A Day To Remember... 10/10 [THIN LIZZY]

10 Οκτωβρίου, 2020 - 19:15

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Chinatown”- THIN LIZZY
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1980
ΕΤΑΙΡΙΑ: Vertigo
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ: Thin Lizzy, Kit Woolven
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Φωνητικά/ Μπάσο – Phil Lynott
Κιθάρες – Scott Gorham
Κιθάρες – Snowy White
Τύμπανα – Brian Downey

Κοσμοϊστορική χρονιά το 1980 για τον χώρο του hard rock και του heavy metal. Η βρετανική σκηνή ήταν ένα καζάνι που έβραζε, με το κίνημα του New Wave of British Heavy Metal (NWOBHM) να είναι σε πλήρη ανάπτυξη, και να εμφανίζονται για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό συγκροτήματα όπως οι IRON MAIDEN, οι DEF LEPPARD και οι DIAMOND HEAD. Άλλοι, όπως οι SAXON (επίσης NWOBHM) και ο Ozzy Osbourne άρχισαν να γνωρίζουν επιτυχία, ενώ η παλιά φρουρά των BLACK SABBATH, UFO, RAINBOW, AC/DC, JUDAS PRIEST και MOTORHEAD βρίσκονται στην αιχμή του δόρατος με νέες, επιτυχημένες κυκλοφορίες. 

Μέλος της παλιάς φρουράς θεωρούνταν και οι THIN LIZZY, που φαινόντουσαν πανίσχυροι, μιας και ένα χρόνο νωρίτερα, με το αριστούργημα “Black Rose: A rock legend” (1979), είχαν φτάσει στο νο.2 των charts, γεγονός που καθιστούσε το εν λόγω άλμπουμ την πιο επιτυχημένη εμπορικά στούντιο κυκλοφορία τους στην Γηραιά Αλβιώνα.  Στο νο. 2 είχε φτάσει και η προ-προηγούμενη τους κυκλοφορία, ένα από τα καλύτερα live album όλων των εποχών, το τερατώδες “Live and dangerous”. Κάτω από την εμπνευσμένη ηγεσία του αρχηγού Phil Lynott, την εξαιρετική παραγωγή του Tony Visconti, και με τα καυτά χέρια του Gary Moore στην μία εκ των δύο κιθαρών (1978-‘79), φαινόταν ότι δεν υπήρχε ταβάνι στην εντυπωσιακή τους πορεία.

Δυστυχώς, όμως, κάτω από την επιφάνεια εγκυμονούσαν σοβαρά προβλήματα. Από τον Γενάρη του ‘79 στο Παρίσι, όπου θεωρητικά είχαν πάει για να δουλέψουν, οι προσφιλείς τους ενασχολήσεις (αλκοόλ, γυναίκες και ναρκωτικά, με «κυρίως» πλέον την ηρωίνη) άρχισαν να ξεφεύγουν εκτός ελέγχου. Με το πέρας των εργασιών και την κυκλοφορία του άλμπουμ (εν πολλοίς κατόρθωμα των Visconti και Moore), ο Gary Moore εγκατέλειψε το συγκρότημα (για δεύτερη και τελευταία φορά), τον Ιούλιο του ’79. Ήταν αφοσιωμένος στην τέχνη του κι ερχόταν σε πολύ δύσκολη θέση όταν έβλεπε τις ατέλειωτες καταχρήσεις των Lynott και Gorham, όπερ και αποχώρησε. Το πρόβλημα αυτό μπαλώθηκε προσωρινά με τον μελλοντικό ηγέτη του new wave σχήματος ULTRAVOX, Midge Ure, καθώς και τον Σκωτσέζο κιθαρίστα Dave Flett (πρώην Manfred Mann). 

Παράλληλα με την αναζήτηση μόνιμου κιθαρίστα, ο Lynott κυκλοφόρησε το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ, “Solo in Soho” (1980, νο. 28 στη Μ. Βρετανία), παντρεύτηκε και μετά από λίγους μήνες έγινε πατέρας για δεύτερη φορά. Ο Midge Ure εξακολουθούσε να συμμετέχει στα πλήκτρα στις συναυλίες των αρχών του 1980, αλλά τον Απρίλιο αντικαταστάθηκε από τον δεκαεπτάχρονο Darren Wharton (μετέπειτα DARE). Ο Wharton έπαιξε προσωρινά ως session μουσικός, και μονιμοποιήθηκε στους LIZZY, την επόμενη χρονιά. Ο Dave Flett, πάλι, ήλπιζε να γίνει μόνιμο μέλος του συγκροτήματος. Εντούτοις ο Lynott, επέλεξε τον Terence Charles “Snowy” White.

