί το “Feeding the machine” να αλλάξει τα παραπάνω.

Ξέρω όμως ότι είναι ένα άκρως δουλεμένο άλμπουμ, από την αρχή ως το τέλος και ότι η εξάχρονη αναμονή άξιζε με το παραπάνω, ειδικά για το μέσο φίλο του παραδοσιακού τίμιου χεβιμέταλλου. Ένα άλμπουμ πλούσιο σε υλικό, με 12 κομμάτια και 47 λεπτά διάρκεια, που από την αρχή μέχρι το τέλος σε κρατάει με διάφορους τρόπους και με ένα σύνολο το οποίο εξυπηρετείται και από κάθε τραγούδι ξεχωριστά, αλλά και στο τέλος όλα ακούγονται αδιαίρετα, σαν μικρό αδερφάκι το ένα του άλλου. Η πανέμορφη σπιντάτη εισαγωγή στα του δίσκου, με το “Shoot to kill”, μας θυμίζει από πόσο σκληρό και ατόφιο μέταλλο είναι φτιαγμένοι οι Σουηδοί Λύκοι. O Niklas Stalvind, θέτει το μότο του δίσκου εξαρχής και ψαρωτικά: “Lets make it clear I don’t believe in God, and I deny the Holy Cross, your bloodstained rituals and crucifix are useless”. Σε φάση «εδώ είμαστε, όποιος γουστάρει πόλεμο θα τον έχει και στο τέλος θα σας πάρουμε και την πόλη γιατί μπορούμε». Τρομερή αρχή, με τη φωνάρα του Stalvind να κάνει τη διαφορά και τις «μάχες» του με τον μέγιστο guitar hero Simon Johansson (ο Mike Wead της δικής μου γενιάς) να πρωταγωνιστούν καθόλη τη διάρκεια του δίσκου, όπου στο πρώτο μισό ξεγελάει!

Ξεγελάει, γιατί πάει σε μία λογική όπου έχουμε κομμάτια πιο στακάτα και ώριμα, σε σχέση με αυτό που πολλοί μπορεί να έχουν συνηθίσει τους WOLF, ενώ δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ακούγονται ωριμότεροι από ποτέ. Το “Midnight hour” ας πούμε, που ήταν ένα από τα πρώτα δείγματα του δίσκου, είναι άκρως κολλητικό, με τα σαρδόνια φωνητικά του Stalvind να το τοποθετούν βίαια στο πίσω μέρος του εγκεφάλου και να μην το ξεχνάς ποτέ, ενώ το “The cold emptiness”, με κάποιο τρόπο φαίνεται σαν να αποτελεί το σκαλοπάτι, στο οποίο αρχίζει και ανεβαίνει ακόμα περισσότερο η αξία του άλμπουμ. Έτσι, μετά το μεταβατικό, ομότιτλο κομμάτι, πάλι στο ίδιο στακάτο μοτίβο, έρχεται μία απίστευτη καταιγίδα οργασμικής έμπνευσης και συναισθημάτων. Αρχικά, με το επίσης γρήγορο και εκ των καλύτερων του δίσκου “Devil in the flesh” και στη συνέχεια, με το αρκετά διαφορετικό, όσο και κρυφό άσο στο μανίκι τους, “Spoon bender”. Παρένθεση για να απονεμηθούν τα εύσημα. ΤΙ ΣΟΛΑΡΑ ΕΧΕΙΣ ΠΑΙΞΕΙ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΙΤΑΝΑ SIMON JOHANSSON; Μιλάμε για σημείο που οι Hank Shermann, Andy LaRocque και Mike Wead (ο οποίος έβαλε το χεράκι του και στην παραγωγή), θα χειροκρόταγαν τον παιχταρά σε standing ovation. Κι όχι τίποτα άλλο, έχει και συνέχεια!

Ο Johansson απλώνει τα χέρια του σαν βεντάλια στο “The raven” (καταπληκτικό κομμάτι, νιώθεις να σε παίρνει αμπάριζα μαζί του όσο εξελίσσεται) και ο άνθρωπος (;!) βγάζει από το παλμαρέ του μία εκ νέου απίστευτη Σ-Ο-Λ-Α-Ρ-Α, όπου δε γίνεται (και πάλι) να μην τον θαυμάσεις. Ο δίσκος κλείνει με ένα φοβερό δίδυμο, αυτό των “Black widow” και “A thief inside”, τα οποία καθιστούν όλο το δεύτερο μισό του δίσκου αρκετά ανώτερο του αντίστοιχου πρώτου (χωρίς να είναι διόλου ευκαταφρόνητο) και να αφήνουν μία πολύ όμορφη τελική γεύση στον ακροατή, η οποία, όσο περνάνε τα χρόνια, θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικότερη από μία μπομπάτη αρχή που φθίνει στο τέλος. Το “Black widow” το παίρνει λίγο παραπάνω από τα υπόλοιπα ο Johan Koleberg με τα δυνατά και ρυθμικά του τύμπανα, ενώ το “A thief inside”, είναι το τέλειο κλείσιμο, έχοντας τρομερή φωνητική μελωδία, τρομερή δομή, τρομερή ΣΟΛΑΡΑ (μιλάμε πάλι έχει ζωγραφίσει στο δίσκο ο ήρωας) και ένα ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ outro, το οποίο νιώθεις ότι θα μπορούσες να το ακούς συνέχεια σε λούπα, χωρίς να κουράζεσαι. Κάπως έτσι, θριαμβευτικά, κλείνει το όγδοο άλμπουμ των WOLF, οι οποίοι έστω και με μικρή καθυστέρηση, κάνουν την εμφάνισή τους την κρίσιμη στιγμή, για να δείξουν πως γίνεται σωστά.

