A Day To Remember... 17/10 [NEVERMORE]

17 Οκτωβρίου, 2020 - 22:45

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Dead heart in a dead world” - NEVERMORE 
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2000
ΕΤΑΙΡΙΑ: Century Media
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Andy Sneap
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Φωνητικά– Warrel Dane
Κιθάρες – Jeff Loomis
Μπάσο – Jim Shepard
Τύμπανα – Van Williams

«Υπνώτισε με, μάγεψε με, ρούφα το χρώμα από τα μάτια μου»…

2000 και με το μπάσιμο της νέας χιλιετίας οι NEVERMORE είναι έτοιμοι να κάνουν αυτό που παραλίγο να πετύχουν ένα χρόνο νωρίτερα, το 1999, δηλαδή να βγάλουν το δίσκο της χρονιάς. Το “Dreaming neon black” ήταν το μεγάλο τους ως τότε αριστούργημα, το οποίο πήγαινε καροτσάκι στην κορυφή, ωστόσο το “Metropolis pt 2: Scenes from a memory” των DREAM THEATER που βγήκε στα τέλη του 1999 είχε διαφορετική άποψη και έτσι εκθρόνισε –προσωρινά- όπως φάνηκε την αρμάδα από το Seattle από την κορυφή. Ο αντίκτυπος του “Dreaming neon black” πάντως στους μεταλλικούς κύκλους καλά κρατούσε και το σοκ ήταν ακόμα υπό μεγάλη επήρεια, καθώς άπαντες μιλούσαν για κάτι που οι NEVERMORE δεν θα μπορούσαν να επαναλάβουν. Το γεγονός της φυγής του –συγχωρεμένου πλέον- Tim Calvert ύστερα από την περιοδεία του δίσκου, καθώς παντρεύτηκε και ήθελε να ακολουθήσει οικογενειακή ζωή, δεν ενίσχυε και πολύ την πεποίθηση ότι οι Αμερικάνοι θα μπορούσαν να κινηθούν στα ίδια επίπεδα. Οι ίδιοι όμως με φόρα και ορμή από την ακατάσχετη έμπνευση της μηχανής αναπαραγωγής riffs και solo ονόματι Jeff Loomis (μακράν ο κορυφαίος κιθαρίστας της τελευταίας 25ετίας, ας το γράψουμε χωρίς ντροπή κι ας του δώσουμε το credit που πολλοί του αρνούνται), είχαν διαφορετική γνώμη.

Χωρίς καν να το σκεφτούν και αφού περιόδευσαν μεταξύ άλλων με τους MERCYFUL FATE, ARCH ENEMY, ICED EARTH, OPETH, ANGEL DUST και LEFAY για το “Dreaming neon black”, και ύστερα κι από την ξαφνική φυγή του Calvert, οι NEVERMORE αποφάσισαν να συνεχίσουν σαν κουαρτέτο για τις ηχογραφήσεις του νέου τρίτου τους δίσκου (και τέταρτης συνολικά κυκλοφορίας τους σε 5 χρόνια, μετρώντας και το ΕΡ “In memory). Tίτλος του δίσκου ήταν το “Dead heart in a dead world” και πέρα από την αλλαγή στον αριθμό των μελών και ότι δεν υπήρχε δεύτερος κιθαρίστας, η μεγάλη αλλαγή έγινε όσον αφορά τον ήχο. Εκεί το συγκρότημα έτοιμο για το επόμενο βήμα προς τη μεγαλύτερη αναγνώριση που θα είχε, στράφηκε στη λύση του Andy Sneap όσον αφορά την κονσόλα του παραγωγού, ο οποίος είχε το δύσκολο έργο να αντιπαραθέσει τη δική του οπτική στον ήχο τους, μετά το πελώριο αποτέλεσμα που πέτυχε ο θρυλικός Neil Kernon στο “Dreaming neon black”. Το πράγμα πάντως έδειχνε αρκετά σοβαρό, όπου από το στρατόπεδο των NEVERMORE δεν υπήρχαν πολλές δηλώσεις πριν τον δίσκο, αλλά ένα κλίμα «περιμένετε και θα ακούσετε και μετά θα δείτε για τι πρόκειται», σε συνδυασμό με τις επιβλητικές φωτογραφήσεις τους όσον αφορά την προώθηση του δίσκου.

