A Day To Remember... 05/10 [LED ZEPPELIN]

5 Οκτωβρίου, 2020 - 04:15

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “ΙΙΙ”- LED ZEPPELIN
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1970
ΕΤΑΙΡΙΑ: Atlantic
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jimmy Page
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Φωνητικά – Robert Plant
Κιθάρες – Jimmy Page
Mπάσο – John Paul Jones
Τύμπανα – John Bonham

Ήταν μία παρόρμηση ή ένα προσεκτικά υπολογισμένο ρίσκο; Ξεκάθαρα πρόκειται για ένα «άλμα πίστης» από τους LED ZEPPELIN. Μετά την κυκλοφορία του “II”, που άλλαξε οριστικά τον χάρτη της σκληρής μουσικής τον Οκτώβριο του 1969, η απόφαση του συγκροτήματος να στραφεί σε μία πιο ήπια μουσική πρόταση, φαντάζει σήμερα κάτι μεταξύ επίδειξης άκρας αυτοπεποίθησης και εσφαλμένης εκτίμησης. Ήταν όμως πραγματικά αυτή η ιστορία του μάλλον πιο παρεξηγημένου τους άλμπουμ;

Τον Αύγουστο του 1968, η τετράδα των Plant, Page, Jones και Bonham εμφανίστηκε για πρώτη φορά, ως συγκρότημα, σε έναν υπόγειο χώρο ενός δισκάδικου στο Λονδίνο. Τον Σεπτέμβριο, περιόδευσαν μαζί για πρώτη φορά στην Σκανδιναβία, με το όνομα THE NEW YARDBIRDS. Τον Οκτώβριο, έπαιξαν το πρώτο τους σόου στο Πανεπιστήμιο του Surrey, ως LED ZEPPELIN. Και τον Νοέμβριο ο θηριώδης manager τους Peter Grant (ένας από τους κύριους συντελεστές της επιτυχίας που θα γνώριζαν τα επόμενα χρόνια) εξασφάλισε ένα χρυσό συμβόλαιο για προκαταβολή 143.000 δολαρίων (πάνω από 1 εκ. δολάρια σήμερα) από την Atlantic Records, η οποία ήταν, εκείνη την εποχή, η μεγαλύτερη συμφωνία για νέο συγκρότημα. Τελικά, στις αρχές του 1969, κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους, που μπήκε κατευθείαν τόσο στο αμερικανικό όσο και στο βρετανικό top-10. Μάλιστα, έμελλε να είναι το μοναδικό τους στούντιο άλμπουμ που δεν πήγε στο νο. 1 των charts σε ΗΠΑ και Βρετανία.

Μέχρι τον Νοέμβριο του 1969, οι LED ZEPPELIN ήταν ήδη παγκόσμιοι superstars. Το δεύτερο τους άλμπουμ «ΙΙ», που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα, είχε ήδη ξεκινήσει με προπαραγγελίες περί τα 400 χιλ. αντίτυπα, και ήταν το πρώτο άλμπουμ τους που χτύπησε το νο. 1 στις ΗΠΑ, ρίχνοντας το “Abbey Road” των BEATLES δύο φορές από την κορυφή, στην οποία παρέμεινε για επτά εβδομάδες. Για την ιστορία, μέχρι τον Απρίλιο του 1970 θα είχε φτάσει τα  τρία εκατομμύρια σε πωλήσεις. Στην χώρα τους, επίσης κατέκτησε το νο. 1 στα charts, και παρέμεινε σ’ αυτά για κάτι παραπάνω από δυόμιση χρόνια, σκαρφαλώνοντας στην πρώτη θέση τον Φεβρουάριο του 1970. Γενικά, το άλμπουμ είχε καταφέρει έναν πρωτοφανή άθλο στις ΗΠΑ, διότι εκείνη την εποχή ένας hard rock δίσκος θεωρούνταν κατά κάποιο τρόπο «ακατάλληλος» από τους μεγάλους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Η ουσία, εν τέλει, είναι ότι πήραν το hard rock από το χέρι, και το ανέβασαν σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο.

Οι ZEPPELIN είχαν ήδη αποκτήσει τεράστιο εκτόπισμα, εμπορικά, καλλιτεχνικά και συναυλιακά. Κυριολεκτικά, ήταν πλέον αδύνατο να αγνοήσει κάποιος το ηδονικό hard rock τους, έχοντας εδραιωθεί ως ένα από τα μεγαλύτερα, αν όχι το μεγαλύτερο, rock συγκρότημα στον πλανήτη.  Καθώς, όμως, το συγκρότημα ετοίμαζε υλικό για την επόμενη κυκλοφορία του, έλαβε χώρα αλλαγή πλεύσης. Οι εντατικές περιοδείες και ζωντανές εμφανίσεις, μέχρι εκείνο το σημείο, τους είχαν καταβάλλει. Το management του συγκροτήματος έπαιζε μπουνιές με μία πληθώρα από promoters. Ο Bonham άρχιζε να βγάζει το άχτι του στα δωμάτια ξενοδοχείων, ενώ μία συναυλία τους στο Pittsburgh σταμάτησε λόγω ταραχών. Όταν έφτασαν στο Memphis, ο τοπικός promoter τράβηξε πιστόλι για να «συνετίσει» τον Peter Grant, και η αστυνομία της περιοχής τους έκανε την ζωή δύσκολη. Ο Plant εμφάνισε αγχωτική διαταραχή επί σκηνής. Το συγκρότημα ένιωθε την ανάγκη να αφήσει κατά μέρος αυτή την τρέλα που βίωνε συνεχόμενα για περίπου δύο χρόνια. Και για πρώτη φορά, είχαν την ευκαιρία να το κάνουν, εξασφαλίζοντας λίγο περισσότερο χρόνο για την ηχογράφηση του τρίτου άλμπουμ τους. Αυτό που ετοίμαζαν για τους οπαδούς τους, σε αυτή την συγκυρία, θα ήταν κάτι διαφορετικό, θα προσέδιδε βάθος και μία επιπλέον διάσταση στο μονολιθικό hard rocking blues, ψυχεδελικό, ήχο τους. 