O White ήταν ένας session κιθαρίστας με έφεση στα blues, προϋπηρεσία με τον Al Stewart και τους COCKNEY REBEL και φίλος του τεράστιου Peter Green. Το 1976 συνεργάστηκε για πρώτη φορά με τους PINK FLOYD. Οι Lynott και Gorham τον πρωτοείδαν σε μία συναυλία της περιοδείας του “Animals” το 1979 και όταν τον ξαναπέτυχαν τυχαία στο στούντιο (ηχογραφούσε με τον Άγγλο τραγουδιστή Sir Cliff Richard), του προτείναν του να ενταχθεί στους THIN LIZZY. Είχε τις αμφιβολίες του αρχικά, αλλά δέχτηκε, αφότου ο Lynott τον διαβεβαίωσε ότι δεν χρειάζεται να κουνιέται πέρα-δώθε και να κάνει ακροβατικά στην σκηνή! 

Το χρονικό διάστημα που θα ακολουθούσε, ο White επρόκειτο να ξεκινήσει να δουλεύει στις πρόβες για την περιοδεία του “The Wall”, ενώ πήρε μέρος και στην ηχογράφηση του “In the skies” (1979) του Peter Green. Επίσημα o Snowy White ήταν μέλος των LIZZY (και ο πρώτος Άγγλος στις τάξεις τους) από τις αρχές του 1980, αφού ολοκλήρωσε, με τους PINK FLOYD, το αμερικάνικο σκέλος την περιοδείας του “The Wall”. Η αντίθεση του με τους προκάτοχους του και με τον Gorham, λειτούργησε αρμονικά, μιας και ήταν διακριτικός επί σκηνής, αλλά παιχτικά ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν για να συμπληρωθεί το κιθαριστικό δίδυμο του συγκροτήματος. Ήρεμος και επαγγελματίας, ο White συμβιβάστηκε αρχικά με τον άρρωστο ρυθμό της ναρκοληψίας των Lynott και Gorham, αλλά σε εύλογο χρονικό διάστημα εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα επικοινωνίας και συνεργασίας. 

Παρά τις αυτό-προκληθείσες αντιξοότητες, η ομάδα μπόρεσε να ηχογραφήσει το νέο άλμπουμ μεταξύ Απρίλη και Αύγουστου του 1980, στα Good Earth Studios, που ανήκαν στον μέχρι τότε παραγωγό τους Tony Visconti, τις υπηρεσίες του οποίου, ωστόσο, δεν επέλεξαν. Αντ’ αυτού, έκαναν οι ίδιοι την παραγωγή, βοηθούμενοι από τον παραγωγό και μηχανικό ήχου Kit Woolven, ο οποίος πήρε credits συμπαραγωγού. Ο Woolven ήταν μηχανικός ήχου στο προηγούμενο άλμπουμ των THIN LIZZY, και έμελλε να συνεργαστεί με πολλούς και μη εξαιρετέους, όπως οι MAGNUM, ο David Gilmour, οι ANATHEMA, οι UFO και οι CRADLE OF FILTH. 

Όσον αφορά το πρόγραμμα του project, αυτό το ανέλαβαν τα … ναρκωτικά! O Snowy White δυσκολευόταν να δουλέψει, μιας και ο Lynott δεν ανοιγόταν για να επικοινωνήσουν, δεν σταματούσε τις καταχρήσεις και άλλαζε διαρκώς το πρόγραμμα της δουλειάς τους, με τα προγράμματα τους να είναι κυριολεκτικά … μέρα με την νύχτα. Την ημέρα εμφανιζόταν στο στούντιο o White και αργά το απόγευμα οι Lynott και Gorham, οι οποίοι, μεταξύ άλλων «δραστηριοτήτων», δούλευαν μέχρι πρωίας. Επιπλέον, το γεγονός λόγω της ήσυχης φύσης του και του γεγονότος ότι ο ίδιος δεν έκανε χρήση, τον άφησε εκτός του «στενού κύκλου» του αρχηγού Lynott, ο οποίος έπεφτε σε ολοένα και βαθύτερα ιστορικά χαμηλά. Η ηρωίνη τον έκανε κυκλοθυμικό και παρανοϊκό, ενώ και η οικογενειακή του ζωή πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Εν ολίγοις, «καιγόταν» μέρα με την μέρα.