Ας μου επιτραπεί να παραθέσω ένα συμβάν που έλαβε χώρο στο Rock City στη Θεσσαλονίκη μέρες πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος. Ο υποφαινόμενος βρίσκεται Παρασκευή απόγευμα στον αγαπημένο χώρο σύναξης πολλών από εμάς, το μαγαζί μόλις έχει ανοίξει γύρω στις 5μιση και βάρδια έχει η αγαπημένη όλων μας, Μαίρη, εκείνο το απόγευμα. Όπως συχνά συνέβαινε, πολλές φορές ερχόταν παραλαβή νέων άλμπουμ, αλλά η μέρα εκείνη δεν ήταν ίδια με όλες τις άλλες. Όπως λοιπόν ψάχνω τα CD να δω τι θα πάρω, ακούγεται ένα μακροσκελές «ωωωω» από την πάντα σοβαρή και μετριοπαθή Μαίρη, γυρνάω να δω αν έπαθε κάτι και αφού βλέπω άλλα δυο παιδιά να έχουν έρθει αθόρυβα, μου δείχνει το περιβόητο promo του δίσκου που έχει στείλει η Century Media. Με ένα στόμα/μια φωνή τρία άτομα της είπαμε «σε παρακαλώ, βάλτο να το ακούσουμε» πριν η ίδια πει «παιδιά συγνώμη, το βάζω να παίξει» λες και ήθελε έναυσμα από εμάς. Ορκίζομαι δε θα ξεχάσω ποτέ το σοκ και το δέος στο μπάσιμο του “Narcosynthesis”, ένας ηγεμονικός ήχος έχει γεμίσει όλο το μαγαζί και τα δυο παιδιά κοντά μου έχουν λύσει μαλλί –όχι σαν κι εμένα που δε μάκραινε ούτε με αίτηση- και αρχίζουν να κρυφοκοπανιούνται δειλά-δειλά.

Απ’ έξω κόσμος να περνάει και να βλέπει τι γίνεται στο μαγαζί, τα 3 άτομα γίνονται 5, μετά 10, μετά 15-20 και ένα μαγαζί πάει πάνω-κάτω υπό τους ήχους του “Dead heart in a dead world”. Κανένας δεν έχει κουράγιο να μιλήσει, ούτε καν με εκφράσεις θαυμασμού, δεν έχεις καν προλάβει να αναρωτηθείς τι στο διάολο κάνανε ΠΑΛΙ αυτή τη φορά και ακούγονται ΕΤΣΙ, πως μπορεί ο Loomis να παίζει μόνος του και να ακούγεται σαν τρεις μαζί, πως ο Warrel Dane θύμιζε μέρες SANCTUARY στο “We disintegrate” (όπου μετέπειτα θα μαθαίναμε ότι ο Andy Sneap τον πρίζωνε κατά τις ηχογραφήσεις να δώσει ότι είχε φωνάζοντας του συνέχεια “more” και “higher” ενώ το τραγουδούσε για να πετύχει το καλύτερο αποτέλεσμα) και πως ήδη ένιωθες ότι είχαν αφήσει πίσω το παρελθόν τους έχοντας φτιάξει κάτι καθ’ όλα ανώτερο. Στο μπάσιμο του “Inside four walls” θυμάμαι ότι πήγα σε μια γωνία θέλοντας να βαρέσω τον τοίχο από την πώρωση. Κρατήθηκα κι απλά θυμάμαι να σφίγγω τις γροθιές μου λες και πανηγύριζα γκολ που έδινε Τσάμπιονς Λιγκ. Σε πηγαδάκια που ήδη είχαν σχηματιστεί οι παρόντες παραμιλούσαν, και μιλάμε για αρκετά ετερόκλητο κοινό, με μπλούζες CHILDREN OF BODOM, RUNNING WILD, MY DYING BRIDE και… CANNIBAL CORPSE!