Γενικότερα, στον μουσικό χάρτη του τέλους της δεκαετίας του ’60 και της αρχής της δεκαετίας του ’70, αυτό το concept δεν ήταν άγνωστο. Κάθε άλλο μάλιστα. Η σκηνή της ακουστικής μουσικής, από τραγουδοποιούς, τραγουδιστές και σχήματα που βασίζονταν στην λαϊκή-ακουστική παράδοση, ήταν ιδιαίτερα δραστήρια, κυρίως στις ΗΠΑ, αλλά και στην Βρετανία. Ενδεικτικά, ως ακούσματα  για τους Page, Plant και Jones μπορούμε να αναφέρουμε τους CROSBY, STILLS, NASH & YOUNG, την Joni Mitchell, τους SIMON & GARFUNKEL και φυσικά τον Bob Dylan στο αμερικάνικο σκέλος, ενώ από την βρετανική σκηνή οι αντίστοιχοι ήταν ο Donovan, ο Bert Jansch, ο John Renbourne, οι PENTANGLE (το σχήμα που αυτοί οι δύο δημιούργησαν στην συνέχεια), ο Davey Graham, ο John Fahey, οι INCREDIBLE STRING BAND και οι FAIRPORT CONVENTION. 

Ο Page αποφάσισε να βουτήξει στα βαθιά νερά της αγγλικής και αμερικάνικης folk. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που θα το έκανε, μιας και υπήρχαν παρόμοιες συνθέσεις στα δύο πρώτα άλμπουμ τους, όπως τα “Babe I'm gonna leave you”, “Your time is gonna come” και “Black mountain side” από το “I” και τα “What is and what should never be” και “Thank you” από το “II”. 

Η πρώτη απόπειρα για την ηχογράφηση του τρίτου άλμπουμ τους έγινε αυτό κατά τον Νοέμβρη του ’69, στα Olympic Studios στο Λονδίνο, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα. Περαιτέρω συνεδρίες πραγματοποιήθηκαν προς το τέλος του έτους, και καθώς ο χρόνος προχωρούσε, εν μέσω μιας εξαντλητικής περιοδείας στη Βόρεια Αμερική εκείνη την άνοιξη, ελήφθη η απόφαση να σταματήσουν και να κάνουν ένα διάλειμμα. Οι Plant και Page με εφόδια τις folk και ακουστικές επιρροές τους και τις ακουστικές τους κιθάρες, απομονώθηκαν στο Bron-Yr-Aur (στα ουαλικά σημαίνει "Breast of the gold", και κατ’ επέκταση "Hill of the gold" ή "Golden hill), ένα εξοχικό σπίτι του 18ου αιώνα στην ορεινή Snowdonia της Ουαλίας, σε ένα λόφο με θέα στην κοιλάδα Dyfi, βόρεια της πόλης Machynlleth. Μαζί ακολούθησαν και η οικογένεια του Plant, με την τότε σύντροφο του Page, μοντέλο Charlotte Martin. Σε αυτό το ειδυλλιακό μέρος, απουσία ύδρευσης και ηλεκτρικού ρεύματος (συνεπώς και δεν ήταν εύκολη η χρήση ηλεκτρικής κιθάρας), άρχισαν να βάζουν κάτω ιδέες για το επόμενο άλμπουμ τους. Οι δύο μουσικοί ένιωθαν ήδη απέραντη ηρεμία στην αγκαλιά του Bron-Yr-Aur, σε πλήρη αντίθεση με την ένταση της προηγούμενης περιόδου. Αυτό από μόνο του, ήταν αρκετό για να τους στρέψει σε αντίθετη φορά από το “II”. Στο κάτω-κάτω, αποζητούσαν μια αλλαγή κατεύθυνσης, για να αποδείξουν ότι μπορούσαν να παίξουν οποιοδήποτε στυλ μουσικής ήθελαν. Ταυτόχρονα, έκαναν ένα βήμα πίσω, με σκοπό να εξομαλύνουν την φλεγόμενη τροχιά που διέγραφαν, στο μουσικό και συναυλιακό στερέωμα.

Φορτωμένοι με κάποιες βασικές ιδέες, οι Page και Plant επανασυνδέθηκαν με τους Jones και Bonham, στο παγκοσμίως διάσημο (πλέον) Headley Grange, μία έπαυλη στην περιοχή του ανατολικού Hampshire. Αρχικά πτωχοκομείο, χτίστηκε το 1795, με σκοπό να στεγάσει τους ανάπηρους, τους ηλικιωμένους και ορφανά ή «νόθα» παιδιά των ενοριών της περιοχής. Με τα χρόνια έγινε ιδιωτική κατοικία, μέχρι το 1961, οπότε και η τελευταία ιδιοκτήτρια του, το ψιλοπαράτησε. Παρόλα αυτά, σύντομα έγινε αντιληπτό από διάφορες εταιρείες ηχογράφησης, ότι το εν λόγω κτίριο διέθετε κορυφαίες προδιαγραφές ακουστικής, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μία νέα ζωή ως στούντιο, από το οποίο πέρασαν, αρχής γενομένης με τους ZEPPELIN, τεράστια ονόματα του βρετανικού rock των 70s, όπως οι GENESIS, οι FLEETWOOD MAC και οι BAD COMPANY. 

