WYTCH HAZEL - “III: Pentecost” (Bad Omen Records)

16 Οκτωβρίου, 2020 - 09:45

To εντυπωσιακότερο, βάσει αποτελεσμάτων, σχήμα που ξεπρόβαλλε από τον οργασμικό χώρο του vintage rock τα τελευταία πέντε τουλάχιστον χρόνια, επιστρέφει με την τρίτη του δισκογραφική δουλειά. Η βορειοδυτική Αγγλία, τα λιβάδια και τα δάση του Lancashire, αναγγέλλουν την Πεντηκοστή (“Pentecost”), την κάθοδο και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Και αν σύμφωνα με την Εκκλησία, την ημέρα της Πεντηκοστής έλαβε χώρα η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους 12 μαθητές (περιλαμβανομένων και των αποστόλων του Ιησού), οι οποίοι έλαβαν το Άγιο Πνεύμα μιλώντας εκ του μηδενός σε ξένες γλώσσες «για τα θαυμαστά έργα του Θεού», εδώ η ευλογία αυτή μεταφράζεται μεταφορικά ως η ζηλευτή έμπνευση από την οποία διακατέχεται ο ανατέλλων αστέρας της μουσικής του σήμερα, που ονομάζεται Colin Hendra.

Το ντεμπούτο τους, “Prelude”, του 2016, με είχε τόσο ενθουσιάσει, που ήμουν βέβαιος πως εκείνη την ώρα κάτι σημαντικό «γεννιόταν». Περίμενα λοιπόν το επόμενό τους βήμα, γεμάτος ανυπομονησία, μα και σιγουριά. Τούτη η μπάντα, ήμουν βέβαιος πως θα αποτελούσε στο μέλλον ένα από τα πιο σίγουρα «χαρτιά», όσον αφορά την παραγωγή δίσκων οι οποίοι θα έμεναν στην ιστορία. Η συνθετική ικανότητα είναι κάτι το έμφυτο, υπάρχει και απλά πρέπει να καλλιεργηθεί. Δεν αποκτάται εκ των υστέρων. Το “II: Sojourn”, ήρθε τέτοια εποχή πριν δύο χρόνια και επιβεβαίωσε το αληθές. Ένα θεϊκό άλμπουμ, το οποίο θαρρείς πως αποτελούσε έναν προσωπικό φόρο-τιμής των τεσσάρων νεαρών Βρετανών στο hard rock/proto metal της πατρίδας τους, που τόσο λατρέψαμε. Ξέρω πως για να διαβάζεις τούτες τις γραμμές είσαι ομοιοπαθής, οπότε το α’ πληθυντικό πρόσωπο είναι σίγουρα πιο ταιριαστό από το α’ ενικό, έτσι δεν είναι;

Για τρίτη συνεχή φορά λοιπόν, η μουσική της χρυσής εποχής 1972-1982 επανέρχεται στο προσκήνιο (λες και έφυγε ποτέ ουσιαστικά, αλλά καταλαβαίνεις τι εννοώ), μέσω του τεράστιου ταλέντου που έχει αυτή η μπάντα. Επί του πεδίου των στίχων, συνεχίζεται το θρησκευτικό/θεολογικό concept και η εξιστόρηση της διαρκούς μάχης του ανθρώπου έναντι του Κακού. Στο ντεμπούτο ακούσαμε για τον «Γολγοθά» (The Plight), στο “II: Sojourn” για την τελική «Νίκη» (The Victory), ενώ τώρα οι τέσσερεις ντυμένοι με μεσαιωνικά ρούχα μουσικοί τραγουδούν ως άλλοι βάρδοι για τα «Επινίκια» και την «ευλογία» του Κυρίου. Ο Hendra όμως απέχει σχετικά από την οπτική της πλειοψηφίας των Christian/white rock/metal συγκροτημάτων, όπως για παράδειγμα αυτής των STRYPER. Το ευθύ μήνυμα συμπορεύεται με την αλληγορία, την ποίηση και το λογοτεχνικό ύφος γραφής, συνιστώντας ένα, αν μη τι άλλο, άκρως ενδιαφέρων και ιδιότυπο «κήρυγμα», το οποίο μπορεί να «πιάσει» και ακροατές οι οποίοι δεν έχουν ή δεν θέλουν να έχουν σχέση με θρησκευτικά/θεολογικά ζητήματα, μόνο και μόνο λόγω του όλου επικού του χαρακτήρα.