Κι όμως ο κάφρος της υπόθεσης έδειχνε να το γουστάρει περισσότερο, η Μαίρη σε μια γωνία κι αυτή να ψελλίζει «πω πω…» προσπαθώντας να κρύψει τον ολοφάνερο ενθουσιασμό της και ο δίσκος να κυλάει χωρίς κανείς να μη φεύγει από το μαγαζί. Νοήματα από τους θαμώνες στο μαγαζί προς τους περαστικούς σε φάση «έλα μέσα ρε, παίζει νέο NEVERMORE» και σε κάποια φάση αρχίζει στον μικρό χώρο να δημιουργείται το αδιαχώρητο. “Evolution 169” για να πέσουν οι τόνοι σε έναν εσωστρεφή Warrel Dane όσο λίγες φορές και έρχεται νέο μεγάλο σοκ με το “The river dragon has come”. Εκεί η Μαίρη κι επειδή κόσμος συνέχιζε να έρχεται και πάνω στην πώρωσή της, ζήτησε να βγούμε προς τα έξω όσοι γινόταν και δυνάμωσε την ένταση αρκετά ώστε να το ακούνε όλοι, παρευρισκόμενοι και μη. Πλέον δε μιλούσαμε απλά για το νέο NEVERMORE αλλά για ένα δίσκο που θα άλλαζε πολύ τις ισορροπίες σε όλο το μεταλλικό ήχο. Το γλυκό και εμπορικό “The heart collector” δεν έμοιαζε να ρίχνει το κέφι και η νέα υδρογονοβόμβα που άκουγε στον τίτλο “Engines of hate” έφερνε νέο παροξυσμό. Θυμάμαι ακόμα τα δυο παιδιά που ήταν αρχικά μαζί μου στο μαγαζί να αγκαλιάζονται σαν ερωτευμένοι χωρίς να μιλάνε.

Ένα εντυπωσιακό κρεσέντο δύναμης, επιβλητικότητας, ασύγκριτης βαρύτητας και σίγουρα ξεχωριστής ταυτότητας που δεν ακουγόταν σαν τίποτα και κανέναν περικύκλωνε όχι μόνο το μέσα και έξω χώρο από το μαγαζί, αλλά και τις καρδιές όσων το ζούσανε εκείνη τη στιγμή. Κι εκείνη τη στιγμή η ησυχία (λέμε τώρα) σπάει από ένα καθαρό thrash κομμάτι το οποίο έχει βαρύτητα σχεδόν death metal μπάντας. Και τρώγοντας τη φλασιά ακούγοντας κάποιους στίχους, λέμε «δε μπορεί». Κι όμως! Ήταν η εφιαλτική (δε μπορεί να χαρακτηριστεί αλλιώς) διασκευή στο “The sound of silence” των SIMON & GARFUNKEL που στις ορέξεις τους μεταμορφώθηκε (όπως κάποτε και το “Love bites” των JUDAS PRIEST) σε αυτό το τέρας σε ένα ορισμό της ΔΙΑΣΚΕΥΗΣ και όχι επανεκτέλεσης. Πραγματικά πάθαμε όλοι την πλάκα μας. Μια σύνθεση που μπορούσε να αποτελέσει δικό τους κομμάτι (κομματάρα βασικά) κι όμως «έντυσε» τρόπον τινά ένα κλασικότατο κομμάτι, δείγμα της σιγουριάς τους για το τότε υλικό. Ένα ακόμα εσωτερικό κομμάτι σαν το “Evolution 169” ήταν το “Insignificant”, στην ερμηνεία του οποίου ο Warrel Dane ράγιζε ψυχές, ενώ το εμπορικό κομμάτι του δίσκου ξεκάθαρα με σκοπό να παιχτεί στο ράδιο ή να γίνει κλιπ (όπως και έγινε) ήταν το “Believe in nothing”, δεν ήθελε και πολύ σκέψη εξάλλου.