Πέρα από το τι μας επεφύλασσε η ιστορία με τις ηχογραφήσεις στο Headley Grange, οι πρώτες εντυπώσεις του συγκροτήματος από τον χώρο ήταν μάλλον… απογοητευτικές. Το μέρος ήταν τεράστιο, άδειο, σε όχι και τόσο καλή κατάσταση, μέσα στην υγρασία και χωρίς θέρμανση, ενώ κυκλοφορούσαν και φήμες ότι ήταν … στοιχειωμένο! Για τους σκοπούς των ηχογραφήσεων, είχαν στήσει απ’ έξω το Rolling Stones Mobile Studio, μία κινητή μονάδα ηχογραφήσεων, που είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι έχετε ακούσει γι’ αυτό, και για τα αριστουργήματα που ηχογραφήθηκαν με την βοήθειά του. Παρά τα φαινομενικά μειονεκτήματα, το Headley Grange ήταν αξιόπιστο, βάσει του feedback που είχαν από άλλους που είχαν δουλέψει εκεί, είχε άριστη ακουστική και το ευρύτερο σκηνικό ευνοούσε την χαλαρή αλληλεπίδραση και την συγκέντρωση στο πραγματικό project, που ήταν η συγγραφή μουσικής και στίχων σε ζωντανό περιβάλλον. Οι Page και Plant ήθελαν να φέρουν λίγη από την μαγεία του Bron-Yr-Aur στην συλλογική δημιουργική διαδικασία και το Grange ήταν το ενδεδειγμένο μέρος για να το πετύχουν. Με αυτό τον τρόπο, οι Jones και Bonham υιοθέτησαν αυτή την χαλαρωτική και ήρεμη διάθεση, που είχε ως αποτέλεσμα τον τελικό ακουστικό, κατά το ήμισυ, χαρακτήρα του δίσκου. Σημειώνεται ότι αρχικά δεν υπήρχε η πρόθεση δημιουργίας ενός εν πολλοίς ακουστικού άλμπουμ, απλά προέκυψε με φυσικό τρόπο, στην πορεία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το τρίτο άλμπουμ των LED ZEPPELIN στερείται πιο δυνατών, ηλεκτρικών συνθέσεων. Το άλμπουμ δεν θα ξεκινούσε με μία απαλή ακουστική μελωδία. Θα ξεκινούσε με μία κραυγή.

Έχοντας γράψει και προβάρει τα τραγούδια που θα αποτελούσαν το επερχόμενο τους άλμπουμ, οι ZEPPELIN άδραξαν την ευκαιρία να συνδυάσουν την νέα τους μουσική πρόταση με μία μεγάλη, φεστιβαλικού επιπέδου, ζωντανή εμφάνιση. Και δεν υπήρχε καλύτερη σκηνή, για να κάνουν τα αποκαλυπτήρια, από το περίφημο Bath Festival of Blues & Progressive Music, στην γραφική κωμόπολη του Shepton Mallet του Somerset, στην νοτιοδυτική Αγγλία. Ήταν η δεύτερη τους χρονιά εκεί, είχαν εμφανιστεί και το 1969, τέταρτοι από το τέλος πριν τους τότε headliners FLEETWOOD MAC. Στο τέλος του Ιουνίου του ’70, την ώρα του δειλινού, οι ZEPPELIN ανέβηκαν στην σκηνή, όταν, σύμφωνα με τον μύθο, ο Peter Grant έδιωξε κακήν κακώς τους jazz rockers THE FLOCK από την σκηνή, για να προλάβει την δύση του ήλιου. Οι τέσσερις του συγκροτήματος ανέβηκαν στην σκηνή, με μούσια και κατάλληλα ντυμένοι, μπροστά σε ένα πλήθος 150 χιλιάδων. Σύντομα, μετά την έναρξη του set τους, ο συγκεντρωμένος κόσμος ήταν περίπου 200 χιλιάδες (ανάμεσα τους και ο Biff Byford, μετέπειτα frontman των SAXON). Έπαιξαν για τρεις (!) ώρες, δίνοντας δείγματα γραφής του επόμενου άλμπουμ τους, με τρία τραγούδια, τα “Immigrant song” (για πρώτη φορά ζωντανά), “Since I've been loving you” και “That's the way”. Εδώ έχουμε, πλην της ιστορικής εμφάνισης τους, και την παγίωσή τους στο πάνθεον του βρετανικού rock, πλάι σε συγκροτήματα όπως οι ROLLING STONES και οι WHO, τόσο εντυπωσιάστηκε το ακροατήριο από την συναυλία τους. Ωστόσο, δεν έλειψαν και εδώ τα επεισόδια, με τους κακόφημους Hell’s Angels να ευθύνονται και τους διοργανωτές να τους αντιμετωπίζουν, παίζοντας τα όλα για όλα. Ως επίλογο, να πούμε ότι αυτή ήταν η τελευταία χρονιά του Bath Festival of Blues & Progressive Music λόγω της υπέρβασης σε κόστη (οι ZEPPELIN μόνο πήραν το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 20 χιλ. λιρών), σε συνδυασμό με τις πολύ περιορισμένες δυνατότητες της ομάδας των διοργανωτών.