Πάμε τώρα και στο μουσικό μέρος. Στις δύο προηγούμενες κυκλοφορίες του group, έρχονταν σε απόλυτη ισορροπία το κέλτικο rock των THIN LIZZY (εκ των βασικών αρχών που πρέπει να ακολουθήσει όποιος θέλει να ανέβει στο vintage rock «τραίνο»), η μυσταγωγική ατμόσφαιρα των WISHBONE ASH, η folklore αισθητική των JETHRO TULL και ο occult heavy ήχος των PAGAN ALTAR. Εδώ τα τραγούδια ειδικά στο πρώτο μισό του άλμπουμ έχουν μια (λίγο) περισσότερο straight forward rock ταυτότητα, χωρίς φυσικά αυτό το χαρακτηριστικό να χαλάει το έτσι κι αλλιώς μαγευτικό κλίμα της μουσικής των WYTCH HAZEL. Εξάλλου, δίπλα στην Fender και στην Gibson πάντα θα μπορεί όχι μόνο να υπάρχει, αλλά να πρωταγωνιστεί μια ακουστική κιθάρα, ένα πιάνο, ένα Hammond B3… όργανα τα οποία έχουν φτάσει πλέον να θεωρούνται βασικά και αναντικατάστατα, αν θες να είσαι, ή τουλάχιστον να ακούγεσαι, vintage.

Εκτός του αρχηγού/mastermind Colin Hendra, αξίζουν ιδιαίτερης μνείας και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας. Ο Alex Haslam συνεργάζεται τόσο αρμονικά με τον ηγέτη του group, που χωρίς την παραμικρή διάθεση υπερβολής, αν ΑΥΤΕΣ οι κιθάρες είχαν ηχογραφηθεί το 1978, σήμερα όλοι θα μιλούσαμε για το «καταπληκτικό εκείνο δίδυμο που άφησε τον κόσμο με ανοικτό το στόμα». Σαν από χρόνια στην μπάντα ο νεοφερμένος Andy Shackleton στο μπάσο, συγκροτεί μαζί με τον εν ρυθμώ «Διόσκουρό» του Jack Spencer ένα ζηλευτό section και ολοκληρώνει την εικόνα ενός σχήματος το οποίο ακούγεται εξαιρετικά καλοδουλεμένο και ρυθμισμένο, χωρίς ευτυχώς να χάνει την «σπιρτάδα» και την άνεση που θα μπορούσε να υπάρχει, θεωρητικά, σε ένα επιτόπιο jamming. Τον Jack Spencer ο οποίος ξέχωρα από το ότι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πηγαίου ταλέντου, παραδίδει σε όλους μας μαθήματα πείσματος και θέλησης, όντας τυφλός. Και μπορεί να μην λογίζεται ως μόνιμο μέλος ο πατέρας του Colin, David, αλλά το cello του συνεισφέρει τα μέγιστα σε τέσσερις συνθέσεις, με έναν τέτοιο τρόπο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητος.

Δεν υπάρχει τραγούδι που να ξεχωρίζει στο “III: Pentecost”, όπως δεν υπάρχει και τραγούδι που να υστερεί. Το επίπεδο των συνθέσεων είναι αξιοθαύμαστα υψηλό και χωρίς υπερβολή, πολλές από αυτές, για να μην πω όλες, θα ήθελαν πολύ να τις έχουν στο «παλμαρέ» τους αρκετοί πραγματικά «μεγάλοι» του παρελθόντος μα και του παρόντος. Βάσει μιας εντελώς προσωπικής ματιάς, τα σημεία (πρόσεξε, τα σημεία, όχι τα κομμάτια) του δίσκου τα οποία περισσότερο με συγκινούν είναι η στιγμή της «μονομαχίας» μεταξύ του Hammond B3 και των δύο κιθαρών, στο έπος “I am redeemed” και ένα ακόμη crescendo από τους Colin Hendra και Alex Haslam στο “I will not”, όπου η έννοια “70s rock” στην κυριολεξία απογειώνεται. Τέλος και σε αυτόν τον δίσκο, η εξαιρετική, πεντακάθαρη παραγωγή, την οποία έχει την φορά αυτή επιμεληθεί ο Ed Turner των αδικοχαμένων PURSON στα The Stationhouse studios του Leeds και ο κρυστάλλινος ήχος, είναι σεμιναριακού επιπέδου.