Το ομότιτλο κομμάτι έκλεινε τον καλύτερο δίσκο του 2000 και έναν από τους 5 κορυφαίους όλου του μεταλλικού ήχου για τη δεκαετία των ‘00s σε τρομερές εναλλαγές ρυθμών, διαθέσεων και με το αίσθημα της υπεροχής και της μεγαλοσύνης των NEVERMORE πλέον να έχει εκτοξευθεί σε άλλο επίπεδο και να μη μιλάμε για μια απλή μπάντα που οι Έλληνες αγαπούσαμε αλλά για το καλύτερο συγκρότημα εκείνης της εποχής. Οι NEVERMORE που για τους κάφρους ήταν μαλακοί αλλά για τους μαλακούς κάφροι. Οι NEVERMORE που για τους προοδευτικούς ήταν απλοί και για τους απλούς προοδευτικοί. Οι NEVERMORE που για τους μοντέρνους ήταν παραδοσιακοί και για τους παραδοσιακούς μοντέρνοι. Οι NEVERMORE που δεν άφηναν πλέον κανέναν αδιάφορο και που με περηφάνια σήκωναν ψηλότερα όλων τη μεταλλική σημαία ως σημαιοφόροι στην παρέλαση της αγαπημένης μας μουσικής στην αρχή της νέας χιλιετίας. Όπως εκείνη τη μέρα που λίγα δεκάδες άτομα σε μια γωνία στη Θεσσαλονίκη έπαθαν την πλάκα τους, ήδη στον υπόλοιπο κόσμο όλοι μιλούσαν για ένα απίστευτο αποτέλεσμα, κανείς δεν πίστευε πως οι NEVERMORE όντας πολύ λιγότερο τεχνικοί απ’ ότι στο “The politics of ecstasy” και πολύ λιγότερο ατμοσφαιρικοί  απ’ ότι στο “Dreaming neon black”, μπορούσαν να ακούγονται καλύτεροι από ποτέ, υπεράνω κάθε προσδοκίας.

Η απλότητα, ευθύτητα και αμεσότητα του “Dead heart in a dead world” αγκαλιάστηκε άμεσα από σχεδόν όλο το μεταλλικό όχλο, ο δίσκος βγήκε για πλάκα άλμπουμ της χρονιάς στο 90-95% όλου του παγκόσμιου τύπου και η παρέα από το Seattle έμοιαζε απροσπέλαστη και ότι τα καλύτερα ερχόντουσαν. Ο καθένας τους στην ωριμότερη του απόδοση, κι αν για τον Dane και τον Loomis τα είπαμε πιο πριν, το τι κάνει ο Van Williams στα τύμπανα του δίσκου είναι από άλλο πλανήτη, ευφάνταστοι ρυθμοί, δολοφονικά χτυπήματα με περίσσεια δύναμη, με τον Jim Shepard να σιγοντάρει σε κάθε δυνατή ευκαιρία κι όχι απλά να μην είναι αισθητή η απουσία ενός δεύτερου κιθαρίστα, αλλά ο ήχος να μοιάζει τόσο πλούσιος που έκανε τον Andy Sneap ακόμα πιο περιζήτητο στην πορεία του ως παραγωγό. Ο δίσκος αφού κυκλοφόρησε αρχικά σε κανονική έκδοση, λίγο μετά βγήκε σε ένα πανέμορφο γαλάζιο κουτί με το artwork σε διαφορετικό εκρού χρώμα και με μπόνους καλούδια την προαναφερθείσα διασκευή του “Love bites” των JUDAS PRIEST (όπου ο Warrel Dane έλεγε όταν μπήκε στο “A tribute to JUDAS PRIEST – Legends of metal Vol.II” ότι το κομμάτι έγινε ένας industrial εφιάλτης), και δυο κομμάτια που θα είχαν άνετα θέση από μόνα τους στο δίσκο.