Όλα ήταν έτοιμα, μετά τις τελικές διεργασίες ηχογράφησης και μιξαρίσματος του άλμπουμ σε Λονδίνο και Μέμφις. Το μόνο που καθυστερούσε την κυκλοφορία του, ήταν το εξώφυλλο και το εσωτερικό artwork, που είχε ανατεθεί στον Zacron (κατά κόσμο Richard Drew), ζωγράφο, σχεδιαστή και κυρίως φίλο του Jimmy Page. Πραγματικά πρωτοποριακή δουλειά, η εκπόνηση της οποίας διήρκησε τέσσερις μήνες, απέπνεε αυτό τον αέρα χαλαρότητας του περιεχομένου, με σημειολογικές προσθήκες, και σουρεαλιστικά στοιχεία, και με πολλά στοιχεία να παραπέμπουν στην ιδέα της πτήσης. Έτσι ένα καρύδι συμβόλιζε ένα ιπτάμενο μυαλό, ένας τύπος με ομπρέλα έπεφτε σαν την Μαίρη Πόππινς, ένα αυτοκίνητο του Jimmy Page (με τα αρχικά JP) έπεφτε επίσης, υπήρχαν αεροπλάνα διαφόρων τύπων, πουλιά, έντομα, η υδρόγειος να κατευθύνεται σε ένα κουβά, ιπτάμενες πολυθρόνες και άλλα περίεργα. Όλα αυτά, και διάφορα άλλα (πράγματα που ο καλλιτέχνης μπορούσε να φανταστεί να πετάνε, λόγω μορφής ή γεωμετρίας, σύμφωνα με τον ίδιο) ήταν διάσπαρτα σε λευκό φόντο.  Οι εικαστικές «σταθερές» ήταν το ίδιο το όνομα των LED ZEPPELIN, φουσκωμένο σαν τεράστιο μπαλόνι που αιωρείται και το σηματάκι της Atlantic Records, ελαφρώς αλλαγμένο (μετά από διαβούλευση με την εταιρεία), για να ταιριάζει στην αισθητική του έργου. Στο εξώφυλλο υπήρχαν τρύπες, και από κάτω, στο εσωτερικό, βρισκόταν ένα περιστρεφόμενος δίσκος (τύπου «volvelle», μετά από πρόταση του ίδιου του Page), που κατά την περιστροφή του φανέρωνε διαφορετικές εικόνες. Ο Zacron ήθελε να βάλει τον ακροατή στην διαδικασία να παίξει με το εξώφυλλο, και γέμισε τον εσωτερικό χάρτινο δίσκο με άλλες τόσες εικόνες και σύμβολα. Η φωτογραφίες των μελών του συγκροτήματος πίσω, επίσης είχαν μια λογική, αναφορικά με τον τρόπο που τους έβλεπε ο καλλιτέχνης, ως μία τιτάνια παρουσία στην μουσική σκηνή. Τόνισε τα «αρχαιοελληνικά» (κατ’ αυτόν) χαρακτηριστικά του Jones, μετέδωσε την αστεία και ζεστή πλευρά του Bonham (εδώ έτρωγε σάντουιτς), απέδωσε στον Page μία όψη σαν την αρχαιοελληνική Μέδουσα, ενώ διέκρινε και ανέδειξε κάτι κλασικά γερμανικό στην φυσιογνωμία του Plant, με τον Γερμανικό Σταυρό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου γύρω από τον λαιμό του. Η φιλοδοξία του καλλιτέχνη ήταν να δημιουργήσει ένα artwork για το άλμπουμ, που θα ξεχώριζε από τα υπόλοιπα στην αγορά. Που θα ανταποκρινόταν στο μεγαλεπήβολο μουσικό περιεχόμενο του δίσκου, καθώς και στο καλλιτεχνικό status των ZEPPELIN. Τόσο ικανοποιημένοι έμειναν στο συγκρότημα (εκτός του Jones, ίσως) με το εξώφυλλο, που ο Zacron πληρώθηκε περισσότερο από κάθε άλλον καλλιτέχνη που τους ανέλαβε.

Δέκα ήταν τα τραγούδια που κατέληξαν στο τελικό άλμπουμ. Ολόκληρη σχεδόν η πρώτη πλευρά έχει την γνωστή ένταση και δύναμη των LED ZEPPELIN, αλλά γυρίζοντας στην δεύτερη πλευρά αποκαλύπτονται οι «άλλοι» ZEPPELIN, ως μυστηριώδεις βάρδοι. Το “III”, όπως τυπικά ονομάστηκε, σε συνέχεια των προηγούμενων “Ι” και “ΙΙ”, μ’ ένα μικρό σε διάρκεια αλλά φορτωμένο με ενέργεια τραγούδι, το αγαπημένο “Immigrant song”. Με την κραυγή του Plant και το riff - σφυροκόπημά του, γράφτηκε με αφορμή την επίσκεψη τους στην μακρινή Ισλανδία (όπως λένε και οι στίχοι “We come from the land of the ice and snow”), όπου αναδύονται εικόνες θαλασσοπόρων Βίκινγκ, που κατευθύνονται προς άγνωστο προορισμό, εξερευνώντας, πολεμώντας, λεηλατώντας και ζώντας ατελείωτες περιπέτειες στην πορεία. Αν και πολλοί το εξέλαβαν ως κάτι το επικό και ηρωικό, η αλήθεια είναι ότι το συγκρότημα πήγαινε για κάτι πιο ανάλαφρο, άλλο αν στην πορεία του αποδόθηκε η έννοια ενός ολιγόλεπτου saga. Οι πιο έμπειροι μπορούν επίσης να ακούσουν και κάτι από το “Bali Ha’I” του musical “South Pacific” και από το κλασικό rockabilly “Rumble” του Link Wray. Οι φίλοι του συγκροτήματος έσπευσαν αργότερα να χαρακτηρίσουν την μουσική τους ως Σφυρί των Θεών (“Hammer of the Gods”, από τον στίχο “The hammer of the Gods will drive our ships to new lands”, απ’ όπου πήρε τον τίτλο η κατά πολλούς αναξιόπιστη ανεπίσημη βιογραφία τους). Για τα επόμενα τρία χρόνια, θα ήταν είτε το εναρκτήριο live τραγούδι τους ή το encore τους.