Το περίεργο είναι ότι όλη αυτή η κατάσταση δεν τους εμπόδισε να κυκλοφορήσουν τελικά το δέκατο τους στούντιο άλμπουμ, με τίτλο “Chinatown”. Πιθανολογώ ότι ο Lynott πήρε την έμπνευση από την λονδρέζικη Chinatown, που συνόρευε με την αγαπημένη του γειτονιά του Soho στα νοτιοδυτικά, γνωστή τους προηγούμενους αιώνες για τις παράγκες και το όπιο που διακινούνταν κατά κόρον. Εννέα τραγούδια συνολικής διάρκειας 40 λεπτών περίπου, με ιστορίες του δρόμου, εμπειρίες από την ταραχώδη ζωή του rock star, ιστορικά γεγονότα και αστυνομικό (!) σασπένς, καταλάμβαναν τις δύο πλευρές του δίσκου. Στο εξώφυλλο δεσπόζει ένας εντυπωσιακός κινέζικος δράκος, από τον καλλιτέχνη που είχε αναλάβει εργολαβικά τους THIN LIZZY, τον Ιρλανδό Jim Fitzpatrick.


Το εμψυχωτικό “We will be strong” ξεκινάει το άλμπουμ, με στίχους που προσπαθούν να ξορκίσουν την κακή κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι Lynott και Gorham. Μελωδικό, με ωραίο riff, δυναμικά φωνητικά και πλούσιες αρμονίες, φέρει τις χαρακτηριστικές, εμπνευσμένες και αγαπημένες κιθαριστικές δισολίες των THIN LIZZY. Ό,τι καλύτερο για να φωτίσει ακόμα και μία κακή μέρα για τον ανώνυμο ακροατή. 

Μετά την ζεστή διάθεση του “We will be strong”, έρχεται το ομώνυμο “Chinatown”, που είναι και το δεύτερο single του άλμπουμ, με συνοδευτικό video clip. Μυστήρια ατμόσφαιρα αυτή την φορά παρμένη από την Άπω Ανατολή, σαν ένα οδοιπορικό στους δρόμους της ομώνυμης περιοχής, από άλλες εποχές. Εδώ φαίνεται και η αντίθεση μουσικά και φυσιογνωμικά μεταξύ των Gorham και White, που λειτουργεί εξαίσια, όπως προαναφέρθηκε, με τις εναλλαγές στα μεταξύ τους lead σόλο. O Brian Downey αποδεικνύει για πολλοστή φορά την αξία του με το πεντακάθαρο και ευρηματικό παίξιμο του. Σαν single έφτασε μέχρι το. 21 των αντίστοιχων βρετανικών charts.

Τρίτο στη σειρά, το “Sweetheart”, μία ανάλαφρη ωδή στο γυναικείο φύλο (χαρακτηριστική προσθήκη του γόη Lynott στα περισσότερα άλμπουμ). Με ένα ρεφραίν που κολλάει στο μυαλό, δεν είναι το τραγούδι που θα αναστατώσει τα πλήθη, αλλά παρόλα αυτά, ακούγεται ευχάριστα, έχει έναν ελαφρώς pop χαρακτήρα και διαθέτει θαυμάσια κιθαριστική δουλειά από τους Gorham και White.

To “Sugar blues” έρχεται σαν ηχώ από το “Got to Give It Up” του προηγούμενου άλμπουμ. Μουσικά δεν είναι μελαγχολικό, αλλά αποτελεί μία έμμεση ομολογία του Lynott για τις εξαρτήσεις του (τις οποίες ομολογουμένως έκρυβε καλά από τους απ’ έξω), κυρίως στην ηρωίνη. Αρκετά γρήγορο, και λίγο αγχωτικό, με κατάλληλη εισαγωγή, έχει στοιχεία από blues και από boogie, φέρνοντας ασυναίσθητα στο μυαλό το εξίσου απλό και αποτελεσματικό, “La Grange” των ZZ TOP. Το ενοχλητικό, ωστόσο, με το “Sugar blues” είναι πως συγκαλύπτει κάποιου είδους επιθυμία για τελική λύτρωση μέσω του θανάτου, που γίνεται φανερότερη όσο προσέχει κανείς τους στίχους του. Δυστυχώς η αυτοεκπληρούμενη προφητεία του δεν θα καθυστερούσε να υλοποιηθεί.