Ο λόγος για το ηχογραφημένο από τα sessions του “Dreaming neon black” και άκρως κλειστοφοβικό “All the cowards hide”, το οποίο έμεινε εκτός δίσκου τότε, θεωρούμενο ότι δεν ταίριαζε στο κλίμα της κυκλοφορίας και το κρυφό όπλο “Chances three” το οποίο στην ουσία ανακατασκευάστηκε από το DNA του, όντας ένα από τα κομμάτια του παρθενικού τους demo “Utopia” το μακρινό 1992, ενώ προϋπήρχε από τις μέρες των SANCTUARY σε demo εκτέλεση το 1990 με τον τίτλο “Three chances”! Ο δίσκος μάλιστα μπήκε στο νούμερο 361 στο βιβλίο του Rock Hard «Τα 500 καλύτερα ροκ και μεταλλικά άλμπουμ όλων των εποχών» το 2005 και συμπεριλαμβάνεται σε κάθε δυνατό αφιέρωμα για τη δεκαετία του 2000 (πολλές φορές και εκτός αυτής). Οι NEVERMORE στη χώρα μας βραβεύτηκαν για την επιτυχία του δίσκου, ερχόμενοι για συναυλία με τους ANNIHILATOR, SOILWORK και RAWHEAD REXX, η βράβευση έγινε στην Αθήνα και κανείς δε θυμάται ότι οι ANNIHILATOR τους διέλυσαν επί σκηνής ενώ οι NEVERMORE είχαν παίξει 9 από τα 11 κομμάτια του δίσκου της χρονιάς. Αυτό που όλοι θυμούνται και κανείς ποτέ δε θα ξεχάσει είναι ένας από τους απόλυτους δίσκους που ένωσαν τόσο πολύ το κοινό της εποχής, που αγαπήθηκαν σφοδρά και που μέχρι σήμερα η αξία τους παραμένει άφθαρτη στο χρόνο.

Υ.Γ.: Ζήτησα κάποτε από τον Warrel Dane να μου υπογράψει το ποστεράκι που είχε η ειδική έκδοση του κουτιού του δίσκου που αναφέρθηκε (μόλις 5.000 παγκοσμίως). Στη μέσα πλευρά του πόστερ μου έγραψε “The world is not dead…yet”! Όσο το βλέπω τόσο στην καρδιά δημιουργείται ένα απίστευτο κενό. Ο δίσκος επανακυκλοφόρησε από την Century Media στη σειρά classics για την επέτειο των 25 ετών της εταιρείας με δεύτερο δισκάκι αποτελούμενο από ζωντανά ηχογραφημένα κομμάτια που περιέχονταν στο DVD “The year of the voyager”.
Άγγελος Κατσούρας

Σχόλια

Διαβάστε επίσης

A Day To Remember... 23/1 [YNGWIE MALMSTEEN]

23 Νοεμβρίου, 2020 - 16:30 Δημήτρης Τσέλλος

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Relentless” - Yngwie J. Malmsteen ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2010 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Rising Force Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Yngwie J. Malmsteen ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: Yngwie J. Malmsteen - Κιθάρα, φωνητικά,...

[περισσότερα]

A Day To Remember... 20/11 [CINDERELLA]

20 Νοεμβρίου, 2020 - 17:30 Κώστας Τσιρανίδης

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Heartbreak station”- CINDERELLA ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1990 ΕΤΑΙΡΙΑ: Mercury/Vertigo ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: John Jansen & Tom Keifer ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:  Φωνητικά/ Κιθάρες – Tom Keifer...

[περισσότερα]

FORTRESS UNDER SIEGE interview (Fotis Sotiropoulos)

20 Νοεμβρίου, 2020 - 00:30 Φίλιππος Φίλης

“Impenetrable fortress of metal”   Οι Έλληνες FORTRESS UNDER SIEGE (FUS) κυκλοφόρησαν πρόσφατα τον τρίτο full length δίσκο τους με τον τίτλο “Atlantis”, ύστερα από αρκετές μεταγραφές και...

[περισσότερα]

A Day to Remember… 19/11 [SODOM]

19 Νοεμβρίου, 2020 - 16:30 Θοδωρής Κλώνης

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “In war and pieces” – SODOM  ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2010  ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Steamhammer  ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Waldemar Sorychta ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:  Φωνητικά, μπάσο – Tom...

[περισσότερα]

A Day To Remember... 19/11 [SUICIDAL ANGELS]

19 Νοεμβρίου, 2020 - 16:00 Γιάννης Σαββίδης

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Dead again” - SUICIDAL ANGELS  ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2010 ΕΤΑΙΡΕΙΑ: NoiseArt Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Δημήτρης Λιαπάκης ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: Φωνητικά, κιθάρες - Νίκος Μελισσουργός...

[περισσότερα]