Μία πρώτη γεύση των ακουστικών τάσεων που προαναφέρθηκαν, μπορούμε να πάρουμε στο “Friends” που ακολουθεί. Ένα από τα λίγα κομμάτια των ZEPPELIN, που ακούγονται ινδικής προέλευσης έγχορδα, τα οποία και παίζουν το ίδιο το συγκρότημα. Ο Page δήλωσε πως έγραψε το τραγούδι αυτό, μετά από έναν μεγάλο καυγά που έκανε με κάποιον (δεν αποκαλύπτει), ενώ θαύμαζε τον τρόπο με τον οποίο ο Plant τραγουδά τόσο άνετα και πολυδιάστατα. Μουσικά, το τραγούδι λοξοκοιτάει προς το “Carry on” των CROSBY, STILLS, NASH & YOUNG. Εάν προσέξει κανείς  το πρώτο μέρος του “Friends”, είναι σχεδόν το ίδιο με το “Carry on”. Παρόλα αυτά, το κομμάτι αυτό δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο κατηγορίας κλοπής, όπως αρκετά άλλα τραγούδια των ZEPPELIN.

Σε συνέχεια του “Friends”, μπαίνουμε απευθείας στο εξαιρετικό “Celebration day”, που με τη νεανική ορμή και ανεμελιά του, δεν αργεί να συνεπάρει τον ακροατή, ενώ στιχουργικά περιγράφει έμμεσα την πρώτη εμπειρία του Robert Plant στη Νέα Υόρκη με το συγκρότημα. Μάλιστα, σε κάποιες αμερικάνικες εμφανίσεις τους, το προλόγιζε ως “The New York song”. Περιέργως, αυτό το τραγούδι κινδύνευσε να μείνει εκτός δίσκου. Η αρχή της ταινίας ηχογράφησης τσακίστηκε και δεν έπαιζε στο κασετόφωνο. Τα εισαγωγικά τύμπανα του Bonham χάθηκαν (θα τον ακούσετε να λέει «fuck» αν ακούσετε πολύ-πολύ προσεκτικά!). Μετά από την ιδιοφυή επέμβαση του Page το κομμάτι αυτό αποκόπηκε, προστέθηκαν μερικές ακόμα κιθάρες και το τελικό συνθεσάιζερ του “Friends” ήρθε και κάλυψε την κομμένη αρχή του “Celebration day”. Ο άνθρωπος ήταν μεγάλο ταλέντο στην παραγωγή, ό,τι και να λέμε για τους «δανεισμούς» από μουσικές ιδέες άλλων, ήταν ομολογουμένως μπροστά από την εποχή του σε ότι αφορά την ηχογράφηση και παραγωγή άλμπουμ. Αυτό που 20 χρόνια αργότερα κάποιοι θα ονόμαζαν «lo-fi», ο Page το μηχανεύτηκε εδώ.

Ακολουθεί, αυτό που προσωπικά θεωρώ (και σίγουρα όχι μόνο εγώ) ένα από τα highlights της καριέρας των ZEPPELIN, το “Since I’ve been loving you”. Επιθυμία, πόθος ανεκπλήρωτος, καημός. Χαρακτηριστικό του, η σπαραχτική ερμηνεία του Plant, και ο ανατριχιαστικός αυτοσχεδιασμός του Page, σε όλα τα επτά και πλέον λεπτά του τραγουδιού. Ο Jones πλαισιώνει διακριτικά με τα πλήκτρα του το κρεσέντο του Page (ηχογράφησε το σόλο του με την μία), πάνω στην στέρεη βάση που χτίζει ο Bonham. Ήταν να μπει σε κάποια μορφή στο προηγούμενο άλμπουμ τους, αλλά έμεινε έξω (και ευτυχώς, εδώ που τα λέμε) για το “Whole lotta love”. Δυσκολεύτηκαν αρκετά να το ηχογραφήσουν, το συγκεκριμένο το πήραν αρκετά σοβαρά. Μία πηγαία εκτέλεση, όπου μπορεί να ακούσει κάποιος τις ατέλειες, χωρίς αυτές να γίνονται ενοχλητικές. Ωστόσο, φέρει φαρδιά πλατιά πάνω του την σφραγίδα της υποψίας. Το θέμα που ανοίγει το τραγούδι είναι «δανεισμένο» από το “New York City blues” των YARDBIRDS (από την εποχή που δεν ήταν στο συγκρότημα o Page, αλλά ο Jeff Beck) , ενώ ανιχνεύονται και ομοιότητες με το “Never”, ένα blues jam των Αμερικάνων MOBY GRAPE, από το δεύτερο τους άλμπουμ “Wow/ Grape jam” (1968).  Είναι πρακτικά αδύνατο να μην γνώριζε ο Plant, που τραγουδάει στην αρχή “Workin' from seven to eleven every night, it really makes life a drag, I don't think that's right” ότι στο «Never» των MOBY GRAPE, οι πρώτοι στίχοι είναι “Working from eleven, to seven every night, ought to make life a drag, now I know that ain't right”. Το αυτό ισχύει για μέρος των ενορχηστρώσεων. Βέβαια, να πούμε ότι πλην «εμπνεύσεων» και «δανείων», η εκπληκτική δουλειά που κάνουν οι LED ZEPPELIN στο «Since I’ve been loving you», το καθιστούν εύκολα ένα από τα blues έπη των 70s.