Η πρώτη πλευρά του άλμπουμ κλείνει με το πρώτο single και γνωστότερο τραγούδι του δίσκου, το εγκληματικής φύσεως “Killer on the loose”. Από τα αγαπημένα τραγούδια των LIZZY, πρόκειται για μία ιστορία παρακολούθησης και εγκλήματος στα σκοτεινά σοκάκια του Λονδίνου. Ο Lynott κατάλαβε, σε κάποια φάση, ότι το σοκαριστικό και αμαρτωλό περιεχόμενο των τραγουδιών, προκαλεί περισσότερο ενδιαφέρον από ότι ο πράος και ήπιος λόγος. Μία τέτοια περίπτωση έχουμε και εδώ, όπου οι αναφορές, που στοχεύουν στον σκανδαλισμό του κοινού αισθήματος, γίνονται βασιζόμενες στον περίφημο Τζακ τον Αντεροβγάλτη (Jack the Ripper). 

Απλά σε όλη αυτή τη φάση υπήρχε ένα μικρό θεματάκι: όταν κυκλοφόρησε το single (με το εξίσου προκλητικό “Don’t play around” ως B-Side), ένας σύγχρονος «Αντεροβγάλτης» σκότωνε γυναίκες στην ευρύτερη περιοχή του Yorkshire και στο Manchester, με αποτέλεσμα να ονομαστεί από τον Τύπο ως “The Yorkshire Ripper”. O εν λόγω χαρακτήρας, μέχρι την στιγμή που συνελήφθη την επόμενη χρονιά (1981), είχε ήδη σκοτώσει βάναυσα 13 γυναίκες, ενώ είχε αποπειραθεί να καθαρίσει και άλλες 7. Το όνομα του είναι Peter William Sutcliffe, και όσοι ενδιαφέρεστε, τσεκάρετε την ιστορία του στο διαδίκτυο. Ο Τύπος της εποχής, επίσης, κατηγόρησε ευθέως τον Lynott ότι εκμεταλλευόταν τις δολοφονίες που διέπραττε ένας serial killer, για ιδιοτελείς λόγους. 

Κατά τ’ άλλα το “Killer on the loose” είναι πολύ δυνατό τραγούδι, για την προώθηση του οποίου γυρίστηκε και σχετικό video clip. Παίζει λίγο με το riff του παλιότερου τραγουδιού τους “Are you ready?”, είναι γρήγορο, καταιγιστικό, με φοβερό σόλο, και έχει όλες τις αρετές ενός κλασικού THIN LIZZY τραγουδιού. Ήταν τόσο καλό, που παρά το σοκαριστικό (λόγω συγκυριών) θέμα του, έφτασε οριακά στα 10 πρώτα single των βρετανικών chart.

Η δεύτερη πλευρά του άλμπουμ, ομολογουμένως, είναι πιο αδύναμη από την πρώτη. Το πρώτο τραγούδι “Having a Good Time”, παρά την καλοπροαίρετη πρόθεση του, δεν αποτελεί παρά μία κατά πολύ χλιαρότερη παραλλαγή του concept του μεγάλου hit τους “The boys are back in town”. Πλέον, ακούγεται σχετικά στημένο και ανέμπνευστο. Ωστόσο, κάτι πάει να γίνει στο δεύτερο τραγούδι “Genocide (The Killing of the Buffalo)”, που εξιστορεί τον ξεριζωμό και την εξολόθρευση των γηγενών Ινδιάνων στην Αμερική, όπως το “Indian Sunset” του Elton John παλιότερα, και το “Cherokee” των EUROPE αργότερα. Δυνατοί οι στίχοι και εξίσου καλή η μουσική επένδυση. Καταπέλτης ο Lynott, για μία ακόμη αδικία, που για πολλούς πέρασε στα ψιλά γράμματα της Ιστορίας.

Το προτελευταίο τραγούδι του δίσκου είναι το αισθηματικό “Didn't I”, μία δήλωση πόνου και μετάνοιας αλλά όχι στο κορυφαίο επίπεδο του έπους “Still in love with you”. Παρόλαυτα παραμένει ποιοτικό. Τέλος ακούμε το ιδιαίτερο “Hey you”, που αναφέρεται στην διαχείριση της φήμης και της διασημότητας και προσωπικά μου αρέσει αρκετά. Με reggae αέρα, και το χαρακτηριστικό riff του μπάσου, χτίζεται βαθμιαία, έχει ωραίο groove, είναι επαρκώς heavy και τελειώνει ωραία το “Chinatown”, αν και εμπεριέχει στιγμές προφητικές, όσον αφορά το “downside” που μπορεί να έχει ή ζωή ενός rock star.