Αν τα δύο προηγούμενα άλμπουμ ήταν η ιδανική μουσική υπόκρουση για να βολτάρεις στα δάση του Sherwood και του Nottingham παρέα με τον Robin Hood και την θρυλική του συμμορία-παρέα, το “III: Pentecost” είναι η κατά παραγγελία μουσική που «ντύνει» την αίγλη της δυναστείας των Πλανταγενετών. Ένας δίσκος ατόφιου μεσαιωνικού βρετανικού λυρισμού, τον οποίο θα μπορούσαν να είχαν συνθέσει οι βάρδοι της εποχής για να υμνήσουν ηρωικά κατορθώματα και να εξιστορήσουν φολκλορικές παραδόσεις. Μαζί με το “Oak, Ash & Thorn” των DARK FOREST, ό,τι καλύτερο έχεις ως τώρα ακούσει σε αυτό το στυλ για την φετινή χρονιά. O Λέων βρυχάται ξανά. Η Γηραιά Αλβιώνα λάμπει. Ο υπόλοιπος κόσμος σείεται. Blow ye trumpets, raise thy banners high and march onto glory!

 

9/10

Δημήτρης Τσέλλος

Σχόλια

Διαβάστε επίσης

ARRAYAN PATH - “The marble gates to Apeiron” (Pitch Black Records)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:30 Δημήτρης Τσέλλος

Πάντα, όταν έχεις να αξιολογήσεις κάποιον δίσκο, παίζουν πολλά πράγματα ρόλο. Το πόσο έχεις παρακολουθήσει την πορεία του συγκροτήματος, πόσο το γνωρίζεις, πόσο γνωρίζεις γενικότερα το ιδίωμα που...

[περισσότερα]

THE FLOWER KINGS – “Islands” (Insideout)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:15 Φίλιππος Φίλης

Όσοι με «διαβάζετε» συχνά θα έχετε μάλλον καταλάβει πως οι προτιμήσεις μου κλείνουν προς το prog rock και πως έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στον βρετανικό ήχο και σε αντιπροσωπευτικές μπάντες όπως...

[περισσότερα]

SYNTHETIC - “Clepsydra: Time against infinity” (ROAR! Rock Of Angels Records)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:15 Γιώργος Κουκουλάκης

Για μένα οι SYNTHETIC είναι μια ανακάλυψη, μια ευχάριστη έκπληξη σε μια χρονιά γεμάτη απογοητεύσεις και αρνητική διάθεση. Ο πυρήνας τους, βασισμένος σε δυο φίλους από την Θεσσαλονίκη, έχει...

[περισσότερα]

ACCUSER - “Accuser” (Metal Blade)

1 Δεκεμβρίου, 2020 - 02:15 Θοδωρής Κλώνης

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήξερα τι να περιμένω όταν ο μέγας γκουρού Σάκης Φράγκος μου ανέθεσε το νέο άλμπουμ των ACCUSER για κριτική. Οι Γερμανοί thrashers βρίσκονται στο κουρμπέτι από το 1986 και όλα...

[περισσότερα]

DARK QUARTERER - “Pompei” (Cruz Del Sur Music)

23 Νοεμβρίου, 2020 - 03:15 Δημήτρης Τσέλλος

Οι Ιταλοί θεοί του progressive metal δεν χρειάζονται συστάσεις τόσο στους εμπεριστατωμένους γνώστες της σκηνής, όσο και στους οπαδούς του ευρύτερου επικού ήχου. Τούτο μάλιστα είναι και ένα πολύ...

[περισσότερα]