Η πρώτη πλευρά του άλμπουμ κλείνει με το “Out on the tiles”. Σύμφωνα με τον Bonham, αυτός ήταν ένας άλλος τρόπος για να πει ότι θα βγει για να πιει. Αρκετές φορές, κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων τραγουδούσε κάτι δικό του στο ρεφραίν κι εδώ είναι μία τέτοια περίπτωση, όπου έλεγε «I’ve had a pint of bitter and now I’m feeling better and I’m out on the tiles». Αυτό αρκούσε για να του δώσει θέση στα credit του τραγουδιού, ένα από τα ελάχιστα τραγούδια του συγκροτήματος που συμβαίνει αυτό. Ένα καθαρά hard rock τραγούδι, παρουσιάζει την γνώριμη πλευρά των ZEPPELIN. Μάλιστα, αν ακούσετε προσεκτικά, μετά τον στίχο “I’m so glad I’m leaving you”, θα ακούσετε στο background μία φωνή να απαντά “stay”. Ένα από τα πιο ανάλαφρα, διασκεδαστικά τους τραγούδια, είναι το αγαπημένο του Tom Morello (RAGE AGAINST THE MACHINE).

Η δεύτερη πλευρά του «III» είναι αυτή που κάνει το εν λόγω άλμπουμ ξεχωριστό, εδώ που φαίνεται η στροφή τους προς τον ακουστικό ήχο. Η folk μουσική και η κέλτικη λαογραφική παράδοση είναι οι δυνάμεις που διαμορφώνουν τα 20 και κάτι λεπτά που ακολουθούν. Με πρώτο και καλύτερο το “Gallows pole”. Μία παραλλαγή στο παραδοσιακό τραγούδι “The maid freed from the gallows”, με ρίζες στον 15ο αιώνα, του οποίου την εκτέλεση από τον Καλιφορνέζο Fred Gerlach χρησιμοποίησε ο Page σαν κύρια πηγή έμπνευσης. Ο bluesman Leadbelly είχε επίσης κυκλοφορήσει μία παραλλαγή πολύ παλιότερα, το 1939, με τίτλο “Gallis pole”. Οι στίχοι μιλούν για έναν άντρα που προσπαθεί να καθυστερήσει την εκτέλεση του δια απαγχονισμού, μέχρι οι φίλοι και η οικογένειά του να καταφέρουν να τον σώσουν. Παρόλο που υπάρχουν πολλές εκδοχές αυτού του τραγουδιού, αυτή εδώ είναι ασυνήθιστη, υπό την έννοια ότι τελειώνει με τον εκτελεστή να κρεμάει τον πρωταγωνιστή παρά τις δωροδοκίες και τις προσπάθειες του τελευταίου! Οι περισσότερες άλλες εκδόσεις τελειώνουν με τον εκτελεστή να ελευθερώνει τον πρωταγωνιστή. Το αγαπημένο κομμάτι του Page στο “ΙΙΙ”, είναι το μοναδικό στο οποίο παίζει banjo, πρώτη φορά και για τον ίδιο!

Στη συνέχεια έρχεται ένα από τα πιο χαλαρωτικά τραγούδια των LED ZEPPELIN, το γλυκύτατο “Tangerine”. Γραμμένο από τον Page, όταν ακόμα ήταν στους YARDBIRDS (1968), θα ήταν το τελευταίο που έγραψε χωρίς τον Plant, το μόνο στο οποίο ο Plant δεν έγραψε στίχους και το δεύτερο με τίτλο…φρούτου (το πρώτο ήταν το “Lemon song” από το “ΙΙ”)! Με την έξυπνη ψευδο-έναρξη του, τον χαμηλό τόνο του, την ποιμαντική ατμόσφαιρα του, το μαντολίνο του Jones, και στίχους γεμάτους αγάπη και στοργή, είναι από τα highlights του άλμπουμ, και ένα από τα αγαπημένα του γιου του John Bonham, Jason. Ο Page είχε αποκαλύψει ότι το “Tangerine” είχε γραφτεί για την τότε σύντροφό του, Jackie DeShannon, τραγουδοποιού και συνθέτη (μετέπειτα του μεγάλου hit “Betty Davis eyes” της Kim Carnes). Η «ιδέα», ωστόσο, είναι κοινή με το “Knowing that I'm losing you” των YARDBIRDS, με διαφορετικούς στίχους και φωνητικά από τον Keith Relf. Ο Page έριξε βέτο στην συμμετοχή του τραγουδιού στην συλλογή των YARDBIRDS “Cumular limit” (2000), για … άγνωστους λόγους. Επίσης, ενδέχεται η εισαγωγή του συγκεκριμένου τραγουδιού να αποτέλεσε το πρότυπο πάνω στο οποίο χτίστηκε και η αρχική ιδέα γύρω από το “Stairway to heaven”.

Το “That’s the way” που ακολουθεί, θα μπορούσε να είναι το τραγούδι όπου ο Plant βρήκε τον εαυτό του στο Bron-Yr-Aur, μετά από την ένταση που βίωσε την προηγούμενη χρονιά στις ΗΠΑ. Εδώ είχε την ευκαιρία να αναπτυχθεί ως τραγουδοποιός και να γράψει υπέροχους στίχους για την φύση και το περιβάλλον, στο στυλ του “Ode to Billie Joe” (1967) του Bobbie Gentry, με παρασκήνιο την ουαλική εξοχή. Είναι εκλεπτυσμένο και μυστικιστικό, πολύ μακριά από το «I’m gonna give you every inch of my love» του «Whole lotta love» του προηγούμενου άλμπουμ τους. Οι στίχοι «I can't believe what people saying, you're gonna let your hair hang down, I'm satisfied to sit here working all day long, you're in the darker side of town» αντικατοπτρίζει την αντιμετώπιση που είχαν οι ZEPPELIN κατά τις πρώτες τους επισκέψεις στην Αμερική. Ειδικά στον αμερικάνικο Νότο, είχαν δεχτεί απειλές για την ζωή τους, και δεν τους επέτρεπαν να μπουν σε εστιατόρια λόγω της εμφάνισής τους! Σύμφωνα με τον Plant, το “That’s the way” γράφτηκε μισή ώρα πριν την γενετήσια σύλληψη (!)  της κόρης του Jimmy Page, Scarlet, κατά την παραμονή τους στο Bron-Yr-Aur.