To “Chinatown” κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1980, κάνοντας την υψηλότερη είσοδο της εβδομάδας στα βρετανικά chart, στο νο. 7. Έμεινε στα charts για επτά εβδομάδες, σε αντίθεση με τα προηγούμενα άλμπουμ τους “ Black Rose: A rock legend” (21 εβδομάδες) και “Live and dangerous” (63 εβδομάδες). Για τους περισσότερους, αυτή ήταν και η αρχή του τέλους για τους THIN LIZZY, μιας και η διάλυση τους δεν θα αργούσε να έρθει μετά από 4 χρόνια, όπου τα πράγματα είχαν φτάσει στο απροχώρητο με την αυτοκαταστροφική πορεία των Lynott και Gorham (κυρίως). Πρόκειται για μία πολύ καλή κυκλοφορία, φοβερή με τα δεδομένα άλλων, αλλά όχι στο επίπεδο που είχαν μάθει οι LIZZY στο κοινό τους, από το 1975 και μετά. Πάντως, η ποιότητα είναι δεδομένη, μουσικά το συγκρότημα βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο και σίγουρα αξίζει να είναι μέρος της συλλογής οποιουδήποτε αγαπάει και αναζητεί το εξαιρετικό hard rock, κάτι που στην περίπτωση των THIN LIZZY, άλλωστε, είναι σύνηθες. Μπορείτε να του δώσετε ξανά μία ευκαιρία για να το διαπιστώσετε κι εσείς οι ίδιοι. Αποτελεί τεκμήριο του ότι η μόνη τροχοπέδη στην εξέλιξη τους ήταν αυτοί οι ίδιοι, αλλά και αυτό είναι μέρους του μύθου που περιβάλλει το όνομα τους, και επιβεβαιώνει το αυτονόητο: πως δεν υπήρξε ούτε πρόκειται να ξαναϋπάρξει συγκρότημα σαν τους THIN LIZZY.

Κώστας Τσιρανίδης

 

Σχόλια

Άλλα άρθρα του συντάκτη

Διαβάστε επίσης

A Day To Remember... 26/11 [MANOWAR]

26 Νοεμβρίου, 2020 - 18:45 Σάκης Νίκας

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Battle hymns MMXI” – MANOWAR  ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2010 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Magic Circle Music ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Joey DeMaio ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: Φωνητικά – Eric Adams Μπάσο – Joey...

[περισσότερα]

A Day To Remember... 23/1 [YNGWIE MALMSTEEN]

23 Νοεμβρίου, 2020 - 16:30 Δημήτρης Τσέλλος

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Relentless” - Yngwie J. Malmsteen ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2010 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Rising Force Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Yngwie J. Malmsteen ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: Yngwie J. Malmsteen - Κιθάρα, φωνητικά,...

[περισσότερα]

A Day To Remember... 20/11 [CINDERELLA]

20 Νοεμβρίου, 2020 - 17:30 Κώστας Τσιρανίδης

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Heartbreak station”- CINDERELLA ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1990 ΕΤΑΙΡΙΑ: Mercury/Vertigo ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: John Jansen & Tom Keifer ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:  Φωνητικά/ Κιθάρες – Tom Keifer...

[περισσότερα]

FORTRESS UNDER SIEGE interview (Fotis Sotiropoulos)

20 Νοεμβρίου, 2020 - 00:30 Φίλιππος Φίλης

“Impenetrable fortress of metal”   Οι Έλληνες FORTRESS UNDER SIEGE (FUS) κυκλοφόρησαν πρόσφατα τον τρίτο full length δίσκο τους με τον τίτλο “Atlantis”, ύστερα από αρκετές μεταγραφές και...

[περισσότερα]

A Day to Remember… 19/11 [SODOM]

19 Νοεμβρίου, 2020 - 16:30 Θοδωρής Κλώνης

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “In war and pieces” – SODOM  ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2010  ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Steamhammer  ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Waldemar Sorychta ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:  Φωνητικά, μπάσο – Tom...

[περισσότερα]