Κάπου πρέπει να το έχεις και μέσα σου το να ακούγεσαι τόσο πηγαίος και τόσο εύστοχος ΚΑΘΕ φορά. Οι WOLF, σε κάθε δουλειά τους, βγάζουν κλάση, βγάζουν ψυχή και μεταλλική φινέτσα. Χωρίς ποτέ να κάνουν το παραπάνω για να το παίξουν υπερτεχνικοί, κρατάνε την ουσία των συνθέσεών τους, η οποία και τους έχει βάλει βαθιά στις καρδιές συγκεκριμένης μερίδας ανθρώπων. Μεγάλη υπόθεση να ξέρεις ότι πάντα μπορείς να βασιστείς σε μία μπάντα και οι WOLF μπορούν πολύ περήφανα να συγκαταλέγονται μεταξύ αυτών. Το αβίαστο MERCYFUL FATE meets IRON MAIDEN meets JUDAS PRIEST στυλάκι τους, μπορώ να το ακούω προσωπικά όλη μέρα και να υψώνω τις γροθιές στον αέρα με χαρά και με πλήρη ευχαρίστηση. Το “Feeding the machine”, είναι η παραδοσιακά μεταλλική (μη ακραία κοινώς) Σουηδία που έχουμε αγαπήσει. Αυτή που δε θα δείτε ποτέ να επευφημείται όπως πρέπει και αξίζει και που ίσως να μένει στο περιθώριο άλλων πιο… δημοσιοσχεσίτικων λογικών. Από τη μεριά μου όμως και αφού μου δίνεται το βήμα στην τελική, δε μπορώ να μην τους δώσω και πάλι θερμότατα συγχαρητήρια και να μην εξάρω την πανέμορφη απλότητα τους, που στο τέλος προσφέρει ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΑΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ. 6 χρόνια ήταν πολλά, αλλά είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα…

8,5 / 10

Άγγελος Κατσούρας

Υ.Γ. Η περιορισμένη έκδοση περιέχει μια φοβερή διασκευή στο “Atlantis” των ANGELWITCH

Σχόλια

Διαβάστε επίσης

ARRAYAN PATH - “The marble gates to Apeiron” (Pitch Black Records)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:30 Δημήτρης Τσέλλος

Πάντα, όταν έχεις να αξιολογήσεις κάποιον δίσκο, παίζουν πολλά πράγματα ρόλο. Το πόσο έχεις παρακολουθήσει την πορεία του συγκροτήματος, πόσο το γνωρίζεις, πόσο γνωρίζεις γενικότερα το ιδίωμα που...

[περισσότερα]

THE FLOWER KINGS – “Islands” (Insideout)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:15 Φίλιππος Φίλης

Όσοι με «διαβάζετε» συχνά θα έχετε μάλλον καταλάβει πως οι προτιμήσεις μου κλείνουν προς το prog rock και πως έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στον βρετανικό ήχο και σε αντιπροσωπευτικές μπάντες όπως...

[περισσότερα]

SYNTHETIC - “Clepsydra: Time against infinity” (ROAR! Rock Of Angels Records)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:15 Γιώργος Κουκουλάκης

Για μένα οι SYNTHETIC είναι μια ανακάλυψη, μια ευχάριστη έκπληξη σε μια χρονιά γεμάτη απογοητεύσεις και αρνητική διάθεση. Ο πυρήνας τους, βασισμένος σε δυο φίλους από την Θεσσαλονίκη, έχει...

[περισσότερα]

ACCUSER - “Accuser” (Metal Blade)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:15 Θοδωρής Κλώνης

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τι να περιμένω όταν ο μέγας γκουρού Σάκης Φράγκος μου ανέθεσε το νέο άλμπουμ των ACCUSER για κριτική. Οι Γερμανοί thrashers βρίσκονται στο κουρμπέτι από το 1986 και όλα...

[περισσότερα]

DARK QUARTERER - “Pompei” (Cruz Del Sur Music)

23 Νοεμβρίου, 2020 - 03:15 Δημήτρης Τσέλλος

Οι Ιταλοί θεοί του progressive metal δεν χρειάζονται συστάσεις τόσο στους εμπεριστατωμένους γνώστες της σκηνής, όσο και στους οπαδούς του ευρύτερου επικού ήχου. Τούτο μάλιστα είναι και ένα πολύ...

[περισσότερα]