Και μιας και μιλάμε για τον Bron-Yr-Aur, εδώ το έχουμε και σε τραγούδι, με το προτελευταίο κομμάτι του δίσκου, το “Bron-Y-Aur stomp” (το τοπωνύμιο έχει γραφτεί λάθος στον δίσκο). Τα κιθαριστικά του μέρη είναι παρόμοια με αυτά του “The Waggoner's lad” του Bert Jansch, και είναι γραμμένο σε στυλ παραδοσιακού country χορευτικού. Οι στίχοι μιλούν για τους μεγάλους περίπατους του Plant στα δάση που περιέβαλλαν το Bron-Yr-Aur, με τον σκύλο του Strider (Γοργοπόδαρος), που ονομάστηκε έτσι από τον Aragorn, έναν από τους κύριους χαρακτήρες στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» του J. R. R. Tolkien. Αργότερα, για τους σκοπούς του έκτου τους άλμπουμ, “Physical graffiti”, ο Page θα έγραφε και το αιθέριο instrumental «Bron-Yr-Aur», με σωστή απόδοση του μέρους. Σε μία πιο κωμική ιστορία, το 2007 ο αιδεσιμότατος John Dale, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης του Bron-Υr-Aur από το 1972, είπε στο BBC ότι είχε ζητήσει από τους οπαδούς του LED ZEPPELIN να σταματήσουν να επισκέπτονται την ιδιοκτησία του. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, θαυμαστές από όλο τον κόσμο, επισκέπτονταν την κατοικία, ενώ λάμβαναν χώρα περιστατικά διάρρηξης, αφαίρεση κομματιών τσιμέντου από το σπίτι και κλοπή πινακίδων με την ονομασία του σπιτιού. Ο αιδεσιμότατος δεν γνώριζε, όταν αγόρασε το σπίτι, τη σχέση του με τους LED ZEPPELIN, και ενημερώθηκε πολύ αργότερα!

Το “ΙΙΙ” κλείνει με το ιδιαίτερο “Hats off to (Roy) Harper”. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα jam των Page και Plant, με τον πρώτο να παίζει δαιμονισμένα slide και τον δεύτερο να παίζει φυσαρμόνικα μέσα από ενισχυτή. Είναι αφιερωμένο στον τραγουδοποιό και τραγουδιστή Roy Harper από το Μάντσεστερ, του οποίου ο Page ήταν θαυμαστής και είχε την ευκαιρία να τον γνωρίσει προσωπικά στο φεστιβάλ του Bath, που έπαιξαν και αυτοί. Κόλλησαν άμεσα και έγιναν πολύ φίλοι. Τον Roy Harper, με τον οποίο ο Page θα συνεργαζόταν στο άλμπουμ του “Stormcock” (1971), μπορείτε να τον ακούσετε και στα φωνητικά του “Have a cigar” των PINK FLOYD, με τους οποίους επίσης ήταν φίλος. Το τραγούδι είναι επηρεασμένο από το “Shake ’em on down” (1937) του bluesman Bukka White, με λίγο αέρα από Captain Beeheart. Ο “Charles Obscura” που αναφέρεται στα credits είναι φυσικά ο Jimmy Page. Όταν έδωσε στον Harper τον δίσκο για πρώτη φορά, ο τελευταίος συγκινήθηκε και τον ευχαρίστησε για την αναφορά και για την ευκαιρία να γίνει και αυτός, εμμέσως, μέρος του νέου τους άλμπουμ.

Στην «αμαρτωλή» πλευρά των πραγμάτων, να πούμε ότι ένας από τους μηχανικούς ήχου, ο Terry Manning, αποτύπωσε στο βινύλιο τις φράσεις “Do what thou wilt” and “So mote it be”. Ένας μικρός φόρος τιμής στον μάγο και πνευματιστή Aleister Crowley, που είχε κάποτε χαρακτηριστεί ως ο διαβολικότερος άνθρωπος στην Αγγλία, και με τον οποίο ο Page είχε μία κάποια … εμμονή. Αυτές οι φράσεις παρέπεμπαν σε μία από τις θεμελιώδεις αρχές της φιλοσοφίας του Crowley: “Do what thou wilt shall be the whole of the law. Love is the law, love under will. There is no law beyond do what thou wilt”. Ακόμα και τότε, δεν ήταν κρυφό ότι ο Page ενδιαφερόταν για την Μαγεία και τις Σκοτεινές Τέχνες. Μάλιστα, την επόμενη χρονιά, θα αγόραζε το παλιό σπίτι του Crowley στο περίφημο Loch Ness, το μυστηριώδες Boleskine House. Σε συνεντεύξεις του, βέβαια, ο Page διευκρίνιζε πως δεν λατρεύει τον Διάβολο και ότι η εν λόγω ιδιοκτησία του έδινε την δυνατότητα να απομονώνεται και να γράφει μουσική απερίσπαστος. Τα συμπεράσματα δικά σας.

Το “ΙΙΙ” κυκλοφόρησε σαν σήμερα, πριν 50 χρόνια, την 5η Οκτωβρίου του 1970 στις ΗΠΑ και την 23η του ίδιου μήνα στην Μ. Βρετανία. Ήταν ήδη ένα από τα πιο αναμενόμενα άλμπουμ της χρονιάς, και οι προπαραγγελίες είχαν ήδη αγγίξει το 1 εκατομμύριο. Τέλος Σεπτεμβρίου, πριν την κυκλοφορία του “III”, οι ZEPPELIN ευχαρίστησαν τους οπαδούς τους, που τους ανέδειξαν ως το «κορυφαίο συγκρότημα στον κόσμο». Και αυτό επειδή το 1970, οι LED ZEPPELIN είχαν ανακηρυχθεί «συγκρότημα της χρονιάς» από την αγγλική μουσική εφημερίδα Melody Maker, καθαιρώντας και από εκεί τους BEATLES, που κέρδιζαν το δημοψήφισμα για τις προηγούμενες πέντε συνεχόμενες χρονιές. Το καινούριο άλμπουμ καρφώθηκε στην κορυφή των charts σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία, παράλληλα με το «ΙΙ» που δεν είχε φύγει από την αντίστοιχη κατάταξη, καθώς και σε χώρες όπως ο Καναδάς, η Δανία και η Ιταλία. Στα charts των υπόλοιπων χωρών στρογγυλοκάθισε στα top-10 τους, και μέχρι σήμερα οι συνολικές πωλήσεις του είναι κοντά στα 8 εκ. αντίτυπα, με το “ΙΙΙ” να έχει πουλήσει πάνω από 6 εκατομμύρια στις ΗΠΑ μόνο (ήτοι 6 φορές πλατινένιο). 

Σίγουρα όσοι περίμεναν να ακούσουν μία επανάληψη των δύο πρώτων άλμπουμ, θα μπερδεύτηκαν ακούγοντας την δεύτερη πλευρά του “ΙΙΙ” (και ενδεχομένως, παίζοντας και με το εξώφυλλο!). Για χρόνια, το συγκεκριμένο άλμπουμ θεωρούνταν, αν όχι το πιο αδύναμο της στούντιο δισκογραφίας τους, τουλάχιστον το πιο αποπροσανατολιστικό. Δυνατό hard rock με αξιώσεις στο πρώτο μισό, ακουστικά τραγούδια από μία παρέα τεσσάρων ατόμων στο δεύτερο. Πρακτικά, είναι η ανάγκη για αλλαγή που πηγάζει από το ίδιο το συγκρότημα, που κατάφερε να αποδείξει ότι μπορούσαν να γράφουν τραγούδια που ταίριαζαν με το βάθος και το συναίσθημα της blues και της folk μουσικής, και δεν ήταν απλά μία ομάδα αρσενικών που διέλυαν τα πάντα στο πέρασμα τους. Η επαφή με τις μουσικές αυτές επιρροές, που υλοποιήθηκε στο “ΙΙΙ” έδειξε ότι οι LED ZEPPELIN μπορούσαν να είναι ένα πολύ πιο ενδιαφέρον συγκρότημα, με μεγαλύτερη ποικιλία στο ρεπερτόριο τους. Η κριτική του μουσικού τύπου και οι ανησυχίες των fans ότι ξεπουλήθηκαν για ένα πιο απαλό μουσικό προσανατολισμό, προέβησαν φρούδες, μιας και με τις περιοδείες που ακολούθησαν, οι ZEPPELIN έπαψαν να ασχολούνται με τους μεν και καθησύχασαν τους δε. Μετά από τόσες δεκαετίες, ίσως είναι η ώρα να εκτιμηθεί η καλλιτεχνική αξία του “ΙΙΙ” περισσότερο και όπως δήλωσε και ο Page, κανείς δεν πρόκειται να μπερδέψει τους LED ZEPPELIN με συγκροτήματα όπως οι INCREDIBLE STRING BAND και οι FAIRPORT CONVENTION. Χώρια ότι με τον τρόπο του, το “III” έστρωσε τον διάδρομο για την ηχογράφηση του γνωστότερου και πιο επιτυχημένου άλμπουμ τους, του “IV”. Αλλά αυτή είναι μία άλλη ιστορία, για κάποια άλλη στιγμή. 

Κώστας Τσιρανίδης

Σχόλια

Άλλα άρθρα του συντάκτη

Διαβάστε επίσης

A Day To Remember... 23/1 [YNGWIE MALMSTEEN]

23 Νοεμβρίου, 2020 - 16:30 Δημήτρης Τσέλλος

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Relentless” - Yngwie J. Malmsteen ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2010 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Rising Force Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Yngwie J. Malmsteen ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: Yngwie J. Malmsteen - Κιθάρα, φωνητικά,...

[περισσότερα]

A Day To Remember... 20/11 [CINDERELLA]

20 Νοεμβρίου, 2020 - 17:30 Κώστας Τσιρανίδης

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Heartbreak station”- CINDERELLA ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1990 ΕΤΑΙΡΙΑ: Mercury/Vertigo ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: John Jansen & Tom Keifer ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:  Φωνητικά/ Κιθάρες – Tom Keifer...

[περισσότερα]

FORTRESS UNDER SIEGE interview (Fotis Sotiropoulos)

20 Νοεμβρίου, 2020 - 00:30 Φίλιππος Φίλης

“Impenetrable fortress of metal”   Οι Έλληνες FORTRESS UNDER SIEGE (FUS) κυκλοφόρησαν πρόσφατα τον τρίτο full length δίσκο τους με τον τίτλο “Atlantis”, ύστερα από αρκετές μεταγραφές και...

[περισσότερα]

A Day to Remember… 19/11 [SODOM]

19 Νοεμβρίου, 2020 - 16:30 Θοδωρής Κλώνης

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “In war and pieces” – SODOM  ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2010  ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Steamhammer  ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Waldemar Sorychta ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:  Φωνητικά, μπάσο – Tom...

[περισσότερα]

A Day To Remember... 19/11 [SUICIDAL ANGELS]

19 Νοεμβρίου, 2020 - 16:00 Γιάννης Σαββίδης

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Dead again” - SUICIDAL ANGELS  ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2010 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: NoiseArt Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Δημήτρης Λιαπάκης ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: Φωνητικά, κιθάρες - Νίκος Μελισσουργός...

[περισσότερα]